Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2012

Stratfor: Είναι καλύτερα για την Ελλάδα να μην πληρώσει το χρέος της


Ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο δημοσιεύει σήμερα ο George Friedman, στο Stratfor σχετικά με τη δύσκολη, διλημματική θέση της Γερμανίας στην αντιμετώπιση της ελληνικής κυρίως κρίσης. Με αφορμή, την πρόθεσή της να διορίσει ειδικό επίτροπο επί των οικονομικών στην Ελλάδα, με αρμοδιότητες επί του προϋπολογισμού, των φόρων, των μισθών κλπ, ο Friedman θεωρεί ότι αν κάτι τέτοιο πραγματοποιηθεί, (δεν θεωρεί απίθανο ότι η πρόταση θα ξαναμπεί στην ατζέντα, παρά την προς ώρας απόσυρσή της), αυτό θα πρόκειται για καθαρή κατάλυση και εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας σε κάποιο ξένο σώμα, πράξη που βρίσκεται έξω και πέρα από κάθε πολιτικό πολιτισμό.


Αυτό θα μπορούσε να συμβεί, αναφέρει, σε περίπτωση που η Ελλάδα ήταν φυσικό πρόσωπο ή επιχείρηση, αλλά όταν πρόκειται για κυρίαρχο κράτος τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά, μιας και η αρχή της εθνικής αυτό-διάθεσης αποτελεί θεμελιακή ηθική αξία.


Εκ των πραγμάτων δηλαδή, η Γερμανία, προσθέτω εγώ, διολισθαίνει επικίνδυνα προς αντιδημοκρατικές πρακτικές, δείχνοντας ότι παρά το εντατικό μεταπολεμικό φροντιστήριο στις αξίες και την κουλτούρα της δημοκρατίας, που της επέβαλλαν με το στανιό οι σύμμαχοι, δεν κατάφερε να επανεκπαιδευτεί,. Τόσα χρόνια δηλαδή στα θρανία της δημοκρατίας, και της φαινομενικής, ως απεδείχθη, άμεμπτης ως τα τώρα συμπεριφοράς, φαίνεται να πήγανε στράφι.


Ο αρθρογράφος, αποδίδει το ήμισυ ακριβώς της ευθύνης για την υπερχρέωση και κατάντια της Ελλάδας, και όχι μόνον, αποκλειστικά στη Γερμανία, η οποία λόγω του έντονου εξαγωγικού προσανατολισμού της οικονομίας της (~40% του ΑΕΠ προέρχεται από εξαγωγές, εκ των οποίων οι μισές στην ΕΕ), έκανε κατ’ εξακολούθηση τα στραβά μάτια στον ελληνικό υπερδανεισμό, στο βαθμό που τα προϊόντα της συνέχιζαν να ρέουν προς τα ελληνικά ράφια και να μοσχοπουλιούνται.


Η επιβολή λοιπόν, κατά γερμανική απαίτηση, πολιτικών λιτότητας στην Ελλάδα, αλλά και στην υπόλοιπη ΕΖ, όπως εκτιμά ο Friedman, ενέχει τον κίνδυνο καταποντισμού της γερμανικής οικονομίας, λόγω σημαντικής πτώσης της ζήτησης γενικώς και των γερμανικών προϊόντων, ειδικώς. Τόσο η ευθύνη της Γερμανίας στον υπερδανεισμό, όσο και τα αποτελέσματα της λιτότητας, δεν έχουν εντελώς κατανοηθεί, γράφει ο Friedman, κυρίως δε από το γερμανικό ακροατήριο το οποίο διαπαιδαγωγείται καταλλήλως και ανελλιπώς ώστε να χάφτει μετά βουλιμίας όλες τις μπούρδες περί ελληνικής τεμπελιάς, απάτης και σπατάλης.


Παρ’ όλο που η Ελλάδα αποτελεί μόνο ένα μικρό μέρος της εξαγωγικής αγοράς της Γερμανίας, εν τούτοις αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου συστήματος, ώστε δυσλειτουργία στο μέρος να συνεπάγεται και δυσλειτουργία στο όλον, πράγμα το οποίο βλέπουμε όντως να συμβαίνει.


Τι μπορεί να κάνει η Αθήνα

Εδώ ο αρθρογράφος τα λέει καθαρά και ξάστερα:

Η Ελλάδα έχει δυο επιλογές.

Πρώτα, να αποδεχτεί το χρέος, να αποδεχτεί τα επιβληθέντα μέτρα, καθώς και τον εξωτερικό έλεγχο από διορισμένο τοποτηρητή.

Ή

Δεύτερον, να αρνηθεί όλο της το χρέος.


Όπως έχουμε μάθει από τις επιχειρήσεις, η χρεοκοπία έχει καταστεί πλέον μια πολύ αξιοπρεπής στρατηγική. Επομένως, οι έλληνες οφείλουν να σκεφτούν την πιθανότητα μιας χρεοκοπίας. Χρεοκοπώντας, μπορεί να δούνε την πόρτα των χρηματαγορών να κλείνει, αλλά και στην αντίθετη περίπτωση, η κάθε προσφυγή στις αγορές θα γίνεται κάτω από πολύ δυσμενείς συνθήκες, οι οποίες θα ευνοούν προφανώς τους δανειστές. Επιπλέον, ο δανεισμός γίνεται περισσότερο ελκυστικός μετά από μια χρεοκοπία, μιας και η τελευταία ανοίγει το δρόμο για ένα νέο χρέος, χωρίς το βάρος των παλιών. Δεν είναι σίγουρο ότι κανείς δεν θα ξαναδανείσει την Ελλάδα, μετά από μια χρεοκοπία. Η Ελλάδα έχει χρεοκοπήσει πολλές φορές στην ιστορία της και πάντοτε ξανάβγαινε στις αγορές.


Το κυριότερο όμως, η χρεοκοπία θα επιτρέψει στην Ελλάδα να αποφύγει την έξαψη μιας πολιτικής κρίσης η οποία θα οφειλόταν στην απώλεια της εθνικής της κυριαρχίας. Και ειδικά από τους Γερμανικούς, με τις μνήμες από την κατοχή του ’41 να είναι ακόμα νωπές. Το πολιτικό αποτέλεσμα, θα μπορούσε να γίνει εκρηκτικό, εκτιμά ο Friedman.


Δεν είναι σίγουρο ότι οι Έλληνες θα προτιμήσουν τη χρεοκοπία, συνεχίζει. Η τιμή φυσικά μιας χρεοκοπίας θα ήταν η επιστροφή σε εθνικό νόμισμα, γεγονός όμως το οποίο θα ενίσχυε την εθνική κυριαρχία. Είτε μείνουν στο ευρώ, είτε φύγουν από αυτό, ο οικονομικός πόνος θα είναι ο ίδιος. Αλλά τουλάχιστον με εθνικό νόμισμα, θα μπορέσουν να παραμείνουν κυρίαρχο κράτος. Η χρεοκοπία ίσως αποδειχτεί λιγότερο οδυνηρή σε σχέση με το αντίθετό της, δηλαδή με αυτό που ήδη συμβαίνει.


Το γερμανικό δίλημμα

Η Γερμανία γενικώς φαίνεται να έχει χάσει το μπούσουλα. Αφ’ ενός θέλει να κρατήσει τη ζήτηση εντός ΕΕ ζωηρή, αφ’ ετέρου θέλει και τη λιτότητα, η οποία εκ των πραγμάτων, αντιστρατεύεται τη ζήτηση. Με τις πρακτικές της όμως αυτές και τη συνάρτηση της αποπληρωμής του χρέους με την κατάλυση όχι μόνο των δημοκρατικών θεσμών, αλλά και της εθνικής κυριαρχίας, η Γερμανία παίζει με τη φωτιά. Δεδομένου ότι η Γερμανία απετέλεσε τον ιστορικό εφιάλτη για το μεγαλύτερο τμήμα της Ευρώπης, και δεδομένου ότι είναι πάλι η Γερμανία η οποία σπρώχνει αυτό το δόγμα, το αποτέλεσμα θα μπορούσε να γίνει εκρηκτικό. Και επιπλέον να επιφέρει το αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που η Γερμανία επιδιώκει, δηλαδή ελεύθερο εμπόριο στην ΕΕ και ισχυρή ζήτηση για τα προϊόντα της.


Μπορεί να είναι η Ελλάδα αυτή που βρίσκεται στο προσκήνιο, αλλά το αληθινό πρόβλημα είναι με τη Γερμανία, και έχει σχέση με το ρόλο που θα επιλέξει να παίξει στο μέλλον, στην Ευρώπη. Οι Γερμανοί κρατούν πολλά χαρτιά, και αυτό είναι και το πρόβλημά τους. Θα πρέπει να πάρουν δύσκολες αποφάσεις. Και αυτό σε μια μεταπολεμική Γερμανία δεν θα είναι και τόσο εύκολο…


Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2012

Το νέο παιχνιδάκι της Μέρκελ και γιατί θα το χάσει



Όπως είναι γνωστό, σήμερα λαμβάνει χώρα στις Βρυξέλλες άλλη μια συνάντηση κορυφής των 27 της ευρωπαϊκής ένωσης για την τακτοποίηση των λεπτομερειών του νέου συμφώνου δημοσιονομικής σταθερότητας το οποίο θα προβλέπει δρακόντιους φραγμούς στο χρέος και εξ ίσου δρακόντιες τιμωρίες στον πισινό των κρατών που θα τους παραβαίνουν. Των 27? Χμ! Όχι ακριβώς. Μετά την επεισοδιακή αποχώρηση και το βέτο της Βρετανίας από την τελευταία σύνοδο, η συνάντηση θα είναι των 26. Αποχώρηση, με πολύ σημαντικές συνέπειες, όπως θα δούμε στη συνέχεια.
Συγκεκριμένα τον Δεκέμβριο, ο κ. Κάμερον είχε καταστήσει σαφές ότι το ΗΒ δεν πρόκειται να «παίξει» στη νέα συνθήκη, ότι δεν θα ανακατευτεί άλλη φορά στα παιχνιδάκια της κ. Μέρκελ, και ότι δεν επιθυμεί να καταστρέψει τον τραπεζικό τομέα της χώρας του.
Ο κ. Iain Duncan Smith μάλιστα, υπουργός Εργασίας του βασιλείου προειδοποίησε σήμερα τη Γερμανία στον Guardian να μην παίζει άλλο με τη δημοκρατία, κι αυτό σχετικά με τις προθέσεις της να εγκαταστήσει επίτροπο επί του προϋπολογισμού στην Ελλάδα, αλλά το κυριότερο ανακοίνωσε ότι η χώρα του θα εμποδίσει τις χώρες της ευρωζώνης από την χρήση των θεσμών και ινστιτούτων που χρηματοδοτούνται από την ευρωπαϊκή ένωση.
Και αυτό το τελευταίο είναι και το πιο σπουδαίο και θα δούμε το γιατί. Ήδη από την περασμένη βδομάδα, το Spiegel είχε προβεί στη δημοσίευση ενός άρθρου, σχετικά με το ατελέσφορο της εφαρμογής του νέου συμφώνου σταθερότητας που συζητείται σήμερα στις Βρυξέλλες, και μιας συνέντευξης του Υπ. Εξωτερικών του Λουξεμβούργου, στην οποία λίγο πολύ ο υπουργός χαρακτήριζε το εν λόγω σύμφωνο σαν το «παιχνιδάκι» της Μέρκελ και σαν «χάσιμο χρόνου και ενέργειας».
Και οι λόγοι είναι οι εξής:
Σύμφωνα με νομικούς κύκλους στοιχεία της συμφωνίας είναι αμφισβητούμενης νομιμότητας, καθ’ ότι μιας και θα λείπει η υπογραφή της Βρετανίας, δεν θα μπορέσει να περάσει σαν Συνθήκη ολόκληρης της ευρωπαϊκής ένωσης, αλλά σαν «διακυβερνητική συμφωνία» ανάμεσα στις 17 χώρες της Ευρωζώνης και σε μερικές άλλες εκτός ευρώ, οι οποίες έχουν προθυμοποιηθεί, χωρίς να υποχρεούνται, να φορέσουν τον στενό δημοσιονομικό κορσέ της Μέρκελ.
Εξ αιτίας λοιπόν της εμπλοκής αυτής, τα χέρια της Κομισιόν είναι εξ αντικειμένου δεμένα, διότι το σύμφωνο δεν μπορεί να περάσει σαν νόμος της ευρωπαϊκής ένωσης, εφ όσον λείπει η Βρετανία, και εξ αυτού δεν θα μπορεί να δώσει την απαιτούμενη εξουσιοδότηση στο Ευρωπαικό Δικαστήριο να εκδίδει αυτόματες καταδικαστικές αποφάσεις στις απείθαρχες χώρες.
Αυτό, θα μπορεί να γίνεται μόνο με την πρωτοβουλία των χωρών που θα έχουν υπογράψει τη νέα συνθήκη. Δηλαδή, μόνο εφ όσον μια ή περισσότερες χώρες αποφασίσουν να καταγγείλουν η μια την άλλη, για παραβιάσεις των δημοσιονμικών ορίων. Τέτοια όμως δικαστική παραπομπή δεν έχει μέχρι τώρα συμβεί στην ιστορία της Ευρώπης, και αν συμβεί αυτό θα είναι καταφανής παραβίαση μιας μακρόχρονης διπλωματικής εθιμοτυπίας.
Επομένως, ό,τι και να αποφασιστεί σήμερα στις Βρυξέλλες, θα παραμείνει κενό γράμματος. Ενώ όμως είναι έτσι τα πράγματα, γιατι η Μέρκελ φτιάχνει όλη αυτή την υπερπαραγωγή και επιμένει; Τι να πεις! Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου! Άσε, που κάποιες χώρες έχουν ζητήσει να φέρουν το νέο σύμφωνο σε δημοψήφισμα, με ό,τι αυτό σημαίνει ως προς το αποτέλεσμά του.

Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2012

Ο τίγρης της Κίνας αρχίζει να κουράζεται



Πριν λίγες μέρες η Παγκόσμια Τράπεζα έδωσε στη δημοσιότητα, σαν καλωσόρισμα ας πούμε για τη νέα χρονιά, την τακτική εξαμηνιαία της έκθεση με προγνώσεις για την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας το 2012. Κι αυτές κάθε άλλο παρά χαρμόσυνες ήταν, αναθεωρημένες μάλιστα προς το χειρότερο σε σύγκριση με τις προηγούμενες του Ιουνίου. Εν ολίγοις, η ανάπτυξη σε παγκόσμιο επίπεδο θα κινηθεί γύρω στο 2.5%, η Ευρώπη θα παρουσιάσει στο σύνολό της μια ελαφριά ύφεση, κοντά στο 0.3%, με αποτελέσματα όμως πιο κοντά στο κρυολόγημα, παρά στο απλό συναχάκι, η Αμερική θα συνεχίσει να παραπαίει, μια να πέφτει και μια να σηκώνεται, ενώ οι χώρες που θα χτυπηθούν πιο βαριά θα είναι οι αναπτυσσόμενες, και όχι μόνο τα γνωστά BRICS, τα οποία θα υποστούν επιβράδυνση του ΑΕΠ τους στο 5.4% για το 2012 και στο 6% για το 2013, αλλά και κάποιες πολύ φτωχότερες, οι οποίες θα δουν τα κόστη δανεισμού τους να αυξάνονται και τις επενδύσεις, ή την οικονομική βοήθεια από τη Δύση να έρχονται με το σταγονόμετρο.

«Καμιά χώρα, και καμιά περιοχή του πλανήτη δεν πρόκειται να ξεφύγει από την οικονομική κατρακύλα», ήταν η μακάβρια κατακλείδα της έκθεσης για φέτος.

Ακόμα και η Κίνα; Ακόμα και η Κίνα! Μετά από τριάντα κοντά χρόνια ξέφρενης ανάπτυξης, στο 9% κατά μέσο όρο, η φετινή χρονιά έκλεισε με εμφανή τα σημάδια της κόπωσης. Το ΑΕΠ το τελευταίο τρίμηνο …έπεσε στο 8.9% , από 9.1% που ήταν στο προηγούμενο, επιβεβαιώνοντας τη σταθερά πτωτική πορεία καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, και κάνοντας πολλούς ν’ αναρριγήσουν στην πιθανότητα η τάση αυτή να συνεχιστεί με πιο γοργούς ρυθμούς και στα επόμενα έτη. Διότι, άλλο κύμα σηκώνει το πετραδάκι που πέφτει στη λίμνη, κι άλλο ο βράχος, της δεύτερης πιο μεγάλης οικονομίας, που πέφτει στον ωκεανό. Για να πάρουμε μια ιδέα για το μέγεθος της ανάπτυξης στην Κίνα, μόνο κατά τα έτη 2007-2011 το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 42%, το αντίστοιχο των ΗΠΑ κατά 0.6%, ενώ στην Ευρώπη η οικονομία συρρικνώθηκε κατά 0.3% και στην Ιαπωνία κατά 5.2%.

Πέρα από το ΑΕΠ, όμως, υπάρχουν κι άλλα σημάδια που δείχνουν ότι η ατμομηχανή Κίνα αρχίζει να αγκομαχά. Κι αυτό πάνω στην ώρα που, τουλάχιστον εδώ στην Ευρώπη, είχαν αρχίσει να τη βλέπουν σαν τον αλλοτινό «θείο απ’ την Αμερική», που θα ερχόταν με γεμάτες τις τσέπες να τις αδειάσει στο EFSF, και να ξελασπώσει λιγάκι την παραπαίουσα ήπειρο. Παρά τα σούρτα φέρτα όμως ηγετών και κομισάριων προς το Πεκίνο, με τελευταίους τους υπουργούς οικονομικών των ΗΠΑ και Ηνωμένου Βασιλείου, Γκάιτνερ και Όσμπορν αντίστοιχα, κάτι τέτοιο δεν συνέβη.

Το ότι η Κίνα επιβραδύνεται είναι πια γεγονός. Η ανησυχία όμως όλων είναι ως προς το ρυθμό της επιβράδυνσης, αν δηλαδή η Κίνα θα πέσει στα μαλακά ή αν θα σωριαστεί με κρότο, με όλες τις συνέπειες, φυσικά για το παγκόσμιο γίγνεσθαι, το εμπόριο, την παραγωγή και την απασχόληση.

Η επιβράδυνση της Κίνας μπορεί να οφείλεται σε δυο παράγοντες, είτε στην εξασθένιση της εσωτερικής ζήτησης, είτε στη μείωση των εξαγωγών της, ως συνέπεια της εξασθένισης της ζήτησης στον υπόλοιπο κόσμο, δηλαδή, στην Ευρώπη και ΗΠΑ, αλλά και στον αναπτυσσόμενο, προς τον οποίον κατευθύνεται και το μεγαλύτερο κομμάτι.

Φρέσκα στοιχεία δείχνουν ότι οι εισαγωγές από τις ΗΠΑ έπεσαν στο τέλος του χρόνου κατά 2.7%, από τη Γερμανία αυξήθηκαν μεν, αλλά με μικρότερο ρυθμό, ενώ το συνολικό εμπορικό της πλεόνασμα βρέθηκε στο χαμηλότερο σημείο της τριετίας, σημάδια της αρχής του τέλους της αθρόας εισροής εμπορευμάτων απ’ όλο τον κόσμο και της απρόσκοπτης ανάπτυξης μέσω του εξαγωγικού θαύματος. Παρόμοια μείωση των εισαγωγών παρατηρήθηκε και από άλλες χώρες όπως Αυστραλία, Ταιβάν, Βραζιλία, Μαλαισία, Ν. Κορέα κ.α.

