Σάββατο, 29 Ιουνίου 2013

Πολιτικό bias και οικονομικές προβλέψεις



Σε πολύ μεγάλο βαθμό το πώς θα κινηθεί η οικονομία βραχυπρόθεσμα έως μακροπρόθεσμα, δηλαδή το πώς θα επενδύσει κάποιος, το πού θα επενδύσει και το πόσο ρίσκο θα αναλάβει, βασίζεται σε επίπονες και μακροσκελείς αναλύσεις και προβλέψεις κάποιων που πληρώνονται αδρά, μιας και το ύψος της αμοιβής προδιαθέτει για την ασφάλεια και το βαθμό επαλήθευσης των προβλέψεων που επιχειρούν.

Το ερώτημα είναι αν θα πρέπει να τις λαμβάνουμε σοβαρά υπ' όψιν μας. Αν και η προσεκτική παρακολούθηση των προβλέψεων  από διάφορα κέντρα και ινστιτούτα της αλλοδαπής σε ό,τι αφορά εμάς, όπως για παράδειγμα προβλέψεις που αφορούν στις κατά καιρούς πιθανότητες υλοποίησης  ενός Grexit, έχουν κλονίσει την εμπιστοσύνη μας, εν τούτοις τα ίδια αυτά κέντρα συνεχίζουν αμείωτη την παραγωγή τους, παραμένοντας ανεπηρέαστοι από τις κακές προηγούμενες επιδόσεις τους. Πολλές φορές έχει ειπωθεί ότι υπάρχει διάσταση απόψεων μεταξύ των ευρωπαϊκών και των αγγλοσαξονικών κέντρων, όσον αφορά τα τεκταινόμενα εντός Ευρωζώνης, ως εάν οι απολύτως τεχνοκρατικές, όπως λανσάρονται εκτιμήσεις, να επηρεάζονται από το γεωγραφικό πλάτος και μήκος των γραφείων όπου εκπονούνται. 

Και όμως αυτό ακριβώς συμβαίνει όπως διαπιστώνεται από τα παρακάτω όπως συντάχθηκαν από το Reuters:
      
Στην ερώτηση για παράδειγμα, του κατά πόσον η απόφαση "what ever it takes" του Ντράγκι ωφέλησε την κρίση του ευρώ, τα funds που εδρεύουν στην ΕΖ απάντησαν κατά 75% θετικά, ενώ κατά το ίδιο ποσοστό, τα αγγλοσαξονικά απάντησαν αρνητικά. 





Στο ερώτημα σχετικά με την επιβίωση της ΕΖ, η συντριπτική πλειονότητα των ευρωπαϊκών ινστιτούτων απάντησαν θετικά, ενώ τα αγγλοσαξονικά φάνηκαν μοιρασμένα, κοντολογίς χωρίς δυνατότητα πρόβλεψης. 




Ενώ, στην ερώτηση για την πιθανότητα ανόδου του κόστους δανεισμού της ευρωπαϊκής περιφέρειας, το μοτίβο των απαντήσεων ήταν παρομοίως αναμενόμενο: Και πάλι τα ευρωπαϊκά ινστιτούτα σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο απάντησαν αρνητικά, ενώ τα αγγλοσαξονικά φάνηκαν μοιρασμένα και αναποφάσιστα. 





Δεν χωρά αμφιβολία λοιπόν, ότι οι όποιες εκτιμήσεις έχουν έντονο πολιτικό bias, τέτοιο ώστε ο οποιοσδήποτε πολιτικός, από όποια παράταξη και αν προέρχεται να βρίσκει "τεκμηριωμένο" πάτημα για τη συνέχιση ή μη της υποστήριξής του προς την τάδε ή δείνα πολιτική. 

Όσον αφορά, εμάς τους υπόλοιπους, απλά τις αγνοούμε, ή στην καλύτερη περίπτωση τις χλευάζουμε, όπως ακριβώς χλευάζουμε τους αστρολόγους και τους "αναλυτές" στοιχημάτων ιπποδρομιών και κυνοδρομιών.
  

Τρίτη, 25 Ιουνίου 2013

Πού πήγαν τα πακέτα της τρόικας;



Από ΔΝΤ και EFSF πήραμε συνολικά 219 δις ευρώ.

Από αυτά:
τα 48.2 δις πήγαν στην ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών
τα 11,3 δις στην επαναγορά χρέους (buy back)
τα 29,7 δις στο PSI

και

τα 122,2 δις σε κατόχους ομολόγων που έληγαν, (δηλαδή σε ιδιώτες, που πλέον μετά το PSI είναι ελάχιστοι, και κυρίως στην ΕΚΤ).

Από τα 219 δις, δηλαδή, μόνο τα 7,6 δις πήγαν σε μισθούς και συντάξεις και γενικά στον  προυπολογισμό, καλύπτοντας ελλείμματα περίπου 2 δις ετησίως, ήτοι κατά μέσο όρο 1% του ΑΕΠ. 

Ενώ

με αυτά πληρώσαμε για  τόκους 48.171 δις και για χρεολύσια 74.056 δις. Όταν οι τόκοι κοντεύουν να φτάσουν τα χρεολύσια, δικαιούμαστε να μιλάμε για τοκογλυφία; 

Ω!, πόσο ωραία αφεθήκαμε και αφηνόμαστε στο δούλεμα;



Υ.Γ. ΠΗΓΗ

Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2013

Martha Nussbaum "Όχι για το Κέρδος: Οι Ανθρωπιστικές Σπουδές προάγουν τη Δημοκρατία"


Πρόλογος: ΤΣΙΡΩΝΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ N.
Μετάφραση: ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ
Επιμέλεια: ΤΣΙΡΩΝΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ N.
Εκδόσεις: ΚΡΙΤΙΚΗ
Το βιβλίο, κατά δήλωση της συγγραφέως, αποτελεί μανιφέστο ενάντια στον αργόσυρτο θάνατο των Ανθρωπιστικών Σπουδών και μια αγωνιώδη περιγραφή για την αξία τους στην προαγωγή του ανθρώπου, της υγιούς δημοκρατίας, του νοήματος της ζωής, αλλά και της κοινωνικής και οικονομικής ευημερίας. Μας ξαναθυμίζει τις αξίες τις οποίες οφείλει να καλλιεργεί το σχολείο, από τις πρώτες βαθμίδες, μέχρι το πανεπιστήμιο, αξίες, οι οποίες με την κυριαρχία μιας οικονομίστικης αντίληψης για την παιδεία έχουν στην κοινή συνείδηση απαξιωθεί, μιας και τις τελευταίες δεκαετίες το σχολείο σταδιακά απογυμνώνεται από τους κοινωνικούς του σκοπούς, εκτός από έναν, να παράσχει δηλαδή, δεξιότητες σε μια ολοένα φθίνουσα αγορά εργασίας.
Σε εποχές, όπου η Δημοκρατία όλο και περισσότερο μετατρέπεται σε ένα άδειο κέλυφος, ένα χωριό Ποτέμκιν, με τους θεσμούς μεν στη θέση τους, αλλά ανίσχυρους και διακοσμητικούς, σε εποχές όπου  καλλιεργείται η εντύπωση ότι η Δημοκρατία  δεν είναι παρά μια δαπανηρή και χρονοβόρα διαδικασία, μια διαδικασία δηλαδή, μεγάλου κόστους και μικρής αποτελεσματικότητας, σε εποχές όπου η Οικονομία και οι τεχνοκράτες σέρνουν από τη μύτη την Πολιτική, σ’ αυτή λοιπόν την εποχή, περισσότερο από ποτέ πρέπει να ξαναστήσουμε απ’ την αρχή τ’αντίβαρα. Και πού αλλού, παρά στα σχολειά.
Τι μπορούν και τι πρέπει να κάνουν τα σχολεία για να δημιουργήσουν πολίτες που θα μετέχουν και υποστηρίζουν την υγιή Δημοκρατία, αναρωτιέται και διερευνά η Nussbaum; Θα πρέπει να
  • Να αναπτύσσουν την ικανότητα των μαθητών να βλέπουν τον κόσμο από την οπτική γωνία άλλων ανθρώπων, και ιδιαίτερα των μη προνομιούχων.
  • Να προάγουν τη λογοδοσία και την υπευθυνότητα
  • Να υποστηρίζουν ενεργά την κριτική σκέψη, τη διερεύνηση, τη στοχαστική εξέταση, τη δεξιότητα, και το θάρρος που απαιτείται για να εγείρουν φωνή διαφωνίας.
  • Να διαπλάθουν καλά ενημερωμένους και ανεξάρτητους πολίτες.
  • Να αναπτύσσουν την ικανότητα να σκέφτονται με επάρκεια σχετικά με πολιτικά ζητήματα, να εξετάζουν, να αναστοχάζονται να επιχειρηματολογούν και να συμμετέχουν στο διάλογο χωρίς να δέχονται απροϋπόθετα τα προτάγματα ούτε της παράδοσης, ούτε της εξουσίας.

