Τρίτη, 31 Μαΐου 2011

Σύνταγμα: Όπλο ανατροπής



Όσο περνάνε οι μέρες, και όσο περισσότερο αποκαλύπτονται οι προθέσεις των «εταίρων» για την επιβολή καθεστώτος ανοιχτής κατοχής στη χώρα, όχι πλέον μεταφορικά, αλλά με την πλήρη και ουσιαστική σημασία του όρου, μέσα από την απευθείας διαχείριση του εθνικού πλούτου, με την σχεδιαζόμενη υφαρπαγή των φόρων, και με την οικονομική αποστράγγιση του πληθυσμού, τόσο και λιγότερο πρέπει να ολιγωρούμε.


Το Σύνταγμα έκανε μια σπουδαία αρχή, κατάφερε να κατεβάσει όλον αυτόν τον κόσμο που για χρόνια ήταν κρυμμένος στα malls και τις καφετέριες, κατάφερε να οργανώσει λαϊκές συνελεύσεις και να δώσει τον λόγο στον καθένα που παρέμενε βουβός και παθητικός δέκτης του τηλεοπτικού και κυβερνητικού εμετού, κατάφερε να κρατήσει αυτόν τον κόσμο στην πλατεία, και κατάφερε να οργανώσει στοιχειώδεις πρακτικές ανάγκες αποτελεσματικά, αλλά αυτό και μόνο δεν φτάνει, για τον λόγο ότι δεν υπάρχει χρόνος, τη στιγμή που τα τανκ της άλωσης έχουν ήδη ανάψει και ζεσταίνουν τις μηχανές τους, τη στιγμή που οι συνοριοφύλακες μπορούν πια και ανιχνεύουν στον ορίζοντα τον κουρνιαχτό τους.


Το Σύνταγμα έχει δυο δυνατότητες. Είτε να μετατραπεί σε μια φολκλορική γιορτή ανάτασης και εκτόνωσης, όπου όλοι μαζί χαιρόμαστε μια ιδιότυπη ελευθερία και δύναμη, περνάμε καλά, βλέπουμε φίλους και γνωστούς, τραγουδάμε, μιλάμε και βρίζουμε, ακόμα και σε ένα εναλλακτικό σχολείο αφύπνισης και ριζοσπαστικοποίησης, είτε σε ένα αιχμηρό εργαλείο ανατροπής. Το Σύνταγμα αν περιπέσει στη λούμπα του ναρκισσισμού και του αυτοθαυμασμού γιαυτό που επιτεύχθηκε θα έχει προς το παρόν αχρηστευθεί. Και τονίζω το «προς το παρόν», γιατί τίποτε απ’ αυτό που συμβαίνει εκεί αυτή την ώρα δεν πρόκειται να πάει χαμένο, παρά θα φωλιάσει στην πάνω-πάνω μεριά της ψυχής σαν βίωμα που θα μπορεί γρήγορα ν’ ανακληθεί σε μια επόμενη ώρα, που θα ξανάρθει σύντομα. Υπάρχει όμως χρόνος;


Το ζήτημα πλέον δεν είναι αν θα έρθουν ή όχι τα ΜΜΕ στην πλατεία, το ζήτημα δεν είναι να εγκλωβιστούμε , να περιχαρακωθούμε σε ένα δικό μας χώρο, αμόλυντο και καθαρό από κάθε τι που δεκαετίες βρώμιζε ψυχές και συνειδήσεις, το Σύνταγμα δεν είναι καθαρτήριο, δεν είναι σανατόριο. Το ζήτημα που τίθεται δεν είναι αν θα ακυρώσουμε τα ίδια τα ΜΜΕ, το ζήτημα είναι αν θα καταλάβουμε τους πομπούς των ΜΜΕ, το ζήτημα είναι αν θα κλείσουμε την κάνουλα του δυσώδους υγρού που διαστρέφει και μαγαρίζει κάθε βράδυ τις συνειδήσεις, το ζήτημα είναι αν θα φύγουμε από το Σύνταγμα, το ζήτημα είναι αν θα φύγουμε για να εγκατασταθούμε στα γύρω Υπουργεία, στα παραπέρα εργοστάσια, το ζήτημα είναι αν θα ενωθούμε με όλες τις εκατοντάδες εστίες αντίστασης στους χώρους της δουλειάς μαζί με τους εργαζόμενους που δίνουν τις δικές τους εκατοντάδες μάχες, το ζήτημα είναι αν το Σύνταγμα θα βλαστήσει χιλιάδες μαχαίρια που θα κόψουν τον ομφάλιο λώρο που συνδέει την κοινωνία με την σαπίλα.


Κατά την άποψή μου, το τελικό χρέος του Συντάγματος είναι να καταστεί ο καταλύτης για την ανατροπή, πρώτα αυτής της κυβέρνησης και για το μετά το ξανασυζητάμε. Πάλι στο Σύνταγμα...

Δευτέρα, 30 Μαΐου 2011

Το Σύνταγμα και η επόμενη μέρα


Με τόσο κόσμο για μέρες στο Σύνταγμα και στις άλλες πλατείες της χώρας, είναι φανερό ότι το ζήτημα από κατά κύριο λόγο οικονομικό, όπως το προσλαμβάναμε τον προηγούμενο καιρό, ψιλοκοσκινίζοντας τη βιωσιμότητα των διαφόρων εναλλακτικών λύσεων, έχει ανακηρυχθεί σε πολιτικό.


Και τούτο γιατί τα περιθώρια έχουν υπερβολικά στενέψει. Όπως λένε και οι FT σήμερα, δεν υπάρχει soft λύση για την Αθήνα. Το χρέος δεν είναι βιώσιμο, είναι αδύνατον να εξυπηρετηθεί και όποια απόφαση και να ληφθεί τον Ιούνιο δεν θα κάνει τίποτα παραπάνω από μια τρύπα στο νερό. Δηλαδή, το πρόβλημα εξυπηρέτησης του χρέους θα ξαναεμφανιστεί εντονότερο λίγους μήνες μετά, μετά την πρόσκαιρη ευφορία της κυβέρνησης, και αφού τελειώσουν τα μπάνια του λαού. Το δίλημμα που βάζει ο Münchau είναι ή η ΕΕ να βάλει βαθιά το χέρι στη τσέπη και να συνεχίζει να ρίχνει ρευστό σε ένα τρύπιο κουβά, με την ελπίδα ότι κάποτε η τρύπα θα κλείσει, ή η Ελλάδα να προχωρήσει σε ένα ξεγυρισμένο κούρεμα στο 50%-70% της τιμής των ομολόγων, ή σε μια γενναία διαγραφή του χρέους. Είτε με το ένα, είτε με το άλλο κάποιοι θα μείνουν πολύ δυσαρεστημένοι.


Για να υπάρξει ανάπτυξη, πάλι τα περιθώρια είναι υπερβολικά στενά. Δύο είναι πάλι οι λύσεις, αμφότερες κοφτερές, σαν καλοακονισμένο μαχαίρι: διάσπαση της ευρωζώνης με τη δημιουργία ενός γερμανικού πυρήνα, έξοδος από το ευρώ, και υποτίμηση του νέου νομίσματος για την Ελλάδα, ή πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης. Διαλέχτε και παίρνετε.


Κι ο χρόνος κυλάει. Η κυβέρνηση έχει χάσει το πηδάλιο, και φλερτάρει με τις πιο απονενοημένες κινήσεις, όπως ολοκληρωτική εκκαθάριση της επιχείρησης Hellas LTD, από την οποία πάλι το χρέος δεν πρόκειται να κερδίσει ούτε πόντο, ή ολίσθηση σε ολιγαρχικές πολιτικές λύσεις, όπως φαίνεται από το φλερτ με κυβέρνηση τεχνοκρατών (δλδ ακόμα περισσότερο νεοφιλελεύθερων και αυτοκτονικών πολιτικών απ’ ό,τι σήμερα), ή από την Παγκάλειας έμπνευσης πραξικοπηματική αλλαγή του εκλογικού νόμου ώστε το κόμμα του 1% να μπορεί να εξασφαλίζει 151 τουλάχιστον βουλευτές, κι αυτό περισσότερο από γενναιοδωρία, μιας και τίποτε δεν θα εμπόδιζε τον νομοθέτη να τού δώριζε και τους 300. Τσιγκουνιές θα κάνουμε τώρα;


Κι ερχόμαστε στο διαταύτα, για το οποίο και κατέβηκε αυθόρμητα, συνειδητά ή ασυνείδητα ο κόσμος στο Σύνταγμα. Κι εδώ βρίσκεται το μεγάλο πολιτικό αδιέξοδο. Για όσους θέλουν να δουν μόνο την αγανάκτηση που αυτό το ετερόκλητο πλήθος εκφράζει, παρακάμπτουν το γεγονός ότι κανένας δεν αποφασίζει να εκφράσει δημόσια την αγανάκτησή του, (θα μπορούσε να συνέχιζε να το κάνει και κατά μόνας, όπως συνέβαινε και μέχρι τώρα), αν ενδόμυχα δεν ζητάει αυτή η αγανάκτηση να μετατραπεί σε όχημα αλλαγής. Η κατεύθυνση της αλλαγής ως ένα βαθμό είναι ενιαία και την ενστερνίζεται τόσο ο κόσμος της πάνω μεριάς της πλατείας μπροστά στη βουλή, όσο και ο κόσμος της γούβας γύρω από το σιντριβάνι. Ας μην γελιόμαστε, το Σύνταγμα δεν είναι ένα, αλλά δυο, χωρίς να θέλω επί του παρόντος να περιγράψω τις φυλές με λεπτότερες γραμμές, συμβάλλοντας έτσι περισσότερο στον διαχωρισμό και τη διάσπαση. Το αίτημα όμως είναι σαφές: πτώση της κυβέρνησης και κατάργηση του μνημονίου. Ως εδώ καλά. Τουλάχιστον υπάρχει κοινή συνισταμένη, η οποία όμως και κινδυνεύει να χαθεί αν δεν υπάρξει ανάμιξη και διάθεση ανταλλαγής αμοιβαίων επισκέψεων μεταξύ των «πάνω» και των «κάτω».


