Κυριακή, 31 Ιουλίου 2011

Η απάτη του φαινομένου "trickling down"




Τα τέσσερα διαγράμματα που ακολουθούν δείχνουν καθαρά αυτό που ισχυρίζεται ο τίτλος της ανάρτησης, ότι δηλαδή η ελάττωση του υψηλότερου συντελεστή φορολόγησης του κεφαλαίου δεν έχει θετική επίδραση στην ανάπτυξη του ΑΕΠ, (Εικ. 1), στην αύξηση του διάμεσου εισοδήματος, (Εικ. 2), στη μεταβολή της ωριαίας αποζημίωσης, (Εικ. 3) και στη μεταβολή του ποσοστού ανεργίας, (Εικ. 4).


Ο οριζόντιος άξονας δείχνει τις χρονιές από το 1954 έως το 2000. Οι ενδιάμεσες χρονιές δεν φαίνονται καθαρά. Δυστυχώς όλα τα διαγράμματα είναι μικρής διακριτικής ικανότητας, ακόμα και στο πρωτότυπο. Αλλά δεν έχει και τόση μεγάλη σημασία. Αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι οι δυο καμπύλες.

Η ροζ, σε όλα τα διαγράμματα, από το 1-4, είναι η ίδια και αναπαριστά τον υψηλότερο συντελεστή φορολογίας του εισοδήματος. Το 1963 ήταν ίσος με 91%, και σταδιακά βλέπουμε πώς αυτός ελαττώνεται, μέχρι το 35%, για το 2003.


Η μπλε καμπύλη από την άλλη, αναπαριστά κάποιον από τους οικονομικούς δείκτες που προαναφέραμε.

Ο αριστερός κατακόρυφος άξονας αναφέρεται στον φορολογικό συντελεστή και είναι βαθμολογημένος κατά τον ίδιο τρόπο σε όλα τα διαγράμματα. Ο δεξιός κατακόρυφος άξονας, αναφέρεται στο ποσοστό μεταβολής του αντίστοιχου οικονομικού μεγέθους, και για το λόγο αυτό παίρνει και θετικές και αρνητικές τιμές.


Εικ. 1 Ανώτατος φορολογικός συντελεστής vs. ποσοστού αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ.

Ο συντελεστής συσχέτισης ανάμεσα στις δυο καμπύλες είναι 0.03, το οποίο σημαίνει ότι η συσχέτιση είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη. Αν η μείωση του ανώτατου φορολογικού συντελεστή είχε ουσιαστική επίδραση στην αύξηση του ΑΕΠ, τότε ο συντελεστής συσχέτισης θα βρισκόταν κοντά στο 1.



Εικ. 2 Ανώτατος φορολογικός συντελεστής vs. ποσοστού αύξησης του διάμεσου εισοδήματος.

Εδώ ο βαθμός συσχέτισης είναι ίσος με 0.06. Πρακτικά καμία συσχέτιση. Το αν αυξάνεται το εισόδημα, ή ελαττώνεται δεν εξαρτάται από τον φορολογικό συντελεστή.



Εικ. 3 Ανώτατος φορολογικός συντελεστής vs. ωριαίας αποζημίωσης.
Εδώ ο συντελεστής συσχέτισης είναι ίσος με 0.34. Δείχνει δλδ να υπάρχει μια ελαφριά επίδραση της ελάττωσης του ανώτατου φορολογικού συντελεστή στην ωριαία αποζημίωση .



Εικ. 4 Ανώτατος φορολογικός συντελεστής vs. ποσοστού μεταβολής της ανεργίας.

Ο συντελεστής συσχέτισης είναι ίσος με 0.11, δηλαδή αμελητέος.


Τα μεγέθη αφορούν την αμερικανική οικονομία και βρίσκονται ΕΔΩ.



Υ.Γ1. Ευχαριστώ τον eparistera για την υπόδειξη του εν λόγω άρθρου.


Υ.Γ2. Το βίντεο είναι από την ίδια ιστοσελίδα και αναφέρεται στα φορολογικά κατορθώματα των μεγάλων εταιριών.






Και για να έχουμε πληρέστερη εικόνα ας δούμε και το επόμενο γράφημα, το οποίο απεικονίζει τη μεταβολή με τη σειρά από αριστερά προς τα δεξιά, των κερδών των επιχειρήσεων, του δείκτη Dow Jones, των τιμών των μετοχών των 500 μεγαλύτερων επιχειρήσεων, και στη συνέχεια, των ωριαίων αποζημιώσεων των εργαζομένων, των εβδομαδιαίων, κλπ, και στο τέλος της ανεργίας, κατά το διάστημα 2009 ΙΙ και 2011 Ι. Οι μεταβολές σε ό,τι αφορά τα κέρδη είναι μεταξύ του 40 και 45%, ενώ σε ό,τι αφορά τους μισθούς και την ανεργία είναι αρνητικές!



Σάββατο, 30 Ιουλίου 2011

Οι φοροαπαλλαγές του Αντωνάκη


Ο δούκας Αντωνάκης, που σύμφωνα με όλα τα προγνωστικά θα διαδεχθεί τον βαρόνο Γιωργάκη στην ηλιόλουστη αποικία της Νότιας Δανείας, εξασφαλίζει τη δημοφιλία του από το sequel των μεγαλόπνευστων σχεδίων Zappeion I, II, III , κ.λ.π., τα οποία, για να μην μακρηγορώ, συνοψίζονται στις ευκολομνημόνευτες φράσεις : 1) δεν συμπράττουμε στο λάθος και 2) θα μειώσουμε τους φόρους.


Στην εποχή της έξαρσης των ληστοσυμμοριών, δεν αποτελεί έκπληξη που το ανωτέρω σχέδιο βαράει πιένες. Σε ελεύθερη μετάφραση, και με δεδομένη την αρχέγονη φύση του ανθρώπου, να βλέπει και να καταλαβαίνει μόνο αυτό που επιθυμεί να δει και να καταλάβει, ο Αντωνάκης λοιπόν, άμα έρθει η ώρα του, θα καταργήσει το Μνημόνιο, ή για τους λιγότερο φαντασιόπληκτους, θα το σουλουπώσει έτσι ώστε να μοιάζει περισσότερο φιλικό προς τον χρήστη και θα απαλλάξει τους υπηκόους του από τη φοροληστρική συμπεριφορά του προκατόχου του.


Φυσικά η μετάφραση είναι λάθος, διότι αν και οι λιμάρηδες της εξουσίας αφήνουν την προοπτική αυτή να αιωρείται εξ ίσου επί «δικαίων και αδίκων», οι προσεκτικοί ακροατές και αναγνώστες γνωρίζουνε πολύ καλά ότι η σπάθη του δήμιου, ουσιαστικά θα πέσει μόνο επί των φόρων των «δικαίων». Η κατάσταση για τους αιωνίως άδικους και αδικημένους θα παραμείνει, στην καλύτερη των περιπτώσεων, ως έχει.


Θα μου πείτε, πού το ξέρω. Δεν θέλει και πολύ. Αν ο ένας βάζει φόρους, ο άλλος για να κερδίσει το θρόνο, θα κάνει το αντίθετο και θα τους βγάλει. Αν ο ένας είναι ακραιφνής σοσιαλιστής, τόσο ώστε να προεδρεύει στη Λίγκα των Σοσιαληστών του Βορρά και του Νότου, ο άλλος θα γίνει ρεπουμπλικάνος, δηλαδή θα κόψει τους φόρους. Βέβαια οι ρεπουμπλικάνοι δεν κόβουν ισότιμα και οριζόντια τους φόρους. Η περικοπή πάει ευθέως ανάλογα του εισοδήματος. Όσο πιο μεγάλο, τόσο και μεγαλύτερη. Αν αυτός ο κανόνας δεν έγινε αντιληπτός από ολόκληρο το Tea Party στην Αμερική, που εδώ και χρόνια ξελαρυγγίζεται για μειώσεις φόρων, πώς περιμένει κανείς να γίνει αντιληπτός από εμάς.


Ο Αντωνάκης λοιπόν, ενώ αφήνει να εννοεί ότι θα προβεί σε μια οριζόντια ελάφρυνση, ώστε ο καθένας να λέει, ας πάει και το παλιάμπελο, αν είναι να μην πληρώσω εγώ ο φουκαράς, ας μην πληρώσει και ο μη-φουκαράς, στην πραγματικότητα εννοεί ότι θα κόψει μόνο από τους «πάνω», ώστε να προέλθει εξ αυτών η επένδυσις, εξ ου και η ανάπτυξις. Γνωστό το δόγμα, μόνο που είναι ψευδεπίγραφο και δεν δουλεύει. Ούτε ποτέ του δούλεψε. Απλώς μάς δουλεύουν, όπως και με όλα τα νεοφιλελεύθερα οικονομικά, τα απτά αποτελέσματα των οποίων είναι κατ’ εξακολούθηση, αναντίστοιχα των εξαγγελιών τους.


Στην Ελλάδα, άλλωστε δεν υπάρχει καν λόγος μείωσης του συντελεστή φορολόγησης του κεφαλαίου, μιας και είναι απελπιστικά χαμηλός, ήδη. Τα νούμερα βρίσκονται παντού στον τύπο. Για παράδειγμα από το άρθρο του Χρ. Μέγα στην Ελευθεροτυπία, και σύμφωνα με μελέτη του ΟΟΣΑ (2009), «η πραγματική φορολογική επιβάρυνση της εργασίας στην Ελλάδα (35,1%, 2007) αντιστοιχεί στον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ενωσης (36,4%, 2006), ενώ η πραγματική φορολόγηση για τα κέρδη ανέρχεται σχεδόν στο ήμισυ του μέσου όρου της Ε.Ε. των 25 (15,9% για την Ελλάδα, έναντι 33,0% στην Ε.Ε. των 25)».


