Πέμπτη, 31 Ιουλίου 2008

Οι Περιπέτειες του Ορθού Λόγου



Η εφαρμογή του Ορθού Λόγου, των κανόνων, δηλαδή, της τυπικής λογικής στις κρίσεις μας δεν αποτελούσε πάντοτε αυτονόητο εργαλείο. Ούτε επίσης το περιεχόμενο του Λογικού παρέμεινε αμετάβλητο στους χρόνους που πέρασαν.

Ο Ορθός Λόγος, μπορούμε να πούμε ότι «ανακαλύφτηκε» από τους αρχαίους Έλληνες στον καιρό της δόξας τους, και ότι με τη χρήση αυτού μπόρεσαν να παράγουν έργα θεατρικά, ποιητικά, φιλοσοφικά, επιστημονικά χωρίς να χρειαστεί να καταφύγουν στα δεκανίκια έξωθεν δυνάμεων, αποκαλύψεων, μυστηρίων, δεισιδαιμονιών και προλήψεων.

Η παρακμή του ελληνισμού συνοδεύεται μοιραία και με την εξορία και παρακμή του ορθολογισμού, εποχή που συμπίπτει με την άνοδο και επικράτηση του χριστιανισμού και που συνιστά τον πρώιμο Μεσαίωνα. Το νέο παράδειγμα που κυριαρχεί είναι αυτό της πίστης, του δόγματος, της σωτηρίας της ψυχής, της εξ’ αποκαλύψεως αλήθειας αντί της κριτικής σκέψης. Η Θεολογία πλέον ταυτίζεται με τη Φιλοσοφία που σε αντίθεση με αυτήν, εδράζεται σε ένα στενό πυρήνα ανορθολογισμών, αποκλεισμένων από κάθε λογική διερεύνηση. Ο Ορθός Λόγος χάνει την πρωτεύουσα θέση του στο Μεσαιωνικό αξιακό σύστημα, εκτοπιζόμενος από την Πίστη, σαν ιεραρχικά ανώτερη δύναμη προσέγγισης της αλήθειας.


Η επαναεισαγωγή της αρχαίας ελληνικής γραμματείας στην Ευρώπη από τους Άραβες, με την κατάκτηση και κατοχή της Ιβηρικής, γίνεται κατά τον 8ο αιώνα, ενώ η προσπάθεια συμβιβασμού Πίστης και Λογικής και το πάντρεμα του Αριστοτελικού εμπειρισμού με το θεολογικό λόγο γίνεται αρκετά αργότερα, κατά τον 13ο αιώνα, με τον Θωμά Ακυινάτη. Από κει και πέρα, ο χρόνος αρχίζει να κυλά αντίστροφα πλέον για την πρωτοκαθεδρία της Πίστης.



Ο Ορθός Λόγος ξαναστήνεται, έμπλεος δόξης πλέον, στο βάθρο του κατά την Αναγέννηση και μετέπειτα στο Διαφωτισμό, (16ο-18ο αιώνα), με το να παίζει πρωτεύοντα ρόλο στη ρύθμιση της συμπεριφοράς των ανθρώπων, των μεταξύ τους σχέσεων και των σχέσεών τους με τη φύση. Η περαιτέρω έκρηξη των φυσικών επιστημών και πολύ αργότερα της τεχνολογίας θα του αποδώσει περισσότερα διαπιστευτήρια στα χρόνια που έρχονται.


Η υπέρμετρη όμως πίστη σε κάτι, στην προκειμένη περίπτωση στο Λογικό, δεν μπορεί παρά να γεννήσει αντίρροπες σκέψεις και δυνάμεις. Το ρομαντικό κίνημα κατά το 18ο-19ο αιώνα δεν αποτελεί παρά κίνημα εξύμνησης εννοιών και ιδιοτήτων παραγκωνισμένων από την ορθολογιστική λαίλαπα, όπως τα συναισθήματα, η φαντασία, το όνειρο, το ένστικτο, η διόραση.


Τόσο ο ύστερος 19ος όσο και ο πρώιμος 20ος αιώνας σημαδεύονται από την πάλη του ορθολογικού και του ρομαντικού στοιχείου, απόρροια της οποίας είναι διάφορα επί μέρους κινήματα και στάσεις. Ο σουρεαλισμός, για παράδειγμα, στις αρχές του 20ου αιώνα, δεν είναι παρά μια ρομαντική αντίδραση στην εξύμνηση της ψυχρής λογικής, σαν του μοναδικού και αξιόπιστου παράγοντα πρόσληψης και εξήγησης του κόσμου, είτε του φυσικού, είτε των κοινωνιών. Από την άλλη μεριά, η ανάδυση και επικράτηση της «τεχνοκρατικής» λογικής, στο δεύτερο μισό του ίδιου αιώνα, δεν είναι παρά απόρροια της εκρηκτικής ανάπτυξης της τεχνολογίας και του νέου τρόπου οργάνωσης των κοινωνικών και παραγωγικών σχέσεων.

Μέσα από την συνοπτική και αναπόφευκτα σχηματική αυτή ανασκόπηση, βλέπουμε την πορεία της Δύσης μέσα από διαδοχικούς κύκλους ορθολογικών και ανορθολογικών στάσεων, με πότε τη μία και πότε την άλλη στάση να κυριαρχεί.


Θα φανεί ίσως αρκετά παράξενο, αλλά το περιεχόμενο του Ορθού Λόγου δεν παρέμεινε αμετάβλητο στο χρόνο, καθώς αλλιώς αντιλαμβάνονταν το λογικό οι αρχαίοι μας πρόγονοι, αλλιώς οι μεσαιωνικοί συνάνθρωποί μας, αλλιώς ο Καρτέσιος και αλλιώς οι συγκαιρινοί μας. Για παράδειγμα, αν ο Ορθός Λόγος αποτελεί προϋπόθεση Ελευθερίας, στους αρχαίους ημών προγόνους, η ελευθερία εκλαμβανόταν στην αρνητική της εκδοχή, δηλαδή σαν «ελευθερία από» δουλεία, κ.λ.π., ενώ στον νεωτερικό άνθρωπο σαν «ελευθερία για να...», δηλαδή στην θετική της εκδοχή.

Δηλαδή, στην ερώτηση «τί είναι Λογικό;» καθ’ ένας απ’ αυτούς τους ιστορικούς ανθρώπους θα έδινε και διαφορετική απάντηση.

Οι διάφοροι τύποι της λογικής διαφέρουν ως προς τα αξιολογικά, μεθοδολογικά και διανοητικά τους εργαλεία και στο πώς κατανοούν τις σχέσεις ανάμεσα στο νου, τις επιθυμίες και τα συναισθήματα.

Παρά ταύτα, σε όσους συνεχίζουν ακράδαντα να πιστεύουν σε μια γραμμική και απαρέγκλιτη πορεία της Ιστορίας προς ό,τι φαντασιώνονται ότι συνιστά Πρόοδο ή τελική λύση, με την επικυριαρχία του Ορθολογικού επί των σκοτεινών δυνάμεων, θα ήθελα να επισημάνω ότι το Ανορθολογικό είναι όχι μόνο προ των πυλών, μα τις έχει ήδη διαβεί με όλη την ορμή και τον κουρνιαχτό μιας Μεσαιωνικής λεγεώνας.

Ήδη τις τελευταίες δεκαετίες, η αναβίωση και η επέλαση ενός εσμού ανορθολογισμών, όπως αστρολογία, ανατολικός μυστικισμός, ενεργειακή ιατρική, ομοιοπαθητική, ψευδοθρησκευτικές ή ημιεπιστημονικές θεραπείες, πνευματισμός, γιόγκα, κ.λ.π., δεν μπορεί να ιδωθεί παρά σαν αντίδραση στο βάρος και τον αντιανθρωπισμό του « Εργαλειακού/Τεχνοκρατικού Λόγου », ο οποίος και φέρεται σαν η κακέκτυπη, διαστρεβλωμένη εκδοχή του Ορθού Λόγου στη σύγχρονη εποχή.

