Κυριακή, 30 Αυγούστου 2009

Body Heat


Σε λίγους μήνες από τώρα, εκεί γύρω στις αρχές του Δεκέμβρη, η Κοπεγχάγη θα βάλει τα καλά της να υποδεχτεί την πολυαναμενόμενη συνδιάσκεψη του ΟΗΕ για το κλίμα. Και οι Δανοί, όπως θα έκανε κάθε νοικοκύρης, τρέχουν και δε φτάνουν, θέλοντας να δείξουν στον κόσμο πόσο καλά τα έχουν καταφέρει. Δεν γίνεται, οικοδεσπότες πράμα να διακινδυνέψουν να ντροπιαστούν από καμιά μυστήρια τριτοκοσμική χώρα που μπορεί να σκάσει στη γωνιά με τίποτε υπερμεγέθεις πράσινες περγαμηνές στις βαλίτσες της.

Μάντρωσαν λοιπόν τους αέρηδες, δάμασαν τα κύματα, μάζεψαν τις ακτίνες του ήλιου, αυτές τις λιγοστές που τους αναλογούν, σε υπόγεια και αποθήκες να τις έχουν και να τις χαίρονται τις μακριές νύχτες του χειμώνα, σφράγισαν τα φουγάρα τους, μοίρασαν λεφτά στον κόσμο για να τριπλοσφραγίσουν τις πόρτες και τα παράθυρα των σπιτιών τους, και αφού πλύθηκαν ντύθηκαν και στολίστηκαν στρώθηκαν στη δουλειά να κάνουν τον απολογισμό τους.

Αφού τα ζύγισαν από δω, αφού τα ζύγισαν από κει, κι αφού τα μέτρησαν και τα ξαναμέτρησαν, κάπου σκόνταψαν και τελική υπογραφή δεν έβαλαν. Υπήρχε κάτι που τους χάλαγε τη δουλειά, μια ενόχληση μικρή, αλλά επίμονη, σαν το ρεβίθι ας πούμε, στο στρώμα της πριγκίπισσας, ρεβίθι, όμως ξερεβίθι, πονούσε το άτιμο. Το ρεβίθι στην περίπτωση αυτή ήταν τα κρεματόρια.

Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των ιδιοκτητών τους την τελευταία διετία να παραμείνουν πιστοί στους κανόνες της ανακύκλωσης, κι ακόμα παραπέρα, με το να ανακυκλώνουν κι όλα τα μεταλλικά εξαρτήματα που είχε δεχθεί στη διάρκεια του σύντομου βίου του ο εκλιπών, όπως τεχνητά γόνατα και γοφούς, μασέλες και βαλβίδες, ξεχασμένες βελόνες και ψαλίδια, από τα οποία μάλιστα είχαν βγάλει και κέρδος πουλώντας τα στην αγορά, ούτε λίγο ούτε πολύ γύρω στις 16000 δολάρια, εν τούτοις κάτι τους έτρωγε, κάτι τους βασάνιζε και συνέχιζαν να στραβομουτσουνιάζουν.

Αιτία, ένας νέος νόμος, που τούς υποχρέωνε να θωρακίσουν τα φουγάρα των καταστημάτων τους με ειδικά φίλτρα, έτσι ώστε να μην διαχέονται οι τοξίνες και οι διοξίνες από τα λιπαρά και τις χοληστερίνες που καίγονταν, στους διπλανούς και παραδιπλανούς. Όχι, ότι είχαν αντίρρηση να τα προμηθευτούν και να τα εγκαταστήσουν. Αλίμονο! Το πρόβλημα που τους έτρωγε τα σωθικά ήταν πώς θα άφηναν ανεκμετάλλευτη όλη αυτή τη θερμότητα που θα ξέφευγε απ’ τα φουγάρα τους.

Μάζεψαν λοιπόν όσους φιλοσόφους, θεολόγους και συμβούλους μπόρεσαν να βρουν και μετά από συσκέψεις επί συσκέψεων, απεφάνθησαν ότι δεν θα ήταν καθόλου ανήθικο και αντιχριστιανικό αν διοχέτευαν την παραγόμενη αυτή θερμότητα στις πόλεις και τα χωριά να τα ζεστάνουν.

Έτσι λοιπόν, η γιαγιά κι ο παππούς, ή ο οποιοσδήποτε άλλος που του έμελλε η μοίρα να γίνει καπνός, προτού αφήσουν την καπνοδόχο και χαθούν στον ουρανό για πάντα, θα έχουν τουλάχιστον την ευκαιρία να κάνουν ένα τελευταίο καλό και να συγχωρεθούν, ζεσταίνοντας, ας πούμε, το καλοριφέρ στο σπίτι μιας άλλης γιαγιάς ή ενός άλλου, ακόμα ζωντανού, παππού!

Ποιος είπε ότι οι Δανοί δεν είναι πολύ μπροστά!
Σχετικά με αυτό το θέμα διαβάστε, αν δεν σας κάνει κόπο και το "Σώματα για Φάγωμα".

Υ.Γ. Η πληροφορία από το Economist, εδώ.

Σάββατο, 29 Αυγούστου 2009

Τα "δικά μας" είναι του "κανενός"


Στη δουλειά μου έχουμε έναν κήπο με παρτέρια εδώ κι εκεί, που ανάλογα την εποχή είναι ανθισμένα με τριαντάφυλλα, πανσέδες, γεράνια. Έχουμε επίσης κι έναν καλό άνθρωπο που τα φροντίζει και τα μεγαλώνει. Ας είναι καλά.

Ένα πρωινό καθώς τον διέσχιζα να πάω προς το κτήριο, βλέπω μπροστά μου μια κυρά απ’ το προσωπικό να σκύβει και να κόβει ένα ολάνθιστο και δροσερό τριαντάφυλλο.

«Γιατί το κόβεις;», ήταν η πρώτη μου αντίδραση.

«Μα, είναι δικά μας», μού απάντησε με θράσος.

«Μα τώρα, δεν είναι πια «δικά μας». Είναι δικό σου!» τής ανταπάντησα με οργή.

Οι πέντε, έξι λέξεις που ανταλλάξαμε εκείνο το πρωί, μου εντυπώθηκαν βαθιά στο μυαλό. Τις μέρες αυτές, με τις φωτιές και τις καταπατήσεις, ξαναβγήκαν πάλι στον αφρό και μου πήραν τ’ αυτιά απ’ το ζουζούνισμα.

Η έννοια «δικά μας», δηλαδή «ολονών μας» είναι δύσκολο να χωνευτεί. Ή θα είναι δικό μου, ή θα είναι δικό σου, ή θα είναι "κανενός". Κι αλίμονο αν τύχει κι είναι του κανενός. Επέλαση και αρπαγή! Το είδαμε, το βλέπουμε, θα το ξαναδούμε!

Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2009

Η Χαμένη Ενέργεια των Πεύκων


Σύμφωνα με έναν πρόχειρο απολογισμό, που είδε χθες το φως της δημοσιότητας στις εφημερίδες, η τελευταία πυρκαγιά στην Αττική κατέκαψε γύρω στα 2,000,000 δέντρα, κυρίως πεύκα.

Ας βάλουμε κάτω το μολύβι και το χαρτί και ας κάνουμε έναν πολύ απλό υπολογισμό.

Ως γνωστόν, το πεύκο πέρα απ’ οτιδήποτε άλλο είναι ξύλο, κούτσουρο δηλαδή, το οποίο όταν καίγεται παράγει θερμότητα.

Υπολογίζεται ότι η θερμαντική αξία ενός κιλού ξύλου γενικώς είναι στο περίπου 16000 btu. Πάλι χοντρικά, ας υποθέσουμε ότι ένα πευκάκι Αττικής, που δεν είναι κι από τα πιο νταβραντισμένα της υφηλίου, ζυγίζει γύρω στον 1 τόνο, δηλαδή 1000 εκμεταλλεύσιμα κιλά. Ένα αττικό πεύκο λοιπόν, μπορεί να δώσει 16 εκατομμύρια btu. Ενώ τα 2 εκατομμύρια πεύκα που κάηκαν μπορούν να δώσουν 32 10^12 btu.

Υπολογίζεται ότι ένα νοικοκυριό στην Αμερική (αυτό το νούμερο βρήκα πρόχειρο), για να καλύψει τις ενεργειακές ανάγκες του μήνα χρειάζεται περίπου 3 10^6 btu.

Άρα η ενέργεια από τα δέντρα της Αττικής που κάηκαν, αν υπήρχε μια πιο υπεύθυνη κυβέρνηση να τη συλλέξει, ας πούμε σε υπόγειες ή εναέριες χύτρες με νερό, αντί να την αφήνει να διαρρέει ανεκμετάλλευτη στον ουρανό και από κει στο χάος, θα μπορούσε να καλύψει τις μηνιαίες ενεργειακές ανάγκες 12 εκατομμυρίων νοικοκυριών, δηλαδή της Ελλάδας όλης και των γειτονικών της χωρών μαζί.

Αλλά, πού να βρεθεί μυαλό κι υπευθυνότητα σ’ αυτό τον τόπο!

Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2009

Οδηγός Οικοπεδοφαγίας για Ατζαμήδες


Η προηγούμενη ανάρτηση-καταγραφή των οικοδομικών συνεταιρισμών της Αττικής θα έμενε λειψή, αν δεν συμπληρωνόταν από μια άλλη, πολύ πιο ενδιαφέρουσα, για το πώς στήνονται βρε παιδί μου αυτοί οι περιώνυμοι συνεταιρισμοί, για το ποιες διαδικασίες θα έπρεπε να είχαμε ακολουθήσει εμείς ή κάποιος πρόγονός μας αν είχε κουκούτσι μυαλό, αλλά και τσαγανό να μάς φροντίσει και αν υπάρχει ακόμα καιρός και έδαφος για να αρχίσουμε να δραστηριοποιούμαστε προς αυτή την κατεύθυνση.

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν με μερικές πρακτικές και χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με τις διάφορες τακτικές που έχουν επιτυχώς εφαρμοστεί στο παρελθόν. Μιλάμε πάντα για οικοδομικό συνεταιρισμό σε δασικές περιοχές ή επί του αιγιαλού, όπου το Σύνταγμα απαγορεύει ρητώς πάσα οικοδομική δραστηριότητα. Και επειδή, δεν γνωρίζω από πρώτο χέρι, θα δανειστώ ένα κομμάτι από το άρθρο «Πώς στήνεται το μεγάλο οικοπεδο-φαγοπότι», της Παναγιώτας Μπίτσικα στο ΤΟ ΒΗΜΑ της 29/7/2007.