Άρα ο Αντωνάκης μάς δουλεύει διπλά. Μια φορά, εξ αιτίας ενός ψευδούς δόγματος, και μια δεύτερη, επειδή αποκρύπτει το πραγματικό ύψος, ας πούμε καλύτερο βάθος, της φορολογίας του κεφαλαίου. Ο Αντωνάκης, απλώς εκτελεί συμβόλαια. Γιορτή, κοντογιορτή, θα γίνουν εκλογές και θα μάθουμε ποια.


Το γιατί δεν δουλεύει ο κανόνας του «trickling down» δεν περιμένουμε να το εμπεδώσουμε από τα εγχώρια αριστερά think tanks», αυτά τα λειψά που υπάρχουν, τέλος πάντων. Μπορεί να συσκέπτονται και να αναλύουν νυχθημερόν, αλλά λίγες από τις σκέψεις και τις αναλύσεις τους βρίσκουν το δρόμο προς τα ηλεκτρονικά και έντυπα μέσα. Δώρον, άδωρον δηλαδή. Ευτυχώς που υπάρχουν και τα αμερικανικά, τα οποία, όπως και να το κάνουμε είναι πιο φιλέρευνα και δραστήρια.


Τι μαθαίνουμε λοιπόν;

Ότι όταν μιλάμε για φορολογικές ελαφρύνσεις, μόνο αυτές των μεσαίων και χαμηλών εισοδημάτων τονώνουν την οικονομία, ενώ οι ελαφρύνσεις των πλουσίων την καταποντίζουν. Η ιδέα και η εξήγησή της είναι απλή, αν και οι πολιτικοί και οι οικονομολόγοι αρέσκονται να τις βάζουν όλες στο ίδιο καζάνι για να θολώνουν τα νερά.


Στις ΗΠΑ, τις χρονιές 2001-2009, κατά τη διάρκεια της θητείας του George W. Bush, οι φοροαπαλλαγές των πλουσίων στέρησαν το κράτος από έσοδα τουλάχιστον $3 τρις, ενώ το ΑΕΠ, από το 2004 και μετά αυξανόταν με πολύ μικρότερους ρυθμούς, γύρω στο 2%, κατά μέσο όρο, με αποτέλεσμα τα εισπραχθέντα έσοδα να είναι λιγότερα από το προϋπολογισθέντα κατά $3.5 τρις. Συνολικό χάσιμο δλδ, γύρω στα $6.5 τρις, τουτέστιν κάτι λιγότερο από το μισό του αμερικανικού χρέους.


Η πολιτική Μπους, ενώ κατ’ αρχήν ελάττωσε τους φόρους σε όλη την εισοδηματική κλίμακα, εν τούτοις αυτοί οι οποίοι ωφελήθηκαν ήταν τα πολύ υψηλά εισοδήματα, ειδικότερα, οι πάνω από $1 εκατ. Ένα από τα αποτελέσματα ήταν και η αύξηση της ανισότητας. Πιο αναλυτικά, το 38% των φοροαπαλλαγών πήγε στο ανώτερο 1% της εισοδηματικής κλίμακας, (με έσοδα πάνω από $620,000), ενώ μόνο ένα 20% πήγε στο 60% των φορολογουμένων με εισοδήματα κάτω των $67,000. Την ίδια δε εποχή, αντί να αυξηθεί η ευημερία, οι εργαζόμενοι είδαν τους μισθούς τους να πέφτουν κατά 2.3%.


Οι μειώσεις φόρων στα μεσαία και κατώτερα εισοδήματα έχουν θετική επίδραση στην οικονομία διότι το εισόδημα που εξοικονομείται πηγαίνει κατά κύριο λόγο στην κατανάλωση. Δεν ισχύει όμως το ίδιο και για τους πλούσιους. Πρώτο γιατί οι πλούσιοι ξοδεύουν ένα μικρότερο ποσοστό των εισοδημάτων τους στην κατανάλωση, (είτε φτωχός, είτε πλούσιος, τον ίδιο αριθμό κωλόχαρτων χρειάζεσαι), και δεύτερον διότι συγκεντρώνοντας όλο και μεγαλύτερο πλούτο, απομένει ένα μικρότερο κομμάτι της πίττας να ξοδευτεί από τα κατώτερα εισοδήματα. Επιπλέον, ο συσσωρευμένος πλούτος, αντί να επενδυθεί στην πραγματική οικονομία, διοχετεύεται σε πιο επικερδείς δραστηριότητες που είναι τα χρηματοπιστωτικά, οι φούσκες, το λαθρεμπόριο, τα όπλα, τα ναρκωτικά, οι γυναίκες, τα ποτά και τα ξενύχτια.


Αυτές που συνεισφέρουν στην οικονομία και προσφέρουν θέσεις εργασίας είναι οι μικρές επιχειρήσεις. Οι μεγάλες ουδόλως συνεισφέρουν, διότι είναι ευκολότερο να φοροδιαφύγουν, να φοροαπαλλαχτούν ή να μεταναστεύσουν.


Ο υποσχεθείς παράδεισος του Αντωνάκη λοιπόν, είναι στην πράξη τζούφιος. Δεν χρειάζεται όμως και πολλή σκέψη. Αν ο ηλίθιος αβαντάρει το ξένο κεφάλαιο, ο πανηλίθιος αβαντάρει το εγχώριο. Προσοχή λοιπόν στις τρικλοποδιές των ηλιθίων.


Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2011

Σκέψου τώρα να βγουν και πρώτο κόμμα!



Δεν τα’ άκουσα μια, δεν τ’ άκουσα δυο. Κάθε φορά που η κουβέντα γυρίζει γύρω από τις εκλογές, ο διάλογος εξελίσσεται κάπως έτσι, ο ίδιος κάθε φορά.


-Τι θα ψηφίσεις στις εκλογές;

-Ξέρω ‘γω, ούτε λόγος για τον Γιωργάκη, ούτε λόγος για τον Αντωνάκη. Η Αλέκα δεν παίζει, κι ο Αλέξης, μπορεί. Μπα, ίσως δεν πάω καθόλου να ψηφίσω.

-Ε!, αυτό είναι βλακεία. Πήγαινε παιδί μου να ψηφίσεις, κι ας είναι ό,τι θέλει. Άμα δεν σου κάθεται ούτε η Αλέκα, ούτε ο Αλέξης, πάνε και ψήφισε τουλάχιστον Κυνηγούς!


Και δεν το λέω μόνο ‘γω. Το λένε κι άλλοι, κι είναι πολλοί. Το κόμμα των κυνηγών είναι το τελευταίο δέλεαρ για κάποιον που, σώνει και καλά, δεν σκοπεύει να πάει να ψηφίσει. Όταν αναφέρεσαι σ’ αυτούς, τον βλέπεις κάπως να καλμάρει και να δείχνει διατεθειμένος να το ξανασκεφτεί. Απ' το ολότελα καλή κι η Παναγιώταινα!


Σκέψου πλάκα, τώρα, να πάνε όλοι αυτοί και να ψηφίσουν στο τέλος κυνηγούς και να το βγάλουν πρώτο κόμμα!

Δεν θα ‘ναι κι άσκημα. Αυτοί τουλάχιστον κρατάνε και καραμπίνα…


Πόσο απειλούν οι μουσουλμάνοι την Ευρώπη;



Το μακελειό που συνέβη στο Όσλο ήταν ένα τυχαίο γεγονός. Θα μπορούσε να είχε συμβεί οπουδήποτε αλλού στο δυτικό κόσμο, όπως άλλωστε είχε ξανασυμβεί στην Οκλαχόμα τo 1995 με 168 νεκρούς, και αυτή τη χρονιά, τον Ιανουάριο, στο Tucson της Αριζόνα με έξι, και τον Απρίλιο, σε mall έξω από το Άμστερνταμ, με άλλους έξι επίσης. Πιστεύω ότι μια εξονυχιστική έρευνα στον τύπο θα αποκάλυπτε πολλά περισσότερα περιστατικά, τα οποία όμως δεν εντυπώθηκαν στη μνήμη ή πέρασαν απαρατήρητα εξ αιτίας του μικρότερου αριθμού θυμάτων, γεγονός τυχαίο κι αυτό.


Αυτό, όμως που δεν είναι καθόλου τυχαίο είναι η ακρο-δεξιά πολιτική ταυτότητα των θυτών. Μπορεί τα κίνητρα σε κάθε περίπτωση να διέφεραν, το ενοποιητικό όμως στοιχείο της δράσης όλων αυτών είναι η ολοένα και μεγαλύτερη διείσδυση που έχει στη δημόσια σφαίρα η εμπρηστική ακρο-δεξιά ρητορική και η ανοχή που επιδεικνύεται προς αυτήν.


Με τα μάτια στραμμένα μονίμως προς τους μουσουλμάνους εξτρεμιστές, πολύ λίγοι ήταν σε θέση να διαπιστώσουν ότι η πραγματική και μόνιμη απειλή στις ευρωπαϊκές δημοκρατίες δεν ήταν το Ισλάμ αλλά, για μια ακόμα φορά, ο φασισμός και οι ρατσιστές.


Στην προκειμένη περίπτωση του Όσλο, η αρχική πεποίθηση ότι πίσω από την εγκληματική ενέργεια βρίσκονταν μουσουλμάνοι εξτρεμιστές ή η Αλ-Κάιντα αυτοπροσώπως, συντονίζεται πολύ αρμονικά με μια στρεβλή και στα όρια της υστερίας κατανόηση της δημογραφίας και της θρησκευτικής και φυλετικής δυναμικής των μουσουλμανικών πληθυσμών στην Ευρώπη και την Αμερική.