Ο κατάλογος είναι μακρύς, άλλωστε γιαυτό υπάρχει και το βιβλίο, για να συμπληρωθεί από τον αναγνώστη.
Με αφορμή λοιπόν τις βασικές ιδέες του βιβλίου ας κάνουμε κάποιες παραπάνω σκέψεις

Ποιο είναι σήμερα το κυρίαρχο μοντέλο εκπαίδευσης; Ποια τα συστατικά του;

Η πεμπτουσία του σημερινού κυρίαρχου εκπαιδευτικού παραδείγματος είναι κατά πρώτο και κύριο λόγο η προαγωγή της οικονομικής μεγέθυνσης της χώρας, η οποία και έχει κατοχυρωθεί να ταυτίζεται με την πρόοδο. Η άποψη αυτή, την οποία συμμερίζονται και οι περισσότεροι προοδευτικοί θεωρητικοί της εκπαίδευσης, βρίσκεται στο επίκεντρο της σκέψης της Nussbaum.

Η οικονομική μεγέθυνση δεν είναι μια αφηρημένη έννοια, αλλά αποτυπώνεται σε ορισμένους μετρήσιμους δείκτες, όπως είναι ας πούμε ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ, ο όγκος των εξαγωγών, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, κλπ. Κριτήρια δε για την επίτευξη θετικού αποτελέσματος είναι η αποτελεσματικότητα, η ανταγωνιστικότητα, η παραγωγικότητα, η ικανοποίηση του καταναλωτή χρήστη, δηλαδή αξίες αμιγώς της αγοράς. Οι ανθρωπιστικές επιστήμες εξ ορισμού δεν μπορούν να ενταχθούν μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, διότι η εκπαίδευση και οι γνώσεις που παρέχουν δεν έχουν να κάνουν με κάποιο τελικό προϊόν, ούτε με δεξιότητες που θεωρούνται απαραίτητες στην παραγωγική διαδικασία.  Μοιραία λοιπόν, σε μια κοινωνία η οποία τις τελευταίες 3 με 4 δεκαετίες έχει εκπαιδευτεί και εθιστεί στο να αναγνωρίζει και να δρα με βάση τις αγοραίες αξίες, οι ανθρωπιστικές επιστήμες σπρώχνονται όλο και πιο πολύ στο περιθώριο, απαξιωμένες και παραμελημένες, με το βάρος της χρηματοδότησης να πέφτει κυρίως στις εφαρμοσμένες τεχνικές επιστήμες, ως άμεσα ανταποδοτικές και με αναγνωρίσιμα αποτελέσματα, άσχετο αν αυτά τα αποτελέσματα-προϊόντα λίγη προστιθέμενη αξία μπορούν να έχουν στην ποιότητα ζωής του καθενός. 

Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή και ας εξετάσουμε διάφορους μύθους, η διαιώνιση των οποίων έχει άμεσο αντίκτυπο στην απαξίωση των Ανθρωπιστικών Σπουδών.

Συνδέεται η εκπαίδευση με την οικονομική μεγέθυνση μιας χώρας;

Απάντηση: Δεν συνδέεται! Άρα τζάμπα την πληρώνουν οι ανθρωπιστικές επιστήμες.

Υπάρχει γιαυτό αρκετή βιβλιογραφία. Ένα ενδιαφέρον άρθρο για παράδειγμα είναι το «Education: its not for the economy, stupid!», του Phil Mullan. Την τελευταία δεκαετία στη Βρετανία υπήρχε διάχυτη η άποψη ότι οι ανεπάρκειες στην παραγωγικότητα και την οικονομική μεγέθυνση οφείλονται εν πολλοίς, όχι στην ανεπάρκεια των παραγωγικών επενδύσεων, αλλά στο έλλειμμα γνώσεων και εργασιακών δεξιοτήτων, και τούτο, παρά το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που είχαν συσσωρευτεί παρέπεμπαν στο ακριβώς αντίθετο, ότι δηλαδή δεν υπάρχει θετική συσχέτιση ανάμεσα στην επέκταση της εκπαίδευσης και την άνοδο της παραγωγικότητας ή του πλούτου.

Ας δούμε μερικά παραδείγματα

Η οικονομική επιβράδυνση από το 1973 και μετά που παρατηρήθηκε παγκοσμίως συνέπεσε με την τάση διοχέτευσης όλο και περισσότερων πόρων για εκπαιδευτικούς σκοπούς.

Μπορεί η Κορέα να επένδυσε στην εκπαίδευση και να έδρεψε οικονομικούς καρπούς αργότερα, αλλά το ίδιο έκανε και η Αίγυπτος. Το αποτέλεσμα όμως ήταν να κατέβει ακόμα ένα σκαλί στη σκάλα των οικονομικών δεικτών.

Το Hong Kong είδε μεγάλη ανάπτυξη στα μέρη του, χωρίς όμως να έχει επενδύσει στον εκπαιδευτικό τομέα. Η επέκταση του τομέα αυτού επήλθε μόνο αφού είχε ήδη ανέβη το βιοτικό επίπεδο, το οποίο και επέτρεψε στους γονείς ν’ ασχοληθούν περισσότερο επισταμένα με την άνοδο του μορφωτικού επιπέδου των βλαστών τους.