Αλλαγή όμως από ποιον; Μπορεί ένα ετερόκλητο πλήθος να δρομολογήσει αλλαγές, όταν μάλιστα θέτει σαν όρο αδιαπραγμάτευτο τον αποκλεισμό κάθε υπάρχουσας πολιτικής δύναμης από τις τάξεις του; Κι αν ως προς αυτό, καλά κάνει, δεδομένης της διάχυτης δυσπιστίας και του μακροχρόνιου «μη έντιμου» βίου των κομμάτων, όχι κατ’ ανάγκην λόγω διαπλοκής, που δεν αφορά τουλάχιστον τα κόμματα της αριστεράς, αλλά εξ αιτίας της απουσίας τους από τον καθημερινό βίο των ανθρώπων, μπορεί το καθήκον της πολιτικής αλλαγής να το φέρουν εις πέρας οι καθημερινές λαϊκές συνελεύσεις των 9 μμ; Αλλά ας μην πάμε τόσο μακριά ακόμα.


Όσο μπορώ να κρίνω, και με τα σημερινά δεδομένα, θα έλεγα ότι το πλήθος που συγκεντρώνεται καθημερινά στο Σύνταγμα θα μπορούσε όντως να επιφέρει πτώση της κυβέρνησης, αν συνέχιζε να προσέρχεται με την ίδια επιμονή, ορμή και όγκο. Για πόσο όμως καιρό ακόμα; Είναι σίγουρο, ότι μετά από κάποιο χρονικό διάστημα ανοχής, που όπου νάναι εξαντλείται, η κυβέρνηση θα προσπαθήσει να το διαβάλει, κι αν δεν το κατορθώσει, θα το διαλύσει δια της βίας. Η ζωή όπως την είδαμε τις τελευταίες μέρες στο Σύνταγμα, έχει ημερομηνία λήξης. Κι γιαυτό πρέπει να αρχίζουμε να βάζουμε από τώρα στις καθημερινές συνελεύσεις τον τρόπο δράσης την επόμενη μέρα. Όχι, ότι υπάρχει και ιδιαίτερος καιρός μπροστά μας.


Κυριακή, 29 Μαΐου 2011

Το λαμπρό σχέδιο του κ. Γιουνκέρ



Όταν τόσοι σπουδαίοι και μεγαλοσχήμονες πελάτες, όπως Deutsche Telekom, Deutsche Bank, Hochtief, HSBC, Citigroup κλπ, συνωστίζονται στην ποδιά σου για ν’ αγοράσουν την πραμάτεια σου, δεν μπορείς παρά να είσαι υπερήφανος για την ποιότητα του εμπορεύματος που εκποιείς, και συνάμα να νοιώθεις ανώτερος για αυτά που δημιούργησες, συγκριτικά με άλλους λαούς, ας πούμε στην τύχη της Μπουρκίνα Φάσο, που όσο κι αν ψάξουν ούτε «ασημικά» θα βρουν, ούτε ποτέ τους θα καταφέρουν να προσελκύσουν όλη αυτή την «καλοσύνη».


Κι όχι μόνο αυτό, αλλά και ολόκληρος Γιουνκέρ μπήκε στον κόπο να ρίξει τη μούρη του και να μάς τείνει χείρα βοηθείας, αναλαμβάνοντας να στήσει για χάρη μας υψηλοτάτων προδιαγραφών Ευρωπαϊκό οργανισμό, εξοπλισμένο με την creme de la creme των ειδικών, και επιφορτισμένο με την κοπιώδη εργασία της πώλησης με τις καλύτερες, αναμφίβολα, τιμές, των πιο αξιόλογων περιουσιακών στοιχείων της πατρίδας μας. Όπως επίσης και να βάλει φρένο στις κακόβουλες διαδόσεις των αγγλοσαξόνων, που μέσα από το διαβολικό τους όργανο τους Financial Times θέλουν την αξία της πατρίδας μας να μην υπερβαίνει κάποια 16 ψωρο-δις. Οι συκοφάντες!


Έκανε μάλιστα και ενδελεχή βιβλιογραφική έρευνα και κατέληξε ότι καλύτερο μοντέλο οργάνωσης από την εταιρία Treuhandanstalt, δεν ήταν δυνατόν να βρεθεί. Ε, για να το πει ο Γιουνκέρ, έτσι πρέπει να ‘ναι.


Ακόμα δεν είχαν προλάβει να ξεμεθύσουν οι γερμανοί, ένθεν και ένθεν του τείχους, από την αναπάντεχη επανένωση, και το πρόγραμμα fast track ενσωμάτωσης της πρώην πλέον ανατολικής Γερμανίας στις αγορές ήταν ήδη έτοιμο. Κι επειδή «αγορές» χωρίς προηγούμενη ιδιωτικοποίηση δεν γίνεται, την 1 Ιουλίου του 1990 γεννήθηκε η εταιρία Treuhand, που παρεμπιπτόντως σημαίνει εμπιστοσύνη, στην κατοχή τής οποίας περιήλθαν όλα τα περιουσιακά στοιχεία της εξ ανατολών αδελφής, τουτέστιν δάση, γαίες, εταιρίες, βιομηχανίες, βιομηχανικός εξοπλισμός, κτήρια, όχι μόνο των εργοστασίων, αλλά και εξοχικές κατοικίες, παιδικοί σταθμοί κλπ, συνολικής αξίας 600 δις μάρκων, δηλαδή περίπου 300 δις ευρώ, με στόχο, όσον αφορά στις επιχειρήσεις την αξιολόγηση της ανταγωνιστικότητας και βιωσιμότητάς τους, και τη γρήγορη πώληση, όσων κρίνονταν ότι περνούσαν τα αντίστοιχα stress-tests, (οι υπόλοιπες διαλύονταν και κατέληγαν σε κάποια χωματερή), σε ενδιαφερόμενους σοβαρούς, πάνω απ’ όλα, επενδυτές, οι οποίοι σύμφωνα με ένα, όπως πάντα, αλάνθαστο σχέδιο θα έφερναν δουλειές, θα κρατούσαν τον κόσμο στα μέρη του, θα ανέβαζαν το βιοτικό επίπεδο ώστε ν’ αγοράζει plasma ΤV και καγιέν, και εν πάση περιπτώσει όλα τα καλούδια του δυτικού παραδείσου, για να μην μακρηγορώ.



Η Τreuhand από το 1990 που ιδρύθηκε, μέχρι το 1994 που έκλεισε, μέσα σε τέσσερα δηλαδή χρόνια κατάφερε να ιδιωτικοποιήσει γύρω στις 14,500 ανατολικογερμανικές εταιρίες και να κλείσει γύρω στις 3,500. Φυσικά μέσα σ’ ένα τέτοιο κλίμα απαξίωσης δεν ήταν λίγα τα περιουσιακά στοιχεία που εκποιήθηκαν αντί πινακίου φακής, με το αιτιολογικό ότι οι επενδυτές θα έριχναν το πολύτιμο κεφάλαιο στο μετά, αφού θα τις αγόραζαν. Κι αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, με το τέλος του μεγαλύτερου παζαριού, που είδε ποτέ η ανθρωπότης, η Treuhand να βρεθεί με το ταμείο ελλειμματικό κατά 300 δις μάρκα, δηλαδή 150 δις ευρώ, γεγονός που πιστοποιεί και το μέγεθος του ξεπουλήματος.


Όχι αδίκως λοιπόν οι ανατολικογερμανοί έμειναν με την πίκρα στο στόμα, όχι μόνο για το ξεπούλημα, όχι μόνο για την αποσάθρωση της βιομηχανίας τους, ας μην ξεχνάμε ότι η πρώην Αν. Γερμανία ήταν το 10ο στη σειρά βιομηχανικό κράτος στον κόσμο, αλλά κυρίως για τη μαζική εξαπάτηση. H Treuhand στην τελική σούμα κατέστρεψε πολλά περισσότερα απ’ ότι δημιούργησε, εξαέρωσε τρεις στις τέσσερις θέσεις εργασίας στη βιομηχανία, οι οποίες δεν αναπληρώθηκαν ούτε και αργότερα όταν εισέβαλε το ελαφρύ ιππικό των εταιριών παροχής υπηρεσιών, απέλυσε εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους, έφτασε την ανεργία στη δεκαετία του 1990 στο 21%, σε σύγκριση με το 9% του εθνικού μέσου όρου και εξανάγκασε πολλούς ανατολικογερμανούς να εγκαταλείψουν τις εστίες τους προς άγραν εργασίας αλλού. Η πλημμυρίδα δε δυτικών προϊόντων μετέτρεψε ένα πρότερο θετικό ισοζύγιο εμπορικών συναλλαγών σε αρνητικό, γεγονός που έχωσε ακόμα πιο βαθιά στο χώμα όσες βιομηχανίες είχαν ακόμα απομείνει όρθιες από τη λεηλασία. Για το πώς δε ένα κοινό νόμισμα, εν προκειμένω το ευρώ, οδήγησε μια άλλη χώρα, πιο νότια, από πλεονάσματα σε εμπορικό έλλειμμα, το γνωρίζουμε ήδη από πρώτο χέρι και δεν χρειάζεται να το αναλύσουμε.


Οι περιοχές της πρώην ανατολικής Γερμανίας ακόμα και σήμερα, μετά είκοσι χρόνια ακόμα δεν λένε να συνέλθουν. Αν εξαιρέσει κανείς τις μεγάλες πόλεις, όπως Λειψία, Δρέσδη και Βερολίνο, στο υπόλοιπο κομμάτι, αυτό που είναι παρόν είναι το κενό, η εγκατάλειψη, και η έλλειψη κατοίκων. Η ανεργία συνεχίζει να παραμένει σε διπλάσιο ποσοστό απ’ ότι στη Δύση, και ο πληθυσμός συνεχίζει να αιμορραγεί είτε από ελάττωση του ποσοστού των γεννήσεων, είτε από τη συνεχιζόμενη μετανάστευση. Έτσι είναι, όταν μια χώρα πεθαίνει, καμιά γυναίκα δεν μπορεί να πιάσει παιδί…


Παρ’ όλα αυτά το μέλλον της πρώην Αν. Γερμανίας προοιωνίζεται λαμπρό. Με την πτώση του ρυθμού γεννήσεων, με τη μετανάστευση, και με τις πρόωρες εξόδους σε τόπους χλοερούς, ελαττώνεται ταυτόχρονα και το διαθέσιμο εργατικό δυναμικό, όπως και ο ρυθμός αναπλήρωσης αυτού, έτσι ώστε σε κάποια χρόνια η ανεργία να έχει σχεδόν εξαλειθφεί. Και όσο πιο γρήγορα μειώνεται ο ενεργός πληθυσμός, τόσο περισσότερο μειώνεται και το ποσοστό ανεργίας. Δε θέλει πολύ μυαλό. Και ο κ. Γιουνκέρ, απ’ ότι φαίνεται, έχει πολύ. Πάρα πολύ…


Πέμπτη, 26 Μαΐου 2011

Οι κακές συνέπειες του ανταγωνισμού


του Ν. P.