Γενικά, το στόρι πάει ως εξής: Η Ευρώπη έχει κατακλυστεί από μουσουλμάνους και άλλους έγχρωμους μετανάστες, οι οποίοι υπερκεράζουν τους χριστιανούς γηγενείς με τρομακτικούς ρυθμούς. Απρόθυμοι να ενσωματωθούν πολιτισμικά, και ανίκανοι να ανταγωνιστούν τους λευκούς διανοητικά, (βλ. Τίλιο Ζαρατσίν, SPD), οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί έχουν μετατραπεί σε φυτώρια τρομοκρατικών πράξεων. Η παρουσία τους απειλεί όχι μόνο την ασφάλεια, αλλά και τις φιλελεύθερες κατακτήσεις σχετικά με τα δικαιώματα των γυναικών και των ομοφυλοφίλων, και ότι αυτό έχει φυσικά συμβεί, λόγω της υπεράσπισης του ιδεολογήματος της "πολυπολιτισμικότητας".


Τα προγνωστικά, για παράδειγμα, έλεγαν ότι ο μουσουλμανικός πληθυσμός στην Ευρώπη σχεδόν θα διπλασιαζόταν μέχρι το 2015 (Oner Taspiner, the Brookings Institution); θα διπλασιαζόταν ακριβώς μέχρι το 2020, (Don Melvin, the Associated Press); ή θα αποτελούσε το 20% του πληθυσμού της Ευρώπης ως το 2050,(Esther Pan, Council on Foreign Relations). Όλα τα προηγούμενα, είναι φανερό ότι δεν έχουν καμιά αληθοφάνεια και υπόσταση.


Ποια είναι όμως η πραγματικότητα;

Όχι μόνο η γεννητικότητα δεν είναι μεγαλύτερη ανάμεσα στους μουσουλμάνους της Ευρώπης, αλλά δείχνει και καθαρά σημάδια πτώσης. Μια μελέτη του ερευνητικού ινστιτούτου Pew, που δημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο του 2011 προβλέπει αύξηση μέχρι το 2030 του μουσουλμανικού πληθυσμού στην Ευρώπη από το 6% που είναι σήμερα, στο 8%. Στη Νορβηγία δε, δεν ξεπερνά το 3%, ποσοστό μικρότερο κι από το ποσοστό των αφροαμερικανών στην Αλάσκα.


Αλλά ακόμα κι αν όλες οι προβλέψεις αποδεικνύονταν αληθινές, για ποιο λόγο θα έπρεπε η Ευρώπη να παραμείνει χριστιανική και πάλευκη;


Σχετικά με την ενσωμάτωση των μεταναστών στη Βρετανία, μουσουλμάνοι, σιίτες και ινδουιστές συνηθίζουν να παντρεύονται έξω από τις δικές τους εθνικές ομάδες στα ίδια ποσοστά όπως και οι λευκοί. Για τις περισσότερες εθνικές μειονότητες, περίπου οι μισοί από τους φίλους τους είναι λευκοί, και μόνο το 20% περιορίζεται στην δική του ομάδα. Ενώ σύμφωνα με έρευνα του Pew, οι πιο σπουδαίες έγνοιες που έχουν οι μουσουλμάνοι, είναι η ανεργία και ο ισλαμικός εξτρεμισμός.


Από την άλλη μεριά, ούτε υπήρξαν ποτέ στην Ευρώπη ενεργές πολιτικές ενθάρρυνσης της πολυπολιτισμικότητας εις βάρος της κοινωνικής συνοχής. Στην πραγματικότητα, αυτό που υπήρχε ήταν η άρνηση του φαινομένου της μετανάστευσης και της διαφοράς. Ούτε συνιστούν τελικά οι μουσουλμάνοι τη μεγαλύτερη απειλή σχετικά με τρομοκρατικές πράξεις. Σύμφωνα με τη Europol, ανάμεσα στo 2006 και 2008, μόνο το 0.4% από αυτές είχε αποδοθεί σε ισλαμιστές. Η τεράστια πλειονότητα, 85% σχετιζόταν με αποσχιστικές ενέργειες.


Το σημερινό σκηνικό στην Ευρώπη, με την οικονομική δυσπραγία, την ανεργία, την αβεβαιότητα, την παρακμή των θεσμών και το έλλειμμα δημοκρατίας εξ αιτίας του τρόπου λειτουργίας της Ε.Ε., είναι ό,τι καλύτερο για την άνοδο του φασισμού. Μια ματιά μόνο να ρίξει κανείς στα εθνικά κοινοβούλια πολλών ευρωπαϊκών χωρών είναι αρκετή για να πειστεί ότι ο φασισμός δεν είναι έξω από την πόρτα, αλλά στρογγυλοκάθεται στο σαλόνι.


Υ.Γ. Τα στοιχεία είναι από το «The Nation».

Κυριακή, 24 Ιουλίου 2011

Το καλό πανεπιστήμιο


Βασιζόμενη σε έκθεση του ΙΟΒΕ, έχω υποστηρίξει στο παρελθόν ότι το πρόβλημα της χαμηλής απορρόφησης των αποφοίτων των πανεπιστημίων από την αγορά εργασίας δεν οφείλεται στο χαμηλό επίπεδο γνώσεων που αυτά παρέχουν, αλλά στην έλλειψη κατάλληλης αγοράς εργασίας, αντίστοιχης με τις γνώσεις, την εκπαίδευση και τις δεξιότητες των νέων επιστημόνων. Το γεγονός αυτό παραδέχονται επιχειρηματίες μεσαίων και μεγάλων μονάδων, οι οποίοι κάθε άλλο παρά δυσαρεστημένοι είναι από την ποιότητα των αποφοίτων, άρα και από το έργο των ελληνικών πανεπιστημίων.


Ως προς αυτό θα ήθελα να προσθέσω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Γνωρίζω αρκετά εργαστήρια σε πανεπιστημιακές σχολές και ερευνητικά ινστιτούτα της Ελλάδας τα οποία τυχαίνει να προσελκύουν και να εκπαιδεύουν ή να μετεκπαιδεύουν αποφοίτους πολύ καλών ευρωπαϊκών πανεπιστημίων, π.χ. γερμανικών, γαλλικών, σουηδικών και βρετανικών. Οι μεταπτυχιακοί αυτοί φοιτητές, είτε για να εκπονήσουν διδακτορική διατριβή είτε για μετα-διδακτορικές σπουδές, έρχονται στη χώρα μας στα πλαίσια ευρωπαϊκών ανταγωνιστικών ερευνητικών προγραμμάτων, συνήθως τριετούς διάρκειας, τα οποία κερδίζουν πανεπιστημιακοί και ερευνητές ελληνικών ιδρυμάτων.


Μπορεί κάποιος κακόβουλος να ισχυριστεί ότι οι αλλοδαποί μετα-φοιτητές καταλήγουν στα ελληνικά πανεπιστήμια γιατί δεν βρίσκουν κάτι καλύτερο να κάνουν στις πατρίδες τους ή αλλού. Θα μπορούσε να ήταν και έτσι, αλλά δεν είναι. Και αυτό αποδεικνύεται από την μετέπειτα πολύ καλή επαγγελματική τους εξέλιξη στις χώρες προέλευσής τους. Εδώ ακριβώς, μέσα από τη σύγκριση, φαίνεται και η ανεπάρκεια όχι των πανεπιστημίων, αλλά της ελληνικής αγοράς εργασία: ενώ οι αλλοδαποί μεταπτυχιακοί και μεταδιδακτορικοί φοιτητές βρίσκουν πολύ καλές δουλειές και άμεσα στις χώρες τους, οι έλληνες ομόλογοί τους, οι οποίοι εκπαιδεύονται στην ίδια ομάδα, στο ίδιο εργαστήριο και στο ίδιο project, αδυνατούν να τις βρουν στη δική τους χώρα.


Παρακάτω περιγράφω ένα τρόπο σύμφωνα με τον οποίο τα ελληνικά πανεπιστήμια θα μπορούν να ανεβούν ταχύτατα σκαλιά στους περίφημους αξιολογητικούς πίνακες και να φτάσουν μια ανάσα κοντά, ακόμα και στην πλέον αγαπημένη των πινάκων, το Harvard. Έχω ισχυριστεί ότι το τελευταίο δεν αποτελεί παρά ένα πολύ καλό brand name στην αγορά εργασίας, κάτι όπως οι τσάντες Louis Vuitton, (δεν θα δυσκολευτείτε να βρείτε την αναλογία), με τεράστια περιουσιακά στοιχεία και καλά οργανωμένο δίκτυο δημοσίων σχέσεων, που εξασφαλίζει στους αποφοίτους του πολύ καλές αποδοχές και άριστες διασυνδέσεις με τους ισχυρούς και πλούσιους του κόσμου ετούτου. Για το λόγο αυτό, όσοι επιβιώνουν από τον ανταγωνισμό εισαγωγής είναι συνήθως οι πιο καλοί μαθητές, οι οποίοι και ανεβάζουν το επίπεδο και συντηρούν/ανατροφοδοτούν τη φήμη.


Το πώς θα μπορούσε, για παράδειγμα το Αριστοτέλειο, να γίνει το Ηarvard της νότιας Δανίας είναι απλό αν ακολουθηθούν κάποια βήματα. Πρώτον εξασφαλίζεται κάποιο γενναίο κληροδότημα. Δεύτερον, προσλαμβάνονται δυο-τρια Νόμπελ με μισθούς αντάξιους των Νόμπελ, ας πούμε γύρω στα 400,000 δολάρια ετησίως, και έξτρα παροχές, όπως εξοχικό στη Βουρβουρού δίπλα στο κύμα, αυτοκίνητο κλπ. Είμαι σίγουρη ότι πολλοί θα ανταποκριθούν στην προκήρυξη. Τρίτον, υπογράφεται σύμβαση με ένα πολύ καλό γραφείο δημοσίων σχέσεων το οποίο αναλαμβάνει να προωθήσει την εικόνα του πανεπιστήμιου στη βάση των νέο-προσληφθέντων Νόμπελ. Τέταρτον, θεσπίζονται δίδακτρα, και μάλιστα ιδιαίτερα υψηλά. Και πέμπτο, μετατρέπεται σε αγγλόφωνο.