Στο ίδιο συμπέρασμα, ότι δηλαδή δεν υπάρχει θετική συσχέτιση ανάμεσα στην εκπαίδευση και την παραγωγικότητα, κατέληξε και μια έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας με τίτλο «Where has all the education gone?». Σύμφωνα με αυτή, στις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ η συμμετοχή και ο χρόνος παραμονής στα θρανία δεν ήταν διαφορετικός απ’ ότι στην Αμερική. Παρά ταύτα, το κατά κεφαλήν εισόδημα στη δεύτερη ήταν εννεαπλάσιο των πρώτων.
Επίσης η Ελβετία, παρά το γεγονός ότι είναι σχεδόν η πλουσιότερη χώρα, έχει να επιδείξει έναν από τους χαμηλότερους δείκτες σε ποσοστό αποφοίτων πανεπιστημίων.

Παρά το γεγονός ότι η επένδυση του αναπτυγμένου κόσμου στην παιδεία μετά το 1960 συνέπεσε με οικονομική άνοδο, εν τούτοις η συσχέτιση αυτή δεν συνιστά απαραίτητα και αιτιότητα. Το πιο πιθανό είναι ότι η οικονομική ευμάρεια συνέβαλε ώστε οι εν λόγω χώρες να αφιερώσουν περισσότερους πόρους σε κοινωνικούς σκοπούς, όπως υγεία και παιδεία.


Πόσο συνδέεται η οικονομική μεγέθυνση με την κοινωνική πρόοδο και την ευημερία των πολιτών;

Εδώ απαντάει η ίδια η Nussbaum. Στις σελ. 53-55 αναφέρει ότι η πολιτική ελευθερία, η προαγωγή της δημοκρατίας, η υγεία και η εκπαίδευση εμφανίζουν χαλαρή σχέση με την οικονομική μεγέθυνση. Το ίδιο και η καλλιέργεια ενός μορφωμένου πληθυσμού, που συμμετέχει στα κοινά, το ίδιο και η ευημερία και η καλή ζωή μοιρασμένη ισόρροπα σε όλες τις κοινωνικές τάξεις. Και φέρνει σαν παράδειγμα τη Νότια Αφρική, όπου επί εποχής απαρτχάιντ, οι οικονομικοί δείκτες είχαν να επιδείξουν τις καλύτερες επιδόσεις τους.
Αυτό συμβαίνει, συνεχίζει, όταν το κοινωνικό προϊόν το καρπούται μια μικρή μερίδα του πληθυσμού, αφήνοντας την πλειοψηφία μακριά από τη μοιρασιά, γεγονός το οποίο το βλέπουμε οξυμένο τις τελευταίες δεκαετίες και στον αναπτυγμένο κόσμο. Υπάρχουν άλλωστε, πολλές μελέτες οι οποίες δείχνουν την αυξανόμενη οικονομική ανισότητα ανάμεσα στο πλουσιότερο και φτωχότερο τμήμα ενός πληθυσμού.

Ήταν όμως πάντα έτσι με τις Ανθρωπιστικές Επιστήμες;

Όχι. Όλα τα «κακά» και οι ανατροπές άρχισαν να συμβαίνουν από τη δεκαετία του ’70 και εντεύθεν.
Πολύ πρόσφατα η WSJ στο άρθρο "Ηumanities Fall from Favor" δημοσίευσε ένα διάγραμμα όπου φαίνεται η απότομη πτώση του αριθμού των πτυχίων στις ανθρωπιστικές σπουδές. Στις αρχές του ’70 ανέρχονταν στο 17-18% του συνολικού αριθμού πτυχίων που απονέμονταν στις ΗΠΑ, ενώ μέσα την επόμενη δεκαετία το ποσοστό τους έπεσε κατά 10 μονάδες. Έκτοτε παραμένει γύρω στο 7-8%.

Στο Harvard, για παράδειγμα, οι απόφοιτοι των Ανθρωπιστικών Σπουδών έπεσαν στο 20% το 2012 από το 54% που ήταν το 1954.

 

Μια γενική εξήγηση είναι ότι με το τέλειωμα των golden years της μεταπολεμικής ανάπτυξης μπήκαμε σε περίοδο σχετικής σπάνης, με τη σημερινή κατάληξη, όπου οι περιορισμένοι πλέον πόροι διοχετεύονται εκεί όπου αναμένεται να συμβάλλουν πιο παραγωγικά.


Από τη Μαζική Εκπαίδευση στην Εκπαίδευση των Ελίτ.  Το κυνήγι των μαγισσών

Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι από το ’80 και μετά έχουμε εκ βάθρων ανατροπή του μεταπολεμικού μοντέλου της Μαζικής Εκπαίδευσης, κι αυτό είναι λογικό μιας και μετά τον πόλεμο οι δυτικές κοινωνίες ανοικοδομούνταν ταχέως. Έκτοτε, με την παρατηρούμενη μείωση του ρυθμού αύξησης της παραγωγικής-βιομηχανικής δραστηριότητας στον αναπτυγμένο κόσμο, με την ταυτόχρονη άνοδο του τομέα των υπηρεσιών και το outsourcing της βιομηχανικής παραγωγής στην Ανατολή και στις αναδυόμενες χώρες, άρχισε να μειώνεται και η ζήτηση για εκπαιδευμένο προσωπικό και συνεπώς να αυξάνεται η ανεργία.

Έτσι, η τριτοβάθμια εκπαίδευση προσανατολίστηκε προς την ενθάρρυνση των τεχνικών και σκληρών επιστημών και στην εκπαίδευση μια ολιγομελούς τεχνοκρατικής ελίτ, η οποία και θα είχε εξασφαλισμένη απορρόφηση. Η Nussbaum αναφέρεται στο φαινόμενο αυτό διεξοδικά στο τελευταίο κεφάλαιο. Αυτό, για παράδειγμα συμβαίνει κάθε φορά που η προσφορά υπερβαίνει μια περιορισμένη ζήτηση. Ως αποτέλεσμα επιβάλλονται περιοριστικοί όροι εισόδου στα αντίστοιχα πανεπιστημιακά τμήματα, όροι, όπως ο περιορισμός των θέσεων, η όξυνση του ανταγωνισμού,  και η επιβολή ή η υπέρογκη αύξηση των διδάκτρων. Στο ΗΒ για παράδειγμα, τα δίδακτρα πέρσι κυριολεκτικά τριπλασιάστηκαν, από τις 3000 λίρες, στις 9000, για κάθε έτος σπουδών.

Σύμφωνα με την έκθεση του  «Center for College Affordability and Productivity» οι απόφοιτοι πανεπιστημίων και κολεγίων που προστέθηκαν το 2010 ήταν πάνω από 19 εκ. ενώ την ίδια περίοδο οι αντίστοιχες θέσεις εργασίας που δημιουργήθηκαν ήταν λιγότερες από 7 εκ.

Επίσης, σύμφωνα με στατιστικές του Υπ. Εργασίας των ΗΠΑ, το 37% των αποφοίτων πανεπιστημίων βρίσκονται σε θέσεις εργασίας που θα μπορούσαν να τις είχαν καταλάβει απόφοιτοι Λυκείου

Είναι φανερό λοιπόν, πως τα ανεπτυγμένα κράτη δείχνουν να μη χρειάζονται πλέον τόσους πολλούς αποφοίτους και κάνουν το ο,τιδήποτε για να τους αποτρέψουν.

Οι μισοί από τους φρέσκους απόφοιτους όλων των ειδικοτήτων στις ΗΠΑ, το 53.6%,  παραμένουν άνεργοι ή υποαπασχολούμενοι, φορτωμένοι μάλιστα με δάνεια συνολικού ύψους πάνω από ένα τρις δολάρια.