Με αφορμή την πρόσφατη ανάρτηση της Cynical «Τα δώρα των ιδιωτικοποιήσεων» (23/5/2011), ήθελα να πω συμπληρωματικά μερικά πράγματα:

  • Το θεωρητικό μέρος. Οι φοιτητές στις οικονομικές σχολές μαθαίνουν ότι οι αγορές διατάσσονται ως εξής: Η κοινωνικά ωφελιμότερη αγορά είναι ο ελεύθερος ανταγωνισμός: Παράγονται οι μεγαλύτερες ποσότητες κάποιου αγαθού ή υπηρεσίας και διατίθενται στη χαμηλότερη τιμή ανά μονάδα. Η δυσμενέστερη αγορά είναι το μονοπώλιο: παράγονται οι μικρότερες ποσότητες κάποιου αγαθού ή υπηρεσίας και διατίθενται στην υψηλότερη τιμή ανά μονάδα. Το ολιγοπώλιο είναι και από τις δύο απόψεις, (ποσότητα – τιμή), κάπου στη μέση. Αν μάλιστα υπάρχει συνεννόηση μεταξύ των ανταγωνιστών μιλάμε για καρτέλ και σχεδόν εξομοιώνεται με μονοπώλιο, ενώ αν δεν υπάρχει καμία συνεννόηση φτάνουμε περίπου στον ελεύθερο ανταγωνισμό. Άρα, με βάση τα παραπάνω, ο καθένας νομιμοποιείται να βγαίνει και να λέει ότι μας συμφέρει ο ανταγωνισμός. ΟΜΩΣ ΠΡΟΣΟΧΗ!, (αυτό δεν λέγεται στους φοιτητές), η βασική υπόθεση για να φτάσουμε στα πιο πάνω συμπεράσματα, είναι ότι ο κάθε παραγωγός μεγιστοποιεί τα κέρδη του. Αν ένα μονοπώλιο δεν στοχεύει σε μεγιστοποίηση των κερδών του, και τέτοιο είναι ένα κρατικό μονοπώλιο, μια επιχείρηση κοινής ωφέλειας, κλπ, δεν μπορούμε με κανέναν τρόπο να φτάσουμε στα πιο πάνω συμπεράσματα. Ίσα – ίσα, επειδή ένα μονοπώλιο έχει οικονομίες κλίμακας που δεν μπορούν να τις φτάσουν 2 – 3 ανταγωνιστές που μοιράζονται την αγορά, τότε ένα τέτοιο μη – κερδοσκοπικό μονοπώλιο είναι η βέλτιστη κοινωνικά λύση. Από εδώ και πέρα μπορούν να επιστρατευτούν άλλου τύπου επιχειρήματα εναντίον ενός κρατικού μονοπωλίου σχετικά με γραφειοκρατία, έλλειψη κινήτρων κλπ, αλλά πάντως να ξεκαθαρίσουμε ότι τα συμπεράσματα της θεωρητικής ανάλυσης των αγορών καταρρέουν

  • Το πρακτικό μέρος. Έστω ότι τα άλλα επιχειρήματα που ανέφερα, γραφειοκρατία, έλλειψη κινήτρων, κλπ, ισχύουν, (και πράγματι ισχύουν σε μεγάλο βαθμό). Εδώ πρέπει να σκεφτούμε δύο πράγματα.
    • α) Κάθε μεγάλος οργανισμός, δημόσιος ή ιδιωτικός παρουσιάζει δυσλειτουργίες όταν γιγαντώνεται, δεν είναι αυτό χαρακτηριστικό μόνο του δημόσιου οργανισμού. Όσοι από εμάς έχουν δουλέψει σε ιδιωτικές πολυεθνικές εταιρείες μεγέθους αρκετών δεκάδων χιλιάδων υπαλλήλων το ξέρουν. Οι απέξω το αγνοούν. Φυσικά, μια δημόσια επιχείρηση ενός διαλυμένου κράτους μπορεί να φτάσει σε σημείο που μια ιδιωτική εταιρεία δεν θα φτάσει, ενδεχομένως, ποτέ: Πολιτικές παρεμβάσεις, υπερδιορισμοί, ευνοιοκρατία, κλπ. Αυτό όμως δεν είναι απαραίτητο να γίνει. Ειδικά, στο παρελθόν, όταν ο ιδιωτικός τομέας είχε περιοριστεί σε κάποιους κλάδους και δεν είχε τις σημερινές βλέψεις, οι δημόσιοι οργανισμοί όχι μόνο δούλευαν ικανοποιητικά αλλά έφεραν σε πέρας τεράστια έργα υποδομής που ποτέ κανένας ιδιώτης δεν θα αναλάμβανε λόγω της τεράστιας επένδυσης και του μεγάλου χρόνου απόσβεσης. Όταν όμως από το ΄80 και μετά ο ιδιωτικός τομέας είδε τα κέρδη του να μειώνονται και θέλησε να επεκταθεί, παίρνοντας μάλιστα έτοιμες τις υποδομές για να τις εκμεταλλευτεί, οι πολιτικές παρεμβάσεις, οι υπερδιορισμοί κλπ, κλπ διάβρωσαν τους δημόσιους οργανισμούς. Θέλω να πω με λίγα λόγια ότι ένας δημόσιος οργανισμός ΜΠΟΡΕΙ κάτω από κάποιες προϋποθέσεις να λειτουργήσει ικανοποιητικά, το έχει κάνει στο παρελθόν και στην Ελλάδα και παντού στον κόσμο.
    • β) Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι μια ιδιωτική επιχείρηση θα είνα πάντα πιο αποτελεσματική από μια δημόσια, πρέπει να αναλογιστούμε μήπως τα κοινωνικά οφέλη της αποτελεσματικότητας αυτής εξανεμίζονται από τα υψηλά κέρδη που θέλει να επιτύχει ο ιδιώτης. Πέρα από τα παραδείγματα που δίνει η Cynical στην ανάρτησή της, εγώ θα θυμίσω από τα καθ’ ημάς, το παράδειγμα της απελευθέρωσης της υπηρεσίας πληροφοριών τηλεφωνικού καταλόγου, το πρώην 131, που εξυπηρετείται τώρα από 11888 και 11880. Το παράδειγμα είναι χαρακτηριστικό, διότι αφορά τον τομέα των τηλεπικοινωνιών και των τηλεφωνικών κέντρων όπου η τεχνολογία ρίχνει τα κόστη με εντυπωσιακούς ρυθμούς. Η θεωρία προέβλεπε δραματική μείωση των τιμών. Η πράξη διέψευσε τη θεωρία αφού η υπηρεσία απο 0,34 ευρώ πήγε στα 0,40 ευρώ και μετά στα 0,69. Ο μάγκας ιδιώτης αντί να ανταγωνιστεί με την καλή του οργάνωση και τα χαμηλά του κόστη το «αναποτελεσματικό δημόσιο», προτίμησε να τα χώσει στη διαφήμιση και ανέβασε την τιμή !!!

  • Οι συνέπεις του ανταγωνισμού: Και φτάσαμε σε ένα, κατά τη γνώμη μου, ΚΕΝΤΡΙΚΟ σημείο που αποσιωπάται: Παιδιά, ο ανταγωνισμός έχει τεράστιο εταιρικό και κοινωνικό κόστος ! Η θεωρία λέει ότι οι εταιρείες θα ανταγωνιστούν στην ποιότητα και στις τιμές. Στην πράξη δαπανούν τεράστια ποσά και ενέργεια στον μεταξύ τους αδυσώπητο αγώνα (διαφήμιση, δίκτυα πωλήσεων, συμμαχίες, επιβολή standards, κλπ) και ρίχνουν τα κόστη αυτά στους καταναλωτές. Η ένταση αυτής της μάχης διαφέρει πολύ από κλάδο σε κλάδο, εγώ θα αναφερθώ στη δική μου εμπειρία, που είναι από μεγάλη, (πολύ μεγάλη), πολυεθνική εταιρεία πληροφορικής. Οι παραγωγικά εργαζόμενοι υπάλληλοι είναι αυτοί που κάνουν την ανάπτυξη του software (developers) και αυτοί που το υποστηρίζουν (support). Μόνο η δουλειά αυτών πηγαίνει στον πελάτη, γιατί ο πελάτης αγοράζει software. Αντίθετα, η δουλειά των πωλητών και όσων τμημάτων τους υποστηρίζουν δεν πάει στον πελάτη, αναλώνεται στον ανταγωνισμό με άλλες εταιρείες. Λοιπόν, στη δική μας εταιρεία, (και αντίστοιχη είναι η κατάσταση σε όλον τον κλάδο), τα πράγματα έχουν ως εξής: από κάθε 100 EUR που εισπράττει η εταιρεία, τα 20 είναι κέρδη, τα 14 πάνε στα παραγωγικά τμήματα, (μαζί με τη managerial ιεραρχία που τους αντιστοιχεί), και τα υπόλοιπα 66 στα μη παραγωγικά τμήματα. Ένας λόγος που οι παραγωγικά εργαζόμενοι είναι τόσο φτηνοί, είναι γιατί δουλεύουν κάπου στον 3ο κόσμο, (Ινδία, Κίνα, κλπ), με αντίστοιχους μισθούς, και ελάχιστα bonus, ενώ οι πωλητές που πρέπει να συναντάν τους πελάτες face to face ζουν στις πλούσιες χώρες και έχουν αντίστοιχους μισθούς και τεράστια bonus ! Δύσκολο να το πιστέψεις αν δεν είσαι από μέσα: Ο Πελάτης πληρώνει 100 για να πάρει 14. Τέλος, σε αυτή την αδυσώπητη μάχη υπάρχουν νικητές και ηττημένοι. Νικητής δεν είναι ο καλύτερος, αυτός δηλαδή που παρέχει το καλύτερο προϊόν στη χαμηλότερη τιμή, αλλά ο οικονομικά ισχυρότερος, ο οποίος έχει μια γκάμα πλεονεκτημάτων άλλου επιπέδου που «δεν παίζονται». Η επόμενη κίνηση είναι η εξαγορά των μικρότερων ανταγωνιστών, και η ταχύτατη δημιουργία πολύ κλειστού ολιγοπωλίου.
  • Συμπέρασμα: Η υπόθεση των ιδιωτικοποιήσεων και του ανταγωνισμού έχει πολλές παραμέτρους. Η νεοφιλελεύθερη προπαγάνδα κρύβει ιδιοτέλεια και έχει σαθρές θεωρητικές βάσεις

Τρίτη, 24 Μαΐου 2011

Ποιοι πολιτικοί κατέχουν ομόλογα του ελληνικού δημοσίου;



Ποιοι από τους σημερινούς πολιτικούς, υπουργούς, πρωθυπουργούς και σια κατέχουν ομόλογα του ελληνικού κράτους;


Ποιοι από αυτούς κατέχουν CDS;


Θέλετε απάντηση;


Δεν την έχω!