Τί είναι όμως λογικό;
Μπροστά στην αμηχανία που γεννά η ερώτηση, ο μέσος άνθρωπος σήμερα, θ’ απαντήσει ότι λογικό είναι ό,τι χρήσιμο, ό,τι εξυπηρετεί τον ίδιο και την κοινωνία, εφ’ όσον φυσικά αποτελεί μέλος της. Αυτός ο τύπος λογικής όμως, που ασχολείται με τα μέσα και όχι με τους σκοπούς, θεωρώντας τούς τελευταίους λογικούς εφ’ όσον εξυπηρετούν δικές του επιδιώξεις, είναι τελείως ξένος με τον τύπο εκείνο της λογικής που πρεσβεύει ότι ένας στόχος μπορεί να είναι λογικός καθ’ εαυτόν, χωρίς απαραίτητα ν’ αναφέρεται σε κάποιο είδος υποκειμενικού κέρδους, (Δείτε, Max Horkheimer, «Η έκλειψη του Λόγου», εκδ. Κριτική, 1987). Ο τελευταίος αυτός τρόπος σκέψης απαντάται στα μεγάλα φιλοσοφικά συστήματα του Πλάτωνα και Αριστοτέλη και στον Γερμανικό Ιδεαλισμό και είναι φανερό ότι είναι παντελώς ξένος με τον τρέχοντα τρόπο κατανόησης της λογικότητας μιας πράξης για παράδειγμα.


Τι είναι ο Εργαλειακός Λόγος;
Είναι το είδος εκείνο της ορθολογικότητας που ασκούμε όταν υπολογίζουμε την οικονομικότερη προσαρμογή των μέσων σ’ ένα δεδομένο σκοπό. Η μεγίστη αποδοτικότητα, η καλύτερη αναλογία κόστους/αποτελέσματος είναι το κριτήριο επιτυχίας της. Ακόμη, ο Εργαλειακός Λόγος, βάζει στον πυρήνα του μια ανορθολογική, αλλά πάντα υστερόβουλη, αρχή την οποία κατόπιν θέλει να εξυπηρετήσει με ορθολογικό τρόπο.

Τρίτη, 29 Ιουλίου 2008

Η Χαμένη Τιμή της Προφορικότητας


Έχω την αμυδρή εντύπωση ότι στην ομώνυμη ανάρτηση «Γιατί δεν πρέπει να διαβάζουμε», δεν πήρατε στα σοβαρά τους λόγους που εξέθεσα σχετικά με τους κινδύνους που εμπεριέχονται στην πράξη της ανάγνωσης. Φαντάζομαι ότι σηκώσατε το φρύδι περιπαιχτικά, ότι χασκογελάσατε και ότι εκλάβατε τα όσα εξωφρενικά εξέθεσα σαν επιβεβαίωση, αντίθετα, της σπουδαιότητας και αναγκαιότητας των βιβλίων.


Με το παρόν σημείωμα θα ήθελα να σας πληροφορήσω ότι πλανάστε πλάνη μεγάλη και ότι 15 φιλόσοφοι και 29 συγγραφείς σπεύδουν να επιβεβαιώσουν του λόγου το αληθές, ότι δηλαδή τα βιβλία χειραγωγούν, ευνουχίζουν και ότι αποτελούν όντως κίνδυνο για τη δράση, τη σκέψη, τη μνήμη, την επαφή με τα συναισθήματα και την πνευματική και συναισθηματική υγεία της ανθρωπότητας εν γένει.


Η σχέση της ανθρωπότητας με τα βιβλία δεν μετράει πολύ χρόνο, σε αντίθεση με την περίοδο της προφορικότητας που κράτησε για καιρό ακόμα και μετά την εφεύρεση της τυπογραφίας. Διότι για δεκάδες χιλιάδες χρόνια οι άνθρωποι αφηγούνταν ιστορίες, μυθολογίες και μετέδιδαν θρησκευτικές και μαγικές γνώσεις που έχουν φτάσει ακόμα και ως εμάς. Μπορεί οι άνθρωποι να έμαθαν πρόσφατα να διαβάζουν, άλλοι δεν το έχουν ακόμα κατορθώσει, αλλά μπορούσαν πάντοτε να χορεύουν και να τραγουδούν και να αφηγούνται.


Ο Πλάτων παρά το ογκώδες συγγραφικό του έργο, παρουσιάζεται στον Φαίδρο σαν ο υπερασπιστής του προφορικού λόγου με ισχυρότατα επιχειρήματα.

Τί λέει δηλαδή;

Ότι οι πράξεις που ανασύρονται από τον γραπτό λόγο αναφέρονται πρώτον και καλύτερον σε σχέσεις εξουσίας, διαμέσου του δεσποτισμού που ασκείται πάνω στους αναλφάβητους από τον κλήρο, τους νομομαθείς και τους πολιτικούς.


Αντίθετα, η προφορική ανταλλαγή επιτρέπει την άμεση αμφισβήτηση, τον αντίλογο και τη διόρθωση. Επιτρέπει σ’ εκείνον που διατυπώνει την πρόταση ν’ αλλάξει γνώμη, να κάνει πίσω αν χρειαστεί, και να εκθέσει τις θέσεις του υπό το φως μιας έρευνας από κοινού και μιας εξερεύνησης που θα έχει γίνει με πολλούς. Συνοπτικά, η προφορικότητα διεκδικεί την αλήθεια, την εντιμότητα της αυτοδιόρθωσης, τη δημοκρατία.


Ο προφορικός λόγος μεταφέρει τη βιωμένη εμπειρία του παρελθόντος, η οποία με τον τρόπο αυτό μεταμορφώνεται σε παρόν. Αντιθέτως, άπαξ και εγκλωβιστεί στις γραμμές ενός βιβλίου απολιθώνεται και χάνει την αμεσότητα της απ’ ευθείας μετάδοσης.

Μια άλλη αντίρρηση του Πλάτωνα σχετικά με τον γραπτό λόγο, έχει να κάνει με την σταδιακή απώλεια της μνήμης, την οποία, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, ο γραπτός λόγος κατατρώγει σαν το σαράκι. Ίσως, γι αυτό το λόγο, παρατηρείται τελευταία αύξηση των περιστατικών με Alzheimer, εξ αιτίας δηλαδή της αύξησης της αναγνωσιμότητας, σε αντίθετα με τα τελευταία επιστημονικά πονήματα που πρεσβεύουν ότι η ανάγνωση βοηθάει στην εξάσκηση και την ενδυνάμωση της μνήμης.


Η μοντέρνα εκπαίδευση μοιάζει όλο και περισσότερο με θεσμοθετημένη αμνησία. Αφήνει κενό το μυαλό του παιδιού από κάθε βιωμένη αναφορά. Περιορίζει το χρόνο στη στιγμή και ενσταλάζει ακόμα και στα όνειρα, αυτό το μάγμα ομοιογένειας και οκνηρίας.


Αργότερα στα ένδοξα πρωτοχριστιανικά χρόνια, οι ερημίτες, με ελάχιστες εξαιρέσεις έφριτταν με τα βιβλία, και με κείνους που τα μελετούσαν. Η αδιάκοπη κυκλικότητα της προσευχής, η ταπείνωση της σάρκας και η πειθαρχία του στοχασμού λίγο χώρο άφηναν στην πολυτέλεια της ανάγνωσης, ή τουλάχιστον την έκαναν να φαίνεται εξαιρετικά καταστροφική.

Στην μετά τον Έρασμο χρυσή εποχή του βιβλίου αναπτύχθηκαν δυο κυρίως ρεύματα αμφισβήτησης του βιβλίου, σε οντολογικό θα έλεγα επίπεδο, (το οποίο είναι και αυτό που μ’ ενδιαφέρει), και όχι στη βάση κάποιου βλαπτικού για την εξουσία περιεχομένου.