Ο μεγάλος κίνδυνος όμως προέρχεται από το σκάσιμο της φούσκας των ακινήτων. Οι επενδύσεις στις κατασκευές από το 2000 σχεδόν διπλασιάστηκαν, έχοντας φτάσει να αποτελούν σήμερα το 10% του ΑΕΠ. Για παράδειγμα οι κατασκευές στις ΗΠΑ, στα καλύτερά τους, κατελάμβαναν μόνο το 6% του αμερικάνικου ΑΕΠ. Η κλιμάκωση των τιμών πυροδοτήθηκε αφ’ ενός από την αυξανόμενη αστικοποίηση,-στην πραγματικότητα ο αστικός πληθυσμός έχει μόλις ξεπεράσει τον αγροτικό-, και τη διεύρυνση της μεσαίας τάξης στις πόλεις, και αφ’ ετέρου από την έλλειψη άλλων επενδυτικών ευκαιριών σε χρηματοπιστωτικά προϊόντα και μετοχές, (τα επιτόκια παραμένουν χαμηλά και το χρηματιστήριο αναξιόπιστο). Αν λάβει κανείς υπ’ όψιν του ότι το 40% της παραγωγής σιδήρου στην Κίνα απορροφάται μόνο από τις κατασκευές, και ότι ο κλάδος οικεία, αν συνυπολογιστούν τα υλικά, τα έπιπλα κλπ, συμβάλει κατά 20%-25% στο ΑΕΠ, τότε μπορεί κανείς να προβλέψει την επίδραση που θα έχει στην απασχόληση μια κατάρρευση στην αγορά κατοικιών.

Υπάρχουν όμως τέτοια σημάδια; Υπάρχουν! Αν και δεν μπορεί κανείς, για διάφορους λόγους, να βασιστεί σε στοιχεία σχετικά με τις εκδόσεις νέων αδειών ανοικοδόμησης, εντούτοις υπάρχουν πλάγιοι τρόποι να το διαπιστώσει, όπως για παράδειγμα η παραγωγή σιδήρου και τσιμέντου, η οποία και σημείωσε πτώση τον τελευταίο χρόνο. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, αν η ζήτηση κατοικιών το 2012 παρέμενε στα ίδια επίπεδα με το 2011, τότε το ΑΕΠ της Κίνας θα έπεφτε στο 5.5%, πτώση που θα ήταν ιδιαίτερα οδυνηρή.

Φυσικά, υπάρχουν και οι αισιόδοξοι, οι οποίοι πιστεύουν ότι ό,τι και να συμβεί, η Κίνα θα πέσει στα μαλακά, για το λόγο ότι το κράτος, εφ’ όσον αυτό ελέγχει το τραπεζικό σύστημα και μεγάλο μέρος της βιομηχανικής παραγωγής, θα βάλει το χεράκι του να προλάβει δυσάρεστες εκπλήξεις. Ίσως το ορατό χέρι του κράτους να τα καταφέρει καλύτερα από το αόρατο χέρι της αγοράς. Ίδωμεν!

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2012

Το μπούμερανγκ των greek statistics


Όσοι, για δυο και πλέον χρόνια, όχι μόνο εδώ μα και παραπέρα, είχαν κάνει τα greek statistics λάβαρο και παντιέρα, είτε για να νομιμοποιήσουν τις μνημονιακές πολιτικές, είτε για να χλευάσουν και να λοιδορήσουν όχι μόνο μια προηγούμενη κυβέρνηση, μα έναν ολόκληρο λαό, τώρα κάπως απότομα αντιλαμβάνονται ότι το έδαφος απ’ όπου αντλούσαν τη βεβαιότητα και την αλαζονεία τους δεν ήταν και τόσο στέρεο ως νόμιζαν, μα γλιστερό και εντελώς σαθρό. Τόσο γλιστερό, όπως η φλούδα της μπανάνας, όπως ο πρωινός πάγος, όπως τα λάδια μηχανής που χύθηκαν στην άσφαλτο. Γιαυτό και τάχουν χάσει, κι αντιδρούν σπασμωδικά και γελοία.


Τα ίδια λοιπόν greek statistics έρχονται τώρα και γίνονται boomerang στις ίδιες τις κουτοπόνηρες, μα και αφελείς αλητόβιες νυφίτσες, που μέσα στην ανοησία και την προπέτειά τους δεν είχαν καν μια τόση δα σταλιά μυαλό για να σκεφτούν ότι, όποιος παίζει με τέτοιου είδους εργαλεία, αυτά, μοιραία, κάποια στιγμή θα του βγάλουν τη γλώσσα και θα τον πουλήσουν.


Και τούτο γιατί η στατιστική είναι πιο ρευστή κι απ’ την κινούμενη άμμο. Και τούτο γιατί η στατιστική είναι ο πιο ανόητος τρόπος για να καλύψεις ένα ψέμα. Και τούτο, γιατί το κόλπο αυτό είναι τόσο παλιό, όσο και οι πέτρες, και εξ αυτού, κρίμα, αλλά δεν πιάνει.


Οι αριθμοί είναι αδέκαστοι όσο υπάρχουν σαν μονάδες, σαν ψηφία, μοναχοί και χώρια στο δικό τους ξέχωρο σύμπαν των αριθμών. Άπαξ και υποχρεωθούν όμως να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους και να εισέλθουν στο σύμπαν των ανθρώπων και των κοινωνιών, εκεί τον πρώτο λόγο τον έχει αυτός που τους φωνάζει και τους μαζεύει.


Το πώς θα χωριστούν οι αριθμοί σε σύνολα, υποσύνολα και σε ομάδες, το ποιος δηλαδή θα μπει και το ποιος θα μείνει απ’ έξω, το είδος του συνόλου, υποσυνόλου, ομάδας, και το μέγεθος ενός εκάστου εξ αυτών, προϋποθέτει σχέδιο και σκοπό, το οποίο είναι έξω από την ικανότητα των αριθμών αυτών καθ’ αυτών να το ορίσουν.


Έτσι, ανάλογα μ’ αυτόν που τους καλεί, οι αριθμοί υποχρεώνονται να εξυπηρετήσουν κι από ένα διαφορετικό σχέδιο τη φορά και να υπακούσουν σε ένα διαφορετικό κανόνα: από το σχέδιο Αλογοσκούφη, στο σχέδιο Καραμανλή, στο σχέδιο Παπανδρέου, στο σχέδιο ΔΝΤ κ.ο.κ. Κι όλοι αυτοί είχαν το δίκιο με το μέρος τους, στο βαθμό που οι αριθμοί πειθαρχούσαν και επαλήθευαν το σχέδιο και τους κανόνες των εμπνευστών τους. Συνεπώς, δεν έχει νόημα να υπερασπιστεί κάποιος τα στοιχεία Αλογοσκούφη σαν αληθινά και τα στοιχεία Παπανδρέου σαν ψεύτικα, ή το αντίστροφο. Είναι ταυτόχρονα και αληθινά και ταυτόχρονα ψεύτικα. Είναι ψεύτικα και ταυτόχρονα αληθινά.


Μα θα μου πείτε ότι το σχέδιο και οι κανόνες είναι οι ίδιοι και οι αυτοί σ’ ολόκληρη την ΕΕ, αμετάβλητοι, ακλόνητοι, τυπωμένοι σε πέτρινες πλάκες και φυλαγμένοι σε αίθουσες φρούρια με ελεγχόμενες συνθήκες υγρασίας, πίεσης και θερμοκρασίας. Ότι τους ίδιους ακριβώς κανόνες ακολουθούν τόσο η Γερμανία, όσο και η ταπεινή Μάλτα. Καλά, έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε, αλλά λυπάμαι, διότι δεν είναι έτσι.


Άμα κάνει κανείς τον κόπο και ψάξει στο διαδίκτυο, θα βρει ένα απίθανο θησαυρό κειμένων και αναλύσεων κάτω από τα keywords: «Government, manipulation of, statistics» ή «shadow statistics», γεγονός που δείχνει ότι η παραποίηση είναι μια πολύ συνηθισμένη και νομιμοφανής πρακτική, η οποία περνάει απαρατήρητη όταν οι αριθμοί δεν κακοποιούν εξόφθαλμα την πραγματικότητα.


Για όποιον ακόμα νομίζει ότι η στατιστική και η οικονομία είναι έξω και πάνω από την πολιτική, ας επαναλάβουμε ότι η πολιτική συνεχίζει να κανοναρχεί την οικονομία και να πειθαρχεί τη στατιστική. Η Πολιτική ζει και βασιλεύει. Μόνο, που αυτή που ζει και βασιλεύει είναι τόσο αποκρουστική, που στην ουσία δεν θέλουμε να την δούμε.


Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2012

Η απώλεια Ανταγωνιστικότητας οφείλεται στην αύξηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας Ευρώ/Δολαρίου




Τα διαγράμματα και τα στοιχεία είναι από την Ετήσια Έκθεση 2010, του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, με τη συμβολή του Ηλία Ιωακείμογλου

Σε συνέχεια της προηγούμενης ανάρτησης «Πόσο συνδέεται το μισθολογικό κόστος με την ανταγωνιστικότητα;» είχαμε αφήσει ασχολίαστο ένα σημαντικό ερώτημα σχετικά με το είδος του νομίσματος βάσει του οποίου διεξάγεται το εξαγωγικό εμπόριο και την επίδραση των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Το διεθνές εμπόριο της Ελλάδας (αγαθών και υπηρεσιών) δεν διεξάγεται μόνον με την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά με ένα ευρύτερο σύνολο χωρών, εκ των οποίων 35 καλύπτουν το μεγαλύτερο ποσοστό των διεθνών ανταλλαγών της Ελλάδας. Οι εμπορικές συναλλαγές με την ΕΖ μάλιστα καλύπτουν ένα ποσοστό λίγο μεγαλύτερο του 50% του εξωτερικού εμπορίου της Ελλάδας.
Η Ανταγωνιστικότητα δεν αποτελεί αυθύπαρκτο μέγεθος, αλλά αποκτά νόημα μόνο σε σχέση με άλλες χώρες. Επειδή δε ως κύριο νόμισμα διεθνών συναλλαγών χρησιμοποιείται το δολάριο, είναι λογικό να εξετάσουμε πώς αυτό επηρεάζει τις ποσότητες που ορίζουν το μοναδιαίο κόστος εργασίας (μ.κ.ε.) και εξ αυτού την ανταγωνιστικότητα. Το μ.κ.ε. δεν πρέπει να συγκρίνεται με το αντίστοιχο κάποιας μεμονωμένης χώρας, ειδικά της Γερμανίας που είναι και το σύνηθες, αλλά με το σύνολο των χωρών με τις οποίες έχουμε εμπορικές σχέσεις, φυσικά με το ανάλογο στατιστικό βάρος.