Οφείλουμε όμως να γνωρίζουμε!


Γιατί;



Έτσι, βρε παιδί μου, για να πλουτίσουμε τις γνώσεις μας, και μην πάει ο νους σας στο κακό, ότι υπάρχουν δηλαδή, ιδιοτελή και αυστηρά προσωπικά κίνητρα στις καταστροφικές για τους υπόλοιπους πολιτικές που εφαρμόζουν αυτοί, οι οποίοι με δόλο υφάρπαξαν την ψήφο όσων τους ψήφισαν.



Το τελευταίο ιδιόγραφο «Πόθεν Έσχες» αναρτημένο στο διαδίκτυο είναι του 2004, όχι και πολύ χρήσιμο. Από κει και πέρα ουδέν!





Με απόφαση του προέδρου της βουλής, δημοσιοποίηση των αναλυτικών περιουσιακών στοιχείων σε κάθε αιτούντα απλό πολίτη δεν επιτρέπεται.


Γιατί;


Με ποιο σκεπτικό; Ας προσποιηθούμε ότι δεν το γνωρίζουμε.



Όμως, αν είναι καθαροί, ας τα δημοσιοποιήσουν για να ξεκουράσουμε και μεις λίγο τη φαντασία μας, που μούσκεψε απ’ το πολύ τρεχαλητό σε χίλιες μύριες περιοχές εκδοχών.


Δευτέρα, 23 Μαΐου 2011

Τα «δώρα» των ιδιωτικοποιήσεων



Η πίεση για ιδιωτικοποίηση βασικών δημόσιων αγαθών, όπως η ενέργεια και το νερό, αποτελεί απόρροια της γενικότερης, εδώ και δεκαετίες, τάσης φιλελευθεροποίησης και απορρύθμισης, η οποία μπορεί να αποδοθεί στην ιδεολογική πίστη και το ιεραποστολικό πάθος όσων ασπάστηκαν τις αρχές της «συναίνεσης της Ουάσιγκτον» και όχι στα οφέλη που προέκυψαν, ειδικά δε σήμερα μετά την ορατή χρεοκοπία των αρχών αυτών.

Η προπαγάνδιση των ιδιωτικοποιήσεων, μέσω κυρίως της λυσσαλέας απαξίωσης των δημοσίων οργανισμών, των υπηρεσιών τους, αλλά και των ιδίων των εργαζομένων σε αυτούς, συνάντησε παρ’ όλα αυτά την καθολική αντίδραση των λαών σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Η υπεράσπιση του δημόσιου και κοινωνικού χαρακτήρα τους δεν έγινε μόνο στη βάση ιδεολογικών όρων για τη διαφύλαξή τους ως συλλογικών αγαθών, αλλά και στη βάση των πραγματικών δεδομένων: αντί για φθηνές και καλές υπηρεσίες μεγάλα τμήματα φτωχών και εργαζομένων αποκλείστηκαν από τις αναγκαίες υπηρεσίες, οι υποδομές καταστράφηκαν, γιατί βεβαίως οι ιδιώτες ούτε τις συντηρούσαν ούτε έκαναν επενδύσεις και τέλος η “συνέργεια” μεταξύ των ιδιωτών οδήγησε και τις τιμές στα ύψη. Ανάμεσα στα πιο τρανταχτά παραδείγματα, συγκαταλέγονται οι περιπτώσεις της Καλιφόρνιας και της Enron, όσον αφορά την ενέργεια, και η εκμετάλλευση του νερού από ιδιώτες, σε χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Αφρικής.

Η περίπτωση της ενέργειας στη Βρετανία
Ας δούμε όμως από πιο κοντά την περίπτωση ιδιωτικοποίησης της ηλεκτρικής ενέργειας στη Μεγάλη Βρετανία, η οποία και χαιρετίστηκε στη βάση τού, πολλαπλώς πλέον ακυρωμένου στην πράξη, δόγματος ότι ελεύθερος ανταγωνισμός σημαίνει καλύτερες τιμές και υπηρεσίες. Αυτό που πραγματικά συμβαίνει είναι ότι πολύ σύντομα, οι “ελευθέρως ανταγωνιζόμενες” εταιρίες αποφασίζουν να συνυπάρξουν στα πλαίσια ενός «ωραίου» ολιγοπωλίου.

Σήμερα, στο Ηνωμένο Βασίλειο ο αριθμός των παρόχων ενέργειας από 20 που ήταν στο τέλος του ’90, όταν πρωτοάνοιξε η αγορά, έχει μειωθεί, μέσα από εξαγορές και συγχωνεύσεις, στους 6, οι οποίοι τα καταφέρνουν να συνεννοούνται μεταξύ τους μια χαρά. Ως αποτέλεσμα, η διαφορά στον ετήσιο λογαριασμό ανάμεσα στην ακριβότερη και φτηνότερη εταιρία διαμορφώνεται στο ευτελές ποσόν των 23 λιρών!

Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Η μεγάλη διαφορά ανάμεσα σε μια δημόσια εταιρία κοινής ωφελείας και σε μια κερδοσκοπική ιδιωτική έγκειται στον τρόπο αντίδρασης στις διαταράξεις του ευρύτερου οικονομικού περιβάλλοντος και στον τρόπο απορρόφησης των κραδασμών που ανακύπτουν. Το 2009, η Centrica ο μεγαλύτερος πάροχος ηλεκτρικής ενέργειας στο Ηνωμένο Βασίλειο, με 16 εκατ. οικιακούς πελάτες ανακοίνωσε αύξηση της τιμής της κιλοβατώρας κατά 35%, λόγω αύξησης των διεθνών τιμών πετρελαίου. Όταν όμως αργότερα η χοντρική τιμή της ενέργειας έπεσε περίπου στο μισό, οι οικιακοί λογαριασμοί μειώθηκαν μόνο κατά 4%. Δεν χρειάζεται να πάμε όμως μακριά. Ανάλογη εμπειρία υπάρχει κι εδώ με τη λιανική τιμή της βενζίνης σε σχέση με τις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών.

Μικρή επίσης διασπορά τιμών ανάμεσα σε ιδιώτες παρόχους παρατηρείται και στις δικές μας εταιρίες τηλεφωνίας. Η αποδιδόμενη δε πτώση της τιμής της αστικής μονάδας στην είσοδο πολλών παικτών στον κλάδο, και άρα στα καλά του ανταγωνισμού, στην πραγματικότητα δεν οφείλεται παρά στην αλματώδη πρόοδο της τεχνολογίας των τηλεπικοινωνιών, στη δραματική μείωση των τιμών των ηλεκτρονικών συστημάτων που την υποστηρίζουν, όπως επίσης και στη διεύρυνση των προσφερόμενων υπηρεσιών, υπό μορφή «πακέτων», τα οποία και αυξάνουν τη δυνατότητα άντλησης κερδών. Έτσι μια σύγκριση, για παράδειγμα, της σημερινής τιμής της αστικής κλήσης με αυτή προ 20 ή 30 ετών δεν θα είχε κανένα απολύτως νόημα. Αποτελεί επίσης διεθνή πρακτική, όταν μια δημόσια εταιρία βρεθεί σε τροχιά ιδιωτικοποίησης, να αυξάνει εκ των προτέρων τα τιμολόγια, σε βαθμό τέτοιο, ώστε να καταστεί «ελκυστική» στους μελλοντικούς ιδιώτες αγοραστές. Σ’ αυτό ακριβώς στόχευαν και οι τελευταίες αυξήσεις τιμολογίων της ΔΕΗ.

Φυσικά, αν κοιτάξουμε γύρω μας θα διαπιστώσουμε πολλές περιπτώσεις αναίρεσης του βασικού ατού των ιδιωτικοποιήσεων, που είναι οι χαμηλότερες τιμές. Άλλο ένα παράδειγμα αποτελεί η ιδιωτικοποίηση πρώην κρατικών αεροπορικών εταιριών, της Ολυμπιακής συμπεριλαμβανομένης. Ενώ, τον πρώτο καιρό είχε παρατηρηθεί σημαντική μείωση των αεροπορικών ναύλων, στη συνέχεια οι εταιρίες, ως αναμενόταν, προχώρησαν σε συγχωνεύσεις και σε σύσταση συμμαχικών ομίλων, (alliances), με αποτέλεσμα οι ναύλοι να αρχίσουν να παίρνουν την ανηφόρα. Έτσι, σε όλες τις περιπτώσεις ιδιωτικοποιήσεων αυτό που τελικά συμβαίνει είναι η αντικατάσταση ενός κρατικού μονοπωλίου με ένα ιδιωτικό ολιγοπώλιο.

Παρά ταύτα, αν λάβουμε υπ’ όψιν μας την τελευταία δημοσκόπηση της GPO, (Μάιος 2011), και παρά το γεγονός ότι το ερώτημα αφορά όχι στις αποκρατικοποιήσεις καθ’ αυτές, αλλά στη δυνατότητα άντλησης μέσω αυτών των πολύτιμων 50 δισ., που είναι άλλο πράγμα, ένα σχετικά μεγάλο ποσοστό των ερωτηθέντων, περίπου το 52%, φαίνεται να τάσσεται υπέρ των ιδιωτικοποιήσεων. Οι διαφαινόμενοι λόγοι για την εν λόγω στάση της κοινής γνώμης, - αν την θεωρήσουμε πάγια και όχι συγκυριακή, εξ αιτίας της πολεμικής στη ΔΕΗ που αυτές τις μέρες διαχέεται από όλα τα ΜΜΕ-, είναι η προσδοκία, όπως καλλιεργείται, καλύτερων τιμών και υπηρεσιών, πράγμα που δεν ευσταθεί. Η εξουδετέρωση του συνδικαλισμού στις δημόσιες επιχειρήσεις, που κατηγορείται ότι ευθύνεται για όλη τους την κακοδαιμονία έχει άμεσες και μακροπρόθεσμες στοχεύσεις. Αφ' ενός να γίνουν αποδεκτές οι ιδιωτικοποιήσεις. Αφ' ετέρου να εξουδετερωθεί η ίδια η έννοια του συνδικαλισμού. Πετώντας όμως μαζί με τα νερά (κρατικοδίαιτος συνδικαλισμός) και το μωρό (ανάγκη ύπαρξης αγωνιστικού συνδικαλιστικού κινήματος), ο εργαζόμενος που καλείται να υιοθετήσει τις ιδιωτικοποιήσεις μένει στο έλεος των αρπακτικών της αγοράς, κι ας νομίζει το αντίθετο, και ως εργαζόμενος και ως καταναλωτής. Οι ιδιωτικοποιήσεις, εκτός του ότι δεν επιφέρουν καλύτερες τιμές και υπηρεσίες, εκτός του ότι τείνουν σταδιακά να αποκλείουν την πρόσβαση στα κοινωνικά αγαθά σε ολοένα και περισσότερα στρώματα, ευθύνονται επιπλέον και για μαζικές απολύσεις και μειώσεις μισθών.