Το πρώτο, θα μπορούσε να ονομαστεί «ακραίο ποιμενικό» και εκπροσωπείται από τον Ρουσώ και τον Γκαίτε, σύμφωνα με τον οποίον, «το δέντρο της σκέψης και της μελέτης παραμένει αιωνίως γκρίζο, ενώ το αντίστοιχο της εν δράσει ζωής, της ζωής-δύναμης και της ζωογόνου ορμής είναι πράσινο». Στην πραγματικότητα ολόκληρος ο ρομαντισμός διακατέχεται από αυτό το δόγμα της προσωπικής εμπειρίας «Το να αφήσουμε τα βιβλία να επηρεάζουν τη ζωή μας ή κάποιο ουσιώδες κομμάτι της, είναι για μας σαν να παραιτούμαστε ταυτοχρόνως από τους κινδύνους αλλά και από την έκσταση που προκαλεί αυτή η πρωτογενής, πρώτη επαφή με τα πράγματα».

Το δεύτερο κύμα αμφισβήτησης θέτει ερωτήματα όπως: «ως προς τι τα βιβλία μπορούν να υπηρετήσουν την ανθρωπότητα που υποφέρει:» και εκπροσωπείται από κάποιους ρώσους αναρχικούς και μηδενιστές στην καμπή του 19ου αιώνα (τους Ναρόντνικους;), αλλά και από τον Τολστόι, όταν σε κάποια στιγμή αποκηρύσσοντας τα μυθιστορήματά του είπε: « η υψηλή λογοτεχνία άσκησε καταστροφική επιρροή επιδρώντας στον αυθορμητισμό, στην ηθική υπόσταση ανδρών και γυναικών. Υποστήριξε τις έννοιες του ελιτισμού, της υπακοής στην εγκόσμια εξουσία, ευνόησαν ένα απατηλό εκπαιδευτικό σύστημα και τη διαστροφή της ελαφρότητας.


Και πάλι στη Ρωσία οι λενινιστές και οι φουτουριστές ποιητές ζήτησαν να καταστραφούν δια πυρός οι βιβλιοθήκες που κρύβουν όλο το δηλητήριο του παρελθόντος, μαραίνουν την ψυχή και ευνουχίζουν τη φαντασία και πάει λέγοντας.


Δεν θα ήθελα να επεκταθώ στο κάψιμο των βιβλίων σε διάφορες περιόδους της ιστορίας από φονταμενταλιστές κάθε πλευράς, για το λόγο ότι οι πράξεις αυτές καθοδηγούνταν όχι από ολοκληρωτική άρνηση των βιβλίων, αλλά από ένα ορισμένο τους περιεχόμενο το οποίο οι εκάστοτε εξουσίες πολιτικές ή θρησκευτικές έκριναν επικίνδυνο για τις μάζες.


Όλα όσα παρατέθηκαν στις παραπάνω γραμμές, δηλαδή σκέψεις και παρατηρήσεις μεγάλων ποιητών και φιλοσόφων, δεν έρχονται παρά σαν επίρρωση των επιχειρημάτων που ανέπτυξα σε προηγούμενη ανάρτηση. Αν θελήσετε να τα αγνοήσετε ή να τα απορρίψετε θα πρέπει να εξηγήσετε σαφώς τους λόγους που σας οδηγούν να το πράξετε, όπως επίσης και το αντίθετο, το γιατί δηλαδή σε άλλες περιπτώσεις, άλλες ρήσεις των εν λόγω ποιητών και φιλοσόφων χρησιμοποιούνται προς επικύρωση κάποιων άλλων λεγομένων σας.
Για να είμαστε δίκαιοι δηλαδή και όχι καιροσκόποι....

ΥΓ. Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της ανάρτησης οφείλεται στο βιβλίο του George Steiner, «Η σιωπή των Βιβλίων» από τις εκδόσεις ΟΛΚΟΣ.

Κυριακή, 27 Ιουλίου 2008

Η Αλέξης και η Τσάντα


Οι μέρες που ακολούθησαν την δεξίωση για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στο Προεδρικό Μέγαρο αποκάλυψαν με τον πλέον εύγλωττο τρόπο τις συμπαθεις και τις αντιπάθειες του Τσίπρα στον Τύπο. Οι συμπαθούντες είδαν την τσάντα της Καντίτσα Σάνκο σαν απομίμιση Louis Vuitton, οι αντιπαθούντες σαν γνήσια.
Ατσίδες δημοσιογράφοι!

Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2008

Νάτος, Νάτος ο Μπαλκονάτος!


Αγαπητέ μας κ. Βγενόπουλε,

Αν θυμάστε είχαμε ξαναμιλήσει απ' αυτή εδώ τη στήλη, την εποχή που μοιράζατε δεξιά και αριστερά μηνύσεις σε μικρούς και μεγάλους. Ευτυχώς που με ακούσατε και τις σταματήσατε εγκαίρως, αλλιώς ποιος ξέρει από που θα σας μαζεύαμε τώρα. Μεγάλος άνδρας είστε, έπρεπε να είχατε βάλει μυαλό εδώ και καιρό και να γνωρίζατε ότι δεν εξοντώνουμε τους πολιτικούς μας αντιπάλους με μηνύσεις. Ευτυχώς που τουλάχιστον καταλάβατε έγκαιρα ότι δεν τους εξοντώνουμε και με περίστροφα. Πέρασε ένας αιώνας από τότε κ. Βγενόπουλε, που στην άγρια δύση βγάζανε τα κουμπούρια και καθαρίζανε μια και έξω. Μαθαίνετε, βλέπω, έστω και αργά.


Πολιτικούς αντιπάλους;; Ναι κ. Βγενόπουλε. Ξέρω τι λέω. Τους πολιτικούς σας αντιπάλους.


Άντε κάνατε την πρόβα τζενεράλε τότε στη Βουλή. Μάθατε τα κατατόπια, από που μπαίνουν, από που βγαίνουν, από που ανεβαίνουν στο βήμα, είδατε και τη φάτσα σας στο γυαλί, και ευτυχώς έγραψε καλά, αποφάνθηκαν οι κάμεραμεν. Και ησυχάσαμε που σας έδωσαν το ΟΚ να προχωρήσετε αφού εκπληρώθηκε μια βασική προϋπόθεση.

Άντε και στο μπαλκόνι τώρα. Πάρτε κ. Βγενόπουλε την κυρία Γιάννα μας αλα μπρατσέτα και βγείτε στην πιάτσα. Δεν μπορείτε να φανταστείτε τί ταιριαστό δίδυμο θα κάνετε! Καθυστερείτε επικίνδυνα. Σωτήρα μας εσύ! Δεν βλέπετε πώς ολισθαίνει η χώρα; Πώς εξαχρειώνονται οι πολιτικοί; Κύριε Βγενόπουλε, άσε που δεν σκαμπάζουν και τίποτε. Ρεμούλες, μίζες, και ατζαμήδες από πάνω. Σας καταλαβαίνω απόλυτα που συγχύζεστε με το χαμηλό τους επίπεδο. Τι εκτίμηση να τους έχετε όταν τους τα πήρατε όλα, ακόμα και τα βρακιά σε μια μόνη νύχτα;


Με τέτοια σαπίλα, ο λαός θέλει στιβαρά και καθαρά χέρια. Και κόλπα θέλει να τους μάθετε από πάνω, πως να τα πιάνουμε. Αετούς θα μας κάνετε. Το κανάλι της βουλής κάθε μέρα όλο ιδιαίτερα για το χρηματιστήριο θα μας κάνει και για τα hedge funds, και για τα bonds και τα παράγωγα. Ξεφτέρι θα μας κάνετε και στα δομημένα. Για τα σοδομημένα ούτε λόγος να γίνεται. Ποιος θα μας πιάνει σαν χώρα πια.