A. Μεταβολή της Παραγωγικότητας
Με βάση τα παραπάνω ας εξετάσουμε τη μεταβολή της Παραγωγικότητας στο χρονικο διάστημα 1995-2009 έναντι των 35 κυριότερων ανταγωνιστριών χωρών.

Όπως φαίνεται στο προηγούμενο διάγραμμα, η αύξηση της παραγωγικότητας στην Ελλάδα, κατά τα έτη 1995-2003, υπήρξε θεαματική: με βάση 100 το έτος 1995, η παραγωγικότητα εργασίας είχε αυξηθεί το 2003 κατά 12% περισσότερο από όσο στις 35 ανταγωνίστριες χώρες. Το προβάδισμα που απέκτησε έτσι η ελληνική οικονομία διατηρήθηκε εν συνεχεία μέχρι το 2009.

Η ταχεία αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας στην Ελλάδα, σε σύγκριση με τις 35 ανταγωνίστριες χώρες, συνοδεύτηκε από αυξήσεις των ονομαστικών αποδοχών (ετήσιες ακαθάριστες αποδοχές ανά απασχολούμενο) που ακολούθησαν και αυτές ρυθμούς υψηλότερους από τις 35 ανταγωνίστριες χώρες.
Εντούτοις, οι ρυθμοί αύξησης των δύο μεγεθών στο σύνολο της περιόδου 1995-2009 ήταν παραπλήσιοι, με αποτέλεσμα να διατηρείται η σχετική σταθερότητα του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος της Ελλάδας έναντι των 35 ανταγωνιστριών χωρών (υπολογισμοί σε εθνικά νομίσματα) Οι υπολογισμοί αυτοί έχουν γίνει σε εθνικό νόμισμα και δεν λαμβάνουν επομένως υπόψη τους την επίπτωση που έχει στην ανταγωνιστικότητα η ισοτιμία του ευρώ.

B. Μεταβολή των Μέσων Ακαθάριστων Αποδοχών
Οι μέσες ακαθάριστες αποδοχές στην Ελλάδα, όντως παρουσίασαν σημαντική άνοδο σε σχέση με τις αντίστοιχες στην ΕΕ. Πιο συγκεκριμένα, ο λόγος αποδοχών Ελλάδας/ ευρωζώνης αυξήθηκε από το 50% περίπου το 1995 σε 75% περίπου το 2009.

Σε σχέση όμως με τις 35 κυριότερες ανταγωνίστριες χώρες με τις οποίες πραγματοποιείται το μεγαλύτερο μέρος του εξωτερικού εμπορίου της Ελλάδας, η αύξηση των μέσων ακαθάριστων αποδοχών ανήλθε, κατά τα έτη 1995-2009, σε 12,5%.

Ο υπολογισμός αυτός έχει γίνει σε εθνικό νόμισμα και ως εκ τούτου δεν λαμβάνει υπόψη του τις μεταβολές της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ευρώ. Προκειμένου να συνυπολογίσουμε στην σύγκριση των μισθών Ελλάδας / 35 ανταγωνιστριών χωρών την επίπτωση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ευρώ, μετατρέπουμε όλες τις αποδοχές σε έναν κοινό νόμισμα (εν προκειμένω το δολάριο) και διαμορφώνουμε εκ νέου έναν δείκτη που εκφράζει την αναλογία μισθών στην Ελλάδα έναντι των ανταγωνιστριών χωρών.

Όπως φαίνεται στο παρακάτω διάγραμμα, ο δείκτης που συγκρίνει τις αμοιβές στην Ελλάδα με τις αντίστοιχες στις 35 ανταγωνίστριες χώρες, σε κοινό νόμισμα (σε δολάρια), παρουσιάζει εξέλιξη κατά πολύ διαφορετική από την αντίστοιχη του δείκτη σε εθνικά νομίσματα: Ενώ οι αποδοχές στην Ελλάδα, υπολογισμένες σε εθνικά νομίσματα, αυξήθηκαν κατά 12,5% περισσότερο από ό,τι οι αποδοχές στις ανταγωνίστριες χώρες, παρουσίασαν αύξηση (+30%) όταν τις υπολογίζουμε σε δολάρια (όταν δηλαδή λαμβάνεται υπόψη η συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ έναντι των άλλων νομισμάτων).

C. Μεταβολή του Μοναδιαίου Κόστους Εργασίας
Η αύξηση του μοναδιαίου κόστους εργασίας στην Ελλάδα έναντι των 35 κυριοτέρων ανταγωνιστριών χωρών, σε δολάρια, κατά το 2001-2008, ήταν μεγάλη (περίπου 20%). Τίθεται στο σημείο αυτό το ερώτημα εάν για την αύξηση αυτή ευθύνονται οι εργαζόμενοι ή εάν πρόκειται για αύξηση που θα έπρεπε να αποδοθεί στις συναλλαγματικές ισοτιμίες. Επειδή οι ανταγωνίστριες χώρες δεν έχουν όλες κοινό νόμισμα με την Ελλάδα, αλλά διατηρούν τα δικά τους εθνικά νομίσματα, εάν θέλουμε να συγκρίνουμε την ανταγωνιστικότητα κόστους εργασίας (δηλαδή την ανταγωνιστικότητα στο βαθμό που εξαρτάται από το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος) μεταξύ Ελλάδας και ανταγωνιστριών χωρών, τότε θα πρέπει να υπολογίσουμε το κόστος εργασίας στις διάφορες χώρες στο ίδιο νόμισμα (σε δολάρια).

Εάν όμως θέλουμε να υπολογίσουμε πόσο επέδρασαν στην ανταγωνιστικότητα κόστους ο ιαπαιτήσεις των μισθωτών, επομένως οι αυξήσεις των μισθών (λαμβανομένης υπόψη και της παραγωγικότητας της εργασίας), τότε θα πρέπει να συγκρίνουμε το μοναδιαίο κόστος εργασίας σε εθνικά νομίσματα –αλλιώς υπάρχει ο κίνδυνος να αποδώσουμε στις αυξήσεις των μισθών, μεταβολές που οφείλονται στις συναλλαγματικές ισοτιμίες.Υπάρχει δηλαδή ο κίνδυνος να εμφανίζεται κάθε ανατίμηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ευρώ έναντι των νομισμάτων των εμπορικών εταίρων της Ελλάδας ως αποτέλεσμα των υποτιθέμενων παράλογων απαιτήσεων των εργαζομένων.

Με βάση τέτοια λανθασμένα συμπεράσματα καλούνται οι εργαζόμενοι, επιδεικνύοντας αυτοσυγκράτηση, να αναλάβουν εκείνοι την αναπλήρωση της απώλειας ανταγωνιστικότητας που οφείλεται στην αύξηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Ωστόσο, το ρίσκο από τις δυσμενείς μεταβολές της συναλλαγματικής ισοτιμίας είναι ένα ρίσκο που πρέπει να αναλαμβάνουν οι επιχειρήσεις, όχι οι μισθωτοί, ακριβώς όπως αυτές ωφελούνται όταν οι μεταβολές της συναλλαγματικής ισοτιμίας είναι ευνοϊκές.


Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2012

Πόσο συνδέεται η Ανταγωνιστικότητα με το μισθολογικό κόστος;




Η δικαιολόγηση της μείωσης του κατώτατου μισθού στον ιδιωτικό τομέα, καθώς και ο αποκεφαλισμός του 13ου και 14ου, πατάνε πρωτίστως στην αφήγηση της χαμηλής ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, ένα ωραίο παραμύθι το οποίο βρίσκει ένθερμους οπαδούς από τη μια πλευρά και αμήχανους ακροατές από την άλλη. Η εγκεφαλική παράλυση που έχει επέλθει από το γκεμπελικού τύπου «πες, πες, κάτι θα μείνει», δεν αφήνει και πολλά περιθώρια για μια ψύχραιμη διερεύνηση του κεφαλαίου ανταγωνιστικότητα.

Σε πρώτη ματιά, κάποια από τα ερωτήματα που εγείρονται είναι τα εξής:
  1. Πώς υπολογίζεται αυτή η ανταγωνιστικότητα τέλος πάντων; Η ανταγωνιστικότητα αναπαρίσταται από έναν αριθμό, οπότε λογικά θα υπάρχει και κάποιος τύπος που να την ορίζει.
  2. Εφ’ όσον η ανταγωνιστικότητα ορίζεται από κάποιο τύπο, είναι ο ορισμός αυτός μοναδικός ή υπάρχουν και άλλοι διαφορετικοί τύποι που να την ορίζουν;
  3. Όταν μιλάμε για ανταγωνιστικότητα, δεν θα έπρεπε να ορίσουμε και το ποιους λαμβάνουμε σαν ανταγωνιστές, ως προς τους οποίους και αυτή υπολογίζεται;

Εύλογα θα μού πείτε ερωτήματα, αν και οι ώρες είναι τέτοιες που η μάχη δεν παίρνει να δωθεί επί ορισμών, αλλά στους δρόμους και με άλλα μέσα. Παρά ταύτα, μια και το άρχισα, θα το συνεχίσω, για το λόγο ότι οι αλητείες δεν πρέπει να μένουν αναπάντητες, έστω και αν οι όποιες απαντήσεις και ανασκευές είναι επί της ουσίας άχρηστες.

ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ 1.
Η ανταγωνιστικότητα στην κυρίαρχη αφήγηση συνδέεται άμεσα με το μισθολογικό κόστος, συσχέτιση την οποία και πρέπει να αποδεχτούμε, μιας και παρουσιάζεται σαν ένας άλλος φυσικός και αμετάβλητος, πέραν θεού και ανθρώπων, Νόμος.