«...Κάποιος που εκπροσωπεί - ή δεν εκπροσωπεί - μια ομάδα επαγγελματική, επιστημονική ή κοινωνική, βρίσκει έναν που κατέχει νόμιμα ή παράνομα ένα δάσος ή μια δασική έκταση. Συνήθως ο εμφανιζόμενος ως ιδιοκτήτης έχει χαρτιά μειωμένης αξίας που λένε ότι έχει περιορισμένο δικαίωμα ρητίνευσης ή ότι υπάρχει κατάτμηση του δάσους ή είναι κάποιο μοναστήρι που έχει αμφισβητούμενους τίτλους ή μη νόμιμους - π.χ., η Μονή Πεντέλης δεν είχε ιδιοκτησία στην Πεντέλη αλλά μόνο διακατοχικά δικαιώματα (σ.σ.: διακατεχόμενο είναι δάσος που μπορεί να κατέχει ιδιώτης αλλά η κυριότητα ανήκει στο Δημόσιο μέχρις ότου ο διεκδικητής αποδείξει ότι έχει δικαιώματα επί της έκτασης.). Οι δύο πλευρές κάνουν προσύμφωνα με μειωμένα δικαιώματα ιδιοκτησίας και συστήνεται οικοδομικός συνεταιρισμός για να αγοραστεί η έκταση. Γίνεται ένα τοπογραφικό, χωρίζονται παράνομα οι εκτάσεις σε οικόπεδα, μπαίνει το σχέδιο των "οικοπέδων" πάνω από το γραφείο του προέδρου του οικοδομικού συνεταιρισμού και μετά ακολουθεί η κλήρωση, όπου ο καθένας "παίρνει" το οικόπεδό του.
Στη συνέχεια παρουσιάζονται από το διοικητικό συμβούλιο τα προβλήματα για το χτίσιμο της έκτασης και αρχίζει η προσπάθεια για να γίνουν τα οριστικά συμβόλαια και να μπει στο σχέδιο πόλεως. Παλαιότερα, τη δεκαετία '60-'70, έγιναν εντάξεις σε ένα πάσχον σχέδιο πόλεως με παράνομο τρόπο - με βασιλικά διατάγματα ή προεδρικά διατάγματα της χούντας τα οποία στην πλειονότητά τους δεν έχουν υπογραφή του υπουργού Γεωργίας, μιας και πάντα απαγορευόταν η ένταξη δασών και δασικών εκτάσεων σε σχέδια πόλεως. Τα μέλη του συνεταιρισμού πληρώνουν τις δόσεις τους και ταυτόχρονα αρχίζουν τις προσπάθειες κατάτμησης, συνήθως με ένα σχέδιο αντιπυρικής προστασίας, όπου ζητούνται να γίνουν δρόμοι εκεί που προβλέπει και το παράνομο ρυμοτομικό σχέδιο, και προσπαθούν να πείσουν τους συνεταίρους ότι ξεκίνησε η υλοποίηση των σχεδίων. Συνήθως η κατάσταση μένει εκεί και μετά αρχίζει η κοινωνική πίεση για να αλλάξει το Σύνταγμα και η δασική νομοθεσία, ώστε να γίνει με κάποιο τρόπο δυνατόν αυτοί να επέμβουν στο δάσος και στη δασική έκταση.
Σε μερικές περιπτώσεις προσπαθούν να λύσουν αυτό το θέμα με ανταλλαγή εκτάσεων [Ωχ!] ή με άλλον πιο νομιμοφανή τρόπο. Τις πιο πολλές φορές υπάρχει κοροϊδία από την πολιτεία, και γιατί δεν επιτρέπει το Σύνταγμα και γιατί δεν έχουν άμεσα εκτάσεις για ανταλλαγή. Και πάντα οι αρμόδιοι δίνουν υποσχέσεις ότι θα τα λύσει η επόμενη κυβέρνηση. Επίσης πολλοί οικοδομικοί συνεταιρισμοί έχουν ως διακεκριμένα μέλη πρόσωπα της πολιτικής και κοινωνικής ζωής (βουλευτές ή δικαστικούς) στα οποία μάλιστα δίνουν και "οικόπεδα", περιμένοντας ότι θα βοηθήσουν στην επίλυση του ζητήματος. Σε κάποιες περιπτώσεις, όπως μετά τη φωτιά στην Πεντέλη, έκταση περίπου 3.000 στρεμμάτων υψηλού δάσους που διεκδικούνταν από τον οικοδομικό συνεταιρισμό του Αγ. Σπυρίδωνα εξαιρέθηκε της αναδάσωσης και άρχισε να χτίζεται».

Έχω την εντύπωση ότι πολλοί από τους γνωστούς και περιώνυμους οικισμούς της Β.Α. Αττικής είναι ημι-παράνομοι έως παράνομοι, δηλαδή εντάχθηκαν στο σχέδιο πόλης μονομερώς από το ΥΠΕΧΩΔΕ, χωρίς προσυπογραφή του Διατάγματος από τους τότε υπουργούς Γεωργίας και χωρίς επίλυση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος έναντι του Δημοσίου. Αυτό που μού μένει σαν απορία είναι πώς γίνονται τότε οι αγοροπωλησίες γης, πώς είναι δυνατόν τα συμβόλαια να είναι νόμιμα και πώς είναι δυνατόν να υπάρχει κόσμος που να τολμά να δεσμεύει τεράστια ποσά σε γη επί της οποίας η κυριότητα παραμένει αμφιλεγόμενη. Για να το κάνει όμως δεν μπορεί, κάπου γερά θα πατάει!

Και εκεί που πατάει είναι ότι οι παράνομες οικοπεδοποιήσεις με τα χρόνια καταφέρνουν και νομιμοποιούνται εκμεταλλευόμενες στην καλύτερη των περιπτώσεων το αλαλούμ στις υπηρεσίες όπου άλλα ορίζει η δασική υπηρεσία και άλλα η πολεοδομία. Ουσιαστικά το ΥΠΕΧΩΔΕ (δηλ. η πολεοδομία) συνεχίζει να εκδίδει οικοδομικές άδειες με παράνομα διατάγματα κατά παράβαση της δασικής νομοθεσίας και γνωρίζοντας ότι οι εκτάσεις αυτές κατά τεκμήριο ανήκουν στο ελληνικό Δημόσιο.

Θα δώσω ένα καραμπινάτο παράδειγμα από το τελευταίο (Απρίλιος του 2009) Ρυθμιστικό Σχέδιο Αττικής το οποίο εντάσσει στο σχέδιο πόλης 150,000 στρέμματα σε 26 περιοχές της ΒΑ. Αττικής και μέρη του οποίου παραθέτει ο Ikor. Συγκεκριμένα σε σχετικό πίνακα αναφέρεται για τον Αγ. Στέφανο ότι «...έχει δημιουργηθεί πρόβλημα για 500 σπίτια για τα οποία εκδόθηκαν άδειες από λάθος της πολεοδομίας σε χαρακτηρισμένη από το 1982 αναδασωτέα περιοχή...». Ούτε ένα, ούτε δυο τα «λάθη» της πολεοδομίας. Τι να περνάει άραγε απ’ το μυαλό μας;


Η τελευταία μαζική νομιμοποίηση αυθαιρέτων έγινε το 1983 στο πλαίσιο της περίφημης εκστρατείας Τρίτση, με σύνθημα «δήλωσέ το και σώσε το». Παρά ταύτα, η πολιτεία φροντίζει κατά καιρούς να δίνει έμμεσες ελπίδες στους εκατοντάδες χιλιάδες ενδιαφερόμενους: για παράδειγμα, το 1994 η τότε κυβέρνηση έδωσε δικαίωμα ηλεκτροδότησης σε αυθαίρετα για κοινωνικούς λόγους. Αποτέλεσμα βέβαια ήταν οι μισοί αυθαιρετούντες να παρουσιαστούν στα χαρτιά... ως διαβητικοί, καρδιοπαθείς, καρκινοπαθείς και νεφροπαθείς. Περίπου 30.000-40.000 αυθαίρετα ηλεκτροδοτήθηκαν εκείνη την περίοδο. Η τελευταία ρύθμιση ήρθε στα τέλη του 2003 από την τότε υπουργό ΠΕΧΩΔΕ κ. Βάσω Παπανδρέου, η οποία έδωσε υπό προϋποθέσεις δικαίωμα ηλεκτροδότησης σε όσα αυθαίρετα είχαν χτιστεί έως τα τέλη εκείνου του έτους. Παρόλο που η προθεσμία έληξε μετά μερικούς μήνες, πολλοί δήμαρχοι περιοχών με αυθαίρετα εξακολουθούν να ανακαλύπτουν(!) φακέλους με δηλώσεις αυθαιρέτων και να τους υποβάλλουν με προχρονολογημένους αριθμούς πρωτοκόλλου στις πολεοδομίες προκειμένου να τύχουν χαμηλότερων προστίμων ανέγερσης και διατήρησης αυθαιρέτου.


Πέρα λοιπόν από τις μαζικές νομιμοποιήσεις οι οποίες προκύπτουν είτε μετά από πολιτικές πιέσεις (σε καλούς καιρούς), είτε πιο εύκολα μετά από πυρκαγιές, όπου κατά μέσο όρο μόνο το 8% των καμένων περιοχών αναδασώνεται, υπάρχουν και οι ορφανοί οικοπεδοφάγοι οι οποίοι αναγκάζονται να κινηθούν κατά μόνας, με μόνα εφόδια την εφευρετικότητα και την καπατσοσύνη τους. Πώς λοιπόν τα βγάζουν πέρα αυτοί;


1. Όταν κάποιος λοιπόν επιθυμεί διακαώς το οικοπεδάκι των ονείρων του, αλλά δυστυχώς κάπου τού έχει παραπέσει ο τίτλος ιδιοκτησίας και δεν τον βρίσκει, μόλις πέσει το σκοτάδι πηγαίνει και το περιφράσσει χρησιμοποιώντας παλιό σύρμα και πασσάλους. Λίγες ημέρες αργότερα μεταφέρει και φυτεύει δένδρα μεγάλης ηλικίας κατά προτίμηση ελιές και συκιές. Ή ακόμη μεταφέρει και πέτρες από παλιά κτίσματα και φτιάχνει πρόχειρα πεζούλια, τα οποία χρησιμοποιεί σαν σημάδια ιδιοκτησίας. Αν ο καταπατητής δεν έχει υπομονή να περιμένει ώσπου να τον πάρει χαμπάρι το αρμόδιο δασαρχείο, (συμβαίνουν και αυτά!), τι να κάνει, συνεννοείται με κάποιο γείτονα ή και με υπάλληλο του Δασαρχείου ακόμα, (πολύ εξυπηρετικοί αυτοί οι δασικοί!), οπότε είτε ο γείτονας τού υποβάλλει μήνυση ότι τάχα καταπάτησε έκταση που του ανήκε, και η υπόθεση παίρνει τον δρόμο της δικαιοσύνης, είτε ο υπάλληλος του Δασαρχείου τού κοινοποιεί Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής από την έκταση που έχει περιφράξει.
Το Πρωτόκολλο προσβάλλεται στο οικείο Ειρηνοδικείο εντός 60 ημερών και στη συνέχεια ακολουθείται η ίδια διαδικασία με τα αυθαίρετα. Στις υποθέσεις αυτές ως μάρτυρας εκ μέρους του Δημοσίου εμφανίζεται ο δασοφύλακας, ο οποίος ούτε τις απαραίτητες γνώσεις έχει ούτε γνωρίζει την ιστορία της υπόθεσης, αφού οι περισσότεροι δεν μένουν στο ίδιο δασαρχείο για πολλά χρόνια. Αντίθετα, ο καταπατητής εμφανίζεται στο Ειρηνοδικείο πάντα με δύο μάρτυρες μεγάλης ηλικίας, οι οποίοι πιστοποιούν την αλήθεια των ισχυρισμών του. Έτσι με συνοπτικές διαδικασίες «αποδεικνύει» στο δικαστήριο ότι η έκταση δεν είναι καταπατημένη αλλά ιδιωτική. Και όλα πάνε κατ’ ευχήν.


2. Ένας άλλος τρόπος για την κατοχύρωση ιδιοκτησίας είναι η επίκληση του δικαιώματος επί των εκτάσεων, που έχει προκύψει λόγω χρησικτησίας, επειδή δηλαδή κάποιος χρησιμοποιούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα τη συγκεκριμένη έκταση είτε για υλοτομία, είτε για τη συλλογή ρητίνης. Συχνά, σε αυτή την περίπτωση υπάρχουν επίσης κάποιου τύπου συμβόλαια που αποδεικνύουν την παραχώρηση της έκτασης εκ μέρους του κράτους.

3. Με τις πυρκαγιές και την οπτική απαλλαγή από το κακό δάσος, ο υποψήφιος «ιδιοκτήτης» αρχίζει να φυτεύει στην έκταση, που είτε έχει βάλει στο μάτι, είτε την κατέχει αλλά δεν μπορεί να την εκμεταλλευτεί γιατί είναι χαρακτηρισμένη δασική, διάφορα δεντράκια όπως ελιές ή αμπέλια ώστε να την παρουσιάσει σαν αγροτική και συνεπώς να αποχαρακτηριστεί, όπως προβλέπει η νομοθεσία για τους παλιούς αγρούς. Υπάρχουν βέβαια και οι αεροφωτογραφίες, αλλά υπάρχουν και εξ ίσου σοβαρές πιθανότητες να αγνοηθούν. Έχω δει με τα μάτια μου τέτοια χωραφάκια να ξεφυτρώνουν καταμεσίς του Υμηττού, και την επόμενη φορά που θα βρεθώ εκεί, θα κουβαλάω και ένα μπουκαλάκι με φρέσκο βιτριόλι.

4. Ένα επίσης δημοφιλές «παραθυράκι», πολύ διαδεδομένο στα Μεσόγεια, έχει ως απαραίτητα συστατικά την ύπαρξη ενός πηγαδιού και κηπευτικών. Ο αυθαιρετών δημιουργεί ένα πηγάδι (χωρίς γεώτρηση, όμως, γιατί προϋποθέτει άδειες). Κατόπιν ζητάει ρεύμα από τη ΔΕΗ για να τοποθετήσει αντλία και να ποτίζει τα κηπευτικά. Ο δρόμος έχει πλέον ανοίξει!

5. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα οικοδόμησης σε μη άρτιο οικόπεδο είναι οι «εικονικές» καταμετρήσεις, απάτη ιδιαίτερα διαδεδομένη στην Καλαμάτα. Πώς γινόταν η απάτη; Για παράδειγμα, ο αυθαιρετούχος είχε οικόπεδο 2 στρεμμάτων, στο οποίο ήθελε να κτίσει. Έφερνε λοιπόν έναν τοπογράφο και ζητούσε καταμέτρηση, υποδεικνύοντάς του μεγαλύτερα σύνορα ιδιοκτησίας. Έτσι το ακίνητο εμφανιζόταν ακριβώς 4 στρέμματα, ώστε να έχει αρτιότητα. Το τοπογραφικό διάγραμμα δεν ήταν υποχρεωμένο να καλύψει όλη την περιοχή, οπότε δεν φαινόταν πουθενά ότι γειτονικά οικόπεδα... αλληλοκαλύπτονταν. Κατόπιν ο αυθαιρετούχος εξέδιδε νόμιμη οικοδομική άδεια με το συμβόλαιο, το νέο τοπογραφικό και μια υπεύθυνη δήλωση...

Μετά απ' αυτά, εύχομαι σε όλους καλή επιτυχία στις προσπάθειές σας και μακάρι οι αέρηδες να είναι με το μέρος σας!

Τρίτη, 25 Αυγούστου 2009

Οικοδομικοί Συνεταιρισμοί της Πεντέλης


Τα στοιχεία είναι πολλά ώστε να μην χωρά αμφιβολία ότι οι πυρκαγιές σε περιόδους εκλογών πολλαπλασιάζονται. Δεν είναι δύσκολο να μαντέψουμε το λόγο. Η ανάγκη ψήφων «αναγκάζει» τις κυβερνήσεις να εκστομίζουν υποσχέσεις και αρκετά συχνά να προβαίνουν σε ρυθμίσεις είτε για την αποκατάσταση των ήδη υπαρχόντων αυθαιρέτων, είτε για ένταξη στο σχέδιο πόλης ανένταχτων και δασικών περιοχών.

Και για του λόγου το αληθές, ας δώσουμε ένα παράδειγμα κυβερνητικής τροπολογίας η οποία κατατέθηκε τον Ιούνιο του 2007, (προσέξτε, λίγους μήνες πριν τις εκλογές), από τον κ. Μπασιάκο, με τις υπογραφές των τότε υπουργών Οικονομίας και Αγροτικής Ανάπτυξης, η οποία ανέστελλε κάθε κατεδάφιση αυθαιρέτου μέσα σε δάσος ή δασική έκταση μέχρι να κυρωθεί τελεσίδικα ο δασικός χάρτης της περιοχής. Φυσικά και οι γάτες γνωρίζουν ότι τέτοιος χάρτης δεν υπάρχει πουθενά, ούτε προβλέπεται να καταρτιστεί στο ορατό μέλλον. Η χώρα μας πολύ απλά δεν διαθέτει εθνικό δασολόγιο για το 94% των ελληνικών δασών. Η κραυγαλέα αυτή τροπολογία, μετά από τις αντιδράσεις που συνάντησε τελικά δεν περπάτησε, αλλά κανένας δεν εγγυάται ότι δεν πέρασαν παρόμοιες σε μεταγενέστερο χρόνο, ή ότι οι ιθύνοντες δεν σταματούν νυχθημερόν να απεργάζονται τρόπους για να τις επαναφέρουν νύκτωρ προς ψήφιση.

Ένα άλλο παράδειγμα αφορά στις εκλογές του 2004, οπότε και κατατέθηκε ρύθμιση με την οποία απαλλάσσονταν οι αυθαίρετοι οικιστές εντός δασών από την καταβολή της προβλεπόμενης ειδικής αποζημίωσης. Υπάρχει νόμος που εξειδικεύει τα πρόστιμα, (χαμηλά προ του 2004, υπέρογκα για μετά), φευ! στην πράξη όμως έτσι κι αλλιώς, καταστρατηγείται με ...ετεροχρονολογήσεις. Ομοίως, η τότε υπουργός ΠΕΧΩΔΕ κ. Βάσω Παπανδρέου έδωσε υπό προϋποθέσεις δικαίωμα ηλεκτροδότησης σε όσα αυθαίρετα είχαν χτιστεί έως τα τέλη του 2003. Υπολογίζεται ότι περισσότερα από 100.000 αυθαίρετα ηλεκτροδοτήθηκαν με βάση αυτή τη ρύθμιση σε όλη τη χώρα.

Μα, εύκολα θα αναρωτηθεί κανείς. Αν η εκάστοτε κυβέρνηση ευελπιστεί να αποσπάσει ψήφους από τους καταπατητές, δεν είναι εύλογο να περιμένει ότι θα χάσει άλλους τόσους και ακόμα περισσότερους από τους υπόλοιπους οι οποίοι δεν έχουν ή δεν σκοπεύουν να σφετεριστούν δημόσια γη, καμένη ή μη. Εκτός και αν οι δεύτεροι αποτελούν μειοψηφία, οπότε καλώς οι κυβερνήσεις πράττουν, ως πράττουν. Στην πραγματικότητα αποτελούν όντως μειοψηφία, όχι όμως πολύ μεγάλη, διότι ένα υπολογίσιμο τμήμα της υποτιθέμενης αυτής μειοψηφίας καιροφυλακτεί να αλλάξει στρατόπεδο με την πρώτη ευκαιρία. Σύμφωνα με τα στοιχεία του νεοπαγούς «παρατηρητηρίου των εν δυνάμει οικοπεδοφάγων μαχητών», 400,000 ετοιμοπόλεμοι συμπολίτες μας έχουν στρατοπεδεύσει στα περίχωρα προστατευόμενων περιοχών περιμένοντας το σύνθημα της επέλασης. Ενώ, άλλοι οργανωμένοι στις ελαφρές ταξιαρχίες των ευαγών «οικοδομικών συνεταιρισμών» ετοιμάζονται να διεκδικήσουν γύρω στα 200,000 στρέμματα δασικής έκτασης

Σύμφωνα με τα τελευταία έγκυρα στοιχεία, η λεία που απεκόμισαν από προηγούμενες εκστρατείες δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητη. Αυτή τη στιγμή υπολογίζεται ότι το 1 από τα 4 σπίτια στην Αττική είναι αυθαίρετο, ενώ ο συνολικός αριθμός τους υπολογίζεται σε περίπου 300,000! Επίσης, από τα 7 εκατομμύρια οικοδομές που έχει συνολικά η Ελλάδα, γιατί οικοπεδοφάγοι ευδοκιμούν και αλλού, υπολογίζεται ότι τα 1,5 - 1,7 εκατομμύρια είναι αυθαίρετες.

ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟΙ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΙ
Ο Δούρειος Ίππος της δασικής κυρίως καταπάτησης φέρει το όνομα «Οικοδομικός Συνεταιρισμός». Και μόνο που ακούω το όνομα αυτό μού σηκώνεται η τρίχα, και τούτο γιατί δεν με ευνόησε η τύχη να συμπεριληφθώ σε κάποιον από δαύτους. Στην Ελλάδα δραστηριοποιούνται γύρω στους 215 οικοδομικούς συνεταιρισμούς, εκ των οποίων οι μισοί (128) έχουν στρατοπεδεύσει εντός της Αττικής, καίγοντας, ρημάζοντας, πιέζοντας, διαφθείροντας, χτίζοντας, κι αν όχι πάντα οι ίδιοι, πάντως επωφελούμενοι σαν τις ύαινες από συγκυρίες, που είτε προκαλούν άλλοι είτε τις προκαλούν οι ίδιοι. Η έκταση που διεκδικούν δε εντός Αττικής είναι γύρω στα 113,000 στρέμματα. Από υπερβάλλοντα ζήλο, έκαψαν τα διπλάσια, οπότε θα τους μείνουν αμανάτι τα υπόλοιπα. Κρίμα.

Οι εκτάσεις των οικοδομικών συνεταιρισμών, που βρίσκονται στην Αττική σε πλείστες όσες περιπτώσεις εντός δασικών εκτάσεων, απλώνονται από την Ανάβυσσο, το Κορωπί και τη Βάρη ως τη Νέα και την Παλαιά Πεντέλη, το Πικέρμι, τον Μαραθώνα, τη Ραφήνα και τη Νέα Μάκρη, ενώ από την άλλη πλευρά είναι διάσπαρτες από τη Σταμάτα, το Καπανδρίτι, τα Βίλια και τα Μέγαρα Μαραθώνα.

Οι 62 από τους οικοδομικούς συνεταιρισμούς της Αττικής, σύμφωνα με στοιχεία της Ένωσης Δασολόγων Δημοσίων Υπαλλήλων, βρίσκονται στη Δυτική Αττική με μεγαλύτερη πυκνότητα στην παραλιακή ζώνη (Πόρτο Γερμενό, Ψάθα, Αλεποχώρι) με διεκδικήσεις σε 22.165 στρέμματα. Στη Μάνδρα 13 οικοδομικοί συνεταιρισμοί έχουν 5.000 στρέμματα στην πλειονότητά τους χαρακτηριζόμενα ως δάση χαλεπίου πεύκης ρητινευόμενα, στα Βίλια 20 συνεταιρισμοί 7.140 στρέμματα (δάση, δασικές και αναδασωτέες εκτάσεις), στο Πόρτο Γερμενό 6 διεκδικούν 2.390 στρέμματα, στην Ψάθα 10 συνεταιρισμοί 1.804 στρέμματα (δάση πεύκης, τμήματα έχουν καεί - αναδασωτέα), στο Αλεποχώρι 8 2.600 στρέμματα και στην Κινέτα 5 συνεταιρισμοί 3.231 στρέμματα

Στην άλλη πλευρά της Αττικής, στην Πεντέλη, υπάρχει άλλος χορός οικοδομικών συνεταιρισμών, στην περιοχή μάλιστα που κάηκε το 2000 και πριν - αξίζει να σημειωθεί ότι δεν κηρύχθηκαν αναδασωτέες όλες οι εκτάσεις που κάηκαν αλλά μέρος τους εξαιρέθηκε. Στη Ραφήνα, η «Θεοτόκος» (223 στρέμματα) στην περιοχή Περιβολάκια, ο «Νέος Πόντος» στο Νταού Πεντέλης - από τις αρμόδιες υπηρεσίες χαρακτηρίζεται η έκταση ως χαλεπίου πεύκης/διακατεχόμενο όπου προέχει η διατήρηση του δάσους -, «Η Ελληνική Πίνδος» (489 στρέμματα) σε έκταση που χαρακτηρίζεται διακατεχόμενη), σημειώνει ο πρώην διευθυντής Δασών κ. Ελ. Φραγκιουδάκης. Επίσης, όπως εξηγεί, «δασικό πρόβλημα υπάρχει και με τους οικοδομικούς συνεταιρισμούς "Προβάλινθο" και "Αμπελούπολη", ενώ ανάλογο πρόβλημα υπάρχει και στο Πικέρμι με οικοδομικούς συνεταιρισμούς όπως ο ΑΟΟΑ, (Αξιωματικών), που τμήμα των εκτάσεών του προσκρούει για δόμηση στο διάταγμα για την προστασία του Πεντελικού». Ο ίδιος όμως κατάφερε το 1998 να εντάξει στο σχέδιο πόλης της Νέας Μάκρης έκταση 800 στρεμμάτων. Υπάρχουν και άλλοι στην περιοχή, όπως π.χ., των Κωνσταντινουπολιτών, οι οποίοι διεκδικούν 550 στρέμματα σε περιοχή που κάηκε το 1995.

Στην Πεντέλη, κάποιοι συνεταιρισμοί κατάφεραν οι εκτάσεις τους να μπουν στο σχέδιο παράνομα από το '70, όπως ο «Αγ. Σπυρίδων», ο οποίος επιπλέον διεκδικεί τον αποχαρακτηρισμό 1.200 στρεμμάτων που κάηκαν το 1995, ο «Βουτζάς», η «Καλλιτεχνούπολη» και η «Ιπποκράτειος Πολιτεία», η δε τελευταία αν και άκρως αμαρτωλή, εν τούτοις ανέγγιχτη. Άκουγα, τις προάλλες τον αξιαγάπητο Μίμη Πλέσσα στη τηλεόραση να δηλώνει περήφανος, πώς πρωτοστάτησε στο να ιδρυθεί ο οικισμός της «Καλλιτεχνούπολης» της οποίας μάλιστα διατελεί και ισόβιος πρόεδρος και μού ήρθαν δάκρυα στα μάτια για το σθένος και την επιμονή αυτού του ανδρός.