Τι παραπάνω από σας έχει ο κ. Μπερλουσκόνι δηλαδή; Βέβαια είναι καλύτερος θεατρίνος και έχει περισσότερα χρόνια στο κουρμπέτι. Ίσως κάποια ταχύρυθμα σεμινάρια στη σχολή του να σας έδιναν ένα λούστρο, ώστε να μην δείχνετε τόσο διψασμένος για αίμα, συγνώμη, για εξουσία εννοούσα και ψιλοφρικάρετε τον κόσμο.

Άντε, κ, Βγενόπουλε και τα γκάλοπ όπου νάναι έρχονται. Αλλά εδώ θα σας συμβούλευα λίγη υπομονή. Οι πλειοψηφίες δεν είναι κάτι που κερδίζεται σε μια βραδιά.

Και όσο σας παρατηρώ, καλέ, πόσο μοιάζετε του Αυλωνίτη; Όπως και κείνος και Πνεύμα διαθέτετε και βράχος Ηθικής είστε.

Πολλά φιλιά
Τα λέμε

Cynical.


ΥΓ. Και μια ερώτηση θεωρητικής φύσεως, για τον ανώνυμο σχολιαστή της προηγούμενης ανάρτησης. Αυτοί που εξεράγησαν στο δεξαμενόπλοιο σήμερα (χτες), παίρνανε ή δεν παίρνανε ρίσκο;

Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2008

Οι Παρίες των Γιώτ

Περπατώντας ένα απόγευμα, αρχές καλοκαιριού, στην προκυμαία της Σύρου, δεν πρόφταινα ν’ ανοιγοκλείνω το στόμα μου από έκπληξη μπροστά στο πλήθος και το μέγεθος των φουσκωτών σκαφών που συναντούσα κάθε λίγο και λιγάκι δεμένα εκεί στο λιμάνι. Άνοιγα σαν χάνος το στόμα αντικρίζοντας το ένα, για να το ξανανοίξω ακόμα πιο πλατειά λίγο παρακάτω, όταν συναντούσα ένα άλλο μακρύτερο και με μεγαλύτερη ιπποδύναμη. Και εκεί που έλεγα ότι πάει τέλειωσε, ότι αποκλείεται να υπάρχει κάποιο ακόμα πιο μεγάλο, νάσου και παρουσιαζόταν στα μάτια μου για να με περιγελάσει. Φυσικά με δύο μηχανές, από 175 ίππους η μία, για να περάσουμε σε λίγα μέτρα στους 250, και μέχρι το τέλος της βόλτας να έχουμε ξεπεράσει τους 700 συνολικά ανά σκάφος.




Σταυροκοπήθηκα για τα φοβερά αυτά τέρατα της θάλασσας, αλλά και ζήλεψα λιγάκι όταν αναλογίστηκα το δικό μου, των τεσσάρων μέτρων με την ανεμική μηχανούλα, σε απόσυρση πια, να αποσυντίθεται σε κάποιο πατάρι. Και προσπάθησα να φανταστώ τα πρόσωπα των καπεταναίων τους, καθώς θ' αλώνιζαν με αέρα και γεμάτοι αυτοπεποίθηση τα πελάγη, πατώντας στην σιγουριά που έδιναν οι στρατιές των αλόγων τους και ο θαυμασμός των στεριανών, όπως ελόγου μου.

Πριν από μέρες βρέθηκα αλλού, στη Σύμη, και το μάτι μου, πριν καλά-καλά κατέβω ακόμα απ’ το καράβι, βρισκόταν ήδη δέσμιο των κομψών ξύλινων δικάταρτων με την κόκκινη σημαία της απέναντι πλευράς, που γλιστρούσαν νωχελικά στα αρυτίδωτα νερά του νησιού.


Τις επόμενες μέρες οι εκπλήξεις όμως ήταν ακόμα μεγαλύτερες. Όσο έμπαινε για τα καλά το καλοκαίρι, τόσο πιο πολλά καράβια, κότερα δηλαδή, συνωστίζονταν στον κόλπο του Γιαλού για να μπουν και να δέσουν στο λιμάνι. Ήταν φορές που τα πέρναγα για κρουαζιερόπλοια, κι άλλες φανταζόμουν ότι δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρχει κάποιο μεγαλύτερο που να πλέει. Και όμως, την επόμενη ώρα εμφανιζόταν όντως κάποιο μεγαλύτερο, θαρρείς επίτηδες για να με διαψεύσει. Κι εδώ δεν μιλάμε για λίγες δεκάδες μέτρα, αλλά για πολλά περισσότερα. Θα έβαζα στοίχημα ότι το Delma (στην φωτογραφία) για παράδειγμα, θα κόντευε τα 100, και όπως διαπίστωσα αργότερα ήταν όντως 85 μέτρα στο μήκος και ότι κόστιζε γύρω στα 80 εκατομμύρια ευρώ. Ε και; Αν το αγόραζε ο σύντροφος Γερμανός, ούτε που θα το έπαιρνε χαμπάρι ο τραπεζικός του λογαριασμός, σκέφτηκα και ανατρίχιασα.

Και ξαφνικά, θυμήθηκα τα φουσκωτά της Σύρου και μετάνιωσα που τα θαύμασα. Πόσο μίζερα θα φαίνονταν μπροστά στο Delma, ή ακόμα και στο σαφώς μικρότερο Σεχραζάτ, που μόλις είχε καταπλεύσει πλησίστιο από την Istanbul, με τον θυρεό του μάλιστα να βγάζει μάτι, πιο πλούσιος σε διακόσμηση ακόμα κι απ’ αυτόν των Χοεντσόλερν.
Ανατολή! Πάντα μπόλικη και πάντα υπερβολική!

Δεν μπορώ να φανταστώ πού θα μπορούσε να τελειώσει αυτή η ιστορία των ατέλειωτων συγκρίσεων και εκπλήξεων. Και με τη σκέψη αυτή μόνο, μου ερχόταν ίλιγγος. Ίσως να υπήρχαν κάποια άλλα σκέφτηκα, ακόμα πιο μεγάλα και πιο φανταχτερά, που μπροστά τους το Delma να φάνταζε καχεκτικό και αμελητέο. Και ο φουσκωτός με την έπαρση των 300 αλόγων του, αξιοθρήνητος και γελοίος. Και ακόμα παρά πέρα, πόσο αμήχανη θα πρέπει να φαντάζει η δικιά μας οικονομική ελίτ, μπροστά στην ευρωπαϊκή και τα καραβάκια της, ίδια καρυδότσουφλα, μπροστά στα αντίστοιχα του Delma; Και ακόμα-ακόμα, η Ευρωπαϊκή ελίτ, αυτή που τόσο έχουμε περί πολλού, πόσο θα πρέπει να ντρέπεται μπροστά στα θαλασσινά παλάτια του σουλτάνου του Μπρούνεϊ, ή των νέων κροίσων του Μεξικού και της Ινδίας;

Να λοιπόν που μελαγχόλησα κι από πάνω. Ό,τι και να κάνεις σκέφτηκα, πάντα θα υπάρχει κάποιος από πάνω που θα έχει περισσότερα, μεγαλύτερα και μακρύτερα και θα σου τη σπάει!

Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2008

Οι Παρίες των Φαναριών


Δεν είναι ίσα κι όμοια όλοι αυτοί που καθαρίζουν τζάμια αυτοκινήτων στα φανάρια. Γιατί περί εργασίας πρόκειται, και μάλιστα μη εξαρτημένης. Κανονικοί ελεύθεροι επαγγελματίες. Πακιστανοί κατά κύριο λόγο, αλλά και από το Μπαγκλαντές. Παλιότερα Αλβανοί και πολύ πιο πίσω, ίσως γύφτοι που ήταν και οι πρώτοι που αντελήφθησαν ότι τα φανάρια μπορεί να γεννούν υπεραξία.