Ας πούμε λοιπόν δυο λόγια για το πώς μετριέται η ανταγωνιστικότητα. Σύμφωνα με ένα διαδεδομένο ορισμό, και θα διαπιστώσετε το γιατί, η ανταγωνιστικότητα ορίζεται ως το αντίστροφο του Μοναδιαίου Κόστους Εργασίας (unit labor cost), το οποίο με τη σειρά του ορίζεται ως:

Ο λόγος του κόστους εργασίας ανά εργαζόμενο, (μισθός+εισφορές), ως προς τον αριθμό μονάδων προϊόντος ανά εργαζόμενο, δηλαδή την παραγωγικότητα της εργασίας του. Ουσιαστικά, το μοναδιαίο κόστος εργασίας είναι το κόστος (ας πούμε σε ευρώ) για την παραγωγή μιας μονάδας προϊόντος.

Όπως βλέπουμε λοιπόν στον παράγοντα ανταγωνιστικότητα (με τον προαναφερθέντα ορισμό) υπεισέρχονται οι εξής συνιστώσες:
  1. μισθολογικό κόστος
  2. μη-μισθολογικό κόστος
  3. παραγωγικότητα της εργασίας και
  4. συναλλαγματική ισοτιμία σε δολάρια, όταν πρόκειται για εξαγωγές σε χώρες με διαφορετικό νόμισμα, για να υπάρχει κοινό μέτρο σύγκρισης στο μισθολογικό κόστος.

Βάσει του ορισμού αυτού είναι φανερό ότι το μισθολογικό κόστος δεν είναι το μοναδικό που μπορεί να πειραχτεί, όπως ισχυρίζονται ο κ. Παπαδήμος και οι συν αυτώ. (Βέβαια ούτε ο κ. Παπαδήμος, ούτε ο κ. Βενιζέλος είναι οικονομολόγοι, γιαυτό και κάποιες ανοησίες μπορούμε να τους τις συγχωρήσουμε). Το ότι επικεντρώνονται στο μισθολογικό κόστος, οφείλεται αφ’ ενός στην ιδεολογική τους αφετηρία, εκ της οποίας προκύπτει και ο ορισμός αυτός, και αφ’ ετέρου στο ότι μια άλλη παράμετρος, λ.χ. η παραγωγικότητα θα έπαιρνε αρκετό χρόνο για να μεταβληθεί. Χώρια, που δεν είναι και πολύ γνωστοί οι λόγοι που κάνουν την παραγωγικότητα μιας χώρας να μεταβάλλεται. Αυτοί μπορεί να είναι είτε εσωτερικοί, στα πλαίσια μιας εταιρίας, είτε εξωτερικοί, όπως π.χ. το συνολικό νομοθετικό πλαίσιο που διέπει τις εργασιακές σχέσεις. Δεν υπάρχει δε καμιά απόδειξη για το ποιος απ’ αυτούς έχει και τη μεγαλύτερη βαρύτητα.

ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ 2.
Από τους πολλούς, όμως, υπάρχει και ένας άλλος ενδεικτικός ορισμός, (Levy Institute, wp_651), όπου ως ανταγωνιστικότητα ορίζεται το αντίστροφο του Μοναδιαίου Κόστους Κεφαλαίου, (unit capital cost), δηλαδή ως ο λόγος της παραγωγικότητας του κεφαλαίου ως προς το ονομαστικό ποσοστό κέρδους. Κοντολογίς, μεγάλο κέρδος μικρή ανταγωνιστικότητα, και μεγάλη παραγωγικότητα του κεφαλαίου, μεγάλη ανταγωνιστικότητα.

Ο πρώτος ορισμός λοιπόν, βάζει στο στόχαστρο της ανταγωνιστικότητας τον μισθό των εργαζομένων, ενώ ο δεύτερος το κέρδος του εργοδότη και την παραγωγικότητα του επενδεδυμένου κεφαλαίου. Η πτώση δηλαδή της ανταγωνιστικότητας μπορεί να οφείλεται είτε στην αύξηση του εργατικού κόστους, είτε στην αύξηση του ποσοστού κέρδους. Διαλέγεται και παίρνετε! Το γιατί επιλέγεται ο πρώτος ορισμός, δεν είναι δύσκολο να το καταλάβουμε, κι αυτό για όσους θεωρούν ότι τα οικονομικά είναι αμόλυντα από ιδεολογικές αναφορές.

ΠΑΡΑΔΟΞΟ του Kaldor [1]
Με όποιον όμως ορισμό και να μετρηθεί η ανταγωνιστικότητα, δεν υπάρχει κανένα ιστορικό και εμπειρικό δεδομένο που να συνδέει την ανάπτυξη με τη μείωση του κόστους εργασίας. Ως προς αυτό, υπάρχει το λεγόμενο παράδοξο του Kaldor, σύμφωνα με το οποίο, χώρες οι οποίες μεταπολεμικά επέδειξαν τη μεγαλύτερη αύξηση του εργασιακού κόστους, πήραν επίσης και μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς. Επομένως, η πίστη ότι η ανταγωνιστικότητα θα αυξηθεί με μείωση του μισθού, σε αντίθεση με την αύξηση της παραγωγικότητας, είναι το λιγότερο αφελής και απλοϊκή. Σύμφωνα με τον Kaldor, η ανταγωνιστικότητα εξαρτάται από τη δυναμική εξέλιξη του μισθού και της παραγωγικότητας.
Ανάλυση μιας μεταγενέστερης περιόδου, 1978-1994, από κάποιον άλλο ερευνητή (Fagerber) [2], επιβεβαίωσε το προηγούμενο παράδοξο του Kaldor, ότι δηλαδή, η κοινή αντίληψη ότι μικρό μισθολογικό κόστος οδηγεί σε αύξηση της ανταγωνιστικότητας είναι επιεικώς αφελής.

Μέχρι τώρα λοιπόν έχουμε δει τα εξής:
  1. Δεν υπάρχει μοναδικός ορισμός για το πώς μετριέται η ανταγωνιστικότητα
  2. Δεν υπάρχει μοναδικός τρόπος για το πώς μετριέται η παραγωγικότητα
  3. Δεν υπάρχει συμφωνημένος ορισμός για το πώς μετριέται το μοναδιαίο κόστος εργασίας.
  4. Δεν υπάρχει εμπειρική επιβεβαίωση ανάμεσα στη μείωση του μισθολογικού κόστους και την αύξηση της ανταγωνιστικότητας.

Και στο σημείο αυτό θα ξαναδώσω το ίδιο χαρακτηριστικό γράφημα για τη χρονική εξέλιξη του μοναδιαίου κόστους εργασίας (αντίστροφο της ανταγωνιστικότητας) στην Ελλάδα, μετρημένο από τους πλέον αξιόπιστους οργανισμούς. Το χάος ως προς την ακριβή τιμή του είναι εύγλωττο, και δεν χρειάζεται σχολιασμό.

Ως προς το τρίτο δε, ερώτημα που έθεσα αρχικά, δηλ ανταγωνιστικότητα σε σχέση με ποιους;, θα επανέλθω σε επόμενη ανάρτηση.

[1] Kaldor, N. 1978. “The Effect of Devaluations on Trade in Manufactures.” in Further
Essays on Applied Economics. London: Duckworth.
————. 1971. “Conflicts in national economic objectives.” Economic Journal
81(321): 1–1631
————. 1970. “The case for regional policies.” Scottish Journal of Political Economy
17(3): 337–348.

[2] Fagerberg, J. 1996. “Technology and competitiveness.” Oxford Review of Economic
Policy 12(3): 39–51.
————. 1988. “International competitiveness.” The Economic Journal 98(June): 355–374.

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2012

Από τα ορθόδοξα οικονομικά, στα σαδο-μαζοχιστικά


Αναρωτήθηκα, πολλές φορές τον τελευταίο καιρό από πού, από ποια κεφάλια ξεπήδησαν οι πολιτικές λιτότητες που μάς ταλανίζουν. Δεν μπορεί, αυτοί που τις ενστερνίζονται με τόσο πάθος και τις εφαρμόζουν με τόση συνέπεια, από κάπου θα αντλούν τη βεβαιότητα για την ικανότητά τους να προκαλούν την πολυπόθητη ανάπτυξη. Κι αυτό το κάπου, φαντάζομαι, ότι θα πρέπει να είναι μια κάποια περισπούδαστη, μια πολύ καλά τεκμηριωμένη θεωρία. Άνθρωποι που μονοπωλούν τον ορθολογισμό, που εξανίστανται μπροστά στους ειδικούς και υποκλίνονται μπροστά στην ορθοφροσύνη και την αντικειμενικότητα των επιστημόνων, δεν μπορεί, από κάποια στέρεη θεωρητική βάση θα πρέπει να αντλούν τα επιχειρήματά τους.


Για παράδειγμα, η μεταπολεμική οικονομία στηρίχτηκε εν πολλοίς στη θεωρία μιας μεγάλης μορφής, του Κέυνς, σύμφωνα με τον οποίο η ύφεση δεν ξεπερνιέται με λιτότητα, αλλά με πολιτικές που τονώνουν τη ζήτηση, μέσω αύξησης των κρατικών δαπανών. Αν είχε δε εισακουστεί από το 1919, όταν έγραφε ότι οι παράλογες πολεμικές αποζημιώσεις που οι νικηφόροι σύμμαχοι είχαν επιβάλει στη Γερμανία θα οδηγούσαν σε βαθιά ύφεση, σε αδυναμία τελικά εξυπηρέτησης αυτών και σε κοινωνική και πολιτική αστάθεια, ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος πιθανόν και να είχε αποφευχθεί. Αναλογικά, μόνο μια αντίστοιχου διαμετρήματος μορφή θα μπορούσε να αναμετρηθεί σήμερα με τον Κέυνς για να υποστηρίξει το εντελώς αντίθετο, ότι δηλαδή η ύφεση ξεπερνιέται με ακόμα λιγότερες κρατικές δαπάνες, κι όχι με περισσότερες, η φτώχεια με ακόμα περισσότερη φτώχεια, κ.ο.κ.