Και γεννάται το ερώτημα: Σε τι θα ωφελήσει τον εργαζόμενο του ιδιωτικού τομέα η μαζική ανεργία των δημόσιων υπαλλήλων και η επιδιωκόμενη μισθολογική εξίσωση προς τα κάτω; Στο ότι θα βρεθούν στην ίδια κακή μοίρα, χωρίς συνδικαλιστικό κίνημα να υπερασπίζεται στοιχειωδώς τα δίκια τους, στην ίδια ουρά ανεργίας, στην ίδια μιζέρια;

Κυριακή, 22 Μαΐου 2011

Δημοσκοπήσεις, άρες μάρες κουκουνάρες…


Η σημερινή δημοσκόπηση της MARC (μια εταιρία που δεν συγκαταλέγεται στις φίρμες του κλάδου), με το αμφιλεγόμενο ερώτημά της, στο κατά πόσον οι πολίτες συναινούν στη «Συναίνεση», κατάφερε να παίζει πρώτο τραπέζι πίστα στο ραδιόφωνο και τις εφημερίδες. Αιτία το δημοσκοπικό εύρημα ότι ένα 62,8% φαίνεται να την επικροτεί. Φυσικά από μόνο του δε λέει τίποτε, μιας και το ερώτημα είναι αρκετά tricky.


Τι εστί όμως συναίνεση; Υπάρχουν τρία ενδεχόμενα. Είτε ο ένας να συμφωνεί με την πρόταση του δεύτερου, είτε ο δεύτερος να συμφωνεί με την πρόταση του πρώτου, είτε αμφότεροι να συμφωνούν πάνω σε ένα τρίτο σχέδιο.


Το ότι το 62,8% συναινεί στη Συναίνεση, δεν αποκαλύπτει και ποιο από τα τρία ενδεχόμενα αποδέχεται. Σε περαιτέρω ερώτηση για το εάν ο Σαμαράς θα πρέπει να συναινέσει με την κυβέρνηση, το 51,9% απαντάει «Ναι», το οποίο λογικά σημαίνει ότι το υπόλοιπο 48,1% θέλει κάποια από τις άλλες δυο εναπομείνασες εκδοχές. Αμ δε!


Στο επιπλέον ερώτημα που θέτει ο δημοσκόπος, για το εάν η κυβέρνηση θα πρέπει να υιοθετήσει κάποιες από τις προτάσεις της αξιωματικής αντιπολίτευσης, το 77,3% απαντά ότι η κυβέρνηση είναι αυτή που θα πρέπει να υιοθετήσει κάποιες από τις προτάσεις Σαμαρά!


Δηλαδή η ίδια δημοσκόπηση φέρεται να δίνει δυο εντελώς διαφορετικές, και αλλήλως αποκλειόμενες απαντήσεις για το σε ποιανού πρόταση θα επιδιωχθεί η συναίνεση. Το 51,9% να θέλει ο Αντωνάκης να σκύψει στον Γιωργάκη, και το 77,3% να ζητάει το ακριβώς αντίθετο! Δλδ είτε η έρευνα είναι για τα μπάζα, είτε το 25,4% των ερωτηθέντων τα έχει εντελώς χαμένα.


Αν πάμε σε άλλη δημοσκόπηση, αυτή της RASS για την εφημερίδα "ΤΟ ΠΑΡΟΝ", ό,τι καταλάβατε από την προηγούμενη δημοσκόπηση, διαγράψτε το και ξεχάστε το. Εδώ, τα πράγματα έρχονται ακριβώς τούμπα, γιατί τώρα το ποσοστό των ερωτηθέντων που φέρεται να μην συναινεί στη συναίνεση που προτείνει η κυβέρνηση, ( 62,4%) είναι το ίδιο με το ποσοστό που στην προηγούμενη δημοσκόπηση φέρεται να συναινεί!


Βγάλατε άκρη; Καμμια! Το σίγουρο είναι ότι αύριο όλοι θα είναι ευχαριστημένοι, και αυτοί που αρνούνται τη συναίνεση και αυτοί που την επιδιώκουν.


Ξεχνάνε όμως κάτι σημαντικό, ότι η επιδιωκόμενη συναίνεση, δεν έχει επί της ουσίας κανένα πρακτικό αντίκρισμα, παρά μόνο συμβολικό, όπως θα έλεγε και ο Ρέππας, και τούτο γιατί ο Αντωνάκης δεν σέρνει από πίσω του κανένα λεφούσι, που να έχει βγει στις ταράτσες, κηρύσσοντας τον ανένδοτο με τρόπο που να μην μπορεί να το μαζέψει. Αν μετά κόπων και βασάνων συγκέντρωσε αυτό το πενιχρό 20%, κυρίως γιατί έπαιξε το χαρτί του αντιστασιακού, αύριο θα έχει εντελώς εξανεμιστεί.


Αλλά το σημαντικότερο των σημαντικών είναι ότι αυτό που διαμορφώνει τις διαθέσεις και τις αντιδράσεις του κόσμου δεν είναι οι αερολογίες, τα πείσματα και οι συμβολισμοί του αξιοθρήνητου διδύμου Αντωνάκης-Γιωργάκης, αλλά η αδήριτη πραγματικότητα, η οποία έβγαλε ήδη τα δρεπανηφόρα της στο δρόμο και σαρώνει, τόσο που να μπορεί πλέον ο καθένας ελεύθερα να πει: «Στ’ αρχίδια μου αν συναινέσετε, στ’ αρχίδια μου και αν δεν».


Παρασκευή, 20 Μαΐου 2011

Rebellion in the Palace


Είπαμε ότι η κρίση θα σηκώσει φουρτούνες και θα ταράξει τα νερά σε θάλασσες και σε πελάγη. Από τον, όλοι εναντίον όλων, πόλεμο, φαίνεται ότι δεν θα ξεφύγουν ούτε και οι πατροπαράδοτες καλές σχέσεις και χαριεντισμοί της πρώτης γραμμής πολιτικών στελεχών με τα αντίστοιχα πρώτης γραμμής στελέχη των καναλιών και ερτζιανών.


Αν έχουμε μείνει με την πρόσφατη εικόνα του εγκάρδιου τετ-α-τετ του γεύματος Πρετεντέρη - Παπακωνσταντίνου, όπου ήταν ξεκάθαρο για το ποιος έδινε γραμμή σε ποιον, καιρός είναι να αρχίσουμε να αναθεωρούμε την παγιωμένη αυτή εντύπωση.


Για όσους παρακολούθησαν χθες τις ειδήσεις στο Mega, θα εντυπωσιάστηκαν με τον τρόπο που ο Ρέππας ύψωσε τον τόνο της φωνής του στην ιερά τριάδα Πρετεντέρη-Τρέμη-Καψή, οι οποίοι φροντίζουν να κρέμονται επιπλέον και σαν εικονίσματα πάνω από τα κεφάλια των εκάστοτε συνομιλητών τους, έτσι για να προκαλούν φαίνεται το δέος σε μας τους τηλεθεατές και να σκιαζόμαστε. Ο Ρέππας ήταν πολύ αγανακτισμένος, κυρίως με την εμμονή της παναγίας Όλγας, στο να αποσπάσει δέσμευση του τελευταίου σώνει και καλά για απολύσεις, και όλοι όσοι βρίσκονταν με ανοιχτές τις οθόνες στη συγκεκριμένη συχνότητα ήταν εντελώς σίγουροι πώς μέσα στο στόμα του θα συνωστίζονταν ανόσιες και τρισκατάρατες λέξεις, όπως ας πούμε «τσόκαρο» ή «καριόλα».


Σήμερα το πρωί στον «Flash», είχαμε τον πληθωρικό, αμόλυντο και υποδειγματικό πολίτη Λάλα, -που παρά το δημόσιο τράβηγμα της κουρτίνας που τού έκανε κάποιο καιρό πριν ο Λάκης, σε κάποιο επεισόδιο του σικουέλ «Αλ-Τσαντίρι», εμείς συνεχίζουμε να τον θεωρούμε αξιότιμο-, ο Λάλας λοιπόν, παρακούνησε το δάχτυλο στον πολίτη Λυκουρέντζο, απαιτώντας από αυτόν, με εμμονή παρόμοια σε ένταση με αυτή τής Όλγας, να αποκηρύξει στο εδώ και τώρα τις καυτές δηλώσεις του συντρόφου Καμμένου, πράγμα που έκανε τον Αρκάδα πολιτικό να του επιτεθεί βιαίως, στο στυλ «ποιος είσαι συ ρε μαλάκα, που κάνεις τον εισαγγελέα και με θέτεις στην κρίση του κοινού;», ή «αν συμφωνούσα μαζί σου θα ήμουν σπουδαίος, ενώ τώρα που έχω άλλη άποψη, με δικάζεις και με ρίχνεις στα λιοντάρια;», και να του κλείσει κατάμουτρα το τηλέφωνο.


Μετά απ’ αυτό, και όση ώρα ο Λάλας έπαιρνε σε κάποια γωνιά του στούντιο το υπογλώσσιο, ο ηχολήπτης του μάς πέταξε κάτι ωραίες ροκιές, και έτσι περάσαμε πολύ ωραία και σήμερα το πρωί.

Πέμπτη, 19 Μαΐου 2011

Από το Σύνταγμα στον Κορυδαλλό


Ας πούμε ότι η κα Μιράντα Ξαφά, ο κ. Στέφανος Μάνος και το κολλητήρι κ. Πάσχος αποφασίζουν να απολύσουν 50, 000 δημοσίους υπαλλήλους. Αν θεωρήσουμε ότι κάθε ένας απ’ αυτούς στοιχίζει βαρύ βαρύ 2,000 ευρώ μηνιαίως, τότε η κυβέρνηση θα μπορεί να στέλνει κάθε μήνα στους τραπεζίτες ένα δωράκι ίσο με 100 εκατ. ευρώ.