Διαθέτουν εξειδικευμένα εργαλεία παραγωγής, όπως κουβάδες, βούρτσες για τα χοντρά και άλλα καθαριστικά εργαλεία για το στέγνωμα, πληρώνουν τον αέρα για το πόστο και το νοίκι σε κάποιον αυτο-αποκαλούμενο ιδιοκτήτη του, κάτοχο ανύπαρκτων τίτλων ιδιοκτησίας, που δεν αμφισβητούνται όμως από κανέναν στο χώρο, η χρέωση στους αποδέκτες των υπηρεσιών είναι με ελεύθερη ταρίφα και όχι υποχρεωτική και φυσικά δεν διαθέτουν ταμειακή μηχανή, ούτε κόβουν αποδείξεις.

Περιττό να αναφέρω ότι το είδος αυτό της εργασίας είναι εντελώς απαξιωμένο, όπως φαίνεται και από τον τρόμο που περικλείεται στην έκφραση «φοβάμαι μην καταλήξω στα φανάρια».

Τελευταία ανακάλυψα ότι η επαγγελματική αυτή κατηγορία κάθε άλλο παρά συμπαγής είναι, διότι πέρα από μια ιεραρχία που φυσιολογικά μπορεί να αναπτύσσεται στους κόλπους της, (ανάλογα με τη σημασία του πόστου και το ωράριο λειτουργίας του), διαθέτει και τους παρίες της, ανθρώπους δηλαδή οι οποίοι στερούνται και αυτών των ελάχιστων μέσων παραγωγής.
...........................

Η μικροκαμωμένη κοπέλα με το ξέθωρο βλέμμα, το γυρτό, ελαφρά προς τα μπρος, κεφάλι, ώστε το βλέμμα να παραμένει στραμμένο μονίμως προς τα κάτω, (ίσως από ντροπή, ίσως εσκεμμένα, από πρόθεση πρόκλησης οίκτου), που είδα προχτές στα Πατήσια, είχε ένα πανάκι μόνο και τίποτε άλλο. Πλησίαζε τα αυτοκίνητα σκυφτή και χαμηλοβλεπούσα, σαν κόρη ευσεβής που η τύχη τάφερε έτσι και ξέπεσε, σαν ψυχοκόρη ταπεινή με ελεϊνή αφέντρα που την πέταξε μια νύχτα άσπλαχνα στο δρόμο, ακουμπούσε το πανάκι της στα μπροστινά φώτα, έκανε τάχα πως τα ξεσκόνιζε, τόσο απαλά όμως, που ήταν σαν να τα χάιδευε, και μετά ερχόταν στο παράθυρο και με το βλέμμα στυλωμένο ζήταγε από τον οδηγό το αντίτιμο που θεωρούσε ότι της αναλογούσε, «10 λεπτά κυρία, 10 λεπτά».

Τόσα λίγα, που κανείς απ’ τα ανώτερα κλιμάκια του σιναφιού της, φαντάζομαι, δεν θα καταδεχόταν να απλώσει το χέρι και να πάρει. Το κορίτσι πήγαινε κι ερχόταν από αυτοκίνητο σε αυτοκίνητο, χωρίς ούτε κι αυτό το ελάχιστο να μπορεί εν τέλει να εισπράξει.

Σε μια χώρα, όπου η αγορά θηριωδών αυτοκινήτων συνεχίζει να μεγαλώνει, κάποιοι άνθρωποι πασχίζουν να επιβιώσουν μαζεύοντας 10λεπτα, ώστε να επιβεβαιώνουν στην πράξη τις στατιστικές που δείχνουν μια δίχως άλλο διεύρυνση των ανισοτήτων.

Σάββατο, 19 Ιουλίου 2008

Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΩΝ ΑΥΓΩΝ ΣΤΗΝ ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ

Τα αυγά μάς είναι γνωστά από αρχαιοτάτων χρόνων σαν τροφή υψηλής διατροφικής αξίας και εφ όσον συνεχίσουν να υπάρχουν πτηνά και στο μέλλον, θα μπορεί κανείς να τα προμηθεύεται απ’ ευθείας από τη φύση. Με την πρόοδο δε της επιστήμης και της τεχνολογίας, τα αυγά διατίθενται σήμερα εμπλουτισμένα με Ω3, Ω4 και Ω166 λιπαρά, με ασβέστιο και βιταμίνες, ενώ σε λίγο καιρό θα είναι έτοιμα και αυγά εμπλουτισμένα με κακάο, βανίλια, φράουλα, και σε ακόμα μεγαλύτερο χρόνο, με πλουτώνιο και υδράργυρο.

Τα αυγά στον σημερινό πολιτισμό χρησιμεύουν και για άλλες χρήσεις, όπως πέταμα σε πουλημένους διαιτητές, σε κανέναν πρύτανη, στον Ψωμιάδη απαραιτήτως, και κάποιες φορές και στους Χρυσαυγίτες, αν και το τελευταίο δεν θα το συνιστούσα, μιας και είναι πολύ πιθανόν να αντιγυρίσουν τη ρίψη με στιλέτα αντί με ντομάτες.

Με την πάροδο του χρόνου τα αυγά απέκτησαν και άλλες χρήσεις, ας πούμε, σαν κύρια εξαρτήματα πειραματικών συσκευών.


Θα αναφερθώ σε τρία τέτοια πειράματα που είναι αλήθεια με εντυπωσίασαν για την ακρίβεια των αποτελεσμάτων τους.


Συγκεκριμένα στο πείραμα με τα αυγά :


1) τα οποία ο δήμαρχος Νισύρου τοποθέτησε σε πίδακες νερού στον κρατήρα του ομώνυμου ηφαιστείου, και τα οποία αφού έβρασαν επιτυχώς, απέδειξαν ότι όντως το ηφαίστειο είναι ενεργό και κοχλάζει.





2) τα οποία απελπισμένος για ρεπορτάζ, αλλά παρ' όλα αυτά εμπνευσμένος ρεπόρτερ, τοποθέτησε κατακαλόκαιρο πάνω στην άσφαλτο ντάλα μεσημέρι, και τα οποία αφού έβρασαν επιτυχώς, απέδειξαν ότι όντως το καλοκαίρι, ιδίως το μεσημέρι, είναι πολύ θερμό στην Αθήνα.




3) τα οποία πειραματικός επιστήμων, επίδοξος για Νόμπελ, τοποθέτησε δίπλα σε κινητό τηλέφωνο σε ώρα λειτουργίας (δες youtube) και τα οποία αφού έπηξαν επιτυχώς (άλλο αν το ολο εγχείρημα ήταν καραμπινάτη φάρσα), απέδειξαν ότι το κινητό όντως βλάπτει τον εγκέφαλο γιατί μπορεί να τον μετατρέψει σε βραστό αυγό.




Κλείνοντας να μην ξεχάσω ν’ αναφέρω και τη συμβολή των αυγών στην αποτελεσματικότητα ορισμένου τύπου βασανιστηρίων, (για παράδειγμα κάτω από τις μασχάλες).

Παρασκευή, 18 Ιουλίου 2008

Η Ρατσιστική Λογική της "ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ Α.Ε."


Πέρασε αρκετός καιρός από τότε που ο Π. Κανελλόπουλος υποδεχόμενος το Φλεβάρη του 1948 τον στρατηγό Βαν Φλιτ, που έφτασε στην Ελλάδα ως επικεφαλής της αμερικανικής στρατιωτικής αποστολής, αλλά ουσιαστικά ως αρχηγός των κυβερνητικών στρατιωτικών δυνάμεων, παρουσιάζοντας ένα ελληνικό στρατιωτικό άγημα, τον προσφώνησε με την περίφημη φράση: "Καλώς ήρθατε Στρατηγέ μου. Ιδού ο στρατός σας"!