Στην Πεντέλη πάλι, για να μην ξεχνιόμαστε, 80.000 στρέμματα διεκδικεί κι η Εκκλησία, δηλαδή η Μονή Πεντέλης, που φέρεται να κατέχει εκτάσεις σε όλο το νότιο τμήμα του βουνού, σε μεγάλο μέρος της δυτικής αλλά και της ανατολικής πλευράς του. Για τις εκτάσεις αυτές δεν υπάρχουν, όπως είναι φυσικό, σαφείς τίτλοι. Η μονή στηρίζει τις ιδιοκτησιακές της διεκδικήσεις σε έγγραφα του σουλτάνου και στη συνεχή παρουσία της στην περιοχή. Μεγάλο τμήμα αυτών των εκτάσεων, περί τα 10.000 στρέμματα, έχει πουληθεί/μεταβιβαστεί σε ιδιώτες ή σε οικοδομικούς συνεταιρισμούς. Ο οικοδομικός Συνεταιρισμός ΠΑΝ (των υπαλλήλων του υπουργείου Γεωργίας!!!) νομιμοποίησε 4.000 στρέμματα και έχτισε στην περιοχή Λυκόρεμα - τώρα ο οικισμός αποτελεί τμήμα της κοινότητας Πικερμίου.

Θέλετε κι άλλους οικοδομικούς συνεταιρισμούς στο Πεντελικό; Καλή σας Όρεξη!!
«Αγιος Τιμόθεος», «Σύλλογος Εργαζομένων Τράπεζας Ελλάδας», «Σύλλογος Εργαζομένων και Ασφαλισμένων στο ΙΚΑ», «Σύλλογος Δημοσιογράφων και Εργαζομένων», «Τέκτων», «Φαίαξ», «Δημόκριτος», «Ροσόλυμος» ή «Κτήμα Πεντέλη Α.Ε.», «Νέα Βιθυνία», «Ικαρος», «Β. Φρειδερίκη», «Νοσοκομείο Πειραιώς», «Αξιωματικοί Χωροφυλακής» «Δικηγόροι Πειραιώς», «Εφέδρων Αξιωματικών Αναγέννηση», «Νέοι Μακεδόνες», «Εργατοτεχνιτών Μαρμάρων», «Αργεννών», «Αγιος Σύλλας», «Νέος Μηχανικός Κόσμος», «Δασικών Υπαλλήλων», «Μεγαλόχαρη», «Καλλιθέα, Αγιος Θωμάς», «Αιολίδα» «Προβάλυνθος».

Δεν μπορώ άλλο. Θα σταματήσω εδώ, διότι κουράστηκα ν’ απαριθμώ! Πολλοί οι μνηστήρες.

Για τους υπόλοιπους οικοπεδοφάγους των οποίων οι προσπάθειες δεν έχουν ευοδωθεί μέχρι σήμερα, και φουρκίζονται για την αδικία την οποία υφίστανται, συστήνω, τι άλλο(;) υπομονή. Εφ’ όσον οι εκλογές δεν θα σταματήσουν να διεξάγονται, κάποια στιγμή, πού θα πάει, θα έρθει και η δική τους η σειρά!


Πηγές:

Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2009

Η Αλληλεγγύη των Εμπρηστών


Δεν έχουν και πολύ δίκαιο όσοι φωνασκούν, χρόνια τώρα, για τη διάλυση των αλληλέγγυων κοινωνικών δεσμών, όταν εκτοξεύουν αδίκως κατηγόριες για το ότι ο καθείς κοιτάει μόνο πώς θα βολέψει την πάρτη του και πώς θα αρπάξει από τα υπάρχοντα του πλησίον του. Τρανή απόδειξη περί του αντιθέτου, η παρεξηγημένη στόχευση των πρόσφατων πυρκαγιών-εμπρησμών στην Αττική, την πραγματική πρόθεση των οποίων αποκαλύπτω πάραυτα. Και εξηγούμαι:

Με τους εμπρησμούς αυτούς, οι ήδη κατέχοντες καταπατημένες δασικές εκτάσεις με πολυτελή, αυθαίρετα αλλά νόμιμα, (όντως έτσι είναι ο χαρακτηρισμός!) οικήματα, τα οποία απέκτησαν μετά από την ευτυχή κατάληξη προηγούμενων εμπρησμών, για να μην κατηγορηθούν σαν μοναχοφάηδες, αποφάσισαν ως εξιλέωση, να παραδώσουν τη σκυτάλη σε μια νέα φουρνιά εμπρηστών, έτσι ώστε όσοι αποκλείστηκαν από τα οφέλη των προηγουμένων «απαλλοτριώσεων» να μπορούν να τα γευτούν πλουσιοπάροχα τώρα. Κανείς πλέον δεν θα μπορεί να εκστομίσει εμπρηστικές κουβέντες εναντίον τους, ύστερα από τη συγκεκριμένη τους ενέργεια να παραδώσουν στη νέα γενιά των καταπατητών που συνωστίζονται και ασφυκτιούν 150,000 ολόκληρα στρέμματα παρθένας και λαχταριστής γης. Το ότι με την πράξη τους αυτή έβαλαν σε κίνδυνο και τις δικές τους καταπατημένες αλλά νόμιμες περιουσίες, καταδεικνύει έμπρακτα το βαθμό αυταπάρνησης και αλληλεγγύης. Υπάρχει ακόμα ελπίς!

Σάββατο, 22 Αυγούστου 2009

Μισόλογα...


Τα καλοκαίρια στα νησιά, κάποιες φορές που τυχαίνει να παρευρίσκομαι σε κουβέντες ανάμεσα σε ντόπιους, φτάνουν στ’ αυτιά μου διάφορα μισόλογα για την ποιότητα των νερών της τάδε ή της δείνα παραλίας.

«Ακούγονται πολλά για τις Λεύκες», λέει ο ένας. «Δεν είναι αυτό που νομίζουν» συμπληρώνει ο άλλος. Και η κουβέντα προχωράει με γρίφους και αινίγματα για το τι εννοούν, για το αν υπάρχει πρόβλημα, ή για το πόσο μεγάλο είναι. Το κρατούμενο είναι ότι ποτέ κανείς δεν θα μιλήσει ανοιχτά και ποτέ κανείς δεν θα μάθει.

Τα μισόλογα και τα υπονοούμενα είναι μια πολύ διαδεδομένη πρακτική τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο λόγο, η οποία όμως δεν τιμάει αυτούς που την εξασκούν, διότι από τα πρώτα που φυσιολογικά θα τους καταλογιστούν είναι η ανανδρία να μιλήσουν ανοιχτά, η εγκεφαλική ατροφία να συλλάβουν ένα γεγονός στην ολότητά του, ίσως και η σκοπιμότητα για τη δημιουργία κλίματος σύγχυσης.

Ο αγαπητός Περικλής προχθές, μίλησε κι αυτός με μισόλογα. Δεν τον τιμάει όμως η στάση αυτή και δεν συνάδει με το ανάστημα που επιθυμεί να του αναγνωρίζει η κοινωνία. Διότι είτε μιλάς ανοιχτά για το πώς, πόσα και από πού της Αριστεράς, είτε το βουλώνεις. Ο Περικλής απεδείχθη κατώτερος των περιστάσεων και την πάτησε. Τα μισόλογα είναι σαφώς πιο φονικά από τις καθαρές και σταράτες κουβέντες.

Πέμπτη, 20 Αυγούστου 2009

"Εκπαιδευτές" Δολοφόνοι


Από τη μεγαλοδιαφθορά, τύπου Siemens, με την οποία ασχολήθηκα μόλις προηγουμένως, είπα σήμερα να κάνω μια βουτιά στα χαμηλά και ν’ ανασύρω ένα επεισόδιο από το ευρύ πάνθεον της μικροδιαφθοράς αυτή τη φορά, έτσι για να ξυπνήσουμε λιγάκι από την αποχαύνωση και το θάμπωμα που μάς προκάλεσαν οι λαμπεροί stars της ιστορίας αυτής και να κοιτάξουμε και τα δικά μας μούτρα. Αν και το σενάριο και η σκηνοθεσία δύσκολα θα έλεγες ότι πλάστηκαν από τα επιδέξια χέρια ενός Βισκόντι, εν τούτοις το θέαμα που προσφέρθηκε και κυρίως αυτό που αναμένεται να προσφερθεί στα προσεχώς, στάθηκε ικανό να μάς κάνει να ξεχάσουμε ότι κι ο καθένας από εμάς είναι κι από ένας μικρός star, που μπορεί μεν να μην κάνει διεθνή καριέρα όπως ο κ. Χριστοφοράκος, μπορεί να μην έχει συνεχώς επάνω του τα φώτα της δημοσιότητας, αλλά δεν τα πάει κι άσχημα στην εγχώρια σκηνή του παράνομου πάρε-δώσε, έχοντας μάλιστα συστηματική και μακροχρόνια παρουσία.

Κατά γενική ομολογία, οι πλέον διάσημες ομάδες των μικρο-stars της εκ των κάτω διαφθοράς είναι τα σινάφια των εφοριακών, των ιατρών, των πολεοδόμων και των τελωνειακών, (συγχωρήστε μου αν παρέλειψα κάποιο), τα οποία και καρπούνται το μεγαλύτερο μερίδιο της αντίστοιχης φιλολογίας επισκιάζοντας τη σημαντική συμβολή άλλων επαγγελματικών ομάδων.

Για το σκοπό αυτό θα ανασύρω σήμερα από τον πάτο, προσπαθώντας να το αναβαθμίσω σε θέση ανάλογη της συνεισφοράς του, το σινάφι των υπαλλήλων του Υπουργείου Συγκοινωνιών. Το φακελάκι στον εφοριακό, στον τελωνειακό, στον γιατρό ή στον υπάλληλο της πολεοδομίας μπορεί να είναι δύσοσμο, αλλά για να πούμε και του στραβού το δίκαιο, δεν είναι και δηλητηριώδες, δεν σε στέλνει δηλαδή. Το φακελάκι όμως στον υπάλληλο του Υπουργείου Συγκοινωνιών για να σου στείλει το δίπλωμα οδήγησης με το ταχυδρομείο στο σπίτι είναι ένα συμβόλαιο με τον Θάνατο, το οποίο υπογράφουν συνειδητά και με δική τους θέληση οι ίδιοι οι μελλοθάνατοι. Και όταν μάλιστα πρόκειται για νέους οδηγούς των 18 χρόνων, το υπογράφουν και οι γονείς οι ίδιοι, με πλήρη συναίσθηση τού τι πράττουν.

Η διαδικασία είναι γνωστή, αλλά θα την επαναλάβω εν συντομία. Ο υποψήφιος οδηγός δίνει ένα ποσό (η ταρίφα, όπως πληροφορήθηκα είναι γύρω στα 200 ευρώ) στον «εκπαιδευτή-δολοφόνο», ο οποίος μεταβιβάζει ένα μέρος του ποσού στον αρμόδιο «δημόσιο υπάλληλο-δολοφόνο». Ο έχων το θράσος να αρνηθεί αυτό το διακανονισμό, μένει απλά με το τιμόνι στο χέρι. Ο δρόμος θα παραμείνει για πάντα κλειστός! Τα περιστατικά που έχω υπ’ όψιν μου είναι πολλά, ώστε να μπορώ να υποθέσω ότι δεν είναι δυνατόν να συμβαίνει και αλλιώς.

Αν είχα την εξουσία ενός νομοθέτη θα έστελνα τους υπαλλήλους και εκπαιδευτές κατ’ ευθείαν στο απόσπασμα, τους δεν υποψήφιους οδηγούς που συναινέσανε, στη φυλακή με κάθειρξη.

Πείτε μου σας παρακαλώ, ότι δεν είναι έτσι! Δεν μπορώ να φανταστώ ότι η κοινωνία μας έφτασε σε τέτοιο σημείο ώστε να θέλει να αυτοκτονεί και να πληρώνει κι από πάνω γι αυτό!

Τρίτη, 18 Αυγούστου 2009

Ο Ξεχωριστός κ. Χριστοφοράκος


Ο κ. Χριστοφοράκος είναι ένας κομψός, ευφυής, καλοσπουδαγμένος και δημιουργικός άνθρωπος. Όλα στον υπερθετικό βαθμό. Δίχως αμφιβολία, τζέντλεμαν κανονικός. Θα συνέχιζε να είναι και άκρως ευυπόληπτος, αν δεν είχε την ατυχία να έρθουν στο φως τα γαλαντόμα δώρα που χάριζε διακριτικά η εταιρία του σε άλλα εξ ίσου ευυπόληπτα άτομα στη χώρα μας, αλλά και αλλού.

Δεν είναι ο πρώτος που πρωτοτύπησε σε αυτό το σπορ, ούτε φυσικά και ο τελευταίος. Απλά ήταν άτυχος και η συγκυρία κακή. Ο κ. Χριστοφοράκος είναι πλασμένος να κυκλοφορεί σε μεγάλα και άνετα σαλόνια, πράγμα που το έκανε με ευχέρεια και επιδεξιότητα, και δεν είναι πλασμένος για τον Κορυδαλλό. Δεν του ταιριάζει, είναι στον αντίποδα της αισθητικής του, και της αισθητικής μας βεβαίως, και εξ αυτού εικάζεται ότι δεν πρόκειται να παραμείνει εκεί επί μακρόν.