Μοιάζει αυτό το τελευταίο παράδοξο; Μοιάζει αντιφατικό και παράλογο; Μοιάζει να γλιστράει επικίνδυνα προς τα θολά νερά της ομοιοπαθητικής, όπου το όμοιο γιατρεύει το όμοιο; Μοιάζει αυτή η παράξενη εμμονή περί λιτότητας να έχει πάνω της κάτι από την αύρα των μεταφυσικών βεβαιοτήτων του Νew Age; Κι όμως μοιάζει!


Υπάρχει λοιπόν θεωρία; Ναι υπάρχει, και το ονοματάκι της: «Expansionary Austerity» ή «Expansionary Fiscal Consolidation», δηλαδή επέκταση της οικονομίας μέσα από τη …συρρίκνωση της οικονομίας! Κάπως όπως εκτίναξη του ελατηρίου μέσα από την συμπίεση του ελατηρίου, για να έχουμε και το φυσικό ανάλογο, που πιθανόν να λειτούργησε και σαν πρότυπο στους εμπνευστές της. Και από πού πηγάζει η ισχύς της; Από τη ζήτηση; Φυσικά και όχι. Πηγάζει από τη μαγική λέξη «Confidence», δηλαδή από την εμπιστοσύνη στο μέλλον που θα δείξουν οι επενδυτές και θα τρέξουν να επενδύσουν, κι από το ίδιο χαρμάνι εμπιστοσύνης που θα δείξουν οι καταναλωτές, και θα σπεύσουν να καταναλώσουν, όντας φυσικά πένητες και άνεργοι, αλλά αυτό δεν το πιάνει καθόλου η θεωρία ως ενδεχόμενο. «Καλή Νεράιδα της Εμπιστοσύνης», την ονομάζει ο P. Krugman περιπαικτικά, «Οικονομικά Βουντού» την ονομάζουν κάποιοι άλλοι, περισσότερο κακεντρεχείς.


Η ιστορία ξεκινάει να απασχολεί κάποιους οικονομολόγους, καθόλου τυχαία από τη δεκαετία του 1990, όταν τα μοντέλα που καταστρώνουν φαίνεται να δείχνουν ότι υπάρχει συσχέτιση ανάμεσα στη δημοσιονομική λιτότητα και την επέκταση της ιδιωτικής κατανάλωσης. Τώρα κάτω από ποιες προϋποθέσεις, κάτω από ποιες παραδοχές, και κάτω από ποιους απτούς μηχανισμούς, ας το αφήσουμε καλύτερα εκτός συζήτησης, μια και η κουβέντα θα πήγαινε αλλού και δεν θα κατέληγε.


Φυσικά και χωρίς τις προαναφερθείσες θεωρητικές αναζητήσεις, τόσο ο Ρήγκαν και οι Μπους, πατήρ και υιός, όσο και οι Ομπάμα και Μέρκελ θα εφάρμοζαν την πολιτική που πρώτα απ’ όλα πίστευαν ότι έπρεπε να εφαρμόσουν, χωρίς τη βοήθεια κάποιου ηχηρού θεωρητικού υποβάθρου. Για καλή τους τύχη όμως, το θεωρητικό αυτό backup τούς δόθηκε θεόσταλτο από κάποιον με το όνομα Alberto Alesina, νυν καθηγητή στο Harvard και καθόλου τυχαία, πρώην οικονομολόγο στην Παγκόσμια Τράπεζα και ΔΝΤ, ο οποίος με τις εργασίες και τα μαθηματικά του μοντέλα παρείχε ένα παραπάνω άλλοθι στους κυβερνώντες, για ν’ αναγάγουν την τακτική τους σε Αξίωμα και φυσική Αρχή. Δεν είναι άλλωστε η πρώτη φορά που ο νεοφιλελευθερισμός επικαλείται αιώνιους νόμους για να δικαιολογήσει τις πολιτικές του επιλογές, και όχι μόνο στην οικονομία.


Σ’ ενα από τα τελευταία τους άρθρα, (2009), oι Alesina και συνεργάτες ισχυρίζονται ότι με βάση εμπειρικά δεδομένα 21 χωρών του ΟΟΣΑ που προέβησαν σε δημοσιονομικές προσαρμογές ανάμεσα στα έτη 1970 και 2007, οι πολιτικές που βασίστηκαν σε μειώσεις κρατικών δαπανών και όχι φόρων αποδείχτηκαν πιο πιθανές να ελαττώσουν το λόγο ελλείμματος προς ΑΕΠ και χρέους προς ΑΕΠ, παρά αυτές που βασίστηκαν σε αυξήσεις φόρων. Βούτυρο στο ψωμί, δηλαδή, των εραστών των πολιτικών λιτότητας και των ανέγγιχτων φόρων.


Φυσικά, τέτοια αποτελέσματα, και μάλιστα ενάντια στην πρόσφατη πραγματικότητα δεν ήταν δυνατόν να μείνουν αναπάντητα. Ανασκευές και εντοπισμός βασικών λαθών ήρθαν από πολλές μεριές. Για παράδειγμα αυτό που δεν είχε τονιστεί στην εργασία του Alesina ήταν ότι, όπου παρατηρήθηκε ανάπτυξη, παρά τις περικοπές στις δαπάνες, αυτό συνέβη διότι οι εν λόγω οικονομίες βρίσκονταν ήδη σε τροχιά ανάπτυξης. Ενώ, στην περίπτωση πολλαπλά τραυματισμένων οικονομιών, όσες προσπάθησαν να βγουν από την ύφεση με περικοπές, απλά δεν τα κατάφεραν. Κοντολογίς, οι χώρες δεν περικόπτουν τα ελλείμματά τους σε καιρούς ύφεσης, παρά σε καιρούς ανόδου της οικονομίας, διότι αλλιώς καταλήγουν να έχουν μικρότερη ανάπτυξη και μεγαλύτερο χρέος. Κοινός νους, θα πρόσθετε κανείς.


Και πάνω στους ...σφοδρούς διαξιφισμούς των οικονομολόγων για την αλήθεια ή όχι των ισχυρισμών του Alesina εμφανίστηκε και μια εργασία (Οκτ. 2010) από ερευνητές του ΔΝΤ, με την οποία λίγο πολύ μάς έλεγαν ότι οι πολιτικές λιτότητας βλάπτουν σοβαρά την υγεία. Συγκεκριμένα, αφού έτρεξαν με σχολαστικότητα το μοντέλο τους, προσέχοντας τα λάθη και τις λεπτομέρειες, κατέληξαν ότι δημοσιονομική συρρίκνωση κατά 1% του ΑΕΠ ελαττώνει κατά 0.75%, και όχι αυξάνει, την πραγματική ιδιωτική κατανάλωση στα επόμενα δυο χρόνια, ενώ το πραγματικό ΑΕΠ συρρικνώνεται κατά 0.62%. Πραγματικός κόλαφος το αποτέλεσμα, δηλαδή. «Μήπως το ΔΝΤ άρχισε να γίνεται κεϋνσιανό;», αναρωτήθηκαν πολλοί. Βέβαια, και μόνο με την ερώτηση αυτή, γίνεται φανερό ότι αυτό που κινεί την οικονομική σκέψη είναι η ιδεολογία πιο πολύ, παρά η αντικειμενικότητα των πραγμάτων και των σταθμών, γεγονός που κάνει αρκετούς πλέον να αναρωτιούνται αν όντως η Οικονομική είναι επιστήμη. Στις επιστήμες, οι θεωρίες και τα πειράματα γίνονται με τρόπο τέτοιο, ώστε μια αρχική υπόθεση να μπορεί να ελεγχθεί εν είναι σωστή ή λάθος, και όχι, ντε και καλά, για να επιβεβαιωθεί.


Αυτό που βλέπουμε λοιπόν, είναι ότι ούτε το ίδιο επιστημονικό δυναμικό του ΔΝΤ δεν στηρίζει τις συμβουλές που παρέχει με το αζημίωτο δεξιά κι αριστερά. Και αν αυτές οι συμβουλές δεν εδράζονται ούτε και σε αυτό, που ως τεχνοκράτες θα έπρεπε να τιμούν και να εμπιστεύονται, δηλαδή τη θεωρία και τα μαθηματικά, τότε πού στηρίζονται κι από πού αντλούν αυτοπεποίθηση;


«Ίσως ένας Φρόιντ, ή ένας Γιουνγκ να μπορούσε να εξηγήσει αυτό που συμβαίνει σήμερα στην Ευρωζώνη», γράφει ο Larry Elliott στον Guardian, (8/1/12). «Σίγουρα, όμως αψηφά κάθε λογική οικονομική ανάλυση».

«Η λιτότητα, ως ο δρόμος που επέλεξε η Ευρωζώνη για την ευημερία δεν είναι παρά τα οικονομικά του Μαρκήσιου ντε Σαντ», γράφει με οίστρο σ’ ένα πρόσφατο tweet ο αγαπητός μας Ρουμπινί.


Να, λοιπόν, που ένας καινούργιος κλάδος των οικονομικών αρχίζει να γεννιέται μπροστά στα μάτια μας...


Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2012

Η S&P και η Μέρκελ


Ποιος ήταν ένας από τους λόγους που επικαλέστηκε η S&P για τη μαζική υποβάθμιση της ΕΖ;
" Πιστεύουμε, ότι η συμφωνία (η τελευταία του Οκτωβρίου), συνομολογήθηκε βασιζόμενη σε μια ανεπαρκή αναγνώριση της αιτίας της κρίσης: ότι η πρόσφατη οικονομική αναταραχή προέρχεται από τη δημοσιονομική ασυδοσία της περιφέρειας της ΕΖ. Κατά την άποψή μας, όμως, τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η ΕΖ αποτελούν κατά πολύ συνέπεια των αυξανόμενων ανισορροπιών και αποκλίσεων στην ανταγωνιστικότητα ανάμεσα στον πυρήνα και την αποκαλούμενη περιφέρεια. Ως τέτοια, πιστεύουμε ότι μεταρρυθμίσεις που βασίζονται μόνο στη δημοσιονομική λιτότητα αυτοαναιρούνται, καθώς η εσωτερική ζήτηση πέφτει ταυτόχρονα με την αύξηση της ανησυχίας σχετικά με την εργασιακή ασφάλεια και το διαθέσιμο εισόδημα, διαβρώνοντας τα φορολογικά έσοδα".