Και δεν ήταν μια άστοχη κουβέντα της στιγμής από τα χείλη κάποιου ασυγκράτητου κατώτερου αξιωματικού σε στιγμές άκρατου ενθουσιασμού. Απεικόνιζε στην εντέλεια το πνεύμα, όχι μόνο της συγκεκριμένης εποχής, που και αυτό ίσως θα το συγχωρούσαμε εξ αιτίας της σημαντικής συνεισφοράς των αμερικανών στην έκβαση του πολέμου και στην οικονομική ανόρθωση της χώρας, αλλά κυρίως απεικόνιζε το πνεύμα και όλων των προηγούμενων χρόνων ύπαρξης του ελληνικού κράτους, από τη γέννησή του και δώθε.


Των χρόνων, όπου η πολιτική ζωή του τόπου καθοριζόταν από τις μεγάλες δυνάμεις με απευθείας μάλιστα παρεμβάσεις. Δικαιολογημένα, βέβαια για τους ρεαλιστές και κυνικούς, μιας και ήταν αυτές που έδωσαν το τελειωτικό χτύπημα στον Ιμπραήμ στο Ναβαρίνο, ήταν αυτές που ανέλαβαν την οργάνωση και κυρίως τον δανεισμό του ελληνικού κράτους με κεφάλαια, όχι φυσικά με το αζημίωτο, και ήταν αυτές που έβαλαν φρένο στην τουρκική επέλαση στον πόλεμο του 1897. Όλα αυτά μαζί, αλλά και πολλά άλλα τους έδιναν το δικαίωμα να αλωνίζουν σαν στο σπίτι τους, και σε μας να κατεβάζουμε μονίμως τα βρακιά μας.


Παρακαλώ, μην εκνευρίζεστε! Έτσι γίνεται παντού, από τα κράτη, μέχρι τα σπίτια. Είτε το θέλουμε είτε όχι, το πάνω χέρι το έχει πάντα αυτός που πληρώνει.

Θες ακόμα η φτώχια, θες η δυσμενής βαλκανική μας θέση, θες οι πολιτισμικές μας καταβολές που πόρρω απείχαν από το προτεσταντικό φίλεργο πνεύμα, θες το ‘να, θες τ’ άλλο, δεκαετίες ολόκληρες μείναμε με τη μέση πάντα σκυμμένη και με το στόμα ανοιχτό, χάσκοντας σε οτιδήποτε ερχόταν από τη Δύση. Δόξα το θεώ, υπάρχουν ακόμα οι ελληνικές ταινίες του ’50-’60 για να μας τα υπενθυμίζουν.

Τα τελευταία χρόνια το κάποτε εξωτικό «ανήκωμεν εις την Δύσιν», που πιπιλούσαμε νυχθημερόν σαν βουδιστικό μάντρα, για να το χωνέψουμε πρώτα εμείς και ως δια μαγείας και οι άλλοι, οι δυτικοί, έγινε επί τέλους πραγματικότητα. Η Ελλάδα, δεν χωράει αμφιβολία είναι πλέον και αυτή Δύσις, έχοντας αφήσει μακριά το ανατολικό της παρελθόν. Έτσι νομίζουμε πλέον και εμείς

Μπορεί όμως εμείς να το νομίζουμε, υπάρχουν όμως άλλοι οι οποίοι κάνουν το παν να μας υπενθυμίζουν ότι δεν είμαστε τίποτε άλλο παρά κωλοέλληνες, γιατί μπορούμε ν’ αντέχουμε σαν τα μουλάρια, γιατί οι παππούδες μας μέχρι χθες ακόμα δουλεύανε μες το λιοπύρι στα χωράφια χωρίς να παθαίνουν τίποτα, και γιατί δεν έχουμε ακόμα τα φόντα να σταθούμε στο ύψος των ξένων.

Τι άλλο, παρά τα παραπάνω πρεσβεύουν οι υπεύθυνοι της «Αττικό Μετρό», όταν οι μόνοι συρμοί που διαθέτουν κλιματιστικό είναι αυτοί που κατευθύνονται στο Ελ. Βενιζέλος; Βέβαια υπάρχουν και έλληνες που κατευθύνονται στο Ελ. Βενιζέλος, αλλά μην μου πείτε ότι γίνεται για χάρη τους και όχι για χάρη των ξένων, ευρωπαίων κυρίως, που αποτελούν και την πλειοψηφία, αλλά και τους άτυπους κριτές της προόδου της χώρας μας; Και ότι για τους ντόπιους δεν ισχύει παρά το «κοντά στο βασιλικό ποτίζεται κι η γλάστρα;».


Και μην μου ανταπαντήσετε ότι πληρώνουν παραπάνω αυτοί που πηγαίνουν στο αεροδρόμιο, γιατί δεν είναι λογική αυτή, Πρώτα κοιτάς να ικανοποιήσεις τις ανάγκες και μετά κοιτάς να ρυθμίσεις την τιμή. Αλλιώς ας μέναμε στον αραμπά που θα μας ερχόταν και φτηνότερα.


Η μόνη λογική που πρυτανεύει είναι αυτή του:
«κανόνισέ τα με τους ντόπιους στο όπως-όπως. Άλλωστε ζώα είναι, δεν διαμαρτύρονται, κι αν διαμαρτυρηθούν, θα φωνάξουν, θα φωνάξουν, στο τέλος θα σκάσουν και θα λουφάξουν. Μήπως ξέρουν και να διαμαρτύρονται; Καμιά χριστοπαναγία εν θερμώ, και μετά πάμε στα επόμενα. Και προπαντός, πάντα φίλοι».

Άϊ σιχτίρ! Καραγκιόζηδες!

Τετάρτη, 16 Ιουλίου 2008

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ


Συνήθως οι εφημερίδες και τα περιοδικά φιλοξενούν από καιρού εις καιρόν, ειδικά δε λίγο πριν από την περίοδο των γιορτών, στατιστικές και αναλύσεις για το χαμηλό ποσοστό αναγνωσιμότητας στη χώρα μας.

Η έρευνα του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου δείχνει ότι το ποσοστό των νεοελλήνων που δεν άνοιξαν κανένα βιβλίο, για παράδειγμα το 2005, είναι γύρω στο 45%, δηλαδή το μισό περίπου του πληθυσμού, ποσοστό αρκετά υψηλό για να κινητοποιήσει το συγκινησιακό δυναμικό δημοσιογράφων και αναλυτών, ώστε εν μέσω κοπετών, δακρύων και οιμωγών να θρηνήσουν για την πνευματική ένδεια, και το χαμηλό πολιτισμικό κεφάλαιο της νεοελληνικής κοινωνίας.

Οι ίδιες στατιστικές, επίσης, λένε, ότι το ποσοστό αυτό τείνει να μεγαλώνει με το χρόνο, γεγονός που σύμφωνα με τους αναλυτές αποτελεί εξίσου σημαντικό, αν όχι μεγαλύτερο, παράγοντα ανησυχίας. Πριν ασχοληθούμε με το κατά πόσον πρέπει κάποιος όντως ν’ ανησυχεί μ’ αυτό το 45% και με το είδος των δεινών που πρόκειται να επισωρεύσει στο κεφάλι μας, ας καταφύγουμε για λίγο στη βοήθεια της λογικής για να ερμηνεύσουμε το απλό γεγονός, ότι ενώ οι νεοέλληνες συνεχίζουν ακάθεκτοι ν’ απέχουν της ανάγνωσης, και μοιραία οι πωλήσεις να πέφτουν, τέσσερα βιβλιοπωλεία μαμούθ, τρία στο κέντρο της Αθήνας και ένα στα προάστια τέλεσαν τα προηγούμενα χρόνια με μεγαλοπρέπεια τα εγκαίνια τους. Το αντιφατικό αυτό γεγονός δεν μπορεί να εξηγηθεί παρά μόνον κάτω από τις εξής προϋποθέσεις:

1) είτε υπάρχει ραγδαία αύξηση του πληθυσμού της χώρας, ώστε ενώ το ποσοστό αναγνωσιμότητας να πέφτει, οι αναγνώστες κατ’ απόλυτον τιμήν να αυξάνονται,

2) είτε οι επιχειρηματίες, διακατεχόμενοι από φιλοπρόοδα και πατριωτικά αισθήματα αποφασίζουν, με τελείως αντι-οικονομικούς όρους, να επενδύσουν στο βιβλίο, μήπως και παρακινήσουν περισσότερους στο σπορ της ανάγνωσης,

3) είτε οι στατιστικολόγοι κάπου τα ΄χουν μπλέξει. Διαλέγετε και παίρνετε!