Οι φυλακισμένοι, σε οποιοδήποτε μέρος της γης, σε οποιαδήποτε φωτογραφία, σκίτσο ή καρικατούρα κι αν ανατρέξουμε, απεικονίζονται με τον ίδιο πάντοτε τρόπο. Βρωμιάρηδες, κουρελιάρηδες, με παμπόνηρο και γλοιώδες βλέμμα, αξύριστοι, απεριποίητοι, ξεδοντιάρηδες, ενίοτε και δύσμορφοι στο πρόσωπο ή στο σώμα. Αυτό είναι το στερεότυπο του φυλακισμένου γιατί απλούστατα άνθρωποι με περιποιημένο γένι και ακριβές καμπαρτίνες, τις οποίες έχουν εκπαιδευτεί στα καλύτερα σχολεία να κρατάνε ατσαλάκωτες στο χέρι, δεν φυλακίζονται ποτέ. Μόνο από σπόντα, όπως καλή ώρα με τον Χριστοφοράκο, κι αυτό, αν κι εφ’ όσον ποτέ συμβεί. Αν φυλακίζονταν, απλά, απλούστατα, θα είχαν περάσει και αυτοί στην εικονογραφία και το στερεότυπο θα ήταν διαφορετικό από το επικρατούν.

Αν για τον κ. Χριστοφοράκο αυτό ισχύει μια φορά, για τα νηστικά και λαίμαργα αρκούδια που χόρευαν στα πόδια του περιμένοντας ν’ αρπάξουν από καμιά κουζίνα, κανένα φαξ, ή από κανένα λεμονοστύφτη, τοστιέρα ή καφετιέρα, και για τα άλλα τα μεγαλύτερα αρπαχτικά που τους έτρεχαν τα σάλια περιμένοντας πλουσιότερους μποναμάδες, ισχύει δέκα.

Το πρόβλημα βέβαια θα μπορούσε να λυθεί από μια κυβέρνηση η οποία δεν θα δίσταζε να προχωρήσει στην ανέγερση φυλακών υψηλής αισθητικής και design, στην οποία οι υψηλοί κρατούμενοι θα είχαν όλες τις ευκολίες και ανέσεις, όπως σεντόνια Aslanis, κλινοσκεπάσματα Βερσάτσε, ρομπ ντε σαμπρ Υβ Σαιν Λωράν και χειροπέδες Lalaounis, υπό την προϋπόθεση όμως ότι θα τα χρηματοδοτούσαν οι ίδιοι. Με την προοπτική ότι το επίπεδο ζωής των κατηγορουμένων δεν θα ξέπεφτε και πολύ από το προηγούμενο, και οι συλλήψεις θα ήταν ευκολότερες και οι καταδίκες πιο συχνές.

Δεν θα τού έπρεπε, όμως, του κ. Χριστοφοράκου, δεν θα ‘ταν δίκαιο, να μπει μόνος αυτός στη φυλακή, με όλα τα υπόλοιπα σιχαμερά ανθρωπάρια, να κυκλοφορούν λυτά εκεί έξω συνεχίζοντας να μάς βρωμίζουν με τις ακαθαρσίες τους. Έτσι, ενώ ο κ. Χριστοφοράκος θα έπρεπε να κλειστεί σε φυλακή-έπαυλη, οι υπόλοιποι σε χοιροστάσιο, και αυτό πάλι πολύ θα τους έπεφτε.

Απ' όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω, αν μια πόρνη πιαστεί να εκδίδεται παρανόμως, υπόλογοι στο νόμο και καταδικαστέοι είναι και οι πελάτες. Και στην περίπτωση αυτή ο νόμος εφαρμόζεται αδιακρίτως σε όλων των ειδών τις κοκότες, και της Τρούμπας και της Εκάλης και σε όλων των ειδών τους πελάτες. Εκτός κι αν μια κοκότα καταφέρει να βρεθεί μαζί με τους πελάτες της στην Κυβέρνηση. Οπότε...

Κυριακή, 16 Αυγούστου 2009

Νταβαντούρια στις Βραχονησίδες


«Άντε, έμπα μες τη βάρκα. Θα πεταχτώ μέχρις απέναντι για ψώνια και σε καμιά δυο ώρες θα ‘χω ξεμπερδέψει».

Σάμπως κι είχα κάτι άλλο, καλλίτερο να κάνω. Το όνειρο τού να πετάς ολημερίς βότσαλα στην παραλία και να στοχάζεσαι τους κύκλους της ζωής σου δεν κρατάει και πολύ. Ή μάλλον κρατάει τόσο όσο και μερικών μερών διακοπές. Άμα κάτσει και διαρκέσουν περισσότερο, τ’ όνειρο εκφυλίζεται σε εφιάλτη, διότι η μονοτονία κουράζει πιο πολύ, ακόμα κι απ΄ την πιο φρενήρη εναλλαγή. Άσε που γρήγορα πιάνεται και το χέρι από το πέταγμα, έτσι αμάθητο που είναι στο να διαχειρίζεται την αεργία.

Έδωσα ένα σάλτο και μπήκα. Βολεύτηκα πάνω σε μια κουλούρα από χοντρό σκοινί, και ξεκινήσαμε.

Ο Μανόλης ο αυτοαποκαλούμενος και πειρατής, είχε όλα τα εξωτερικά γνωρίσματα του κουρσάρου, εκτός από κάποιες λεπτομέρειες δηλαδή, όπως το άδειο σακί στη θέση του ματιού και το γάντζο στο χέρι, χαρακτηριστικά που όπως όλοι ξέρουμε δεν κληρονομούνται, αλλά κατακτώνται με το ρεσάλτο και τη μάχη. Και δεν θα ήταν δίκαιο να ρίχναμε όλο το φταίξιμο σ’ αυτόν, που τα ‘χε και τα δυο στη θέση τους, κατηγορώντας τον για έλλειψη θάρρους, ηρωισμού και μαχητικότητας, αλλά θα ‘πρεπε να ρίχναμε το ανάθεμα στον έρμο τον πολιτισμό, που είχε βαλθεί να σβήσει απ’ τα νερά μας τους πειρατές, παίρνοντας και τη μαγεία που τους ακολουθούσε. Και σ’ αυτά τα δύσκολα και απόμακρα νερά που πλέαμε τώρα δα με τη βάρκα, ανάμεσα σε ακατοίκητα νησάκια με κρυφά λιμάνια και λαξεμένες σπηλιές, κανένα άλλο σκηνικό, πέρα απ’ το πειρατικό δεν θα μπορούσε να ταιριάξει καλύτερα.

Κοντός, λιανός, μαυριδερός, με μάτια σταχτιά που πρόβαλαν αγριωπά πάνω απ’ το σκούρο δέρμα, τόσο σκούρο, που ακόμα και το μαύρο ρούχο που φορούσε φαινόταν πιο φωτεινό. Μαλλιά μακριά, πίσσα κατράμι και δέρμα σε βαθύ κυματισμό. Καλά να ‘ναι τ’ αλάτι και οι αγέρηδες που για σαράντα χρόνια δεν έκαναν κι άλλη δουλειά από το να το σκάβουν. Σίγουρα μάνα αγαρηνή θα τον είχε γεννήσει, ποιος ξέρει σε ποιον απ’ όλους τους βράχους. Γέννημα, θρέμμα του νησιού με τους εφτά κατοίκους, ο Μανόλης. Ποτέ του δεν ξεμάκρυνε, πιο πέρα απ’ όσο τον πήγαινε το μάτι και το ντεπόζιτο της βάρκας.

«Πολύ ερημιά εδώ πέρα, βρε Μανόλη», του είπα, όταν είχαμε βγει απ΄ το λιμάνι και είχαμε πάρει ρότα για το άλλο το μεγάλο το νησί. «Καλά το καλοκαίρι, κόσμος έρχεται, κόσμος πάει, αλλά πόσο κρατάει αυτό το πάρε δώσε; Δυο τρεις μήνες; Μετά; Τι γίνεται με τους άλλους εννιά;»

«Και ποιος σου είπε ότι είναι ερημιά; Τόσος κόσμος μένει εδώ το χειμώνα, και κει απέναντι, και στο νησί που πάμε τώρα. Άμα έχει μπονάτσα βάζουμε πλώρη για όπου τραβάει η καρδιά μας. Εφτά λεπτά μέχρι το Ασπρονήσι, δεκαπέντε μέχρι το Μαυρονήσι. Κι άμα γυρίσει ο καιρός και δεν μπορούμε να γυρίσουμε το βράδυ, έ! ξεμένουμε. Σάμπως έγινε τίποτα;».

Αφελής ερώτηση από κάποιον που έχει μάθει να μετράει το «πολλοί» με εκατομμύρια. Το «πολλοί» είναι μια έννοια ανοιχτή που ο καθείς αντιλαμβάνεται με τα δικά του μέτρα, ανάλογα με τη κλίμακα των πραγμάτων μέσα στα οποία έμαθε να ζει. Οι εφτά άνθρωποι στο νησί του Μανόλη, οι 48 στο απέναντι και οι πεντακόσιοι στο παραπέρα ήταν αρκετοί για να δικαιολογούνε στο μυαλό του αυτό το «πολλοί». Σ’ άλλες περιπτώσεις, το ίδιο γίνεται και με το «μακριά», για να μην πούμε και με το «τόσο».

Τα νησιά αυτά, μπορεί να μην είχανε ανθρώπους είχανε όμως άφθονα ψάρια, αμέτρητα κατσίκια και φυσικά ταβέρνες να τα αξιοποιούν στα κάρβουνα ή στο τηγάνι. Και μουχαμπέτι, πολύ μουχαμπέτι, ειδικά το χειμώνα.

«Δεν μπορείς να φανταστείς πόσα νταβαντούρια γίνονται εδώ το χειμώνα και πόσος κόσμος μαζεύεται. Η ταβέρνα του Τρύπα στο Ασπρονήσι δεν είναι ποτέ άδεια. Και ποιος δεν ξέρει τον Τρύπα. Όχι μόνο στα μέρη μας, αλλά και σ’ όλο το Αιγαίο, και σ’ όλο τον κόσμο ακόμα», συμπλήρωσε με φανερή αυταρέσκεια. Και το αστείο ήταν, ότι δεν είχε άδικο!

Είχα την τύχη να αντικρίσω τον Τρύπα, μόλις την προηγούμενη μέρα. Το εντελώς αντίθετο του Μανόλη. Αν αυτός έμοιαζε με πρωτόγονο κουρσάρο, ο Τρύπας έμοιαζε με καρικατούρα αμερικάνου τουρίστα σε νησιά του Ειρηνικού. Κοσμοπολίτης, κι ας δεν είχε ποτέ του απομακρυνθεί απ’ την περιοχή. Δεν πειράζει όμως. Έρχονταν και τον εύρισκαν οι άλλοι από μακριά. Στο τέλος τέλος, το ίδιο κάνει. Χαβανέζικο πουκάμισο, βερμούδα, ψαθάκι, αεροδυναμικά γυαλιά ηλίου με κάτασπρο σκελετό και για παπούτσι, φυσικά το πέλμα. Δεν μπόρεσα να ζυγιάσω, έτσι στα γρήγορα που τον είδα, τι σόι μαγνητισμό μπορεί να είχε αυτός ο άνθρωπος, για να τραβάει τόσο κόσμο στο λημέρι του. Για να κατεβαίνει, ας πούμε καταχείμωνο ο Παπάζογλου απ’ τη Σαλονίκη, έστω και για μια νύχτα στο Ασπρονήσι, ή για να κινούν άλλοι, λιγότερο διάσημοι από άλλα νησιά, εξ ίσου μακριά. Ίσως να μη θέλει και πολλά. Ένα φιλόξενο στέκι, φάρος θαρρείς καταμεσής στο πέλαγος, ένα δυο όργανα, που υπήρχαν, φρέσκο φαΐ από τα απέραντα θαλασσινά περιβόλια του Αιγαίου, που πάντα υπήρχε, μπόλικες ιστορίες που γλιστρούσαν σα χείμαρρος από τα στόματα, και φυσικά χρόνος, που κι αυτός υπήρχε.

«Θα ‘θελα πολύ να ερχόμουν στο Ασπρονήσι το χειμώνα. Μανόλη, άμα σκοπεύετε να κάνετε κανένα μεγάλο νταβαντούρι να μου στείλεις σήμα ν’ ανέβω».