Η βουλή, από την άλλη, για 300 έχει ένα μηνιαίο προϋπολογισμό ίσο με περίπου 20 εκατ. ευρώ. Δηλαδή 10,000 δημόσιοι υπάλληλοι συντηρούν 300 αναλογία που θα τη ζήλευαν και οι ρωμαίοι αυτοκράτορες.

Δεδομένου ότι οι περισσότεροι βουλευτές δεν είναι μόνο άχρηστοι και επικίνδυνοι, αλλά και ύποπτοι για ποινικά κολάσιμες πράξεις, θα πρότεινα οι εργασίες της βουλής να μεταφερόντουσαν σε κάποιο άλλο κτήριο με λιγότερες ανέσεις μεν, αλλά λειτουργικό. Άλλωστε τον περισσότερο χρόνο τα έδρανα παραμένουν κενά, και οι μόνες στιγμές που γεμίζουν είναι όταν οι αρχηγοί, χρειάζονται κλακαδόρους για τους θεόπνευστους λόγους τους και γλάστρες για την τηλεοπτική τους εικόνα .

Έτσι, σαν ένα τέτοιο δημόσιο κτήριο θα πρότεινα τις φυλακές Κορυδαλλού, όχι φυσικά τα κελιά, προς θεού δεν εννοώ κάτι τέτοιο, αλλά την πολύ ευρύχωρη και πρόσφατα ανακαινισμένη αίθουσα συνεδριάσεων του συγκροτήματος. Νομίζω ότι μια τέτοια μεταφορά θα έδινε ένα πολύ ευχάριστο και υπεύθυνο μήνυμα στον εξαγριωμένο κόσμο.

Τώρα, βέβαια υπάρχουν και κάποιοι καλοί βουλευτές οι οποίοι δεν θα ήθελαν να συνδεθεί η φυσιογνωμία τους με ένα τέτοιο χώρο και θα έλεγα δικαίως.

Αυτοί λοιπόν οι βουλευτές θα μπορούσαν πάραυτα να διαχωρίσουν τα τσανάκια τους από τον υπόλοιπο συρφετό και να κάνουν κάτι πολύ χρήσιμο। Να εγκαταλείψουν τα μαντριά και τις στρούγκες του Περισσού και της Κουμουνδούρου, και καθώς πήρε και καλοκαιριάζει, να βγάλουν τραπεζάκια, δλδ τα γραφεία, έξω στα πάρκα και τις πλατείες, στο κέντρο και τις γειτονιές, και να αρχίσουν να ακούνε πρώτα και μετά να μιλάνε με τον κόσμο. Να μοιράζουν διαφωτιστικά άρθρα, μπροσούρες, να παίζουν βίντεο με ο,τιδήποτε θεωρούν χρήσιμο και διαφωτιστικό, κι αυτό κάθε μέρα, δυο βάρδιες τη μέρα, κι άμα λάχει και τρεις, για τους ξενύχτες.

Έχει μάλλον η Αριστερά ξεχάσει, πως ο καλύτερος δρόμος για τη βουλή δεν είναι από τα γραφεία, αλλά από τις πλατείες, τα πάρκα και τους δρόμους. Καιρός λοιπό να το θυμηθεί, αν θέλει πραγματικά να προσφέρει...

Τετάρτη, 18 Μαΐου 2011

McJobs


Μπορεί να δολοφονήθηκε ο Μπιν Λάντεν, μπορεί να συμβεί το ίδιο και με τον Καντάφι, ακόμα και με τον Αχμαντινετζάντ, η πλειοψηφία όμως των αμερικανών θα συνεχίσει να παραμένει απελπισμένη και σκυθρωπή. Κι ο λόγος, δεν είναι μόνο η ανεργία που έχει στυλώσει τα ποδάρια και δεν λέει να φύγει, αλλά κυρίως η εγκατάλειψη της ελπίδας ότι ακόμα και αν προέκυπταν δουλειές, δεν θα ήταν τέτοιες που θα μπορούσαν να συγκρατήσουν τα νοικοκυριά από την ελεύθερη πτώση προς τη φτώχεια. Τουλάχιστον αυτά λένε η καθημερινή εμπειρία, οι αριθμοί και τα στοιχεία.


Την 19η Απριλίου η εταιρία McDonalds ανακοίνωσε την πρόσληψη σε μια μόνο μέρα 62,000 νέων υπαλλήλων για όλη την Αμερική, και στα γραφεία της συνωστίστηκαν ούτε λίγο, ούτε πολύ κοντά στο ένα εκατομμύριο. Όχι φυσικά για τους υψηλούς μισθούς και την προοπτική καριέρας, αλλά για τη φρατζόλα το ψωμί και των παιδιών το γάλα. 14 εκατ. οι (επίσημοι) άνεργοι, κι ένα ακόμα εκατομμύριο για όσους σταμάτησαν να ψάχνουν από κούραση και απογοήτευση. Ακόμα και τα 8 δολάρια την ώρα, που προσέφεραν, τα μισά απ’ όσα θα έπαιρναν αν έβρισκαν δουλειά σε μια μεσαία βιομηχανία, από το τίποτα, είναι τουλάχιστον κάτι. Οι δουλειές McJobs είναι πια πραγματικότητα, που δεν μπορείς να αρνηθείς, καταχωρημένες μάλιστα και στα επίσημα λεξικά.


Από όλες τις νέες θέσεις εργασίας που δημιουργήθηκαν στις ΗΠΑ από το 2008 και εντεύθεν, περίπου οι μισές αφορούσαν δουλειές όπως οι παραπάνω, και μόνο το 14% αντιστοιχούσε σε θέσεις με αξιοπρεπείς μισθούς. Για δε το 2010, μια στις τέσσερις δουλειές ήταν προσωρινής απασχόλησης. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η εικόνα αυτή είναι πρόσκαιρη και συγκυριακή, αλλά όπως λένε και οι αριθμοί, πρόκειται για μια ξεκάθαρη τάση της οικονομίας η οποία ακολουθεί την ίδια ρότα, σταθερά, εδώ και τρεις δεκαετίες.


Κι όχι μόνο στις ΗΠΑ, αλλά παντού, και φυσικά και στην Ελλάδα. Στο 1ο δίμηνο του τρέχοντος έτους, για παράδειγμα, οι θέσεις μερικής απασχόλησης αντιστοιχούσαν στο 42% των νέων προσλήψεων, ενώ την ίδια εποχή πέρσι, στο 30%, έχοντας ως αποτέλεσμα τη διεύρυνση των εισοδηματικών ανισοτήτων, με ένα στρατό να συνωστίζεται στα κατώτερα κλιμάκια και κάποιες μερίδες, σαφώς μικρότερες αριθμητικά, να καλπάζουν προς τα ανώτερα.


Αν η παρούσα κρίση διεύρυνε ακόμα περισσότερο τις εισοδηματικές ανισότητες, σε βαθμό όμοιο με αυτές που επικρατούσαν προ του κραχ του ’29, κατά τον ίδιο τρόπο οι ίδιες οι μεγάλες εισοδηματικές ανισότητες έχουν σαν αποτέλεσμα την πρόκληση οικονομικών κρίσεων, όπως η σημερινή, για το λόγο ότι τα εισοδήματα που υπολείπονται τείνουν να αναπληρώνονται μέσω του δανεισμού από το πλεόνασμα των υψηλότερων εισοδημάτων, τα οποία αυξάνοντας έτσι τα κέρδη τους, επιτείνουν, μέσω ενός θετικά ανατροφοδοτούμενου κύκλου το εισοδηματικό άνοιγμα, μέχρι το μεγάλο «μπαμ».


Δευτέρα, 16 Μαΐου 2011

Βail out για τους μετόχους, εδώ και τώρα!


Μια απορία μου γεννήθηκε και θα ήθελα να πάρω κάποια απάντηση.

Όταν κάποιος ιδιώτης επενδυτής ή κάποιο fund, ή κάποιο ασφαλιστικό ταμείο επενδύει στην τάδε και τη δείνα μετοχή και ο εκδότης αυτής της τάδε και της δείνα μετοχής φουντάρει την επιχείρησή του ή όταν τα κέρδη της μειώνονται ή όταν το χρηματιστήριο το ίδιο φουντάρει επειδή κάποια πεταλούδα στο Πεκίνο γριπιάστηκε, ποιος έρχεται να διασώσει τον ιδιώτη επενδυτή που έκανε λάθος το λογαριασμό ή απλά είχε κακή τύχη;

Ποιος ήρθε να διασώσει τα ασφαλιστικά ταμεία που έχασαν κάποια δις ευρώ από δομημένα ομόλογα ή από μετοχές επειδή έπεσε η αξία τους; Καλά να πάθουν είναι η απάντηση, που βρέθηκαν εκεί που δεν τους σπέρνουν!

Και τώρα, γιατί γίνεται τόση φασαρία για τους ιδιώτες επενδυτές που θα χάσουν ένα ποσοστό από τα ομόλογα του δημοσίου, στα οποία είχαν την κακή τύχη να επενδύσουν;

Γιατί γίνεται τόση φασαρία γι αυτά και δεν γίνεται καμιά για την πτώση των τιμών των μετοχών; Δεν είναι άδικο; Γιατί κουρεύουν τους μεν με ελαφρά καρδιά, και δεν τολμάνε να πειράξουν τρίχα στους δε; Άλλα μαλλιά έχουν οι ομολογιούχοι;

Για λόγους λοιπόν ίσης μεταχείρισης και δικαιοσύνης, δεν θα έπρεπε και οι τελευταίοι να περάσουν από τον πάγκο του κουρέα;


Υ.Γ. Για τα ασφαλιστικα ταμεία και τις αιτιες κατάρρευσης δειτε παλιοτερη αναρτηση

Κυριακή, 15 Μαΐου 2011

Η ιδιωτική εκπαίδευση καταστρέφει τη δημόσια


Όσοι και όσες προσπαθούν να επιβάλλουν το μοντέλο των αγορών στην εκπαίδευση, με το σκεπτικό ότι δια του ανταγωνισμού ανάμεσα στα ιδιωτικά και δημόσια πανεπιστήμια, θα ανέβει και το επίπεδο των σπουδών των δημοσίων, μάλλον δεν έχουν ιδέα για το τι μιλάνε. Δεν είναι μόνο ο κυνισμός που έρχεται μ’ ευκολία να εξισώσει το οποιοδήποτε καταναλωτικό προϊόν των malls και της λαϊκής με την εκπαιδευτική διαδικασία, αλλά η άγνοια για τις ιδιαιτερότητες και τους μηχανισμούς της ίδιας της ιδιωτικής εκπαιδευτικής «αγοράς» όπως αυτή λειτουργεί σε άλλες χώρες, και την οποία ευαγγελίζονται να μεταφέρουν αυτούσια και στα δικά μας τα μέρη.