Στο ΗΒ τα ενεργά φοιτητικά δάνεια που δεν έχουν εξοφληθεί ανέρχονται στις 40 δις λίρες και αφορούν 3,6 εκ. φοιτητές. Η κυβέρνηση σχεδιάζει να τα πουλήσει πακέτο σε funds, ασφαλιστικά ταμεία κλπ, και για να καταστούν ελκυστικά προτίθεται να αυξήσει το επιτόκιο ακόμα και αναδρομικά.

Τι προτείνει ενδεικτικά σε άρθρο του, ("To Boost Post-College Prospects, Cut Humanities Departments") το Forbes;

Να κλείσουν, γράφει, όλα τα πανεπιστημιακά τμήματα φιλοσοφίας, ανθρωπολογίας, ιστορίας τέχνης, κ.ά., που παράγουν ανέργους και οι υποψήφιοι φοιτητές να πάνε να γίνουν απευθείας σερβιτόροι και ξενοδοχοϋπάλληλοι, μιας και η συνέχιση της χρηματοδότησής τους απορροφά πόρους (κτίρια, δασκάλους, διοικήσεις) και ζημιώνει τα υπόλοιπα πιο εφαρμοσμένα τμήματα. Και αυτό, άλλωστε γίνεται, εδώ και καιρό, κυρίως στον Αγγλοσαξονικό κόσμο. Χαρακτηριστικό είναι το κλείσιμο του διάσημου τμήματος φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο του Middlesex το οποίο το 2010 κινητοποίησε για την υπεράσπισή του την παγκόσμια πανεπιστημιακή  κοινότητα. Παρ’ όλα αυτά έκλεισε!

Και για όσους δυσκολεύονται να το κατανοήσουν, δεν θα μπορούσε να λεχθεί πιο κυνικά: «Η ελίτ κουλτούρα (εννοεί αυτή που παρέχεται από τα πανεπιστήμια Ελευθέρων Σπουδών) είναι αυτή που ευθύνεται για την κρίση κόστους της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης», παρ’ όλο που εμπεριστατωμένες αναλύσεις δείχνουν ότι η διόγκωση του κόστους οφείλεται στη Διοίκηση (με τους υπέρογκους μισθούς) και όχι στο διδακτικό προσωπικό το οποίο στην πλειονότητά του φυτοζωεί. ("The Elite Culture, That's to Blame for The College Cost Crisis")
 


Εκπαίδευση: μετατροπή από Δημόσιο Αγαθό  σε  Επένδυση

Η μεταστροφή αυτή έχει επιτελεστεί σταδιακά σε βάθος αρκετών δεκαετιών από το ’80 και μετά, αφ’ ότου είχαμε και θεμελιώδη μεταστροφή του κυρίαρχου παραγωγικού υποδείγματος. Από τον Κενσιανισμό και την υιοθέτηση του κράτους πρόνοιας, στη νεοφιλελεύθερη οικονομία της αγοράς και στο αντίστοιχο εποικοδόμημα, το οποίο σφράγισε όλες τις δυνατές σχέσεις εντός κοινωνίας, και όχι μόνο τις οικονομικές.

Το άτομο παύει πλέον να θεωρείται πολίτης και κοινωνικό ον, και σταδιακά περνάει από την ιδιότητα του πελάτη-καταναλωτή σε αυτή του Επενδυτή. Ο υποψήφιος φοιτητής δεν σπουδάζει για να συμβάλλει στην πρόοδο και την εξύψωση της κοινωνίας, αλλά για να μπορέσει να ενσωματωθεί αποκλειστικά στην αγορά εργασίας, βελτιώνοντας απλά τη δική του ατομική οικονομική κατάσταση. Έτσι συμπεριφέρεται σαν τον επενδυτή, ο οποίος επενδύει ένα σημαντικό ποσό, που κυμαίνεται από 25 χιλιάδες δολάρια έως τα 100,000, με την προοπτική να το αποσβέσει σύντομα. Οι ανθρωπιστικές σπουδές, σύμφωνα με αυτή τη λογική, θεωρούνται υψηλού ρίσκου επενδύσεις, και δεν προσελκύουν αρκετούς πρόθυμους να αναλάβουν ένα κόστος αμφίβολης οικονομικής ανταποδοτικότητας.


Πόσο διαφορετικά είναι όμως τα πράγματα και στις «φυσικές επιστήμες»;

Εξίσου θύμα είναι και η βασική έρευνα. Η χρηματοδότηση από το 1958 μέχρι το 2008 στις ΗΠΑ έχει ελάχιστα αυξηθεί, και πάντως δεν υπερβαίνει το 0.5% του ΑΕΠ. Ενώ η εφαρμοσμένη βρίσκεται κοντά στο 2% του ΑΕΠ. 

Ενδεικτική της περιφρόνησης προς ο,τιδήποτε δεν παράγει άμεσα προϊόν που να μπει άμεσα στην αγορά είναι η δραματική συρρίκνωση των φημισμένων εργαστηρίων Bell στο New Jersey, τα οποία στήθηκαν το 1925 και έδωσαν βασικές ανακαλύψεις, όπως το laser, το τρανζίστορ, το computer, καθώς και 7 βραβεία Nobel.

Δεν περιμένει κανείς, φυσικά οι ανθρωπιστικές σπουδές να χρηματοδοτούνται στον ίδιο βαθμό με τις τεχνικές ή ιατρικές επιστήμες. Αλλά είναι ενδεικτικό ότι εδώ και 30 χρόνια η χρηματοδότηση για έρευνα έχει παραμείνει στάσιμη. Πολλά τμήματα συγχωνεύτηκαν ή έκλεισαν για το λόγο ότι θεωρούνταν άχρηστα. Εφ’ εξής για να μπορέσουν να επιβιώσουν όσα απέμειναν και να λάβουν χρηματοδότηση θα πρέπει να υποβάλλουν προτάσεις, όπου θα αναδεικνύεται πρωτίστως η χρησιμότητά τους, και το ύψος των εσόδων από την πώληση «πολιτιστικών προϊόντων». Έτσι, ακριβώς.

Ενδεικτικά στις ΗΠΑ για το 2007, οι ιατρικές σχολές χρηματοδοτήθηκαν από την κυβέρνηση με 30 δις δολ., τα τμήματα φυσικών επιστημών με 5 δις, ενώ τα τμήματα ανθρωπιστικών σπουδών με 138 εκ. Από αυτά δε μόλις τα 16 εκ. πήγαν αμιγώς στην  έρευνα, ενώ τα υπόλοιπα διοχετεύτηκαν σε εξω-πανεπιστημιακά ινστιτούτα και συμβούλια.



Πώς μπορούν να «διασωθούν» οι ανθρωπιστικές σπουδές;


Αλλάζοντας νοοτροπία. Αλλά και πείθοντας ότι ταυτόχρονα εξασφαλίζουν και θέσεις εργασίας, ακόμα και στη Goldman Sachs, στο Google, στο Facebook. Αρκεί η οικονομία να είναι τέτοια που να παράγει θέσεις εργασίας. Αλλά αυτό είναι άλλου παπά ευαγγέλιο.