Και ποια ήταν η άμεση απάντηση της Μέρκελ;
Ότι τα σκληρά μέτρα πρέπει να επιταθούν και να επιταχυνθούν!

ΥΓ. Από τον Κρουγκμαν στους σημερινούς ΝΥΤ

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2012

Το «trickling down effect» του σομαλικού πειρατικού επιχειρηματικού μοντέλου


Το πειρατικό φαινόμενο της Σομαλίας αποτελεί μια ιδιαιτερότητα και ένα θαύμα. Πρωτίστως οικονομικό, γιαυτό άλλωστε έχει εμπνεύσει κι ένα σωρό βιβλία με ευφάνταστους τίτλους, όπως «The Invisible Hook», παίζοντας προφανώς με το «Invisible Hand», ή το «Pirate Economics: Captain Hook meets Adam Smith», ή άρθρα σαν το «Cutthroat Capitalism». Είχαμε κάνει μια βιβλιογραφική ανασκόπηση, δυόμιση χρόνια πριν ΕΔΩ, για όσους θέλουν να φρεσκάρουν τη μνήμη τους ή απλά να εμβαθύνουν.


Η πειρατεία στα σομαλικά στενά αποτελεί μια επικερδή δραστηριότητα με κόστος γύρω στα 12 δις δολ ετησίως, κάποια από τα οποία καταλήγουν στα χέρια των πειρατών, οι οποίοι, σαν καλοί και προοδευτικοί επιχειρηματίες ανανεώνουν συχνά τον εξοπλισμό τους σε ηλεκτρονικά μέσα, από τα πιο ευαίσθητα που κυκλοφορούν στην αγορά, ώστε να παίρνουν είδηση τα καράβια, πριν ακόμα αποπλέυσουν, που λέει ο λόγος, και σε πλεούμενα, από τα πλέον αξιόπλοα και γοργά. Επίσης, συνεργάζονται με τα καλύτερα γραφεία διαπραγματευτών, - έχουν στη δούλεψή τους νομικούς και λογιστές από το Χάρβαρντ -, καθώς και με τις πλέον εχέμυθες τράπεζες της Ελβετίας.


Δεν μπήκα στον κόπο να ψάξω για το ΑΕΠ της Σομαλίας, άλλωστε δύσκολα θα μπορούσε κανείς να βρει αξιόπιστα στοιχεία, ούτε και για τη σύσταση αυτού, για τον ίδιο επίσης λόγο. Θα περίμενε κανείς οι σομαλοί πειρατές να αποτελούσαν ένα από τα γνωστά εγωιστικά και μονοφαγικά είδη που ευδοκιμούν στις καπιταλιστικές μητροπόλεις, αλλά ένα πρόσφατο άρθρο των FT έρχεται να ανατρέψει τις προκαταλήψεις. Μπορεί το “trickling down effect” να μην έχει ευδοκιμήσει, ας πούμε στην Ευρώπη και την Αμερική, αλλά σύμφωνα με τους FT αυτό το θαύμα έχει κιόλας συντελεσθεί στη Σομαλία.


«Η πειρατεία και τα εξ αυτής λύτρα φαίνεται να οδηγούν σε μεγάλη οικονομική ανάπτυξη», γράφει η συντάκτρια της έκθεσης, Anja Shortland, οικονομολόγος του πανεπιστημίου Brunel. Ένα μέσο κούρσεμα αποφέρει το αντίστοιχο ποσό από εξαγωγές 1,650 αγελάδων/βοδιών, ενώ η κράτηση και μόνο των ομήρων – 1,016 ήταν μόνο για το 2010 – εξασφαλίζει δουλειά στους τοπικούς μάγειρες, παραγωγούς και εμπόρους, αλλά και στους αντίστοιχους φύλακες των υπό κράτηση πλοίων, τους οποίους υπολογίζει σε 100 ανά πλοίο.


Τα λύτρα, το ύψος των οποίων για πέρσι έφτασε τα 135 εκατ. δολάρια, ήρθαν σαν μάννα εξ ουρανού, βοήθησαν μικροεπαγγελματίες στο να συστήσουν εταιρίες μεταφορών, ενέργεια η οποία βοήθησε στην πτώση των μεταφορικών, (ακούτε το φορτηγατζήδες!), και επομένως στην αναζωπύρωση του εμπορίου και τη μεταφορά βασικών ειδών διατροφής στο νότο, ο οποίος επειδή δεν συμμετέχει στο πειρατικό επιχειρηματικό εγχείρημα αλληλοσφαγιάζεται και λιμοκτονεί.

Επίσης, η αναπάντεχη εισροή τόσο μεγάλων κεφαλαίων ευνόησε τη συναλλαγματική ισοτιμία της σομαλικής δραχμής, μείωσε τον πληθωρισμό και πέτυχε αύξηση των μισθών. Μα το κυριότερο, εξ αιτίας της απουσίας κεντρικής διοίκησης, οι πειρατές εξασφαλίζουν τη διακυβέρνηση των τοπικών κοινοτήτων και συνεπώς τη σταθερότητα.


Μπορεί κάποιο ποσό από τα πειρατικά κέρδη να καταλήγει σε ναρκωτικά, σε Cayenne και μεζονέτες στις σομαλικές ακτές, αλλά το μεγαλύτερο μέρος πέφτει μέσα στην τοπική οικονομία, ώστε, όπως προτείνει η κ. Shortland, εξάλειψη του φαινομένου της πειρατείας, θα βύθιζε στην απόλυτη φτώχεια εκατοντάδες χιλιάδες σομαλικά νοικοκυριά. Αλλά και στο σκοτάδι, όπως μαρτυρούν νυχτερινές δορυφορικές εικόνες, που ελήφθησαν πριν το 2002, χρονιά σταθμός, αφ’ ότου η πειρατεία άρχισε να παίρνει τα πάνω της.


Εν κατακλείδι, το εν λόγω μοντέλο φαίνεται να συγκεντρώνει αρκετές αρετές, τόσο στο μικρο-, όσο και στο μακρο-οικονομικό πεδίο, αλλά και στο πολιτικό. Τώρα ειδικά, που το υπάρχον μεταμοντέρνο καπιταλιστικό μοντέλο της δύσης φαίνεται να χρεοκοπεί, οι οικονομολόγοι ας στρέψουν προς τα κει το ενδιαφέρον τους...


Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2012

Θα γίνει η Βόρεια Κορέα μια νέα Κίνα;



Η Βόρεια Κορέα αποτελεί, αυτό που λέμε, τη χαρά των μυστικών υπηρεσιών, των ινστιτούτων εξωτερικής πολιτικής, των διαφόρων think tanks, και τον πονοκέφαλο των ΗΠΑ και της Ν. Κορέας. Και της Κίνας φυσικά, αλλά για άλλους λόγους. Προσφέρει ελάχιστο υλικό για τα τεκταινόμενα στο εσωτερικό της, (παρεμπιπτόντως, οι περισσότερες επικοινωνίες της διοίκησης γίνονται μέσω οπτικών ινών, που είναι αδύνατον να παγιδευτούν), αλλά άφθονες εικασίες και σενάρια, μαντέματα και προπαγάνδα, ειδικά τώρα, που το δαχτυλίδι πέρασε σ' έναν άπειρο, αδοκίμαστο και άβγαλτο υιό για να αναλάβει τα ηνία μιας φτωχής και σχετικά απομονωμένης χώρας, με πάνω από ένα εκατομμύριο άριστα εκπαιδευμένο και αφοσιωμένο στρατό, με 10 πυρηνικές κεφαλές, με δυο περίπου χιλιάδες τελευταίας τεχνολογίας φυγοκεντρωτές για τον εμπλουτισμό ουρανίου, και με αδιευκρίνιστες διαθέσεις για το μέλλον της χώρας.

Αν αφήσουμε στην άκρη τις, ως επί το πλείστον, θεατρινίστικες κινήσεις των ΗΠΑ και της Ν. Κορέας, που με την αναγγελία του θανάτου του Kim Jong-il έσπευσαν να σημάνουν συναγερμό και να θέσουν σε επιφυλακή τις στρατιωτικές τους δυνάμεις, φοβούμενες τάχατες άμεση πυρηνική επίθεση, κι αυτό εν μέσω κλίματος πένθους και συντριβής, το μέλλον της Β. Κορέας θα μπορούσε να διαγραφεί ως εξής: 1) να παραμείνει ως έχει, εξασφαλίζοντας μια σταθερή διακυβέρνηση υπό την αιγίδα της τριάδας, θείος-θεία-ανιψιός και με τη σύμφωνη γνώμη του στρατού, 2) να διαλυθεί, αν ο στρατός αποφασίσει να αποσύρει τη στήριξή του, 3) να ανοίξει την οικονομία της υιοθετώντας μεταρρυθμίσεις τύπου Κίνας και 4) να επανενωθεί με τη Ν. Κορέα.

Απ' όλα τα σενάρια, το τελευταίο φαντάζει και το πιο απίθανο, μιας ούτε πλέον η νέα γενιά των νοτιοκορεατών ενδιαφέρεται για κάτι τέτοιο, αλλά ούτε και η Κίνα, η οποία, χάνοντας το μαξιλάρι της Β. Κορέας, θα έχανε ταυτόχρονα και τον ύπνο της, αν έβλεπε αμερικανούς στρατιώτες να στρατοπεδεύουν έξω από τα νότια χερσαία σύνορά της. Επιπλέον, κάθε είδος επανένωσης με φτωχότερους συγγενείς αποτελεί ένα πολύ κοστοβόρο project, ειδικά αν ο φτωχός συγγενής είναι κατά πολύ φτωχότερος και οι υποδομές του ξεπερασμένες.