Εφ’ όσον λοιπόν το χαμηλό ποσοστό αναγνωσιμότητας αποτελεί για τους κοινωνιολόγους-αναλυτές παράγοντα ανησυχίας, δεν θα ήταν παράλογο αν υποθέταμε ότι η εντελώς αντίθετη κατάσταση θα εκλαμβάνετο ως η ιδανική. Τουτέστιν, εφόσον το προαναφερθέν 45% μετατρεπόταν σε 0%, η Ελλάδα θα εκπλήρωνε τις προϋποθέσεις της ιδανικής, ουτοπικής Πολιτείας.
Παρά ταύτα, η ιστορία δεν έχει εισέτι αποδείξει ότι οι μικρές ή οι μεγάλες αρνητικές αποκλίσεις από την κοινωνική ουτοπία σχετίζονται ευθέως με την αναγνωσιμότητα και τον όγκο των κυκλοφορούντων βιβλίων, μιας και το σχετικά πρόσφατο παράδειγμα τής, μετά τη Βαϊμάρη, Γερμανίας, έδειξε ότι ούτε η βαθιά γνώση του Γκέτε και του Σίλλερ, ούτε η βαθιά συγκίνηση των τότε κρατούντων από τις συνθέσεις του Βάγκνερ συνέβαλαν στον εξανθρωπισμό τους και στην αποφυγή του παγκόσμιου αιματοκυλίσματος.
Ας αναλογιστούμε για λίγο, αφήνοντας τη φαντασία μας ελεύθερη, την κατάσταση που θα προέκυπτε αν η αναγνωσιμότητα γενικευόταν και οι πόλεις και τα χωριά γέμιζαν από βιβλιοπωλεία και βιβλιοθήκες. Μερικές ενδεχόμενες επιπτώσεις θα ήταν:

1) καταποντισμός της οικονομίας από πτώση της παραγωγικότητας, καθ’ ότι οι έλληνες θα προτιμούν να διαβάζουν από το να εργάζονται,

2) πτώση του αριθμού των γεννήσεων μιας και το διάβασμα σαν μοναχική δραστηριότητα δυσχεραίνει τις κοινωνικές επαφές, με συνέπεια να μειώνονται οι πιθανότητες συνευρέσεων, ερώτων, γάμων και κατά συνέπεια γεννήσεων,

3) αδράνεια της σκέψης και σταδιακή εξασθένιση της σπιρτάδας και ικμάδας της φυλής μας, επειδή το διάβασμα σαν παθητική δραστηριότητα, (κοινώς, κατανάλωση έτοιμης τροφής σε μαλακούς καναπέδες και πολυθρόνες), οδηγεί σε πνευματική και σωματική οκνηρία.

Το ότι οι γυναίκες, που είναι και οι κατ’ εξοχήν αναγνώστριες, απολαμβάνουν σημαντικά χαμηλότερες αποδοχές από τους άρρενες συναδέλφους τους, αποτελεί τρανταχτό παράδειγμα της αντιπαραγωγικότητας της πράξης της ανάγνωσης.
Επιπλέον, θα ήθελα να επισημάνω ότι η παντελής παράλειψη στις στατιστικές, ως περιττών και ασήμαντων, ερωτήσεων του τύπου ‘τι διαβάζουν αυτοί οι οποίοι δηλώνουν ότι διαβάζουν’, μοιραίως τοποθετεί τα Άρλεκιν και τον Χέγκελ στο ίδιο τσουβάλι. Το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι περισσότεροι αναγνώστες τείνουν στην κατεύθυνση του Άρλεκιν και των ομοειδών τους μάλλον, παρά προς την κατεύθυνση του Χέγκελ, μας οδηγεί να υποθέσουμε για άλλη μια φορά, ότι μια αύξηση της αναγνωσιμότητας στο 100% δεν θα προσέθετε και πολλά στην εξύψωση του ατόμου και στην ευημερία μιας κοινωνίας. Από την άλλη μεριά βέβαια, το τι θα προσέθετε μια πλειοψηφία αναγνωστών φανατικών οπαδών και μελετητών του Χέγκελ, καλύτερα ας μη το συζητήσουμε τώρα.

Σαν επόμενο βήμα, λογικό θα ήταν να γραφτεί ένα ανάλογο σημείωμα με τίτλο ‘Γιατί πρέπει να διαβάζουμε’. Μιας κι όμως τις απαντήσεις στο προαναφερθέν ερώτημα, (για να σοβαρευτούμε), τις θεωρώ αυτονόητες, θα προχωρούσα σε σειρά πολλαπλών σημειωμάτων με τίτλους όπως ‘Πώς διαβάζουμε’ , ‘Τι διαβάζουμε’, ‘Γιατί διαβάζουμε’, ‘Που διαβάζουμε’ και ούτω καθ’ εξής, με φανερή τη διάθεση να εξαντλήσω όλη τη γκάμα των ερωτηματικών αντωνυμιών. Ίδωμεν!

Δευτέρα, 14 Ιουλίου 2008

Το Άλγος των Διακοπών


Οι διακοπές και οι αργίες απετέλεσαν, ήδη από τον 19ο αιώνα, αίτημα των εργαζομένων, δυστυχώς για πολύ καιρό ανεκπλήρωτο. Όταν όμως η αστική τάξη της εποχής διάβασε τον Marx και κατάλαβε πως οι διακοπές δεν θα λειτουργούσαν παρά μόνον προς όφελος της ίδιας, άρχισε να τις παραχωρεί, φυσικά όχι απλόχερα, όπως ήταν το αρχικό και το διαρκές ζητούμενο, αλλά με μια δοσολογία που η ίδια έκρινε ότι θα μπορούσε να κρατάει τα περισσότερα στόματα βουλωμένα και τις μηχανές διαρκώς ζεστές.

Από τα προηγούμενα, λοιπόν, γίνεται φανερό ότι οι διακοπές αποτελούν το πιο ύπουλο εργαλείο του καπιταλισμού για την ανάκαμψη της εργατικής δύναμης και την ενδυνάμωση του ψυχολογικού δυναμικού των εργαζομένων έτσι ώστε να μπορούν να ανταποκρίνονται στις πιέσεις τις εργασίας όλο τον υπόλοιπο χρόνο. Έτσι, δεν είναι παράλογο να υποθέσουμε ότι το να πηγαίνει κάποιος διακοπές αποτελεί πράξη αντεπαναστατική και κανονικά θα έπρεπε να ντρέπεται γι αυτό καθώς συντηρεί το σύστημα συμβάλλοντας στην απρόσκοπτη λειτουργία του.

Επί πλέον, το όραμα των διακοπών και η συγκέντρωση πόρων και δυνάμεων για την πραγμάτωσή τους παραμερίζει από το οπτικό πεδίο της εργατικής τάξης τα πραγματικά της προβλήματα διότι, ψευδώς, η αλλοτριωμένη της συνείδηση θεωρεί ότι οι διακοπές ως δια μαγείας, θα τα εκμηδενίσουν.

Οι διακοπές, μέσα από την συνεχή καπιταλιστική προπαγάνδα, έφτασαν να θεωρούνται πλέον καθήκον, με το ίδιο λίγο πολύ βάρος όπως και η εργασία, και έχουν ενδυθεί τις προσδοκίες μιας ολόκληρης χρονιάς τις οποίες καλούνται οι εργαζόμενοι να εκπληρώσουν μέσα σε αυτό το στενό χρονικό παράθυρο που η εργοδοσία έχει αποφανθεί, (με ποια κριτήρια αλήθεια;), ότι φτάνει.