Τρίτη, 18 Ιουνίου 2013

Μια ματιά στον κόσμο


Όσο τα κόμματα και οι ειδικοί επί των αποκρυφισμών θα ασχολούνται με το τι θέλει άραγε να πει ο ποιητής, δηλαδή το ΣΤΕ, ας ρίξουμε μια κλεφτή ματιά στα όσα ωραία και ενδιαφέροντα συνέβησαν και εξακολουθούν να συμβαίνουν αυτές τις μέρες στον υπόλοιπο πλανήτη.

Πρώτα πρώτα την προηγούμενη Παρασκευή είχαμε στην Τεχεράνη αλλαγή φρουράς. Ο Αχμαντινετζάντ αποτελεί παρελθόν, μια και είχε ήδη διανύσει τις δυο, επιτρεπόμενες από το σύνταγμα προεδρικές θητείες. Μεγάλος νικητής, από τον πρώτο κιόλας γύρο ο μοναδικός ανάμεσα στους υποψήφιους, αλλά και ο πλέον μετριοπαθής ιερωμένος, Hassan Rouhani. Ο Rouhani υπήρξε κύριος διαπραγματευτής κατά τη διάρκεια των συνομιλιών με τη Δύση στο φλέγον ζήτημα των πυρηνικών. Το ότι είναι κληρικός, δεν σημαίνει ότι είναι και σκληροπυρηνικός, αρκεί να σκεφτούμε τον Μακάριο, τον Martin Luthr King, τον ταπεινό Πρόεδρο της Παραγουάης, Lugo-Μendez, 2008-2012, τoν Desmond Tutu, για την καμπάνια του ενάντια στο απαρχάιντ, και άλλους που μού διαφεύγουν. Αλλά και ούτε και φιλελεύθερος. Εντάξει στο Ιράν είμαστε. Παρ' όλα αυτά,  όμως η δημοκρατία δεν λειτουργεί λιγότερο απ' ότι σε άλλες χώρες, τύποις δημοκρατικές. Για παράδειγμα, διάβαζα χθες ότι ο Αχμαντινετζάντ θα παραπεμφθεί για κακουργηματικές πράξεις, κάπου τον Νοέμβριο, όταν και τυπικά θα παραδώσει τα κλειδιά. Σε αντίθεση με άλλες δημοκρατίες, στο Ιράν, όπως αντιλαμβανόμαστε, δεν ισχύει ο νόμος περί Ευθύνης Υπουργών, πόσω μάλλον Πρωθυπουργών.  

Ανάμεσα στις βασικές δεσμεύσεις του νέου προέδρου είναι να θέσει τέρμα στις κυρώσεις, να καταπολεμήσει τον πληθωρισμό (~30%) και να βρει πεδίο συνεννόησης με τη Δύση. Με μεγάλο ενδιαφέρον αναμένεται η στάση που θα κρατήσει στη Συρία. Είναι κάτοχος διδακτορικού στις νομικές επιστήμες από το πανεπιστήμιο της Γλασκώβης και μιλάει άπταιστα Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ρωσικά και Αραβικά. 

Το επόμενο γεγονός ήταν η διήμερη συνάντηση των G8 στη Β. Ιρλανδία, η οποία τερματίζεται σήμερα. Το κυριότερο θέμα ήταν το τι θα γίνει στη Συρία, αν δηλαδή η Δύση, Αμερική και Ην. Βασίλειο θα εξοπλίσουν τους αντάρτες της Συρίας. Ο Πούτιν κρατάει σθεναρή στάση, αρνούμενος κάθε τύπου επέμβαση στα εσωτερικά της χώρας. Το κλίμα ήταν γενικά ψυχρό. Αλλά ούτε και στο ΗΒ υπάρχει ομοφωνία. Τόσο ο πληθωρικός δήμαρχος του Λονδίνου όσο και ο Κλεγκ, αλλά και 80 βουλευτές του κυβερνητικού συνασπισμού αντιτίθενται σε μια τέτοια προοπτική. Ισως το κλειδί βρεθεί από τη νέα κυβέρνηση του Ιράν, αν αποφασίσει να το δει αλλιώς. Όπως έχουμε γράψει και προηγουμένως, το πρόβλημα για τη Δύση δεν είναι η Συρία καθ' αυτή, αλλά το Ιράν.

Χθες, στην άλλη μεριά του κόσμου, στη Βραζιλία ξέσπασαν μεγάλες αντικυβερνητικές διαδηλώσεις, σε πολλές μεγάλες πόλεις ταυτόχρονα. Αφορμή στάθηκε η αύξηση της τιμής των εισητηρίων στα ΜΜΜ. Αυτό φυσικά ήταν μόνο η αφορμή, για να ξεσπάσει η υποβόσκουσα οργή για τη διαφθορά, την εγκατάλειψη των σχολείων και των νοσοκομείων και ενάντια στη διοργάνωση του παγκόσμιου Κυπέλλου τον επόμενο χρόνο, το οποίο και θα απορροφήσει τεράστιους, πολύτιμους πόρους. 

Μια άλλη ενδιαφέρουσα είδηση αφορά στα φοιτητικά δάνεια στο Ην. Βασίλειο. Σε έκθεση την οποία διέρευσε ο Guardian, η κυβέρνηση σχεδιάζει να πουλήσει εκκρεμή δάνεια 40δις λιρών, που αφορούν 3,6 εκ. φοιτητές, σε τράπεζες και funds, τα οποία για να καταστούν ελκυστικά σκοπεύει να τους αυξήσει το επιτόκιο ακόμα και αναδρομικά. Έτσι ένας απόφοιτος για να τα αποπληρώσει θα χρειαστεί ολόκληρο τον εργασιακό του βίο. Όπως, έχουμε ξανατονίσει, οι κυβερνήσεις κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους για να αποθαρρύνουν τους επίδοξους φοιτητές. Σημειωτέον, τα εκκρεμή φοιτητικά δάνεια στις ΗΠΑ έχουν ξεπεράσει τα 1 τρις δολ και είναι η επόμενη μεγάλη φούσκα που έρχεται.


Ας ελπίσουμε, ότι όσο γράφουμε αυτές τις γραμμές, τα ΜΑΤ δεν θα έχουν προλάβει να εισβάλουν στην ΕΡΤ.


Κυριακή, 16 Ιουνίου 2013

Πόσο κόσμο απασχολεί το BBC;


Συζητώντας με μια φίλη τις προάλλες, ήρθε η κουβέντα και στην ΕΡΤ, και στο καυτό θέμα της υπερπληρότητάς της από άποψη προσωπικού. 

"Δεν μπορεί να απασχολεί τόσο κόσμο", σχολίασε εντελώς καλοπροαίρετα. "Εδώ το BBC απασχολεί μόνο 2000, και εξυπηρετεί μια χώρα εξαπλάσια σε πληθυσμό". 

"Πού το ξέρεις;", τη ρώτησα.

"Μα όλοι το λένε". 

"Κι επειδή, το λένε όλοι; Τους πιστεύεις; Δεν θα μπορούσε να είναι προπαγάνδα;"

Εδώ η φίλη στάθηκε σκεφτική. Πήγε λιγάκι ν' υπερασπιστεί την ιδέα ότι δεν μπορεί, για να το λένε όλοι θα είναι και αληθινό, αλλά μετά κοντοστάθηκε και άρχισε να υποχωρεί, ότι μπορεί και να μην είναι έτσι τελικά.