«Το υπόσχεσαι;»

«Καλά, και το ρωτάς;»

Υ.Γ. Υποσχέσεις! Υποσχέσεις του καλοκαιριού. Πόσες στ’ αλήθεια κράτησα;

Τρίτη, 11 Αυγούστου 2009

Ο Θεός Είναι Βάζελος. Η Παναγία Όμως;


Δεν πρόλαβα να καταλάβω πώς στήθηκε η δουλειά χθες, με βρήκαν φαίνεται λίγο παραπάνω μπόσικη και στα καλά μου και τα κατάφεραν να με σύρουν σε μοναστήρι περίφημο και θαυματουργό, κατά πως λέγεται, της περιοχής με φήμη που έφτανε και ξεπερνούσε τα σύνορα ακόμα και της χώρας. Μοναστήρι με μοναδικό και ανυπέρβλητο μουσείο, με εξ ίσου μοναδικές και ανυπέρβλητες εικόνες και με θαυμαστά χειρόγραφα και τελετουργικά εργαλεία, και μίτρες πατριαρχικές και χρυσοκέντητα άμφια, και περίτεχνα θυμιατήρια και σταυρούς και δίμετρα χρυσόβουλα και αυτοκρατορικά σιγίλια κι αυτά κι άλλα τόσα, κι όλα ανασυρμένα από τα βαθιά σκοτάδια των αιώνων.

Δεν τα αντέχω πλέον τα μουσεία, ιδίως αν δεν έχω και άμεση σχέση με το θέμα. Αν δηλαδή, δεν μπορώ να συνδέσω τα εκθέματα με κάτι που με απασχολεί ή που με απασχόλησε αρκετά στο σύντομο παρελθόν. Κοντολογίς, στην αρχή πλήττω και βαριέμαι, μετά όσο περνάει η ώρα, με πιάνει πόνος στα πόδια, στη μέση, στο λαιμό, και στο κεφάλι, αισθάνομαι κάτι στο στήθος ν’ ανεβαίνει και να με πιέζει φριχτά, άλλες φορές κάνω εμετό από την προσπάθεια να αντεπεξέλθω στο κάλεσμα του παρελθόντος, άλλες φορές μού πρήζεται το πρόσωπο, κι άλλες, πιο σπάνια, λιποθυμώ.

Έριξα μια γρήγορη ματιά στα εκθέματα, τριγύρισα πάνω κάτω στις αίθουσες, χάζεψα τον κόσμο που χάζευε, από υποχρέωση πιο πολύ θα έλεγα, παρά από ενδιαφέρον, και μετά από λίγο κάθισα δίπλα σ’ ένα ανοιχτό παράθυρο απ’ όπου είχα μοναδική θέα του κάμπου μπροστά και της θάλασσας παραπέρα.

Το μάτι μου τράβηξε ένα θεόχοντρο βιβλίο δίπλα, που, ως είθισται, το είχε τοποθετήσει η μονή για τους επισκέπτες και πιστούς, να γράφουν τις εντυπώσεις και τα εσώψυχά τους, ώστε να ‘χουν κάτι κι οι καλόγεροι να διαβάζουν το χειμώνα και να ευφραίνονται.

Τα σχόλια άρχιζαν από πολύ παλιά, πιο πίσω από το ’70, γεγονός που δεν επέτρεπε την ενδελεχή τους ανάγνωση. Άρχισα να το ξεφυλλίζω στα κουτουρού, μα με μεγάλο ενδιαφέρον, πηγαίνοντας τυχαία μια μπρος, μια πίσω, μένοντας λόγω χρόνου, μόνο σε εντυπώσεις της στιγμής. Και ποιοι δεν είχαν περάσει από κει μέσα. Άγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλοι, Ινδοί, Ινδονήσιοι, Αρμένηδες, Τούρκοι Άραβες, Κινέζοι, Σιγκαπουριάνοι, κοντολογίς, όλες οι φυλές του Ισραήλ και όλες οι γραφές του κόσμου. Κέφι να ‘χεις και χρόνο να διαβάζεις. Άλλα κείμενα λιτά, με συγχαρητήρια προς τη μονή και τα ρέστα, άλλα πιο συναισθηματικά με παρακάλια και τάματα προς τους αγίους, άλλοι αφιέρωναν ζωγραφιές, άλλοι απλώς ήθελαν να περάσουν το όνομά τους στο βιβλίο, μπας και τους βρει κανένας επόμενος μετά από χρόνια και τους θυμηθεί, κάποιος είχε ζωγραφίσει μια γάτα να κυνηγάει ένα ποντίκι, κι άλλα τέτοια πολλά, ευτράπελα ή αναμενόμενα.

Συνέχιζα να το ξεφυλλίζω, τώρα μάλλον αδιάφορα, αφού οι αφιερώσεις παρέμεναν πάνω κάτω στο ίδιο μοτίβο, ώσπου μια παράκληση γραμμένη με ευμεγέθη και έντονα γράμματα κόνεψε να με κολλήσει στον τοίχο: «Θεέ μου κάνε φέτος να πάρει πρωτάθλημα ο βάζελος!». Κοιτάω ημερομηνία από κάτω, Σεπτέμβρης του 2003.

Βρε τον μπαγάσα τον θεό σκέφτηκα. Βαμμένος πράσινος είναι. Του το ‘κανε το χατίρι. Δεν άντεξα την αδικία όμως και σημείωσα στην πρώτη κενή σελίδα που βρήκα: «Παναγία μου, κάνε ο βάζελος να μην πάρει ποτέ ξανά πρωτάθλημα !».

Λέτε, και στον παράδεισο κουμάντο να κάνουν οι γυναίκες;

Κυριακή, 9 Αυγούστου 2009

Ο Ψαράς κι ο Σκύλος του


«Δεν έχω ξαναδεί τόσο μαλάκα καπετάνιο», φώναζε και ούρλιαζε αγριεμένος, φασκελώνοντας και με τις δυο του παλάμες προς τη μεριά του καραβιού, βρίζοντας και χειρονομώντας ταυτόχρονα με πληθωρικές κινήσεις, καθώς έστριβε τη βάρκα νευρικά, μια από δω, μια από ‘κει, κάνοντας σλάλομ ανάμεσα στα άλλα τα βαρκάκια που προσπαθούσαν να βολευτούν όπως όπως στο στριμόκωλο λιμάνι, θέλοντας ν’ αποφύγουν τη σύγκρουση με το θεριό που του έφραζε το στόμιο και επέμενε με το στανιό να δέσει.

Θα ‘ταν, δε θα ‘ταν καμιά πενηνταριά, ψηλός, γεροδεμένος με μακριά ψαρά μαλλιά, πουκάμισο ξεκούμπωτο ως τον αφαλό, πιο πολύ τον έκοβες για αλανιάρη μπουζουκόβιο ξενύχτη της στεριάς, παρά με θαλασσοδαρμένο ψαρά που ‘χει φάει τις ερημιές και τα κύματα με το κουτάλι. Το αντίθετο δηλαδή της εικόνας του θυμόσοφου και καρτερικού που περιμένεις να αντικρίσεις σε κάποιον που στη ζωή του δεν έκανε και τίποτα διαφορετικό από το ν’ αναμετριέται συνεχώς με τη σιωπή, τους αγέρηδες και τα καμώματα της θάλασσας.

Γιατί με τους ανθρώπους θα ‘ταν λιγάκι δύσκολο ν’ αναμετρηθεί. Όχι ότι δεν θα μπορούσε, έτσι μάγκας και νταής που ήταν, αλλά να, σπάνιο είδος οι άνθρωποι σε κείνα τα μέρη. Μικρό το νησί βλέπεις. Τι νησί, δηλαδή. Βραχονησίδα. Κάνα χιλιόμετρο η περιφέρεια κι οι μόνιμοι κάτοικοι 7. Πριν από καιρό τους είχα αφήσει 4. Τους δυο πρωτόπλαστους πρωτοπόρους και τα παιδιά τους. Με τα χρόνια φαίνεται τα παιδιά τα κατάφεραν να μεγαλώσουν, αντρώθηκαν, παντρεύτηκαν, θα ‘καναν κι από κανένα εγγόνι κι έπεισαν και τις νύφες να ‘ρθουν να κατοικήσουν, τουλάχιστον τα καλοκαίρια, στον παράδεισο που έφτιαξαν πάνω στον ξερόβραχο οι γονείς τους. Κι αν περιμένεις χαΐρι απ’ τα γειτονικά νησιά, άστα να πάνε. Βέβαια, συγκριτικά με τούτο ‘δω, το διπλανό φάνταζε πολύβουη πολιτεία. Μόνιμοι κάτοικοι 48. Για να μην πούμε και για το παραδιπλανό, που με 500 νοματαίους δεν το ‘κανες κατώτερο από μητροπολιτικό κέντρο, Νέα Υόρκη ας πούμε και βάλε. Αυτοί ήταν όλη κι όλη η συντροφιά, και όχι πάντα, παρά μόνον σαν καλμάριζαν οι αέρηδες, δηλαδή σπάνια.

«Πολύ μαλάκας, πολύ μαλάκας», ακούστηκαν ταυτόχρονα, σαν σε ηχώ και δυο γερόντια, που αποτραβηγμένα κάτω από ένα καλοθρεμμένο αρμυρίκι είχαν όλο το πεδίο ανοιχτό για να βλέπουν και να κρίνουν ακριβοδίκαια. Είχαν βέβαια και τα χρόνια με το μέρος τους που όπως και να το κάνουμε πρόσθεταν βάρος στις κρίσεις τους.

Το θεριό, ήταν μια θεόρατη υδροφόρα, μια απ’ αυτές που κάθε λίγο και λιγάκι, ιδίως τα καλοκαίρια, φέρνουν βόλτα τους παρατημένους σε νησιά, νησίδια και βραχονησίδια φέρνοντάς τους το πολύτιμο νερό. Παραήταν όμως μεγάλη για το καχεκτικό λιμανάκι και ο καπετάνιος, κατά πως φαίνεται καινούργιος και ατζαμής τα είχε χάσει για τα καλά. Μια από δω, μια από κει, πήγαινε θαρρείς στα τυφλά, είχε μπλέξει δε και τους κάβους αναμεταξύ τους, ο δεξής στο αριστερό δέντρο, ο αριστερός στο δεξί, με αποτέλεσμα έτσι όπως διασταυρώνονταν, κάμποσες βάρκες να έχουν παγιδευτεί ανάμεσά τους. Με το που τον πήρανε χαμπάρι, όσες πρόλαβαν το έβαλαν στα πόδια και κοίταξαν να λουφάξουν σε καμιά απόμερη γωνιά μέχρι να περάσει η μπόρα. Μόνο ο δικός μας αντί να καλμάρει, όλο και φούντωνε και έβριζε και λυσσομανούσε. Ίσως να φταίγανε και τα γερόντια απ’ έξω που τον σιγοντάρανε ρίχνοντας λάδι στη φωτιά για να ‘χουν κάτι να περνάνε την ώρα τους, ίσως να είχε βρει κι αυτός την ευκαιρία να ξεσπάσει ένα θυμό, που ποιος ξέρει πόσο καιρό τον φύλαγε και τι του τον είχε προκαλέσει. Τέλος πάντων, κάποια στιγμή η αναμπουμπούλα κόπασε, η υδροφόρα βολεύτηκε, αφού πρώτα έφερε τα πάνω-κάτω και ο δικός μας αποφάσισε να τα παρατήσει.

Έστριψε τη βάρκα κατά το γιαλό, έκοψε ταχύτητα και πλησίασε σε μια αυτοσχέδια ξύλινη σκάλα. Ένας σκύλος, που ήταν από ώρα εκεί, έχοντας καθ’ όλη τη διάρκεια του επεισοδίου πλήρη εποπτεία των κινήσεων του αφεντικού του, τον περίμενε με φανερή ανυπομονησία. Μόλις πλησίασε η βάρκα αρκετά, έκανε ένα σάλτο και βρέθηκε στην αγκαλιά του θαλασσόμαγκα, που το έσφιξε απαλά μην και του γλιστρήσει. Τον έγλυψε με λαχτάρα στη μούρη, δείχνοντας έμπρακτα την επιδοκιμασία του και μ’ ένα δεύτερο σάλτο βρέθηκε στο πάνω μέρος της ξύλινης καμπίνας που σκεπάζει τη μηχανή, όπου στρογγυλοκάθισε γεμάτος περηφάνια για το αφεντικό του, με τεντωμένο το λαιμό και το μάτι περισκόπιο μην τυχόν και χάσει ούτε ένα από τα βλέμματα επιδοκιμασίας, που όπως φανταζόταν κατευθύνονταν από τους άλλους βαρκάρηδες προς το αφεντικό του. Μα την αλήθεια, δεν είχα ξαναδεί ένα τόσο περήφανο και ευτυχισμένο σκύλο, που ούτε μαντρόσκυλος, ούτε λύκος, ούτε χοντρόμαλλος ποιμενικός ήτανε, μα ένα παιχνιδιάρικο και ντελικάτο τσιχουάουα, μια πιθαμή από τη μάνα του, κι άλλη μια από το φούσκωμα και το καμάρι.