Η μονότονα πλέον επαναλαμβανόμενη φράση ότι ο ανταγωνισμός ρίχνει τις τιμές και βελτιώνει τις υπηρεσίες, δεν έχει καθολική εφαρμογή, πόσο μάλλον σε περιοχές της οικονομίας, όπως η εκπαίδευση, με τα εντελώς ιδιάζοντα «προϊόντα» της.


Ας αγνοήσουμε προς το παρόν την παράδοση και το κοινό αίσθημα, που θέλουν την εκπαίδευση δημόσιο αγαθό και όχι καταναλωτικό προϊόν, και ας μιλήσουμε με όρους αγοράς για να δούμε και στην πράξη πόσο καλά πληρούνται.


Αν λάβουμε υπ’ όψιν μας την αμερικανική αγορά ιδιωτικών πανεπιστημίων, που αποτελεί και το αρτιότερο μοντέλο, βλέπουμε ότι ο υποτιθέμενος ανταγωνισμός που εν τοις πράγμασι τη διατρέχει, δεν έχει κατορθώσει να εκπληρώσει τους δυο βασικούς του νόμους, δηλαδή 1) τη μείωση των τιμών του εκπαιδευτικού προϊόντος, και 2) τη βελτίωση του επιπέδου των παρεχόμενων εκπαιδευτικών υπηρεσιών στα δημόσια ιδρύματα.


Αν πάρουμε σαν παράδειγμα το «πουλάω κάλτσες», τότε ο ανταγωνισμός ανάμεσα σε πολλές βιοτεχνίες καλτσών θα είχε επιφέρει, όπως λέει και η θεωρία, μείωση τιμών, διότι κάποιοι καλτσοβιοτέχνες είτε θα εισήγαγαν περισσότερα και νεώτερα μηχανήματα και θα αύξαναν την παραγωγή, είτε θα έκοβαν τους μισθούς στο μισό, ενέργειες οι οποίες θα ανάγκαζαν και τους γείτονες να κάνουν το ίδιο. Κι επειδή μόνο η τιμή δεν φτάνει, αν το προϊόν συνεχίζει να παραμένει σκάρτο, κάποιοι από δαύτους θα προσπαθούσαν να πλέξουν πιο γερές κάλτσες, γεγονός το οποίο θα συμπαρέσυρε προς το καλύτερο και τις κάλτσες του γείτονα, κ.ο.κ.


Αν η εκπαίδευση ήταν κάτι το ανάλογο, τότε σε περιοχές με μεγάλη συγκέντρωση καλών ιδιωτικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, θα διαπίστωνε κανείς πτώση της τιμής του εκπαιδευτικού προϊόντος, δηλαδή πτώση των διδάκτρων, καθώς επίσης και άνοδο του επιπέδου των δημοσίων πανεπιστημίων της περιοχής, βάσει μιας απλουστευτικής εκδοχής της προσφιλούς δαρβινικής θεωρίας, περί της επιβίωσης του καταλληλότερου. Τα κακά δημόσια πανεπιστήμια, για να επιβιώσουν, θα αναγκάζονταν, όπως λέει η θεωρία να ανταγωνιστούν τα καλά ιδιωτικά.


Μια όμως προσεκτικότερη εξέταση της γεωγραφικής θέσης των αμερικανικών πανεπιστημίων δείχνει ότι τα πράγματα δεν είναι έτσι. Δηλαδή τα καλά δημόσια δεν γειτνιάζουν κατ’ ανάγκη, με τα καλά ιδιωτικά. Ενώ τα καλύτερα και ακριβότερα ιδιωτικά πανεπιστήμια, βάσει των διεθνών πινάκων κατάταξης, (στους οποίους αναφερθήκαμε με όχι ιδιαίτερη εκτίμηση σε προηγούμενο ποστ), βρίσκονται συγκεντρωμένα στη βορειοανατολική ακτή, τα καλύτερα δημόσια πανεπιστήμια βρίσκονται στην άλλη μεριά, στη δυτική, στην πολιτεία της Καλιφόρνιας, αλλά και διάσπαρτα σε τυχαίες περιοχές. Επιπλέον, το μόνο δημόσιο αμερικάνικο πανεπιστήμιο που βρίσκεται στις 20 πρώτες θέσεις του πίνακα κατάταξης είναι το πανεπιστήμιο του Michigan, μακριά από κάθε καλή γειτονιά, ενώ το πολιτειακό πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης στο Stony Brook, παρ’ ότι γειτνιάζει με ένα μεγάλο μπουκέτο καλών ιδιωτικών πανεπιστημίων, μετά βίας τα καταφέρνει να εξασφαλίσει την 78η θέση στις διεθνείς κατατάξεις.


Ο λόγος είναι ότι τα ιδιωτικά, απομυζώντας όλους τους πόρους, ανθρώπινους και οικονομικούς, καθιστούν τα διπλανά τους δημόσια ανίκανα ν’ ανθίσουν με αποτέλεσμα να μαραζώνουν. Δηλαδή αντί να συντηρούν τον ανταγωνισμό, τον καταστρέφουν, όπως θα έκανε, ας πούμε ένα μονοπώλιο.


Σχετικά τώρα με τα δίδακτρα των ιδιωτικών πανεπιστημίων, αντί να μειώνονται, όπως θα έπρεπε να συμβαίνει αν λειτουργούσε ο μεταξύ τους ανταγωνισμός της αγοράς, αυτά αντιθέτως συνεχίζουν να απογειώνονται, γεγονός που επιτείνει τον μονοπωλιακό ή ολιγοπωλιακό τους χαρακτήρα.


Αν η εκπαίδευση συνέχιζε να αντιμετωπίζεται σαν δημόσιο αγαθό, όπως ο αέρας και το νερό, τότε η κατοχή του εκπαιδευτικού προϊόντος από τον έναν που θα ενδιαφερόταν να το αποκτήσει, δεν θα το στερούσε από τον άλλον, καθ’ όσον όλοι θα είχαν εξ ίσου την ίδια απεριόριστη πρόσβαση σ’ αυτό. Αντιθέτως, στην περίπτωση της ιδιωτικής εκπαίδευσης, και στο βαθμό που αυτή προσλαμβάνεται σαν προϊόν όπως όλα τα άλλα, η πρόσβαση επιτρέπεται μόνο σε περιορισμένο κοινό, για το λόγο ότι οφείλει να διατηρήσει την αξία του προϊόντος που παρέχει. Δηλαδή, όσοι λιγότεροι έχουν πρόσβαση στο προϊόν αυτό, τόσο και η αξία του ανεβαίνει στην αγορά, με αποτέλεσμα να διευρύνεται η ψαλίδα ανάμεσα στην ιδιωτική και τη δημόσια εκπαίδευση, όπου το «προϊόν» της τελευταίας, ως παρεχόμενο δωρεάν, καταλήγει να μην έχει ουσιαστικά καμιά οικονομική αξία.


Η άδεια λοιπόν λειτουργίας ιδιωτικών πανεπιστημίων παράλληλα με τα δημόσια, δεν επιδιώκει τη βελτίωση συνολικά της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, όπως διατείνεται, αλλά το ακριβώς αντίθετο, που είναι η περαιτέρω υποβάθμιση των δημοσίων, ο περιορισμός του αριθμού των πτυχιούχων, (τους οποίους έτσι κι αλλιώς ο σημερινός καταμερισμός εργασίας δεν χρειάζεται σε μεγάλες ποσότητες), καθ’ ότι η πλειονότητα που δεν θα μπορεί να πληρώσει δίδακτρα, θα αποθαρρύνεται και να σπουδάσει, και από την άλλη μεριά, η εξασφάλιση μεγαλύτερης αξίας εκπαιδευτικού προϊόντος σε μια μικρότερη κοινωνική μερίδα, η οποία και θα μπορεί, πληρώνοντας, να το αποκτήσει.


Παρασκευή, 13 Μαΐου 2011

Συναίνεση ή Συνενοχή;



Μπορείτε να δώσετε όποιον χαρακτηρισμό θέλετε, όσο σκληρός και να είναι, σ’ αυτό τον συρφετό που κυβερνά και αντιπολιτεύεται, όπως και στα ακάματα μαντρόσκυλα των ερτζιανών και καναλιών που σπεύδουν να διαχ«έ»σουν τον θείο λόγο των αλλοδαπών σωτήρων. Δεν μπορείτε όμως να μην παραβλέψετε ότι οι πηγές αυτού του θείου λόγου διατελούν, επιεικώς, εν πλήρει συγχύσει, κοινώς ότι δεν ξέρουν τι τους γίνεται, και ακόμα με πιο κοινή γλώσσα, ότι, «μ’ ό,τι θυμούνται χαίρονται». Και η σύγχυση δεν απαντάται μόνο στους ευρωπαίους και εγχώριους πολιτικούς, ανόητα και μωροφιλόδοξα ανθρωπάρια, που έστω θα μπορούσαμε να τους συγχωρέσουμε την άγνοια και την αδυναμία, αλλά και στους απανταχού της γης δαφνοστεφανομένους με Νόμπελ σοφούς οικονομολόγους, οι οποίοι αν μπορούσαν να κρατήσουν το στόμα τους κλειστό ή χρησιμοποιούσαν τα λόγια τους με περισσότερη φειδώ και σκέψη, τα τρόπαιά τους δεν θα είχαν κουρελιαστεί τόσο γρήγορα.


Με το μακρύ τους οι μεν, και το κοντό τους οι δε, πέρασαν με ξεδιάντροπη ευκολία από την εξύμνηση του σωτήριου μνημονίου και των πολιτικών λιτότητας, στην απάρνηση αυτών των ίδιων συνταγών, καμώνοντας ότι το ήξεραν ήδη από τα πριν κι ό,τι κάπου στο δρόμο ξεγελάστηκαν, και μπρος το αδιέξοδο και το κενό που μήνες τώρα βρίσκεται μπροστά μας και χάσκει, πιάστηκαν σαν τον πνιγμένο απ’ τα μαλλιά της συναίνεσης. Το γύρισαν δυο-τρεις φορές στο στόμα, φάνηκε πιο γλυκόπιοτο απ’ τα προηγούμενα σιρόπια και αυτό που βλέπουμε κι ακούμε τις μέρες αυτές είναι το σερβίρισμα του νέου γιατρικού.