Με την επιτυχή ολοκλήρωση όλων αυτών των βημάτων, δεν χωρά αμφιβολία ότι το Αristotle University of Greece σε σύντομο χρονικό διάστημα θα έχει δρασκελίσει πάνω από 100 σκαλιά. Οι βαθμοί που θα απομένουν μέχρι να γίνει harvard στη θέση του harvard θα οφείλονται στην ανεργία των αποφοίτων, λόγω της ανύπαρκτης αγοράς εργασίας της νότιας Δανείας.


Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2011

Θέλουμε ή δεν θέλουμε την "επιλεκτική" χρεοκοπία;


Ομολογώ ότι έχω μπερδευτεί, όσο εκεί που δεν παίρνει. Και ο λόγος είναι τα αντιφατικά μηνύματα τόσο από πλευράς κυβέρνησης, όσο και από πλευράς αντιπολίτευσης σχετικά με την επιλογή της επιλεκτικής χρεοκοπίας.


Από τη μεριά της κυβέρνησης:
Τουλάχιστον μέχρι προ ολίγων ημερών φαινόταν να αποδέχεται και μάλιστα να καλοδέχεται τη λύση ενός τύπου χρεοκοπίας, όπου θα υπήρχε κατά κάποιον τρόπο συμμετοχή των ιδιωτών, μέσω επαναγοράς ομολόγων από τη δευτερογενή, ή μέσω επιμήκυνσης και κουρέματος του επιτοκίου. Παρά το μακιγιάρισμα της λέξης χρεοκοπία, από τον πιο εύπεπτο επιθετικό προσδιορισμό "επιλεκτική", η λύση αυτή συνιστά χρεοκοπία, όπως απειλούν οι γνωστοί οίκοι, αλλά όπως δείχνει και η προηγούμενη εμπειρία. Τόσο η Αργεντινή, όσο και το Εκουαδόρ δεν είχαν κηρύξει στάση πληρωμών σε όλο το χρέος, παρά μονάχα Επιλεκτικά σε κάποια ορισμένα ομόλογα, και αυτό όχι στο κεφάλαιο, παρά μονάχα στους τόκους, όσον αφορά τουλάχιστον στο Εκουαδόρ.


Αν μέχρι πρότινος οι χώρες αυτές αποτελούσαν το φόβητρο των συνεπειών μιας χρεοκοπίας, όπως διακήρυτταν με στόμφο κυβερνητικοί παράγοντες και δημοσιογράφοι κολαούζοι, τι συνέβη και ξαφνικά η χρεοκοπία της Ελλάδας δεν πρόκειται να έχει σοβαρές συνέπειες, όσον αφορά στην αντίδραση των αγορών;


Από τη μεριά της Νέας Δημοκρατίας:
Για ποιο λόγο έχει ξεσπάσει σκυλοκαυγάς ανάμεσα σ' αυτή και το Πασόκ, όταν μετά την εγκατάλειψη από την κυβέρνηση κάθε λύσης όπου θα συμμετείχαν ιδιώτες, η ΝΔ έχει βγει στις ταράτσες, διακηρύσσοντας με έντονο αντιπολιτευτικό μένος, ότι δεν πρόκειται να δεχθεί κανενός είδους συμμετοχή των ιδιωτών στο τραπέζι; Αφού συμφωνούν, γιατί μαλλιοτραβιούνται;


Από τη μεριά της Αριστεράς:
Γιατί ξορκίζουν τόσο πολύ τη λύση της επιλεκτικής χρεοκοπίας, per se, με τα ίδια επιχειρήματα της κυβέρνησης, ότι θα επιφέρει τα μέγιστα δεινά, όταν την ίδια στιγμή προκρίνουν τη λύση της διαγραφής μέρους, ή του συνόλου του χρέους; Γιατί η διαγραφή θα είναι λιγότερο επώδυνη από μια επιλεκτική χρεοκοπία, η οποία στο κάτω - κάτω μέσω της επαναγοράς θα μπορεί να πετύχει και κούρεμα κατά 50%; Η μερική διαγραφή του χρέους δεν συνιστά "επιλεκτική" χρεοκοπία;


Όποιος γνωρίζει, ας απαντήσει.


Κυριακή, 17 Ιουλίου 2011

Από την ανικανότητα των ηγετών, στην ανικανότητα της Δημοκρατίας


Το περιοδικό Spiegel, τελευταία, συνηθίζει να δημοσιεύει άρθρα που «κουφαίνουν». Κι αν επρόκειτο περί της φυλλάδας «Bild» κανείς δεν επρόκειτο να δώσει σημασία. Αλλά, ό,τι και να νομίζουμε εμείς για το Spiegel, σίγουρα η γνώμη μας δεν συμπίπτει με αυτή που έχουν όσοι βρίσκονται σε περίοπτες θέσεις και οι οποίοι το παίρνουν αρκετά στα σοβαρά. Αν πρότινος έβγαλε στη φόρα τη μυστική σύσκεψη του Λουξεμβούργου πριν καν αυτή φτάσει στο τέλος της, και αν λίγο μετά είχε στο εξώφυλλο το φέρετρο του ευρώ με φόντο την ελληνική σημαία, τις προάλλες, (8/7), εμφανίστηκε μ’ ένα πιο ζουμερό και κυνικό άρθρο με τίτλο «Ανάγκη για συγκέντρωση της ισχύος: H Δημοκρατία δεν μπορεί να σώσει την Ευρώπη».


Σε αντίθεση με μεταγενέστερο άρθρο της Le Monde, (12/7), με τίτλο «Τα παιδάκια που μας κυβερνούν», στο οποίο η κλιμάκωση της κρίσης χρέους στην Ευρωζώνη αποδίδεται στην ποιότητα των ηγετών της, χαρακτηρίζοντάς τους ανεύθυνους, δειλούς, αξιολύπητους και άσχετους, το Spiegel πάει πολύ μακρύτερα, με το να θέτει καθαρά και ξάστερα στο επίκεντρο της αδυναμίας χειρισμού της οικονομικής κρίσης όχι τα συγκεκριμένα πρόσωπα και την ηγεσία, αλλά το ίδιο το πολιτικό σύστημα, δηλαδή τη Δημοκρατία, στην οποία και αποδίδει τις ευθύνες για την ανάδειξη αυτών των ηγεσιών και για τα δεινά που αυτές επέσυραν.


Το σκεπτικό του αρθρογράφου Χέρφριντ Μύνκλερ, καθηγητή πολιτικής θεωρίας στο πανεπιστήμιο Χούμπολτ του Βερολίνου, εκτυλίσσεται ως εξής:

«Η άσχημη εικόνα της Ευρώπης που προβάλλεται εσχάτως είναι αποτέλεσμα της ανικανότητας των ελίτ. Φυσικά στο φως αυτής της αποτυχίας των ελίτ, δεν προξενεί καθόλου έκπληξη που ακούμε εκκλήσεις για τον εκδημοκρατισμό της Ευρώπης, μια και τώρα καλούνται οι πολίτες να πληρώσουν για τα προβλήματα που προξένησαν οι ελίτ. Εξ αυτού πολλοί πιστεύουν ότι οι πολίτες θα έπρεπε να είχαν περισσότερο λόγο στο πώς και από ποιους διοικείται η Ευρώπη. Όσο κι αν ακούγεται λογικό, σε καμιά περίπτωση δεν είναι έτσι, όπως φαίνεται με μια πρώτη ματιά. Ακόμα και μετά τον εκδημοκρατισμό, αυτοί που θα κυβερνούν θα είναι οι ελίτ στις Βρυξέλλες και Στρασβούργο. Η μόνη εναλλακτική που απομένει στους Ευρωπαίους πολίτες (στο βαθμό που θα μπορούσε να ονομαστεί έτσι), θα ήταν να αντιδράσουν στην εμφανή αποτυχία με το να τις καταψηφίσουν, και να ψηφίσουν για τις αντιπολιτευόμενες ελίτ. Αν όμως αυτό θα αλλάξει τίποτε δραστικά, αποτελεί ανοιχτό ερώτημα, για το λόγο ότι η Δημοκρατία δεν οδηγεί αυτόματα στην εγκατάσταση ικανών ελίτ».


Ο αρθρογράφος, λοιπόν, διαπιστώνοντας ότι η δημοκρατία είναι ένα αναποτελεσματικό και αδιέξοδο σύστημα επιλογής ικανών ηγεσιών, ταυτόχρονα αντανακλά, με τον πλέον ανάγλυφο τρόπο, και την αντίληψη περί της λαϊκής κυριαρχίας, με την οποία, υποτίθεται, είναι συνυφασμένη η δημοκρατία.


«Ωθώντας προς περισσότερο εκδημοκρατισμό», συνεχίζει ο αρθρογράφος, «είναι σαν να παίζεις ένα παράτολμο παιχνίδι το οποίο μπορεί να οδηγήσει στη διάλυση της Ευρώπης. Αυτοί που βλέπουν τον εκδημοκρατισμό σαν μια λογική αντίδραση στην κρίση δεν έχουν πολυκαταλάβει το ρίσκο. Η δημοκρατία χρειάζεται συνθήκες οι οποίες αυτή τη στιγμή δεν υφίστανται στην Ευρώπη».


Εκτιμώντας δε, ότι είναι οι ελίτ αυτές οι οποίες διατηρούν τη συνοχή της Ευρώπης, αναρωτιέται, αν η υποστήριξη ενός περαιτέρω εκδημοκρατισμού, θα ενίσχυε ακόμα περισσότερο τις κεντρόφυγες τάσεις. Για να μη συμβεί λοιπόν αυτό, ένας τρόπος θα ήταν η ενίσχυση των ικανοτήτων και του πεδίου δράσης των ελίτ.