Οι διακοπές έχουν σιγά-σιγά ενσωματωθεί στις καταναλωτικές πρακτικές των εργαζομένων και για το λόγο αυτό πλασάρονται ως εμπόρευμα. Δεν είναι τυχαίο ότι όπως όλα τα εμπορεύματα, προσφέρονται μέσα σε «πακέτο», (όχι σε σακούλα ακόμα) και εκδίδονται και ειδικά δάνεια για την πραγμάτωσή τους.

Οι διακοπές, όπως και όλες οι καταναλωτικές πρακτικές, αφήνουν την πίκρα του ανικανοποίητου με την ίδια ένταση και διαβάθμιση συναισθήματος όπως και μετά από το ανεξέλεγκτο και άσκοπο shopping. Η επιθυμία για καινούργιες διακοπές αμέσως μετά την επιστροφή από διακοπές δεν οφείλεται στο ότι δεν έχει ολοκληρωθεί ο σκοπός τους που είναι η ξεκούραση κ.λ.π., αλλά στο αδηφάγο αίσθημα που κατατρέχει όσους επιζητούν να βρουν την ψυχική πλήρωση και γαλήνη μέσα από μια διαρκή κατανάλωση εμπορευμάτων.

Οι διακοπές, όπως είναι φυσιολογικό, διαιωνίζουν το αλλοτριωμένο προφίλ των παραθεριστών με την υιοθέτηση ενός καθημερινού προγράμματος ρουτίνας το οποίο στους περισσότερους δεν διαφέρει στα συστατικά του στοιχεία από το αντίστοιχο της πόλης, καθώς η καθημερινότητα των διακοπών είναι κι αυτή γεμάτη από μια σειρά από κανόνες και «πρέπει» που στοχεύσουν στην εκπλήρωση ειδικών καθηκόντων και φαντασιώσεων, όπως:
Το καθήκον του μπάνιου και του μαυρίσματος,
Η φαντασίωση του πρωινού καφέ κάτω από τα δέντρα, δίπλα στο κύμα,
Η φαντασίωση του φρέσκου ψαριού σε ταβερνάκι δίπλα στο κύμα επίσης,
Η φαντασίωση του καλοκαιρινού φλερτ σε μπαρ δίπλα στο κύμα επίσης,
Το καθήκον διαβάσματος θερινών αναγνωσμάτων,
κ.λ.π.

Υ.Γ. Έχοντας μόλις επιστρέψει από μια μικρή κοινωνιολογικού περιεχομένου περιήγηση, (προσοχή όχι διακοπές) στις γνωστές νήσους του ειρηνικού, το κυριότερο συμπέρασμα που έβγαλα είναι ότι η κυτταρίτιδα δεν αποτελεί προνόμιο και κατάρα των νοτίων γυναικών μόνον, αλλά και των βορείων επίσης. Κάποιοι μύθοι είναι καιρός επί τέλους να διαλύονται και αυτός ακριβώς ήταν και ο σκοπός του σύντομου αυτού ταξιδιού μου. Αναλυτικά συμπεράσματα θα παρουσιαστούν αλλού, σε κάποιο εξειδικευμένο συνέδριο ίσως!

Τετάρτη, 2 Ιουλίου 2008

ΚΛΕΙΣΤΟΝ λόγω ΔΙΑΚΟΠΩΝ


Αγαπητοί μου έφτασε δυστυχώς ο καιρός που θα πρέπει να αποχωριστούμε για ένα δεκαήμερα ας πούμε, εξ αιτίας του εθίμου των θερινών διακοπών. Ευκαιρία και για μένα να κάνω αποτοξίνωση από το blog, αλλά και για σας, καθώς θα έχετε ένα λιγότερο να προσκυνάτε και ένα σχόλιο λιγότερο ν' αφήνετε.



Η Cynical στο δρόμο για το αεροδρόμιο με τον προσωπικό της οδηγό



Άφιξη στα νησιά Bora Bora





Τακτοποίηση στο ξενοδοχειο ιδιοκτησια του χορηγού της Cynical και του blog αυτής.







Καθημερινά καθήκοντα


ΡΑΝΤΕΒΟΥ στις 14/7

Η Ανθούσα Βιομηχανία του Ελληνικού Ύπνου


Καλά μου παιδιά σας καλημερίζω θερμά, άσχετο αν έχει ήδη μεσημεριάσει. Σημασία έχει ότι για μενα η μερα αρχιζει τώρα.

Εκεί που είπα να γράψω κάτι ευχάριστο και να ζητήσω την κατανόησή σας για το επόμενο δεκαήμερο που θα σας αφήσω μόνους, μιας και το blog κουράστηκε και μου ζήτησε μια μικρή άδεια για να ξανάρθει στα ίσα του, έφτασε στον υπολογιστή μου ενα ενδιαφέρον e-mail το οποίο θα ήταν μεγάλο αμάρτημα αν το άφηνα ασχολίαστο.


Πρόκειται για μια ανακοίνωση του Υπουργείου Ανάπτυξης σχετικά με τη βράβευση των καλύτερων, δηλαδή πιο ανταγωνιστικών, ελληνικών επιχειρήσεων για το έτος που πέρασε. Σύμφωνα με την ανακοίνωση, συνολικά, απονεμήθηκαν τρία Βραβεία Επιχειρηματικής Αρίστευσης (με χρηματικό έπαθλο 100.000 ευρώ ανά επιχείρηση), πέντε Εθνικές Διακρίσεις Επιχειρηματικής Αρίστευσης (με χρηματικό έπαθλο 30.000 ευρώ ανά επιχείρηση) και εικοσιπέντε Εθνικές Αναγνωρίσεις Επιχειρηματικής Αρίστευσης (με χρηματικό έπαθλο 3.100 ευρώ ανά επιχείρηση).

So far, so good!


Αυτό όμως που μου χτύπησε στο μάτι ήταν οι τομείς στους οποίους ειδικεύονταν οι βραβευμένες και ακρως ανταγωνιστικές ελληνικές επιχειρήσεις. Τι πιο φυσιολογικό σε μια χώρα που βρίσκεται στον σκληρό πυρήνα της ΕΕ, με τα τσαρούχια στην ΟΝΕ και μέσα στις 20 ή 25 πιο πλούσιες χώρες του ΟΟΣΑ, να έχουν το προβάδισμα τίποτε εταιρίες πληροφορικής, ΙΤ, τηλεπικοινωνιών, βιοτεχνολογίας και τα ρέστα;


Τίποτε από τα παραπάνω. Τα δυο από τα τρία βραβεία Επιχειρηματικής Αρίστευσης πήγαν σε μια ΣΤΡΩΜΑΤΟΠΟΙΙΑ και μια ΚΟΥΦΕΤΟΠΟΙΙΑ, ενώ τη μια από τις πέντε Εθνικές Διακρίσεις Επιχειρηματικής Αρίστευσης την πήρε μια ΣΤΡΩΜΑΤΟΠΟΙΙΑ πάλι.


Τι να πει κανείς; Είτε ότι η ελληνική βιομηχανία παραμένει πιστή στις παραδόσεις του βαλκανικού παρελθόντος της, είτε ότι συντηρεί τους ωραίους ύπνους της χώρας με το να της προμηθεύει τα καλύτερα στρώματα!



ΥΓ. Πριν από καιρό είχα γράψει στο άρθρο "Cargo Cult Διακυβέρνηση" για το πώς εννοεί το Υπ. Ανάπτυξης την ανάπτυξη σε αυτή τη χώρα, με τις μεθόδους των φυλών του Αμαζονίου που εφαρμόζει. Με τις παρούσες βραβεύσεις, το Υπουργείο δείχνει, αν μη τι άλλο, μια ανησυχαστική συνέπεια.