Μπρος τη λιτότητα, η συναίνεση ανάμεσα στην κυβέρνηση και τη μείζονα αντιπολίτευση, ακούγεται πιο γλυκερή και πιο προσηνής. Σαν ένα χάδι στο μάγουλο, μπροστά στην προηγούμενη κατραπακιά στο σβέρκο. Από τον πόλεμο, σαν μέσο επίλυσης κρίσεων, σερβίρεται η αγαθή πράξη της συμφιλίωσης, κι αμέσως έρχεται στο νου το παλιό παραμύθι με το πάλεμα του δυνατού αγέρα και του ήλιου για το ποιος θα αποδειχτεί ικανότερος στο να γδύσει τον μοναχικό διαβάτη. Κι ας μην ξεχνάμε ότι είναι ο Ήλιος, αυτός, που στο τέλος νικά στο παραμύθι, δηλαδή είναι ο Ήλιος αυτός που γδύνει.


Θαρρείς κι αυτοί οι άνθρωποι στέρεψαν εντελώς από ιδέες, όχι από τίποτε αλλόκοτες και ριζοσπαστικές, αλλά κι απ’ αυτές ακόμα που θα τους διευκόλυναν να κάνουν καλύτερα τη δική τους δουλειά. Κι αυτό που βλέπουμε να κάνουν είναι ό,τι και οι ρακοσυλλέκτες, τριγυρνώντας κι ανασκαλεύοντας στα τυφλά, τους σκουπιδότοπους της παλιάς και πρόσφατης ιστορίας, μπας και κατά τύχη τούς φανερωθεί κάποιο κρυμμένο κελεπούρι.


Μήπως, δεν ήταν η συναίνεση αυτή που τόσο παίνευαν πριν από λίγους μόνο μήνες στην Ιρλανδία και Πορτογαλία; Και τι έγινε στο τέλος; Όση καλή πρόθεση και να έδειξαν, αμφότερες οι χώρες κατέληξαν στον ίδιο τενεκέ με τον δικό μας.


Πόσο ανόητοι μπορεί να είναι ώστε να ευελπιστούν ότι το «Ναι» του Σαμαρά θα διαγράψει μεμιάς όλο αυτό τον ορυμαγδό που ο καθένας βιώνει ακριβά στο πετσί του; Είναι δυνατόν, τόσοι «σοφοί» να πιστεύουν ακόμα στα ξόρκια και στη μαγική δύναμη των λέξεων;


Και ανόητοι και αμαθείς, και χοντρόπετσοι είναι, κι ακόμα παραπάνω. Αλλά αυτό που επιδιώκεται δεν είναι η συναίνεση, αλλά η συνενοχή. Όπως ακριβώς για να σηκώσουν το αεροπλάνο, το πηδάλιο το τραβάνε δυό, ο κυβερνήτης και ο συγκυβερνήτης μαζί, ώστε αν κάτι πάει στραβά η ευθύνη να μην πάει μόνο στον ένα, έτσι και τώρα, όταν η κυβέρνηση φουντάρει η χώρα να μην είναι μόνη της, αλλά να συμπαρασύρει και την αντιπολίτευση, ώστε να μπορούν να διηγούνται αργότερα, ότι η καταστροφή δεν ήταν παρά θεόσταλτη και νομοτελειακή.


Πέμπτη, 5 Μαΐου 2011

Πόση είναι τελικά η έκθεση των Ταμείων σε ομόλογα;


Πριν εξετάσουμε το ύψος των ομολόγων που κατέχουν τα ασφαλιστικά ταμεία ας δούμε κατ’ αρχήν πόσα είναι αυτά τα ταμεία.

Με το Νόμο 3655/2008, οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης στη χώρα μας περιορίστηκαν από 133 σε 21:


5 φορείς κύριας σύνταξης:

α) το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ,

β) ο Οργανισμός Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών,

γ) ο ΟΓΑ,

δ) το Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολουμένων στο οποίο εντάσσονται όλοι όσοι μέχρι σήμερα ήταν ασφαλισμένοι στους κλάδους του Ταμείου Νομικών, του ΤΣΑΥ και του ΤΣΜΕΔΕ.

ε) το Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Προσωπικού ΜΜΕ(ΕΤΑΠ-ΜΜΕ)


8 φορείς επικουρικής σύνταξης, κατ’ άλλους 6:

α) Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών(ΕΤΕΑΜ,

β) Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Ιδιωτικού Τομέα(ΤΕΑΙΤ),

γ) Ταμείο Ασφάλισης Υπαλλήλων Τραπεζών και Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας(ΤΑΥΤΕΚΩ),

δ) Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Δημοσίων Υπαλλήλων(ΤΕΑΔΥ),

ε) Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Πρόνοιας Απασχολουμένων στα Σώματα Ασφαλείας(ΤΕΑΠΑΣΑ),

ζ) Ενιαίο Ταμείο Τραπεζοϋπαλλήλων(ΕΤΑΤ).


5 φορείς πρόνοιας:

α) Ταμείο Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων

β) Ταμείο Πρόνοιας Ιδιωτικού Τομέα

γ) Ταμείο Υγείας Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, το οποίο εντάσσεται στο αντίστοιχο Ταμείο Δημοσίων Υπαλλήλων

δ)

ε) …

και

3 φορείς υγείας/αλληλοβοηθείας.


Σύμφωνα με ένα άρθρο του Πάνου Τσακλόγλου, Καθηγητή στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Οικονομικών Σπουδών του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, η συνολική περιουσία των φορέων κοινωνικής ασφάλισης στα τέλη του Σεπτεμβρίου του 2009 ήταν περίπου 31 δις ευρώ. Από το ποσό αυτό, 53% ήταν επενδυμένο σε καταθέσεις (κυρίως στην Τράπεζα της Ελλάδος), 30% σε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου (συμπεριλαμβανόμενων και των δομημένων), 8% σε μετοχές του Χρηματιστηρίου Αθηνών, 4% σε αμοιβαία και 5% σε ακίνητα (αποτιμημένα με αντικειμενικές τιμές). Από αυτά συνάγεται ότι η έκθεση των ταμείων σε ομόλογα ανέρχεται στα περίπου 9.3 δις ευρώ.


Άλλα δημοσιεύματα, όπως αυτό, (αναδημοσίευση από Reuters) φέρουν την έκθεση των ταμείων στο δημόσιο χρέος στα 8 δις ευρώ, ενώ σε άρθρο του στο bankingnews ο Π. Λεωτσάκος, την ανεβάζει κάπου ανάμεσα στα 15-20 δις ευρώ! Σε άλλα δημοσιεύματα, τα ομόλογα των ταμείων και διαφόρων δημοσίων φορέων (?), οι οποίοι όμως δεν κατονομάζονται ανέρχονται στα 29 δις ευρώ.

Εκτιμάται δε ότι τη μεγαλύτερη έκθεση την έχουν τα ταμεία του Ο.Τ.Ε., Ι.Κ.Α., τραπεζών, του ΤΣΜΕΔΕ, του Ο.Γ.Α., και του ΟΑΕΕ.


Ποια είναι τελικά η αλήθεια;

Ψάχνοντας και διασταυρώνοντας στοιχεία, κατέληξα ότι το ΙΚΑ αυτή τη στιγμή κατέχει ομόλογα ύψους 1.9 δις ευρώ.

Για το ΤΣΜΕΔΕ, τα πράγματα ήταν σχετικά εύκολα. Στο υπ΄αρ. 2607 Δελτίο του ΤΕΕ εκδοθέν στις 8/11/2010 σ. 50, αναγράφεται ρητά ότι τα ομόλογα ελληνικού δημοσίου που κατέχει ανέρχονται στα 207.542.186,00 ευρώ.

Για τον ΟΑΕΕ τα ομόλογα στην κατοχή του αποτιμώνται στα 65 εκ. ευρώ.

Σχετικά με το Ταμείο Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων (ΤΠΔΥ), ο Ριζοσπάστης

δίνει κάποια ενδεικτικά νούμερα για τον Νοέμβρη του 2008, λέγοντας συγκεκριμένα ότι έχουν «τζογαριστεί» σε ομόλογα σταθερού επιτοκίου 15 εκατομμύρια ευρώ, και σε «δομημένα ομόλογα» 13 εκατομμύρια ευρώ. Ας υποθέσουμε ότι το τελικό ύψος δεν διαφέρει σημαντικά από το άθροισμα αυτών των δυο ομολόγων, δλδ στα 28 εκατ.


Αν αθροίσουμε όλα τα προηγούμενα, (ΙΚΑ, ΟΑΕΕ, ΤΣΕΜΔΕ, ΤΠΔΥ) έχουμε ένα σύνολο ίσο με 2,263 δις ευρώ. Για τον ΟΤΕ και ΟΓΑ, τα οποία είναι και τα πλέον πιθανά να έχουν επενδύσει μεγάλα ποσά σε ομόλογα, στάθηκε αδύνατο να βρω κάποια πληροφορία. Αλλά και πάλι θεωρώ αδύνατον η έκθεσή τους να είναι μεγαλύτερη από αυτήν της προηγούμενης ομάδας. Αν την θεωρήσουμε κι αυτή ίση με 2,2 δις, τότε τα πλουσιότερα και μεγαλύτερα ταμεία της χώρας θα βρίσκονται να κατέχουν ομόλογα δημοσίου χρέους ύψους περίπου 5 δις ευρώ.

Μέχρι τα 8, 9 ή 20 δις ευρώ, που είδαμε προηγουμένως, υπάρχει πολύ μεγάλη απόσταση η οποία και θα πρέπει να δικαιολογηθεί. Αν όχι, τότε η έκθεση των ταμείων είναι πολύ μικρότερη από αυτή που διαχέεται στον τύπο και επομένως το επιχείρημα ότι ένα γερό κούρεμα θα βύθιζε τα ταμεία, είναι πολύ πιθανόν να μην ευσταθεί.


Για το λόγο αυτό, χρειάζεται άμεσα μια αξιόπιστη εκτίμηση της ακριβούς έκθεσης των ταμείων, ώστε να προχωρήσουμε σ’ ένα καλό κουρέα στα γρήγορα και προπάντων χωρίς ενοχές.