Θα μπορούσε το εν λόγω άρθρο να ήταν μια μεμονωμένη ή και αιρετική περίπτωση μέσα στον ωκεανό απόψεων για το ρόλο των ελίτ και των τεχνοκρατών, ή τη μορφή της δημοκρατίας στα άκρα του νεοφιλευθερισμού, αλλά απ’ όσο φαίνεται και απ’ όσο διαισθανόμαστε, δεν είναι.


Εντελώς τυχαία, τις ίδιες πάνω-κάτω μέρες δημοσιεύτηκε στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία (10/7) και συνέντευξη του Σλαβόι Ζίζεκ σχετικά με τη μορφή της σύγχρονης δημοκρατίας και το εντεινόμενο σχίσμα ανάμεσα στη δημοκρατία και τον καπιταλισμό.

«Υπάρχει κάτι στο σύγχρονο καπιταλισμό που ωθεί προς αυτήν τη κατεύθυνση», λέει ο Ζίζεκ. «Η τάση είναι όχι τόσο προς την τυπική αναστολή της δημοκρατίας όσο προς την ουδετεροποίησή της: τείνουν να καταστήσουν τη δημοκρατία ασήμαντη. Νομίζω ότι οι δημοκρατικοί μηχανισμοί δεν είναι πλέον επαρκείς για να αντιμετωπίσουμε τον τύπο των συγκρούσεων που διαγράφονται στον ορίζοντα. Οι συγκρούσεις αυτές φαίνεται να απαιτούν μια «κυβέρνηση ειδικών», πολύ αποφασιστική, που λέει τι πρέπει να γίνει και το κάνει γρήγορα πράξη χωρίς δεύτερη σκέψη. Πρόκειται όμως για μια πολύ θλιβερή έκβαση. Και πρόκειται για ένα αληθινά νέο φαινόμενο, για μια νέα εποχή θα έλεγα. Το ζητούμενο όμως δεν είναι να ασκήσουμε κριτική στη δημοκρατία καθαυτή. Χρειάζεται να κατανοήσουμε πώς η δημοκρατία αυτοκαταστρέφεται και είναι σημαντικό να υπογραμμίσουμε τη δομική όψη του φαινομένου: δεν πρόκειται για τις αποφάσεις μεμονωμένων κάκιστων ηγετών, για την απληστία τους για εξουσία και άλλα παρόμοια. Είναι το ίδιο το σύστημα που δεν μπορεί να αναπαραχθεί με τρόπο αυθεντικά δημοκρατικό».


Αν για τον Καστοριάδη οι σύγχρονες δημοκρατίες δεν ήταν παρά «φιλελεύθερες ολιγαρχίες», σήμερα, στο στάδιο αυτό του πληγωμένου νεοφιλελευθερισμού, ο επιθετικός προσδιορισμός «φιλελεύθερος» καθίσταται στην πράξη πλέον άκυρος. Και ο μετασχηματισμός αυτός είναι όντως ορατός. Οι ελίτ ολοένα και απομακρύνονται από τον λαό, κι ενώ συμβαίνει αυτό, κατ’ αντίστροφη φορά, οι ελίτ καθίστανται ολοένα και λιγότερο νομιμοποιημένες απ΄ ένα λαό από τον οποίο έχουν στερήσει κάθε θεσμική δυνατότητα ουσιαστικής παρέμβασης και ελέγχου, πέραν του ανά τετραετία καθιερωμένου προσκυνήματος στην «κάλπικη» κάλπη. Η αποστροφή καθίσταται αμοιβαία και το σχίσμα βαθαίνει.


Η καθαρή πλέον μετατόπιση προς την εγκαθίδρυση ενός νέου πολιτικού όντος, όπως προκύπτει από τη σύμφυση της τριπλέτας «πολιτικός-τεχνοκράτης-κεφαλαιοκράτης», σε ένα αξεδιάλυτο μόρφωμα, αποτυπώνεται και στην αναδιοργάνωση του χώρου της ανώτατης παιδείας, με τη στροφή από το μεταπολεμικό δόγμα της μαζικής εκπαίδευσης, στην εκπαίδευση των ολίγων, αυτών δηλαδή που θα έχουν τη δυνατότητα να αναπαράγονται σε υψηλής προστιθέμενης αξίας ιδρύματα με υψηλό κόστος φοίτησης, λόγω διδάκτρων και προϋποθέσεων.


Κι ενώ οι λαοί πασχίζουν με τα πενιχρά εργαλεία τους να φτιάξουν την Ευρώπη των λαών, οι ελίτ, είναι ήδη στα σοβαντίσματα της δικής τους Ευρώπης.

Σάββατο, 16 Ιουλίου 2011

Χρεοκοπία των επιλεκτικών μηχανισμών


Τι είναι η «επιλεκτική χρεοκοπία»;

Κατά την κυβέρνηση, ένας απλός τεχνικός όρος που χρησιμοποιούν οι οίκοι για να κατατάσσουν τα ομόλογα κρατών, όρος που ουδεμία σχέση έχει με αυτό που είχαμε διδαχτεί, από τα ίδια πάντα χείλη, ότι δηλαδή συνιστά χρεοκοπία κράτους με συγκεκριμένες συνέπειες, όπως το ότι «δεν θα πληρώνονται μισθοί και συντάξεις, δεν θα εισάγονται τρόφιμα, φάρμακα, και πετρέλαιο, κ.α.».

Ας υποθέσουμε ότι έχουν δίκαιο. Ότι είναι πράγματι ένας αφηρημένος τεχνικός όρος, ο οποίος δεν προκύπτει από καμιά πραγματική, υπό αξιολόγηση, κατάσταση, και ο οποίος δεν επιφέρει κανένα πραγματικό αποτέλεσμα, δηλαδή δεν αλλάζει τη συμπεριφορά καμιάς αγοράς και κανενός κεντρικού τραπεζίτη.

Αν όμως η κυβέρνηση παραδέχεται ότι η αξιολόγηση που διεξάγουν οι κορυφαίοι αξιολογητές του κόσμου τούτου, οι ημίθεοι των τριών γνωστών οίκων, μέσα από ένα πλήθος πολύ καλά επεξεργασμένων, κατά δήλωσή τους, κανόνων, μεθόδων, διαδικασιών και επεξεργασιών, είναι εντελώς διαχωρισμένη από την πραγματικότητα των κρατών τα οποία αξιολογούν, τότε ποια θα ήταν η γνώμη της για το όλο πλέγμα των μικρο-αξιολογήσεων που θέλει να επιβάλει σε κάθε κοινωνική σχέση, ως την πεμπτουσία της δίκαιης και εύρυθμης λειτουργίας της κοινωνίας και του κράτους; Αναγκαστικά, για λόγους αυτό-συνέπειας δεν μπορεί από τη μια, να απαξιώνει και να αμφισβητεί τη φύση των μακρο-αξιολογήσεων και από την άλλη να αποδέχεται αυτή των μικρο-. Η ουσία είναι η ίδια ανεξαρτήτως κλίμακας. Ή αποδέχεσαι και τις δυο ή καμιά απ’ αυτές.

Μήπως τελικά μέσα στον πανικό των τελευταίων εξελίξεων της ξεφεύγει και καμιά αλήθεια; Ότι δηλαδή οι μηχανισμοί των αξιολογήσεων δεν αναπαριστούν καμιά πραγματικότητα, αλλά δημιουργούν συγκεκριμένες de-facto πραγματικότητες;

Και πάνω σ’ αυτό θα ήθελα να παραπέμψω σε πρόσφατη ανάρτηση για την, μετά την πτώχευση, οικονομία του Εκουαδόρ. Όπως δείχνουν και οι αριθμοί, παρά την κάκιστη κατάταξη των εκουαδοριανών ομολόγων από τις τρεις βασίλισσες της αξιολόγησης, η οικονομία της χώρας κάθε άλλο παρά άσχημα εξελίσσεται.

Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2011

Λογοκλοπή: Καινοτόμο όπλο εξόντωσης πολιτικών αντιπάλων (και του Χατζημαρκάκη!)


Περίμενα κάμποσο καιρό μέχρι να σιγουρευτώ, αλλά νομίζω ότι το συμπέρασμα μιλάει από μόνο του:

Το νέο υπερ-όπλο εξόντωσης πολιτικών αντιπάλων λέγεται πια λογοκλοπή, αλλά όχι όποια κι όποια λογοκλοπή. Όταν λέμε λογοκλοπή, για να είναι ισχυρή, πρέπει να είναι λογοκλοπή στο διδακτορικό! Δεν ξέρω αν σε βάθος χρόνου θα αποδειχθεί ισχυρότερο από το κεράτωμα και τα πάρτι μπούνγκα-μπούγκα, αλλά από τότε που εφευρέθηκε έφαγε κάμποσους και μάλιστα πρωτοκλασάτους: περιέργως πως στη Γερμανία, περιέργως πως στο κόμμα των Χριστιανοδημοκρατών, περιέργως πως στο κόμμα των φίλων των Χριστιανοδημοκρατών, δηλαδή των φιλελευθέρων.


Η αποτελεσματικότητα του όπλου απεδείχθη για πρώτη φορά το Φεβρουάριο του τρέχοντος έτους κάνοντας διάνα.


Το ανερχόμενο αστέρι της γερμανικής πολιτικής σκηνής, ο υπουργός εξωτερικών με τα κατάλευκα δόντια και το θεληματικό πηγούνι Karl-Theodor zu Guttenberg αναγκάστηκε να παραιτηθεί διότι βρέθηκε να έχει αντιγράψει ένα κομμάτι του διδακτορικού του χωρίς να έχει προκάνει να αναφέρει την πηγή, δηλαδή να βάλει αυτό το μικρό αλλά πανίσχυρο σημαδάκι [n], όπου n είναι ο αύξων αριθμός της πηγής, με το οποίο οφείλει ο γράφων να συνοδεύει αδιαλείπτως κάθε τι που γράφει, κάθε τι που εξυπονοεί, κάθε τι που σκέφτεται ή φαντάζεται.