Θυμήθηκα τότε την κάλυψη του πολέμου στην πάλαι ποτέ Γιουγκοσλαβία. Όσο παρακολουθούσα τα γεγονότα στην Αμερική, δεν είχα την παραμικρή αμφιβολία ότι οι Σέρβοι επρόκειτο για τέρατα και φονιάδες. Όταν την ίδια εποχή βρέθηκα στην Ελλάδα και παρακολουθούσα τον πόλεμο από την Ελληνική τηλεόραση, οι Σέρβοι δεν ήταν παρά τα θύματα.  Ήταν λογικό να πάθω σύγχυση και σοκ ταυτόχρονα, συνειδητοποιώντας πόσο εύκολα μπορεί κάποιος να πέσει θύμα της προπαγάνδας φορώντας, χωρίς να το αντιλαμβάνεται, τα δικά της γυαλιά. 
  
Σήμερα με τη διάχυση της πληροφορίας από τα social media και μέσα από πολλές διαφορετικές πηγές το να πέσει κάποιος θύμα είναι πιο δύσκολο. Αλλά για την πλειονότητα του πληθυσμού που δεν έχει πρόσβαση, ή που δεν έχει μάθει να χρησιμοποιεί το internet μ' αυτόν τον τρόπο, της διασταύρωσης, ισχύει ότι και για τον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας. Ως αληθινό συνεχίζει να παραμένει αυτό που κατασκευάζει η τηλεόραση και αυτοί που την ορίζουν. Και δυστυχώς, αυτός ο αδαής πληθυσμός είναι  και που καθορίζει το εκλογικό αποτέλεσμα. 

Ας επανέλθουμε στο BBC. Πόσο κόσμο τελικά  απασχολεί;

Την απάντηση τη δίνει επισήμως το ίδιο το BBC σε κάποιον πολίτη, ο οποίος διατυπώνει το ίδιο ερώτημα, κάνοντας χρήση του δικαιώματος που του παρέχει η "Freedom of Information Act 2000" να ρωτάει και να παίρνει υποχρεωτικά απάντηση για ό,τι αφορά ένα δημόσιο οργανισμό από τον ίδιο τον οργανισμό. Στην Ελλάδα τέτοια δυνατότητα, απ' όσο γνωρίζω, δεν υπάρχει. Ο μόνος που μπορεί να θέτει ερωτήσεις είναι ο βουλευτής, αλλά και πάλι ο αριθμός των ερωτήσεων που υποβάλλει δεν μπορεί να υπερβαίνει ένα ορισμένο αριθμό το χρόνο, και φυσικά δεν υπάρχει καμιά υποχρέωση να πάρει απάντηση. Κάποιες ερωτήσεις απαντώνται, οι υπόλοιπες μπαίνουν σε κάποια κληρωτίδα και παίρνεις απάντηση μόνο αν σου "κάτσει". Αυτό δυστυχώς είναι το Ελληνικό Κοινοβούλιο, και απ' όσο πάλι γνωρίζω, δεν έχει περάσει απ' το μυαλό κανενός να υποβάλει κάποια ένσταση. 

Τι απαντά λοιπόν το BBC; 

Το διάγραμμα που ακολουθεί δείχνει την κατανομή των υπαλλήλων πλήρους απασχόλησης ανά μισθολογικό κλιμάκιο, όπως ήταν τον Μάιο του 2011. Ο οριζόντιος άξονας δείχνει τον ετήσιο μισθό σε χιλιάδες λίρες, ενώ ο κάθετος τον αριθμό των υπαλλήλων που παίρνουν ένα συγκεκριμένο μισθό. Το ένθετο απλώς, μεγεθύνει  τα ανώτερα κλιμάκια, από 100,000 λίρες και πάνω.




Από αυτό λοιπόν βγαίνει ότι:

1. Ο  συνολικός αριθμός των υπαλλήλων του BBC πλήρους απασχόλησης είναι  17,263. Φυσικά ο αριθμός αυτός είναι ένα κατώτατο όριο, διότι δεν περιλαμβάνει τους συμβασιούχους ορισμένου χρόνου, και τους part-time.

2. Ο μέσος ετήσιος μισθός ανέρχεται στις £39,694 λίρες.



Τετάρτη, 12 Ιουνίου 2013

Ένας sniper στην καρδιά του κράτους





Ο κόσμος που κατά χιλιάδες άρχισε να συρρέει χθες προς το μέγαρο της ΕΡΤ, λίγη ώρα πριν πέσει η αυλαία του τελευταίου της δελτίου ήταν πέρα από κάθε προσδοκία. Δεν θυμάμαι άλλο ανάλογο περιστατικό, αυθόρμητης προσέλευσης τα τελευταία χρόνια, ίσως μόνο κατά κάποιο τρόπο στην περίπτωση της Χαλυβουργικής, αλλά και πάλι τα δύο γεγονότα δεν είναι συγκρίσιμα. Το πλήθος ήταν πράγματι τεράστιο, δεν συζητάω για τους εντός του περιβόλου, που είχε γεμίσει ασφυχτικά, αλλά για όσους είχαν γεμίσει εξ ίσου ασφυκτικά τη Μεσογείων, από το ραδιομέγαρο μέχρι την πλατεία της Αγ. Παρασκευής προς τα δεξιά, και μέχρι εκεί που έβλεπα, προς τα αριστερά. Και, σίγουρα έβλεπα πολύ μακριά. Κόσμος κάθε ηλικίας, νέοι, γέροι, και παιδιά, κυριολεκτικά, κι ας είχαν περάσει τα μεσάνυχτα, όταν τα παιδιά θα έπρεπε να ήταν ήδη στα κρεβάτια τους και να ονειρεύονται. Τι; Αλλά αυτό είναι για άλλη κουβέντα.

Τι έφερε λοιπόν αυτό το πλήθος προς τα κει; Ήταν τόσο το κλείσιμο της  δημόσιας τηλεόρασης που ξεδίπλωσε νοσταλγικές πτυχές και το συγκίνησε; Μπορεί να μέτρησε κι αυτό, αλλά όχι τόσο πολύ, τολμώ να υποθέσω, μιας και όλο τον προηγούμενο καιρό, που πολύ πιο πολύτιμα δημόσια αγαθά συρρικνώνονταν μέχρι εξαέρωσης, όπως σχολεία, νοσοκομεία, περίθαλψη κ.ά., αυτό παρέμενε ασυγκίνητο και αδρανές.

Φαντάζομαι ότι αυτό που μέτρησε ήταν το σοκ. Το σοκ από την αστραπιαία και απροειδοποίητη διάλυση ενός μεγάλου οργανισμού, το σοκ από το μαζικό και ανελέητο πέταμα στη χωματερή της ανεργίας χιλιάδων εργαζομένων, το σοκ από το ύφος, αυταρχικό μέχρι ανατριχίλας, του διατάγματος κατεδάφισης, ύφος, σκληρό, στυγνό, ξερό, αποφασιστικό, φασιστικό. Αρκεί να σκεφτεί κανείς πόσο ψηλά και για πόσες μέρες στις εφημερίδες βρίσκονται θέματα που σχετίζονται με επικείμενες μαζικές απολύσεις και επικείμενο, (καιρό πριν συμβεί, που μπορεί τελικά και να μην συμβεί), κλείσιμο μεγάλων επιχειρήσεων, αυτοκινητοβιομηχανιών, τραπεζών, κλπ., στο εξωτερικό. Δεν είναι γεγονός που κάποιος συντάκτης μπορεί να ξεπετάξει με μια δυο αράδες στα ψιλά. Μια ορφανή δολοφονία μπορεί, ίσως και δυο και τρεις. Ποτέ όμως, τις μαζικές.