Ο ψαράς, με το τσιχουάουα παρέα ξαναέστριψε τη βάρκα, αυτή τη φορά προς το πέλαγος, όπου και χάθηκε ύστερα από λίγο.

Παρασκευή, 7 Αυγούστου 2009

Συνεργατικότητα vs Ατομικισμό


Τι να ΄ναι τάχατες ο άνθρωπος; Πόσες φορές δεν αναρωτηθήκαμε για τη φύση του; Πόσες και πόσες θεωρίες δεν διατυπώθηκαν στην πορεία των χρόνων, πόσα πυρά δεν διασταυρώθηκαν από τους φιλοσόφους και τους κάθε λογής λογίους; Είναι ο ευγενής άγριος του Ρουσσώ, με τα αγαθά κατά βάθος αισθήματα; Είναι ο μοχθηρός άγριος του Hobbs με τον πόλεμο που έχει κηρύξει στους ομοίους του; Είναι το ιδιοτελές εγωιστικό ανθρωπάριο, ή ο φιλεύσπλαχνος και μειλίχιος υιός του θεού, έτοιμος να συντρέξει, να συμπονέσει, να βοηθήσει;

Η αγωνία να βρεθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν προερχόταν μόνο από αγνό ακαδημαϊκό ενδιαφέρον, αλλά από την ανάγκη κυρίως, να θεμελιωθούν σε στερεή και αδιαμφισβήτητη βάση διάφορες αποφάσεις και πολιτικές διακυβέρνησης. Αν, για παράδειγμα, ήταν όντως κακός από τη φύση του, δεν θα τού έπρεπε παρά μια σκληρή και απολυταρχική εξουσία να του κρατάει σφιχτά τα λουριά και να τον πειθαρχεί. Και δυστυχώς οι περισσότερες θεωρίες έκλειναν προς την κακή, παρά προς την καλή μεριά.

Η σύγχρονη οικονομική θεωρία, από την εποχή του Adam Smith και μετά στηρίχτηκε εν πολλοίς στον άνθρωπο εγωιστή, ο οποίος μπορεί να πράττει με μόνο οδηγό το δικό του ατομικό συμφέρον, αλλά στο τέλος το άθροισμα των ατομικών και ιδιοτελών αυτών πράξεων επιστρέφει στην κοινωνία σαν καθαρό όφελος.

Από την άλλη μεριά και η θεωρία της εξέλιξης για να δουλέψει σωστά απαιτεί κι αυτή εγωιστικά υποκείμενα, τα οποία παραμένοντας υγιή και ελκυστικά θα μπορούν να μακροημερεύουν και να αφήνουν πίσω τους πολλούς και γερούς απογόνους.

Κι όμως πέρασαν πολλά χρόνια για να μπορέσουμε επιτέλους να παρατηρήσουμε ότι τα έμβια όντα δεν δρουν πάντα με γνώμονα το στενό τους συμφέρον και ότι δεν βρίσκονται σε διαρκή ανταγωνισμό και πόλεμο με τους ομοίους τους, αλλά ότι πολλές από τις σχέσεις τους διέπονται από αισθήματα αλτρουισμού και συνεργατικότητας. Θα αναφέρω προς το παρόν το παράδειγμα των μυρμηγκιών, αλλά και οι ανθρώπινες κοινωνίες, για να μην τις αδικούμε εντελώς, σε διάφορες περιπτώσεις έδειξαν σημάδια συνεργασίας σε εθνικό ή υπερεθνικό επίπεδο.

Το αρχικό ερώτημα, τού κατά πόσον δηλαδή η ανθρώπινη φύση μπορεί να έχει και καλές πλευρές, μετατέθηκε με τα χρόνια, στο κατά πόσον η συνεργατική και αλτρουιστική συμπεριφορά, σε αντίθεση με την εγωιστική, μπορεί στο τέλος να παραγάγει συλλογικό όφελος.

Λυπάμαι που το λέω, αλλά σε τέτοια θέματα οι οικονομολόγοι δεν μπορούν να δώσουν αξιόπιστη απάντηση, διότι ξεκινούν με τη βεβαιότητα της εγωιστικής μονάδας χωρίς να μπαίνουν καν στον κόπο να εξετάσουν αντίθετα σενάρια. Μπορεί οι οικονομολόγοι να μην μπορούν, μπορούν όμως οι μαθηματικοί, στους οποίους τουλάχιστον δεν μπορούμε να προσάψουμε ιδεολογικές προκαταλήψεις. Γύρω λοιπόν στο 1950, την εποχή που ο ψυχρός πόλεμος βρισκόταν στο φόρτε τους δυο μαθηματικοί, οι Merrill Flood και Melvin Drescher από έγνοια για την αποφυγή ενός ακόμα παγκόσμιου ολοκαυτώματος, εισήγαγαν το παίγνιο «Το δίλημμα του Φυλακισμένου» σαν εργαλείο διερεύνησης των αποτελεσμάτων μιας συνεργατικής σχέσης.

Στο παιχνίδι αυτό πρωταγωνιστές είναι δυο φυλακισμένοι, ο Α και ο Β κατηγορούμενοι για την ίδια εγκληματική πράξη, οι οποίοι κρατούνται σε ξεχωριστά κελιά χωρίς να έχουν δυνατότητα επικοινωνίας. Η συμφωνία που κάνουν οι αστυνομικοί με τον καθένα απ’ αυτούς ξεχωριστά έχει τα εξής σημεία. Αν ο Α καταθέσει εναντίον του Β, χωρίς όμως ο Β να καταθέσει εναντίον του Α, τότε ο Α θα αφεθεί ελεύθερος, ενώ ο Β θα μείνει στη φυλακή ισόβια. Το ίδιο θα συμβεί αν ο Α μπει στη θέση του Β και ο Β στου Α. Αν τώρα και οι δυο καταθέσουν εναντίον του άλλου, τότε θα πάνε και οι δυο φυλακή, αλλά με μειωμένη ποινή 10 χρόνων. Ενώ, αν κανένας από τους δυο δεν καταθέσει εναντίον του άλλου, τότε η ποινή μειώνεται σε πέντε μόνο χρόνια για τον καθέναν.

Ποια απόφαση λοιπόν είναι η πλέον συμφέρουσα; Ας πάρουμε τον Α. Αν ο Β καταθέσει εναντίον του, τότε συμφέρει στον Α να καταθέσει κι αυτός εναντίον του Β για να πάρει 10 χρόνια φυλακή, σε σχέση με τα ισόβια, σε περίπτωση που κρατούσε το στόμα του κλειστό. Αν στην αντίθετη περίπτωση, ο Β δεν καταθέσει εναντίον του, πάλι συμφέρει στον Α να καταθέσει εναντίον του Β, διότι έτσι είτε αποκτά τελείως την ελευθερία του, είτε τρώει μόνο 5 χρόνια φυλακή.

Έτσι με βάση την παραπάνω ορθολογική ανάλυση βλέπουμε ότι αποφασίζουν να καταδώσουν ο ένας τον άλλον διακινδυνεύοντας μεγαλύτερες ποινές, ενώ αν αποφάσιζαν να συνεργαστούν και να μην μαρτυρήσουν, τότε θα προέκυπτε η μικρότερη και για τους δυο ποινή.

Σύμφωνα λοιπόν με το συμπέρασμα του πολιτικού επιστήμονα Robert Axelrod, «το κυνήγι του στενού ατομικού συμφέροντος φτάνει σε αποτελέσματα που είναι βλαπτικά και για τους δυο».

Το «Δίλημμα του Φυλακισμένου» και οι διάφορες παραλλαγές του, που όλες τους ενσωματώνουν την ουσία της συνεργατικότητας χρησίμευσαν σαν πρότυπα τόσο στους ακαδημαϊκούς και κοινωνικούς επιστήμονες, όσο και στους επιχειρηματίες για χάραξη τακτικών και στις κυβερνήσεις για θέσπιση πολιτικών. Απασχόλησαν κυρίως προβλήματα για τον προσδιορισμό των συνθηκών κάτω από τις οποίες οι άνθρωποι από μόνοι τους ακολουθούν συνεργατικές συμπεριφορές, χωρίς την ύπαρξη μιας κεντρικής αρχής που θα επέβαλε κανόνες εκ των άνω. Με τέτοιου είδους προβλήματα και την εξέταση διαφόρων στρατηγικών ασχολήθηκε ιδιαιτέρως ο Axelrod, στον οποίον αναφερθήκαμε μόλις προηγουμένως, ήδη από το 1980.

Αν και έχει πολύ ενδιαφέρον, δεν θα μπω σε λεπτομέρειες που αφορούν στη δομή των προγραμμάτων και των κανόνων που υιοθετήθηκαν, (άλλωστε είναι πολλοί και διαφορετικοί), για να εξετάσουν πώς ένας αριθμός ατόμων μπορεί να καταλήξει στο να συνεργαστεί ή να σφαχτεί. Το ρεζουμέ είναι ότι ενώ κάποια μοντέλα απέτυχαν τελείως, κάποια άλλα, με τις κατάλληλες στρατηγικές, τα κατάφεραν, σε αντίθεση με τη φιλοσοφία του Hobbs ο οποίος θεωρούσε ότι καμιά κοινωνία δεν μπορεί να σταθεί χωρίς ισχυρή κεντρική εξουσία και σε αντίθεση με το credo των κλασικών οικονομολόγων ότι τα υποκείμενα δρουν αποκλειστικά και μόνον ατομικά και εγωιστικά.

Παρ’ όλα αυτά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι όσο και περίπλοκα και εμπνευσμένα να είναι, δεν πρόκειται παρά για μοντέλα, για σχηματικές δηλαδή αναπαραστάσεις της περίπλοκης πραγματικότητας, οι οποίες όμως έχουν οδηγήσει σε νέους τρόπους σκέψεις και κατανόησης βασικών μηχανισμών της λειτουργίας της.

Κυριακή, 2 Αυγούστου 2009

Κατανοώντας την Εξέλιξη μέσω των Αμμολόφων


Ο Richard Dawkins είναι ταγμένος άθεος και όπως είναι φυσικό δέχεται πολλές επιθέσεις από τους εκκλησιαστικούς κύκλους και ειδικά από τους δημιουργιστές εναντίον των οποίων έχει κηρύξει ολοκληρωτικό πόλεμο. Και δεν είναι μόνον άθεος γραφιάς, αλλά και ενεργός ακτιβιστής. Θυμάστε την πρόσφατή πρωτοβουλία που πήρε, να γεμίσει τα λεωφορεία του Λονδίνου με προτρεπτικά συνθήματα του στιλ: «Ο Θεός πιθανόν να μην υπάρχει/ Οπότε ζήσε τη ζωή σου κ.λ.π.».

Ο Dawkins όμως δεν είναι επαγγελματίας άθεος. Κατά βάση είναι βιολόγος, εξελικτικός βιολόγος, μάλιστα τόσο πολύ εξελικτικός, ώστε να του κολλήσουν την καθόλου κολακευτική ρετσινιά: το «Ροτβάιλερ του Δαρβίνου». Μέχρι πρόσφατα δε, ήταν Professor for Public Understanding of Science στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

Ο Dawkins όμως, πέρα απ’ τους θρήσκους φονταμενταλιστές, οχλήσεις, που ολοένα και πυκνώνουν, δέχεται κι απ’ αλλού, από συναδέλφους του βιολόγους αυτή τη φορά, όπως ανακαλύπτω σε διάφορα συναφή δημοσιεύματα εδώ κι εκεί. Συγκεκριμένα, τα περισσότερα πυρά τα δέχεται για το πρώτο βιβλίο που έγραψε το 1976, με τίτλο «το Εγωιστικό Γονίδιο». και το οποίο του χάρισε μεγάλη και διαχρονική φήμη. Οι κατηγόριες που έρχονται σιγά-σιγά στην επιφάνεια, αφορούν με λίγα λόγια στο ότι ο Dawkins το έχει παρακάνει. Τόσο στο εν λόγω βιβλίο όσο και στα μεταγενέστερα υπερασπίζεται μέχρι θανάτου την Δαρβίνεια ιδέα ότι η επιλογή στο επίπεδο του γονιδίου είναι ο ένας και μοναδικός μηχανισμός της εξέλιξης των ειδών, παρά το γεγονός ότι με τα χρόνια, διάφορα δεδομένα που ήρθαν στο φως, ανέδειξαν κι άλλους τρόπους της εξελικτικής πορείας, πέραν αυτής τού ενός μοναχικού και διαχρονικού γονιδίου, το οποίο όπως περιγράφεται από τον Dawkins, φέρεται να εξυπηρετεί το δικό του και μόνον ατομικό συμφέρον, αγνοώντας το συμφέρον του οργανισμού σαν όλον. Πολλοί πιστεύουν, ότι με την υπερβολική χρήση των μεταφορών και τους διάφορους νεολογισμούς που χρησιμοποιεί, διαστρέφει σε πολλά σημεία τη θεωρία της εξέλιξης, ενώ παρουσιάζει την εικόνα ότι όλα τα προβλήματα έχουν προ πολλού λυθεί. Τον κατηγορούν δε, για μια μυωπική και δογματική αντιμετώπιση της εξέλιξης, που αγνοεί τα τρέχοντα δεδομένα.