Η καλύτερη εξέλιξη, που θα βόλευε τόσο τους γείτονες όσο και τις ΗΠΑ θα ήταν προφανώς η τρίτη. Η Β. Κορέα δυνητικά, αποτελεί μεγάλη αγορά και επί πλέον διαθέτει ένα πολύ μορφωμένο και χαμηλού κόστους εργατικό δυναμικό, το οποίο ως ένα βαθμό ήδη εκμεταλλεύονται η Κίνα και Ν. Κορέα στις ελεύθερες οικονομικές ζώνες, δύο στο βορρά με την Κίνα και μια στο νότο με την Ν. Κορέα. Πόσο όμως ένα τέτοιο σενάριο είναι πιθανό; Επικαλούμενη την ασυλία που παρέχεται στους μάντεις, να κάνουν, δηλαδή, και λάθος προβλέψεις, θα έλεγα ότι είναι και το πλέον πιθανό. Και τούτο για διάφορους λόγους.

Η Β. Κορέα, εδώ και δυο σχεδόν δεκαετίες πειραματίζεται στο εσωτερικό της, σε ένα κυκλικό θαρρείς σχήμα, με τις ιδιωτικές αγορές, άλλοτε σαν «μαύρες», με ή χωρίς την ανοχή της ηγεσίας, κι άλλοτε σαν επίσημες και νόμιμες. Συγκεκριμένα, οι πρώτες άτυπες αγορές άρχισαν να εμφανίζονται δειλά-δειλά μετά το θάνατο του ηγέτη Kim il Sung το 1994, σαν φυσική αντίδραση στην αντιμετώπιση της μεγάλης πείνας που έπληξε τη χώρα, εξ αιτίας κύματος πλημμυρών που κατέστρεψαν την παραγωγή και τη διακοπή της βοήθειας από την πρώην Σοβιετική Ένωση. Η διάδοση και αποτελεσματικότητά τους ήταν τέτοια, ώστε αναγνωρίστηκαν και επισήμως το 2003 από τον διάδοχο Kim Jong-il, υπό προϋποθέσεις φυσικά, που αφορούσαν για παράδειγμα την ηλικία των μικρο-εμπόρων, το ωράριο λειτουργίας, το εύρος τιμών, κ.α. Στο απόγειό τους, μόνο στην Pyongyang λειτουργούσαν γύρω στις 500 και δεν εμπορεύονταν μόνο τρόφιμα και είδη οικοτεχνίας, αλλά και εισαγόμενα καλούδια από την Κίνα, όπως τηλεοράσεις, ηλεκτρικές και ηλεκτρονικές συσκευές, ποδήλατα, μέχρι και βιρμανέζικο ουίσκι.

Αυτά μέχρι το 2005. Το καθεστώς θορυβημένο από την έκταση που είχε πάρει το φαινόμενο, ήρε την υποστήριξή του, και επανέφερε το σύστημα της απ’ ευθείας διανομής αγαθών από το κράτος. Το 2006, μάλιστα προέβη και σε εκκαθαρίσεις της «εκσυγχρονιστικής» μερίδας του κόμματος.

Το εμπάργκο, όμως δεν κράτησε για πολύ, κυρίως λόγω της κοινωνικής αναταραχής που προκλήθηκε, καθότι, σύμφωνα με εκτιμήσεις των Ηνωμένων Εθνών, ένα 40% του αστικού πληθυσμού εξασφάλιζε τη διατροφή του από αυτές. Επειδή η λειτουργία των ιδιωτικών αγορών συνέτεινε, όπως ήταν φυσικό, στη δημιουργία μιας αρκετά εύπορης μεσαίας τάξης και στην εμφάνιση σημαντικών ανισοτήτων, ο Kim Jong-il σε μια αιφνιδιαστική κίνηση το 2009, ανατίμησε το νόμισμα won, κόβοντας δυο μηδενικά, και θέτοντας ταυτόχρονα ένα ανώτατο όριο ως προς το ύψος των χρημάτων που μπορούσαν να μετατραπούν. Μαζί με τα δυο μηδενικά λοιπόν, χάθηκε και το κομμάτι εκείνο της μεσαίας τάξης που δεν είχε τη διορατικότητα να αποταμιεύει σε ξένο συνάλλαγμα.

Το 2010, οι αγορές, σε πείσμα όλων ξαναεμφανίστηκαν, κυρίως λόγω του χάους που προκλήθηκε από τη νομισματική μεταρρύθμιση και τον συνακόλουθο πληθωρισμό.

Το ρεζουμέ λοιπόν, της προηγούμενης εξιστόρησης είναι ότι η βορειο-κορεατική ιδιωτική πρωτοβουλία, η οποία συν τοις άλλοις επιδίδεται και στο λαθρεμπόριο δια μέσου των ημι-περατών συνόρων με την Κίνα, έχει αποκτήσει ρίζες και «τεχνογνωσία», και είναι μάλλον απίθανο να εκριζωθεί. Τουναντίον, τη βλέπουμε να επεκτείνει τις δραστηριότητές της και σε συμπράξεις με το κράτος, όπως στη διαχείριση ορυχείων και μεταφορών, κυρίως με τη μέθοδο της δωροδοκίας των υπεύθυνων αξιωματούχων.

Ο θείος του νέου ηγέτη, Chang Sung-taek, ένθερμος οπαδός της ανάπτυξης εμπορικών και οικονομικών σχέσεων με τον έξω κόσμο, έχει ταξιδέψει αρκετές φορές στην Κίνα και σε άλλες ασιατικές χώρες, και επιπλέον φέρεται στενός σύμμαχος του πρώην πρωθυπουργού Pak Pong-ju, ο οποίος είχε πρωτοστατήσει στις οικονομικές μεταρρυθμίσεις του 2003, αλλά και τμημάτων της ελίτ που επιζητούν οικονομική αναδιάρθρωση.

Εν τω μεταξύ, ο ίδιος ο νεαρός διάδοχος, πολύγλωσσος και κοσμοπολίτης, ως μαθητής κάποια χρόνια στην Ελβετία, και με ιδιαίτερη αγάπη στους υπολογιστές, (λέγεται μάλιστα ότι ήταν αυτός που επέμενε για την είσοδο της κινητής τηλεφωνίας στη Β. Κορέα), είναι πιθανόν να συμπλεύσει με τον θείο του, ως προς το άνοιγμα της χώρας του προς τον έξω κόσμο.

Αν όλα τα προηγούμενα σημαίνουν κάτι, και εφ όσον ο στρατός λάβει τις απαραίτητες εγγυήσεις σχετικά με τη διατήρηση των προνομίων του, τότε η Β. Κορέα κάποια στιγμή, αργά ή γρήγορα ίσως βρεθεί στο ίδιο μονοπάτι που ακολούθησε η Κίνα πριν από καμιά δεκαριά χρόνια.

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2012

Το θαύμα της φτώχειας στην Ελλάδα: Με την κρίση ελαττώνεται!




Αν κάποιος πάει πίσω στη δεκαετία και εξετάσει το ποσοστό φτώχειας στη Ελλάδα, το οποίο προσδιορίζεται στο 60% της διάμεσου του συνολικού διαθέσιμου ισοδύναμου εισοδήματος, θα δει ότι αυτό μένει κολλημένο γύρω στο 20%.

Στο παρακάτω διάγραμμα, όπου απεικονίζεται το ποσοστό φτώχειας ανάμεσα στα έτη 1994-2008, θα διαπιστώσουμε ότι το διάστημα 2000-2008 αυτό κυμαίνεται ανάμεσα στο 20% και 21% .
Ενδεικτικά αναφέρω αποσπάσματα από τον τύπο για τα έτη:

2006,
«Το 2006 η Ελλάδα εμφανίζει το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό φτώχειας στην ΕΕ-27 μετά τη Λετονία. 1 στους 5 κατοίκους στην χώρα μας (20,1%) βρίσκεται κάτω από το όριο φτώχειας. Το ποσοστό μακροχρόνιας φτώχειας ανέρχεται στο 14% (δεύτερο μεγαλύτερο στην ΕΕ-15)»

«Με το 21% των πολιτών της να ζούν στα όρια της φτώχειας, έχοντας εισόδημα κατώτερο του 60% του μέσου εθνικού εισόδηματος, η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό φτώχειας στην παλαιά Ευρώπη των «15» μαζί με την Ιρλανδία, με δεύτερη την Πορτογαλία (20%) και τρίτη την Ιταλία (19%). Το χαμηλότερο ποσοστό έχει η Σουηδία (9%)».

«Από τα στοιχεία της Eurostat η Ελλάδα με ποσοστό 21% συγκαταλέγεται μεταξύ των χωρών με τα μεγαλύτερα ποσοστά φτώχειας στην ΕΕ των 27, και μόνο η Λετονία παρουσιάζει μεγαλύτερο ποσοστό (23%). Ενώ, είναι η πρώτη μεταξύ των 15".


Μέχρις εδώ, ας πούμε σχετικά καλά. Παρ’ όλη την ανάπτυξη που σημειώνεται, η φτώχεια παραμένει η ίδια, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας τώρα. Για το παράδοξο αυτό δείτε την έκθεση του παρατηρητίου φτώχειας του ΙΝΕ.

Το πραγματικό θέμα είναι ότι εν έτη 2011 βλέπουμε έκθεση της ΕΛΣΤΑΤ, (ναι αυτή του Γεωργίου) να παρουσιάζει το ποσοστό φτώχειας στην Ελλάδα να είναι το ίδιο με πέρσι, με πρόπερσι, με αντιπρόπερσι κ.ο.κ., δηλαδή στο 20.1%

Τέσσερα ερωτήματα έχω, άπαντα ρητορικά:
  1. Είναι δυνατόν το ποσοστό φτώχειας να μένει το ίδιο την τρίτη/τέταρτη χρονιά κρίσης;
  2. Είναι δυνατόν να είναι μικρότερο απ' ότι το 2007 και 2008;
  3. Είναι δυνατόν να μην το έχει προσέξει κανένας, αλλά να το έχει εκλάβει και ως φυσιολογικό;
  4. Είναι δυνατόν να χύθηκαν μάλιστα και δάκρυα για ένα τόσο κραυγαλέα αναξιόπιστο νούμερο;