Στην περίπτωση της ΕΡΤ, λοιπόν, αυτό που έβγαλε τον κόσμο από τα σπίτια του, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά το σοκ και η παράλυση που προκαλεί στο σβέρκο το άγγισμα της άκρης μιας ψυχρής μεταλλικής κάννης. Χθες ο Σαμαράς δεν ήταν πρωθυπουργός, αλλά sniper. Ο πληρωμένος, ψυχρός δολοφόνος που εγκατεστημένος στη σκεπή πάνω από μια πλατεία, γυρίζει την κάννη κατευθείαν στο πλήθος από κάτω, και πυροβολεί τον οποιονδήποτε μέχρι να μετρήσει τόσες πτώσεις, όσες οι εντολοδόχοι του έχουν ορίσει. Τη μάσκα αυτή του δολοφόνου είδε χθες η Ελλάδα, αυτήν ακριβώς και ο κόσμος όλος, και φρίκιασε. Και όπως, όταν κάποιος που έχει αντικρίσει τη φρίκη στη θέα ενός κατακρεουργημένου πτώματος ή μιας αδιανόητης καταστροφής ανοίγει την πόρτα και πετάγεται πανικόβλητος στο δρόμο, θέλοντας να διώξει την εικόνα και να βρει παρηγοριά σε άλλους ομοιοπαθείς, έτσι ήταν και χθες, μ’ ένα κόσμο που έβλεπε την κάννη ήδη να τον σημαδεύει και δεν άντεχε να νοιώθει μόνος αυτή τη στιγμή.

Αγαπητοί φορολογούμενοι, μην πλανιέστε άλλο. Όσοι ακόμα δεν το αντιληφθήκατε, και είναι φυσικό μετά από τόσους τόνους λάσπης και προπαγάνδας, τα μεγαλύτερα εγκλήματα γίνονται πλέον στο όνομά σας. Οι χιλιάδες, οι εκατοντάδες χιλιάδες που πετσοκόφτηκαν, φορολογούμενοι ήταν κι αυτοί. Όπως, άλλωστε κι εσείς οι ίδιοι…


Τρίτη, 11 Ιουνίου 2013

Για την ΕΡΤ...


Προβλέπω να έχουμε ένα πολύ θερμό καλοκαίρι, και θα διακινδύνευα ακόμα και μια άλλη πρόβλεψη, πιο τολμηρή, ότι ούτε και η Μέρκελ θα φτάσει στις εκλογές της σώα και αβλαβής. Αυτό που συμβαίνει στην Ευρωζώνη αυτές τις μέρες θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως "rebellion in the palace". Όχι από τους  υποτελείς εκτός του παλατιού, αλλά από τους εντός. Δυστυχώς. Ο τρισιπόστατος οργανισμός που εδώ και τρία χρόνια επέβαλε με ατσάλινο τρόπο σαν μια γροθιά την εξουσία του, ανακαλύπτει ξαφνικά ότι έχει προσβληθεί από αυτοάνοσο νόσημα. Δηλαδή αρχίζει και επιτίθεται ενάντια στο ίδιο του το σώμα. Τα πόδια, το ΔΝΤ, επιτίθενται στο κεφάλι, (Βερολίνο) και το κεφάλι επιτίθεται στα πόδια, ενώ τα μέλη, (Κομισιόν) χτυπάνε και χτυπιούνται όπου μπορούνε, στα τυφλά. 

Είναι φανερό ότι έχουν χάσει το μπούσουλα. Τα ερείσματα, το μπετόν-αρμέ της σκληρής γραμμής και των  μονοδρόμων, η θεωρία, οι προγνώσεις, τα μοντέλα, οι καμπύλες της αυταρέσκειας και της αλαζονείας, καταρρέουν με πάταγο. Κανείς πια δεν τα πιστεύει, ούτε καν οι ίδιοι, και προπάντων τ' ομολογούν στα φανερά. Αν το καλοσκεφτείς είναι μεγάλη το αδιέξοδο για να 'ρχεσαι και να ομολογείς ανοιχτά την αποτυχία σου και κυρίως χωρίς να έχεις τίποτε άλλο να προτείνεις, παρά μονάχα αυτό το οποίο μόλις πριν λίγο είχες ομολογήσει ότι απέτυχε.

Δεν υπάρχουν πια ούτε Reinhardt&Rogoff, με τη σιγουριά των 90% τους, να σκεφτείς ότι ο Στρως Καν, μπρος στα όσα συνέβησαν εν τω μεταξύ, αρχίζει να φαίνεται συμπαθής, η Λαγκάρντ τη σκαπούλαρε προς το παρόν απ' τον Ταπί, με τη σκιά όμως της διαπλοκής, λεκέ ανεξίτηλο στην εσάρπα της, ο Ντάισελμπλουμ απαξιωμένος μπούλης, ήδη από την πρώτη του φορά που έτυχε να προεδρεύσει, εκείνη την αποφράδα νύχτα, στο Eurogroup του κυπριακού κουρέματος, απαξιωμένος επίσης και από τη ρεμούλα στο βιογραφικό του για τάχατες ανώτερες σπουδές σε ευπρεπές πανεπιστήμιο της Ιρλανδίας, ποιος ασχολείται όμως τώρα με τέτοιες αηδίες, αηδίες όμως ξε-αηδίες είναι ενδεικτικές του φυράματος της ευρωπαϊκής συμμορίας, που όσο αντιλαμβάνεται την ανημποριά και το επικείμενο τέλος της, που μακάρι να είναι στην πυρά, τόσο πιο επικίνδυνη, αιμοβόρα και παράλογη, πέρα και έξω από οποιαδήποτε οικονομική ορθολογικότητα, γίνεται.

Ο εγχώριος, ελεεινός αχταρμάς, σαν ξεκούρδιστος παλιάτσος, συνεχίζει να φέρνει αδέξιες τούμπες στον ασύγχρονο σκοπό που τού παίζει το ντέφι της τρόικας. Το ίδιο συμβαίνει και στον υπόλοιπο Νότο, με τους εκεί παλιάτσους, στημένοι κιαυτοί πάνω σε παλούκια, να κάνουν τις δικές τους ασυντόνιστες περιστροφές, σε αναμονή δυο τινών: είτε να αφεθούν να ξεμείνουν από μπαταρία και να πέσουν στη στιγμή, είτε να έρθει η Τρόικα και να τους ξανακουρντίσει, κρατώντας τους σε μια ενδιάμεση κατάσταση μέχρι να έρθει ο Godot ή κάποιος από μηχανής θεός, που μπορεί να είναι και ο Πόλεμος.