Σήμερα όμως γνωρίζουμε ότι ένα γονίδιο εκφράζεται σε συνάρτηση και με άλλα γονίδια του ιδίου οργανισμού, ότι τα γονίδια συχνά μετακομίζουν από τον έναν οργανισμό στον άλλο και αναμειγνύονται μεταξύ τους, (lateral gene transfer), όπως καλή ώρα γίνεται τώρα με τους ιούς των χοίρων που αναμείχθηκαν με τους ανθρώπινους ιούς, οι οποίοι στο παρελθόν είχαν αναμειχθεί με τους ιούς των ορνίθων κ.ο.κ. και ότι η εξέλιξη δεν έγινε με αργό και γραμμικό τρόπο, αλλά υπήρξαν μακρές περίοδοι στάσης οι οποίες ακολουθήθηκαν από σύντομες περιόδους ταχείας εξέλιξης και έκρηξης στην εμφάνιση νέων ειδών. Ο εισηγητής της θεωρίας αυτής, τής κατά διαστήματα διακοπτόμενης εξέλιξης, (Punctuated Equilibria), είναι ο παλαιοντολόγος καθηγητής στο Harvard, Stephen Jay Gould. Αυτόν τον άνθρωπο τον συμπαθώ και για άλλους σημαντικούς λόγους. Μαζί με τον Lewontin, είναι ανάμεσα σε αυτούς, που τάχθηκαν ενάντια στην κοινωνιοβιολογία του O. Wilson και την εξελικτική ψυχολογία, για τις οποίες είχαμε μιλήσει στην ανάρτηση «Το Αόρατο Χέρι των Γονιδίων». Δυστυχώς και αυτός πέθανε νωρίς.


Επίσης γνωρίζουμε ότι τα γονίδια δεν είναι αυτόνομες και αθάνατες μονάδες, αλλά ότι και το περιβάλλον, βάσει της επιγένεσης, έχει σημαντική επίδραση στην έκφραση των γονιδίων, η οποία μπορεί να επιβιώσει των κυτταρικών διαιρέσεων και να μεταβιβαστεί και στις επόμενες, λίγες είναι αλήθεια, γενιές. Φαινόμενα επιγένεσης παρατηρούνται σε φυτά και μύκητες, αλλά γίνεται ολοένα και πιο καθαρό ότι το ίδιο μπορεί να συμβεί και στα ζώα.

Η ιδέα της εξέλιξης, ως μιας αργής διαδικασίας, (gradualism), όπου τυχαίες μεταλλάξεις σε κυτταρικό επίπεδο, οδηγούν δια της φυσικής επιλογής στην επικράτηση της ικανότερης παραλλαγής, έχει τεθεί υπό αμφισβήτηση εξ αιτίας του τέλους στο οποίο θα οδηγηθεί μοιραία η εξελικτική διαδικασία, όταν όλοι οι οργανισμοί αποκτήσουν την μέγιστη ικανότητα προσαρμογής, αλλά και εξ αιτίας της αδυναμίας της να εξηγήσει τις ξαφνικές και μαζικές εξαφανίσεις ειδών, όπως έχουν παρατηρηθεί σε απολιθώματα. Οι εκδοχές ενός ισχυρού εξωτερικού παράγοντα, όπως εκρήξεις ηφαιστείων, πτώσεις μετεωριτών ή κλιματικών αλλαγών, για διάφορους λόγους δεν φαίνονται να είναι πειστικές.


Στο σημείο αυτό θα κάνω μια τούμπα και θα γυρίσω πάλι πίσω στους αμμόλοφους και στο μοντέλο με το οποίο ο ιδρυτής τους Per Bak, πολύ πριν την ώρα του μακαρίτης και αυτός, απέδειξε την δυνατότητα που έχουν κάποια μη γραμμικά συστήματα, ανεξαρτήτως αρχικών συνθηκών ή λεπτών ρυθμίσεων των παραμέτρων τους, να αυτο-οργανώνονται σε μια εκτός ισορροπίας κρίσιμη κατάσταση (self-organized criticality), από την οποία με απρόβλεπτο τρόπο και χωρίς κοσμογονικά εξωτερικά αίτια, (θυμηθείτε τον επιπλέον κόκκο άμμου), να μπορούν να προκύψουν γεγονότα κάθε κλίμακας, από τα πολύ μικρά μέχρι τα πολύ μεγάλα.

Φιλοδοξώντας λοιπόν, ο Bak να ερμηνεύσει την εξέλιξη των ειδών, έχοντας για βοήθεια τη θεωρία του Δαρβίνου στο ένα χέρι, (ότι δηλαδή οι φορείς της εξέλιξης είναι τα ίδια τα άτομα (γονίδια)), και τα απολιθώματα του Stephen Jay Gould στο άλλο, τα οποία έδειχναν προς την κατεύθυνση μιας διακοπτόμενης, παρά μιας συνεχούς, εξέλιξης, έβαλε μπροστά το μηχανάκι και κατασκεύασε διάφορα μοντέλα από το οποία, μετά από πολλές ταλαιπωρίες, τις οποίες περιγράφει γλαφυρά στο βιβλίο του «How Nature Works», κατόρθωσε να δείξει ότι η ο βασικός μηχανισμός της εξέλιξης προέρχεται από τη «συνεργασία» και την αλληλεπίδραση πολλών ειδών ταυτοχρόνως, παρά από το άθροισμα της μοναχικής πορείας κάθε είδους ξεχωριστά, όπως πρεσβεύει η Δαρβίνεια βιολογία. Για παράδειγμα, μια μετάλλαξη που θα οδηγήσει σε καλύτερη προσαρμογή σε ένα είδος, θα έχει επίδραση και στα γειτονικά του στην τροφική αλυσίδα, τα οποία θα αναγκαστούν να αλλάξουν και τη δική τους προσαρμοστικότητα στις νέες συνθήκες.


Στο μοντέλο του ο Bak παρακολουθεί την εξέλιξη Ν ειδών με τον εξής τρόπο. Σε κάθε είδος (species) από τα Ν ενός ορισμένου οικοσυστήματος, αποδίδεται μια ορισμένη προσαρμοστικότητα, (fitness), η οποία εκφράζεται από ένα τυχαίο αριθμό ανάμεσα στο 0 και το 1. Στο επόμενο βήμα το είδος με την μικρότερη προσαρμοστικότητα καθώς και τα δυο γειτονικά του με τα οποία υποτίθεται ότι είναι σε αλληλεπίδραση, ας πούμε τροφική, επιλέγονται για μετάλλαξη ή εξάλειψη, (extinction), και στα οποία αποδίδεται μια νέα τυχαία προσαρμοστικότητα (fitness) ανάμεσα στο 0 και το 1. (Στο συγκεκριμένο μοντέλο όλα τα είδη είναι διατεταγμένα σε ένα κύκλο, ώστε το καθένα να έχει μόνο δυο γείτονες). Η διαδικασία επαναλαμβάνεται στο χρόνο ξανά και ξανά, μέχρις ότου η προσαρμοστικότητα όλων των ειδών υπερβεί ένα κρίσιμο κατώφλι το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση ισούται με 0.667.

Όταν λοιπόν όλα τα είδη έχουν πετύχει προσαρμοστικότητα μεγαλύτερη του αριθμού αυτού, δηλαδή το οικοσύστημα έχει εισέλθει σε μια κρίσιμη κατάσταση (critical state), συμβαίνει το εξής καταπληκτικό. Κάποια είδη με την μικρότερη προσαρμοστικότητα, που σημαίνει ότι βρίσκονται πολύ κοντά στο κατώφλι του 0.667, μπορεί να μπούνε στη δίνη μιας «χιονοστιβάδας» μεταλλάξεων ή καταστροφών, κάτι που μοιάζει με domino effect. Μετά από έναν τυχαίο αριθμό μεταλλάξεων η «χιονοστιβάδα» μοιραία θα σταματήσει όταν όλα τα είδη, παλιά και νέα αποκτήσουν προσαρμοστικότητα μεγαλύτερη του 0.667. Η κατάσταση αυτή αντιστοιχεί σε περιόδους στάσης της εξελικτικής διαδικασίας.

Η παρακάτω εικόνα δείχνει ένα χαρακτηριστικό στιγμιότυπο της κρίσιμης κατάστασης, με όλα τα είδη να έχουν fitness μεγαλύτερη του 0.667, εκτός από ένα μικρό αριθμό ειδών τα οποία οδεύουν προς εξαφάνιση, λόγω της επερχόμενης «χιονοστιβάδας». Ο οριζόντιος άξονας δείχνει των αριθμό των ειδών (εδώ το μοντέλο έχει πάρει μόνο 300), και ο κάθετος την τιμή της προσαρμοστικότητας κάθ’ ενός από τα 300 είδη. Η οριζόντια γραμμή αντιστοιχεί στην κρίσιμη fitness ίση με 0.667.


Η διαδικασία αυτή επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, παράγοντας κάθε φορά και καινούργιες «χιονοστιβάδες» κάθε μια από τις οποίες διαφέρει σε μέγεθος από τις προηγούμενες. Εδώ το μέγεθος υπολογίζεται από το άθροισμα των μεταλλάξεων που είναι υπεύθυνες για την καταστροφή λιγότερο προσαρμοσμένων ειδών και την εμφάνιση νέων, με μεγαλύτερη ικανότητα επιβίωσης. Και όπως αντιληφθήκατε ήδη, καθ’ όσον είστε εξοικειωμένοι με το παιχνίδι των αμμόλοφων, από πρόσφατη ανάρτηση, η κατανομή των «χιονοστιβάδων» αυτών των μεταλλάξεων, ακολουθεί τον γνωστό μας πλέον Power Law, όπως φαίνεται και στο παρακάτω σχήμα. Σημειώνουμε οτι σε λογαριθμική κλίμακα ο Power Law γίνεται ευθεία με κλίση ίση με τον εκθέτη του.

Το συμπέρασμα λοιπόν είναι ότι καταστάσεις αιφνίδιας εξαφάνισης και εμφάνισης νέων ειδών δεν χρειάζονται συνταρακτικά εξωτερικά γεγονότα, όπως πτώσεις μετεωριτών ή εκρήξεις ηφαιστείων για να συμβούν, αλλά εμπεριέχονται στην δυναμική του ίδιου του οικοσυστήματος. Περίοδοι εξελικτικής στάσης αντιστοιχούν σε μεγάλη fitness, ενώ παραγωγικές από άποψη μεταλλάξεων περίοδοι, αντιστοιχούν σε μικρή fitness, και κατά συνέπεια σε εξαφάνιση. Τέτοια παραδείγματα υπάρχουν άφθονα. Η Κάμβριος περίοδος, 500 εκατομμύρια χρόνια πριν χαρακτηρίστηκε από μαζικές εμφανίσεις ειδών, ενώ η Πέρμια, 250 εκατομμύρια χρόνια πριν από μαζικές εξαφανίσεις, με το 96% των ειδών να έχει «αιφνιδίως» εξαφανιστεί.

Φυσικά όλα τα παραπάνω, δεν είναι παρά ένα μοντέλο, ευφυές δίχως άλλο, το οποίο όμως, παρά την φαινομενική του απλότητα, πιάνει όλα τα βασικά χαρακτηριστικά της εξελικτικής διαδικασίας όπως έχουν αποτυπωθεί στα απολιθώματα, και τα οποία η θεωρία του Δαρβίνου αδυνατεί να εξηγήσει. Η παρατήρηση ότι ευρείας κλίμακας συλλογικά φαινόμενα, τόσο στη Φύση, όσο και στην οικονομία και τις κοινωνίες εμφανίζουν παρόμοια patterns, με κάνει να πιστεύω ότι και η βιολογική εξέλιξη θα μπορούσε να ενταχθεί στο ίδιο σκεπτικό, δηλαδή στην ικανότητα αυτο-οργάνωσης του οικολογικού συστήματος.

Εν κατακλείδι μεταξύ του Richard Dawkins και του Per Bak, θα ψήφιζα με τα τσαρούχια τον δεύτερο!