Εξ αιτίας της επιτυχίας αυτής, δημιουργήθηκε και η σουπερ ομάδα των «κυνηγών των λογοκλόπων πολιτικών» με πρωτοβουλία της καθηγήτριας πληροφορικής Debora Weber-Wuffs στο blog Copy, Shake and Paste. Πολύ σύντομα ξεπήδησαν και άλλες ομάδες και blogs επικεντρωμένα στο ιδιότυπο αυτό σπορ, όπως το De Plagio και το VroniPlag το οποίο μάλιστα έβαλε στο στόχαστρο και την δικιά μας Μαργαρίτα Μαθιοπούλου, πολιτικό των φιλελευθέρων ex-αγαπημένη των Βίλι Μπραντ και Άκη, και νυν καθηγήτρια διεθνούς ασφαλείας (;) στο πανεπιστήμιο του Πότσνταμ.


Καραμπινάτη περίπτωση ήταν και αυτή της ευρωβουλευτού των φιλελευθέρων Silvana Koch-Mehrin, η οποία επίσης πιάστηκε στα πράσα για εκτεταμένη λογοκλοπή στη διδακτορική της διατριβή. Σαν συνέπεια, παραιτήθηκε από την προεδρεία της ομάδας των φιλελευθέρων στο ευρωπαικό κοινοβούλιο, ενώ πριν ένα μήνα το πανεπιστήμιο της Χαιδελβέργης της αφάιρεσε και τον τίτλο του διδάκτορα.


Ένας επόμενος που έπεσε στα δίχτυα ήταν ο Uwe Brinkmann,σοσιαλδημοκράτης, αλλά πριν βιαστείτε να βραβεύσετε τους κυνηγούς για την πολιτική τους αμεροληψία, ας διευκρινίσουμε ότι ναι μεν ανήκει στο SPD, αλλά στην πολύ πολύ δεξιά του πτέρυγα, οπότε είναι σαν να μην πιάνεται.


Όπως καταλαβαίνεται με τόσους πολλούς κυνηγούς, κάτι στο τέλος θα πιαστεί, στο βαθμό που και τα διδακτορικά είναι πια δέκα στον παρά και που η συγγραφή γίνεται μόνο για τον τίτλο και την ώθηση της πολιτικής τους καριέρας και όχι γιατί τους πιάνει ο πόνος για τη βυθομέτρηση των επιστημών.


Και τι πήρε το μάτι μου σήμερα στον Guardian; Βρε συ, ο Χατζημαρκάκης!Ναι το άλλο δικό μας παιδί, ο ευρωβουλευτής των φιλελυεθέρων, Γιώργος. Το VroniPlag έκανε φέτος φύλλο και φτερό τη διδακτορική του διατριβή, μέρος της οποίας είχε εκπονήσει στην Οξφόρδη, και βρήκε ότι πάνω από τη μισή (Θεέ μου!) ήταν κλεμμένη από αλλού, αναγκάζοντας το πανεπιστήμιο της Βόννης, να τον καθαιρέσει και να του αφαιρέσει τον τίτλο του διδάκτορα. Δεν τρέχει και τίποταδηλαδή. Ο Γιώργος πρόλαβε ήδη, και την έστησε την καριέρα του.


Φυσικά σάλος ξεσηκώθηκε ανάμεσα στους φοιτητές της Οξφόρδης σχετικά με τον τρόπο που απονέμονται τα διδακτορικά, και στο σημείο αυτό ας υπενθυμίσουμε στους αναγνώστες, ότι για λογοκλοπή είχε κατηγορηθεί και ο υιός Καντάφι, για τη διατριβή που είχε εκπονήσει στο άλλο μεγάλο τέμενος της γνώσης, στο LSE. Έτσι, για να μην υπάρχουν ψευδαισθήσεις, δηλαδή…


Φτου να μην βασκαθεί, λοιπόν, το όπλο της λογοκλοπής! Χαρά μεγάλη σ’ αυτούς που το ανακάλυψαν. Λίγο ακόμα και το κόμμα των φιλελευθέρων κοντεύει να αποδεκατιστεί!


Προφανώς, λόγω αποτελεσματικότητας και ακρίβειας στο στόχο, αναμένεται αύξηση των πωλήσεων και επέκταση και σε άλλες χώρες και πολιτικούς σχηματισμούς.


Ζητείται λοιπόν εισαγωγέας και για Ελλάδα!

Τρίτη, 12 Ιουλίου 2011

Άδικοι φόροι, δίκαιες εξεγέρσεις


Περιδιαβαίνοντας κανείς σήμερα τα ειδυλλιακά και γαλήνια τοπία της Ουαλίας δύσκολα μπορεί να φανταστεί ότι αυτά τα ίδια μέρη κατά τα μέσα του 19ου αιώνα απετέλεσαν το επίκεντρο πολιτικής ανυπακοής και φλογερών εξεγέρσεων. Άνδρες ντυμένοι με γυναικεία ρούχα και με τα πρόσωπα μουτζουρωμένα με κάρβουνο εξορμούσαν τις νύχτες σε κάτι ανάλογο με τους σημερινούς σταθμούς διοδίων για να τους καταστρέψουν απελευθερώνοντας έτσι τους δρόμους. Η εξέγερση της Ρεβέκκας όπως έμεινε γνωστή στην ιστορία ήταν ένα κίνημα απλών ανθρώπων ενάντια στους άδικους, παράλογους και τιμωρητικούς φόρους των δρόμων, αντίστοιχους με τα σημερινά διόδια, τους οποίους επέβαλαν απόντες γαιοκτήμονες και μια απομακρυσμένη εξουσία.


Η ιστορία είναι γεμάτη από ανάλογες εξεγέρσεις, που πάνε τόσο μακριά όσο υπάρχουνε γραπτές μαρτυρίες. Η πράξη της φορολόγησης των εισοδημάτων καθενός είτε από το κράτος, είτε από τοπικούς άρχοντες και γαιοκτήμονες, έτσι κι αλλιώς δεν προκαλεί ευχάριστα συναισθήματα. Ουδέποτε η καταβολή των φόρων αφηνόταν στην προαίρεση και την καλή καρδιά των φορολογουμένων, αλλά πάντοτε υπήρχε ένα ασφυκτικό πλαίσιο νόμων και ποινών για την ιδιαίτερη «περιποίηση» όσων αμελούσαν ή αρνούνταν. Αυτό στα οργανωμένα κράτη και σε περιόδους ακμής. Γιατί στις πλείστες των περιπτώσεων η θέσπιση των φόρων διακρινόταν από αυθαιρεσία, στα όρια συχνά της ληστείας, και η συλλογή τους από ιδιαίτερη σκληρότητα. Η αποδοχή λοιπόν εκ μέρους των φορολογουμένων της φορολόγησης των εισοδημάτων τους γίνεται αποδεκτή μόνο όταν ικανοποιεί το αίσθημα δικαιοσύνης, όταν αφορά ολόκληρη την κοινωνία και δρα ανταποδοτικά. Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις γεννιέται και η περίφημη φορολογική συνείδηση. Η έλλειψή της επομένως δεν οφείλεται σε κάποιο γονιδιακό ή φυλετικό ελάττωμα αλλά στην μη εκπλήρωση κάποιων ή του συνόλου των προαναφερθέντων όρων.


Στην Ελλάδα, τα πράγματα άρχισαν να σκουραίνουν όταν τα πάγια χούγια της φοροδιαφυγής ή νόμιμης φοροαπαλλαγής των ελίτ άρχισαν να διαχέονται και προς τα μεσαία και κατώτερα στρώματα, εν είδη του δημοκρατικού δικαιώματος του εξισωτισμού των προνομίων, και εις αναλογίαν με τον μηχανισμό του trickling down του πλούτου, γεγονός το οποίο, παρά τις δογματικές διακηρύξεις, ποτέ του δεν πραγματοποιήθηκε. Έτσι ο «εκδημοκρατισμός» της φοροδιαφυγής κατάφερνε για χρόνια να εξισορροπεί, χωρίς σημαντικές διαταράξεις, τη συνύπαρξη των κατώτερων με τα ανώτερα στρώματα, μιας και τα πρώτα μπορούσαν έτσι να αντεπεξέρχονται στο αυξανόμενο κόστος ζωής, τα δεύτερα να συνεχίζουν ανενόχλητα να συσσωρεύουν και να διαπλέκονται, ενώ στη μέση, το κράτος μπορούσε να διατηρεί στο όριο τους μισθούς και τις κοινωνικές δαπάνες στο ελάχιστο. Άλλωστε μέσω του κάποιου μεγαλύτερου εισοδήματος που εξασφαλιζόταν λόγω φοροδιαφυγής, οι φορολογούμενοι πολίτες μπορούσαν να αναπληρώνουν το έλλειμμα δημοσίων παροχών στην παιδεία και υγεία για παράδειγμα, με την καταφυγή σε ιδιώτες παρόχους, που και αυτοί παρέμεναν χορτασμένοι και ευχαριστημένοι από μια απρόσμενα αυξανόμενη πελατεία. Η ιδιότυπη αυτή ισορροπία απεδείχθη τελικά ασταθής. Η νέα εξαγγελθείσα φοροεπιδρομή επί δικαίων και αδίκων έρχεται τώρα εντελώς βεβιασμένα να σπρώξει τα πράγματα στο παλαιό σημείο ισορροπίας, προσπαθώντας αφ’ ενός μεν να πάρει πίσω αναδρομικά, κυρίως από τα μεσαία και κατώτερα στρώματα όσα δεν φρόντισε να πάρει όλες τις προηγούμενες δεκαετίες από αυτούς που τα όφειλαν, αφ΄ ετέρου δε να θέσει ένα τέλος στην ιδιότυπη αυτή «δημοκρατία» της φοροδιαφυγής, και να αποκαταστήσει τις ελίτ στο προνομιακό και μονοπωλιακό status που ανέκαθεν κατείχαν.


Όπως συμβαίνει όμως πάντα, μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά, δηλαδή τα συνήθη υποζύγια των μισθωτών και συνταξιούχων. Το τελευταίο κύμα φοροεπιδρομής, και ειδικά η ανάσυρση από τα σκοτεινά βάθη της ιστορίας του απεχθούς κεφαλικού φόρου, (κοινώς χαράτσι), είναι βέβαιο ότι δεν θα φέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα. Διότι αφ’ ενός η φοροδοτική ικανότητα έχει πια εξαντληθεί, αφ΄ ετέρου ο εν λόγω φόρος είναι τόσο άδικος που δεν αποκλείεται να οδηγήσει σε εκτεταμένες και απρόβλεπτες διαμαρτυρίες και εξεγέρσεις.

Και δεν θα είναι η πρώτη φορά. Ξεφυλλίζοντας την παγκόσμια ιστορία των εξεγέρσεων, στάσεων και επαναστάσεων λόγω άδικων φόρων, από την αρχαιότητα ως τα σήμερα, κατέγραψα 500 περιπτώσεις, και φαντάζομαι ότι δεν θα είναι οι μοναδικές, παρά μόνον οι κυριότερες.


Μια πρόσφατη περίπτωση εκτεταμένης εξέγερσης έρχεται από το Ηνωμένο Βασίλειο, όταν η Μάργκαρετ Θάτσερ είχε τη φαεινή ιδέα να αντικαταστήσει το 1987, μετά την επανεκλογή της, τον φόρο ακίνητης περιουσίας με ένα οριζόντιο και ανεξαρτήτως εισοδήματος, κεφαλικό φόρο και μάλιστα σε μια περίοδο μεγάλης εισοδηματικής ανισότητας. Η επιβολή του συνάντησε μαζική δυσαρέσκεια η οποία συσπείρωσε εκατομμύρια κόσμου. Δημιουργήθηκαν τοπικές επιτροπές και πλήθος οργανώσεων ενάντια στις κατασχέσεις, καθώς και μια παν-βρετανική ομοσπονδία κατά του κεφαλικού φόρου με εκπροσώπους απ’ ολόκληρη τη χώρα. Οι διαδηλώσεις ξαπλώνονταν από πόλη σε πόλη με μαζική συμμετοχή αλλά και μαζική άρνηση καταβολής του: το 1/10 του πληθυσμού συνολικά και το 1/3 των Σκωτσέζων, ενώ στις μεγάλες πόλεις το ποσοστό αυτό ανέβαινε στο 40%-50%. Η αποφασιστική στιγμή ήρθε το Μάρτη του 1990 με μια μεγαλειώδη συγκέντρωση εκατοντάδων χιλιάδων αποφασισμένων διαδηλωτών στο Λονδίνο. Μέχρι το Νοέμβρη του 1991 η Θάτσερ είχε παραιτηθεί, αποδίδοντας την αιτία της παραίτησής της και στην αποτυχία επιβολής του κεφαλικού φόρου.


Κινήματα ενάντια στη φορολογία κυρίως της ακίνητης περιουσίας και ενάντια στις κατασχέσεις ξεπήδησαν και στις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια της μεγάλης ύφεσης. Η κατά 35% πτώση των εισοδημάτων και η μεγάλη ανεργία συνέτειναν ώστε οι φόροι, οι οποίοι εν τω μεταξύ είχαν διπλασιαστεί, να μην είναι δυνατόν να καταβληθούν. Σε κάποιες περιοχές η αδυναμία καταβολής αγκάλιαζε έως και το 50% των οφειλετών. Οι φορολογούμενοι σχημάτισαν τοπικές ενώσεις, περίπου 3000 τον αριθμό, με αίτημα τις περικοπές στις κυβερνητικές δαπάνες, ακόμα στην υγεία με το επιχείρημα της διαφθοράς και της κατασπατάλησης του δημοσίου χρήματος.


Παρόμοια κινήματα άρνησης καταβολής φόρου ξαναζωντάνεψαν στις ΗΠΑ και το 1969, στο απόγειο των αντιπολεμικών διαδηλώσεων κατά του πολέμου του Βιετνάμ ως ένδειξη έμπρακτης αντίθεσης στη συνέχιση της χρηματοδότησης του πολέμου. Στα κινήματα αυτά συμμετείχε και η Τζόαν Μπαέζ. Στη διάρκεια δε μιας διαδήλωσης, εις ανάμνηση του αρχικού κινήματος του τσαγιού έπνιξαν στο λιμάνι της Βοστόνης τις φορολογικές δηλώσεις τη μέρα λήξης της προθεσμίας υποβολής τους.

Σήμερα δε, υπάρχει ολόκληρο δίκτυο υποστήριξης και προπαγάνδας ενάντια στην καταβολή του ομοσπονδιακού φόρου, το μισό του οποίου υπολογίζεται ότι συντηρεί την πολεμική μηχανή των ΗΠΑ και τους ανήθικους και κοστοβόρους πολέμους στο Ιράκ, Αφγανιστάν, Πακιστάν και τελευταία στη Λιβύη, τη στιγμή που ο αριθμός των ανέργων ανέρχεται σε εκατομμύρια και οι κοινωνικές δαπάνες εξαερώνονται.


Απ’ ότι φαίνεται λοιπόν, ούτε ο Θορώ, ούτε και ο Γκάντι με το κίνημα ενάντια στο φόρο του αλατιού, είναι οι μοναδικοί στη μακροχρόνια ιστορία της πάλης του ανυπεράσπιστου ανθρώπου απέναντι στις ληστρικές τάσεις της εξουσίας. Αντίθετα, συσπειρώνονται, οργανώνονται και αντεπιτίθενται. Άλλοτε νικούν, άλλοτε όχι. Όμως συνεχίζουν. Από τα βιβλικά χρόνια μέχρι αυτή τη στιγμή...


Κυριακή, 10 Ιουλίου 2011

Ο αφόρητος φετιχισμός της «ποιότητας» και η πιστοποίηση του κενού


Επανέρχομαι στο νομοσχέδιο για τα ΑΕΙ και επικεντρώνομαι στο κομμάτι που αφορά στην θέσπιση Αρχής Διασφάλισης της Ποιότητας. Αναλύοντας το περιεχόμενο κάθε πρότασης των άρθρων 65-75 που αναφέρονται σε αυτή, διαπιστώνω ότι τούτο αποτελεί ένα πρότυπο και «πιστοποιημένο» δείγμα αυτοαναφορικότητας.


Εξηγούμαι:

«Αποστολή» της, όπως ορίζεται στο Άρθρο 66, παρ. 1 είναι ευλόγως η «διασφάλιση της ποιότητας», μιας και πρόκειται για ομώνυμη Αρχή, η οποία «πιστοποιεί την ποιότητα της λειτουργίας των ΑΕΙ».


Στον ορισμό των «Αρμοδιοτήτων της», Άρθρο 67, παρ.1 , υπάγονται

α) η «περιοδική πιστοποίηση της ποιότητας των εσωτερικών συστημάτων διασφάλισης της ποιότητας των Α.Ε.Ι», δηλαδή πιστοποιεί την ποιότητα των συστημάτων διασφάλισης της ποιότητας(!),

β) η «εισήγηση στον Υπ. Παιδείας κλπ των τρόπων για τη συνεχή διασφάλιση υψηλής ποιότητας»

γ) η «ανάπτυξη βάσης δεδομένων αξιολόγησης σε συνεργασία με τις Μονάδες Διασφάλισης της Ποιότητας (ΜΟ.ΔΙ.Π.) των Α.Ε.Ι.», δηλαδή μάς λέει ότι στις ήδη υπάρχουσες ΜΟ.ΔΙ.Π. θα προστεθεί και μια άλλη Αρχή η οποία θα κάνει ακριβώς το ίδιο πράγμα,

δ) ο «σχεδιασμός νέων διαδικασιών διασφάλισης ποιότητας και πιστοποίησης»,

ε) η «διαφοροποίηση κριτηρίων για την πιστοποίηση της ποιότητας των σπουδών»,

...

και άλλες επικαλυπτόμενες, επαναλαμβανόμενες και κενές περιεχομένου αρμοδιότητες, οι οποίες το μόνο που κάνουν είναι να εναλλάσσουν τις λέξεις «διασφάλιση» και «πιστοποίηση», έμπροσθεν της ταλαίπωρης λέξης «ποιότητα».


Κι ενώ η αγωνία κορυφώνεται για το ποιόν της κυρίας Ποιότητας, στα πόδια της οποίας σφάζονται ολόκληρες Αρχές, φτάνουμε στην παρ. 4 του ιδίου άρθρου για να μάθουμε επιτέλους ότι τα κριτήρια βάση των οποίων η Αρχή θα πιστοποιεί την ποιότητα των ΑΕΙ είναι:


«τα συγκεκριμένα, προκαθορισμένα, διεθνώς αποδεκτά και εκ των προτέρων δημοσιοποιημένα ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια και δείκτες».


Ποια όμως συγκεκριμένα;

Ποια προκαθορισμένα;

Ποια διεθνώς αποδεκτά;

Πού δημοσιευμένα;


Ουδεμία πληροφορία! Δηλαδή, ένα ολόκληρο σχέδιο νόμου 150 σελίδων, δεν θεωρεί σκόπιμο να αφιερώσει ούτε μια λέξη για το τι συνιστά «ποιότητα σπουδών» και τι «ποιοτικό ΑΕΙ», παρά φλυαρεί ακατάσχετα για το στήσιμο και της αρμοδιότητες ενός ολόκληρου γραφειοκρατικού οργανισμού, του οποίου το ουσιαστικό αντικείμενο δεν μπαίνει καν στον κόπο να καθορίσει.


Και συνεχίζει στο ίδιο βιολί για τις αρμοδιότητες μιας επιτροπής η οποία «θα αξιολογεί την ποιότητα του προγράμματος σπουδών ή του εσωτερικού συστήματος διασφάλισης της ποιότητας του ιδρύματος» χωρίς να είναι σε θέση να διευκρινίσει τι τέλος πάντων συνιστά ποιοτικό πρόγραμμα σπουδών(!).


Η παράλειψη αυτή δεν προέρχεται φυσικά από αμέλεια, αλλά από την εγγενή δυσκολία και την αμηχανία ορισμού του τι συνιστά «ποιοτικό ΑΕΙ», στο βαθμό που τα συστατικά στοιχεία που καθιστούν κάτι τις «ποιοτικόν» δεν μπορεί να είναι καθολικώς αποδεκτά, όπως αφήνεται να εννοηθεί. Η «ποιότητα» μιας εκπαιδευτικής διαδικασίας είναι μια έωλη και αφηρημένη έννοια η οποία αποκτά τα χαρακτηριστικά της μόνο εντός συγκεκριμένου ιδεολογικού πλαισίου για το τι συνιστά καλή εκπαίδευση, σε αντίθεση με τα υλικά προϊόντα, στα οποία η ποιότητα συναρτάται με πολύ συγκεκριμένες, απτές και καθολικά αναγνωρισμένες ιδιότητες, όπως η απρόσκοπτη λειτουργία, η διάρκεια ζωής, το μικρό ποσοστό αστοχίας και βλαβών, η ασφάλεια στο χειρισμό, η αντοχή στο χρόνο και στη σκληρή χρήση, η αξιοπιστία κ.α.


Αν λοιπόν έχουν στο νου τους τα κριτήρια τα οποία ακολουθούν διάφοροι «οίκοι αξιολόγησης των πανεπιστημίων» διεθνώς, (τα οποία έχουν, αλλά δεν ομολογούν), στα χνάρια της υστερόβουλης δράσης των «διεθνών οίκων αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας επιχειρήσεων και κρατών», τα κριτήρια αυτά ούτε ενιαία είναι ανάμεσα στους εν λόγω οίκους, και όπως δείξαμε αναλυτικά σε προηγούμενη ανάρτηση, με τίτλο «Αξιολόγηση των μηχανισμών αξιολόγησης των πανεπιστημίων», ούτε μεγάλη σχέση έχουν με την έννοια της ποιότητας per se, όπως την αντιλαμβάνεται ο απλός άνθρωπος, αλλά εισάγονται για να δημιουργήσουν εξ αρχής μια νέα αγορά τριτοβάθμιου εκπαιδευτικού «προϊόντος», μέσα στην οποία πλέον θα μπορούν να ρυθμίζονται οι χρηματοδοτήσεις των ΑΕΙ, οι αμοιβές του προσωπικού και τα δίδακτρα των καταναλωτών-πελατών.


Σε γενικές γραμμές, τα κριτήρια των όποιων οίκων αξιολόγησης δεν δρουν εκτός και ερήμην μιας συγκεκριμένης αγοράς, τις συνιστώσες της οποίας καλούνται να αξιολογήσουν, αλλά τουναντίον παρεμβαίνουν και διαμορφώνουν τα ίδια την αγορά, ώστε αυτή να λειτουργεί προς την κατεύθυνση που τα κριτήρια αυτά έχουν σχεδιαστεί για να επιβάλλουν.


Ολόκληρο λοιπόν το νομοσχέδιο αναλίσκεται σε αφόρητες λεπτομέρειες για το πώς θα συγκροτηθεί η Αρχή πιστοποίησης, για τις αρμοδιότητες και την οργανωτική της δομή, αλλά δεν αφιερώνει ούτε μια λέξη για το τι συνιστά «ποιοτικό ΑΕΙ», που αποτελεί και την πεμπτουσία του οργανωτικού αυτού ξεσαλώματος των 150 σελίδων.


Αλλά ακόμα χειρότερα, οι επ' αυτού δημόσια διαλογιζόμενοι, δίνουν την εντύπωση ότι σκοτίζονται περισσότερο για το αν θα είναι 5, 7 ή 10 στο τάδε και το δείνα συμβούλιο, και πολύ λιγότερο, έως καθόλου για το πώς αντιλαμβάνονται το ποιοτικό πανεπιστήμιο.


Σάββατο, 9 Ιουλίου 2011

Το ζηλευτό δουκάτο του κ. Γιουνκέρ



Ο κ. Jean-Claude και εσχάτως λόγω Βενιζέλου, “ByronJuncker είναι ένας από τους ανθρώπους που μαζί με τους Τρισέ, Σόιμπλε, Μέρκελ, Fitch, Moodys, S&P και λοιπούς έχει μπει για τα καλά στη ζωή μας, την οποία και προσπαθεί να ρυθμίσει προς τη γνωστή κατεύθυνση.

Εν περιλήψει, είναι πρωθυπουργός του Λουξεμβούργου από το 1995, και ταυτοχρόνως υπουργός των οικονομικών και εργασίας, όπως επίσης και μόνιμος πρόεδρος του Euro Group από το 2005. Επιπλέον διετέλεσε δυο φορές πρόεδρος του ευρωπαϊκού συμβουλίου, το 1997 και 2005, άπαξ κυβερνήτης της παγκόσμιας τράπεζας από το 1989 ως το 1995, στο κατόπι κυβερνήτης του ΔΝΤ, και ακόμα-ακόμα κυβερνήτης της ευρωπαϊκής τράπεζας για την ανασυγκρότηση και ανάπτυξη. Δηλαδή, ο τέλειος συνδυασμός πολιτικού σε υψηλές θέσεις του ευρωπαϊκού οικοδομήματος και ανθρώπου από τα ενδότερα των διεθνών τραπεζών και χρηματαγορών. Αυτό το δεύτερο ειδικά, θα πρέπει να απετέλεσε και το πιο κατάλληλο διαβατήριο ώστε ο κ. Γιουνκέρ, από πολιτικός ενός ασήμαντου κρατιδίου, το οποίο μετά βίας μετράει 500,000 ψυχές, να βρεθεί στα καλύτερα σαλόνια της Ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας.

Πόσο ασήμαντο όμως είναι το Λουξεμβουργιανό δουκάτο; Κατέχοντας την πρώτη θέση στην Ευρώπη στον τομέα του private banking και τη δεύτερη, μετά το Ηνωμένο Βασίλειο, στον τραπεζικό τομέα, και όντας ένας από τους μεγαλύτερους διακινητές ομολόγων, ίσως θα έπρεπε να του ρίξουμε και μια δεύτερη ματιά. Δεν είναι κοινό μυστικό ότι το Λουξεμβούργο αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους off-shore τραπεζικούς παραδείσους του κόσμου, στην ίδια παρέα με άλλους εκλεκτούς τόπους όπως για παράδειγμα, το Λιχτενστάιν, και τα νησιά Κάυμαν, το ΑΕΠ του οποίου προέρχεται κατά ένα περίπου 30% από την καλή εξυπηρέτηση που παρέχει στους απανταχού φοροφυγάδες και διακινητές βρώμικου χρήματος. Είναι ακόμα νωπό το σκάνδαλο το οποίο ξέσπασε το 2001 σχετικά με την τράπεζα των τραπεζών Clearstream του Λουξεμβούργου ως προς το ρόλο της στη διακίνηση μαύρου χρήματος και μιζών. Στο κύκλωμα εμπλέκονταν και εξέχοντα μέλη του γαλλικού πολιτικού συστήματος, τα οποία διατηρούσαν μυστικούς λογαριασμούς, ανάμεσα στους οποίους και ο Νικολά Σαρκοζί, ο Στρος Καν, και ο αντιπρόεδρος της Airbus.

Ποια είναι εν συντομία, τα καλά που προσφέρει μια εξωχώρια τράπεζα; Μα, άψογη μυστικότητα, χαμηλό έως μηδενικό φόρο, εύκολη και ταχύτατη πρόσβαση στους λογαριασμούς καταθέσεων, χωρίς πολλές πολλές ερωτήσεις μάλιστα, καθώς και προστασία από τοπικές πολιτικές και χρηματιστηριακές διαταραχές.

Το Λουξεμβούργο λοιπόν, έχει φροντίσει να προσφέρει άψογες υπηρεσίες, φαντάζομαι εν γνώσει και του κ. Γιουνκέρ, κι αυτός είναι ο λόγος που στα δρομάκια του αυτή τη στιγμή συνωστίζονται από 150 έως 200 διεθνείς τράπεζες. Αριθμός, ο οποίος συνεχίζει να παραμένει σταθερός παρά το χέρι που του έβαλε προ ετών, με ντιρεκτίβα της η Ευρωπαϊκή Ένωση για την «σκανδαλώδη» τροχιά που είχε πάρει η λουξεμβουργιανή οικονομία, ώστε να ρουφάει αφειδώς κεφάλαια και να αποκομίζει κέρδη. Εν προκειμένω, η διαφορά λύθηκε με το μεν Λουξεμβούργο να συμφωνεί στο να επιβληθεί επί των καταθέσεων κάποιος συμβολικός φόρος, και τη δε Ε.Ε να κάνει τα στραβά μάτια ως προς τη διατήρηση του απορρήτου. Έτσι, για μόνο το 2007 τα τραπεζικά διαθέσιμα του κρατιδίου ανέρχονταν κοντά στο 1 τρις ευρώ, δηλαδή όσο το μισό ΑΕΠ της Ιταλίας, για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης.

Αντί λοιπόν ο κ. Γιουνκέρ να τρέχει τόσο μακριά για ν’ αποσπάσει από την Ελλάδα, τους εναπομείναντες πόρους της, ίσως θα έπρεπε να κάνει μια πιο κοντινή βόλτα, ας πούμε ως την κεντρική πλατεία της πόλης του, όπου είναι σίγουρο ότι θα βρει και τους περισσότερους από αυτούς που ψάχνει.