Ο Σαμαράς κλείνει την ΕΡΤ με πραξικόπημα και πετάει στα σκουπίδια 2,600 ανθρώπους (2,000 ήταν η ταρίφα, αλλά και 'δω η εθελοδουλία πλειοδοτεί), γιατί απλά, είναι 11 του μηνός, και γιατί η αναφορά του,  που θα είναι στις 30, θα πρέπει να γράφει "mission accomplished". Δεν υπάρχει καμία λογική, κανένα οικονομικό όφελος, εδώ χρωστάμε 309 δις, και του χρόνου θα χρωστάμε 400, παρά μονάχα η απαίτηση του θηρίου για αίμα, ως απόδειξη ότι μπορεί ακόμα να ασκεί κυριαρχία, να τσαλαπατά αξιοπρέπειες και να αποσπά υποτέλεια από κυβερνήσεις και λαούς. Όταν χαθεί ο σκοπός και η λογική μιας απαίτησης, όταν χάνεται το δίκαιο και ξεκοιλιάζεται ο Νόμος, τότε δεν μάς χωρίζει παρά ένα βήμα από την κόλαση του ολοκληρωτισμού.     

Δίχως αμφιβολία, αυτό που ακούμε και βλέπουμε είναι ο επιθανάτιος ρόγχος ενός αιμοβόρου θηρίου στα τελευταία του, που  ψυχορραγεί και γίνεται επικίνδυνο. Αν δεν το τσακίσουμε, ακόμα και αυτές τις τελευταίες στιγμές, μπορεί να κάνει ανυπολόγιστη ζημιά. 

  

Σάββατο, 1 Ιουνίου 2013

Η εξόντωση των Ταχυδρομείων


Οι κυβερνήσεις που επιδίδονται μετά μανίας στο σπορ των ιδιωτικοποιήσεων έχουν πάντα έτοιμα επιχειρήματα στο μανίκι τους. Όταν η δημόσια επιχείρηση δεν πάει καλά και έχει ζημιές, τότε τι άλλο μένει παρά να πουληθεί για να γλιτώσουν οι καημένοι οι φορολογούμενοι από τα επιπλέον βάρη που ξεσπάνε στους μισθούς και τις τσέπες τους. Όταν πάλι πάει καλά και παρουσιάζει κέρδη, τότε θα ήταν έγκλημα να αφεθεί μια τέτοια ευκαιρία να γλιστρήσει και να χαθεί, μιας και το δίχως άλλο υψηλό τίμημα θα βελτίωνε τα δημόσια ελλείμματα και θα ελάφρυνε τους καημένους τους φορολογούμενους από τα βάρη των φόρων, των τελών και των ποικίλων χαρατσίων. Για τα κέρδη που θα εισέπραττε το δημόσιο αν η επιχείρηση παρέμενε στα χέρια του, ούτε λόγος.

Έτσι πάει λίγο–πολύ το παραμύθι και έτσι κουτσά-στραβά αποσπάται η συναίνεση των πολλών στα ξεπουλήματα στα οποία επιδίδονται χωρίς αναστολές αρκετές κυβερνήσεις στην Ευρώπη και Αμερική.
Αυτές τις μέρες έχει ανάψει η συζήτηση και οι διαμαρτυρίες στη Μ. Βρετανία για την επικείμενη ιδιωτικοποίηση του Royal Mail (των αντίστοιχων βρετανικών ΕΛΤΑ), του παλαιότερου κρατικού οργανισμού, χρονολογούμενου από το 1516, την εποχή των Τυδώρ. Σύμφωνα με νομοθεσία του 2011, λύνονται πλέον τα χέρια της κυβέρνησης να κάνει αυτό που δεν τόλμησε να κάνει ούτε και η Θάτσερ, να ιδιωτικοποιήσει δηλαδή το 90% των μετοχών της επιχείρησης, αφήνοντας ένα υπόλοιπο10% στους εργαζόμενους, ελπίζοντας έτσι να τους κλείσει το στόμα, λίγο πριν τους κλείσει τις δουλειές. Η πρώτη πώληση των μετοχών έχει προγραμματιστεί για το τέλος του 2013, με όριο τις αρχές του 2014 με το τίμημα να υπολογίζεται ανάμεσα στα £2 και £3 δις, πολύ χαμηλότερο από ότι θα έπιανε σε καλύτερους καιρούς.
Λέγεται ότι η Θάτσερ, αυτή που δεν δίστασε να ξεπουλήσει κάθε τι δημόσιο που έπιανε χώρο στη γη και τον ουρανό της Βρετανίας, έκανε πίσω στην πώληση των Ταχυδρομείων, διότι δεν θα άντεχε να βλέπει το σεπτό κεφάλι της βασίλισσας, το οποίο κοσμεί τα γραμματόσημα, ιδιωτικοποιημένο. Όπως και να το κάνουμε, η Θάτσερ διατηρούσε ακόμα κάποιες αξίες!
Ο λόγος δε που ο κυβερνητικός συνασπισμός επικαλείται για να επιβάλει την τιμωρία της ιδιωτικοποίησης είναι ότι το Βασιλικό Ταχυδρομείο έκανε το λάθος να είναι κερδοφόρο. Τα κέρδη του σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος σχεδόν τετραπλασιάστηκαν, από τα £105 εκατ. στα £403 εκατ. ενώ το συνταξιοδοτικό του ταμείο εμφανίζει πλεόνασμα £825 εκατ.

Έτσι λοιπόν, το κερδοφόρο Royal Mail ιδιωτικοποιείται, ενώ οι χρεοκοπημένες τράπεζες (για παράδειγμα οι HBOS, Royal Bank of Scotland και Lloyds ΤSB), κρατικοποιούνται με την ανάληψη των ζημιών, γύρω στα £40 δις, από τους φορολογούμενους. Και να ‘ταν μόνο αυτό! Οι τράπεζες, στις οποίες έχει ανατεθεί η διεκπεραίωση της ιδιωτικοποίησης δεν είναι άλλες από τις αμαρτωλές Goldman Sachs, UBS, Barclays και Bank of America-Merrill Lynch, που εκτός των άλλων είχαν πρωτοστατήσει τα προηγούμενα χρόνια στην κατά συρροή λαθροχειρία του libor από την οποία ζημιώθηκαν εκατοντάδες χιλιάδες δανειολήπτες. Το δωράκι των τραπεζών στην περίπτωση αυτή θα είναι γύρω στα £30 εκατ., ενώ το δωράκι των πελατών του ταχυδρομείου θα είναι οι λειψές υπηρεσίες και οι υψηλότερες τιμές.
Κάτι, λοιπόν, δεν πάει καλά στο βασίλειο.



Τόσο τα συνδικάτα, όσο και η κοινή γνώμη, ακόμα και των συντηρητικών (το κεφάλι της βασίλισσας γαρ!), είναι ενάντια στην πώληση. Την ίδια στάση κρατούν και οι Εργατικοί, ενώ είναι σίγουρο ότι οι συντηρητικοί θα χάσουν αρκετές έδρες στην αγροτική περιφέρεια, όπου το Royal Mail εκτός από ταχυδρομικές υπηρεσίες και διανομή πακέτων, εκτελεί και τραπεζικές εργασίες, όπως ακριβώς και τα δικά μας ΕΛΤΑ. Ταυτόχρονα έχει στηθεί εκστρατεία ενάντια στην ιδιωτικοποίηση με το όνομα Save The Royal Mail.

Ίδιες διαθέσεις εκδηλώνονται και στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, με το αμερικάνικο ταχυδρομείο (US Postal Service) να βρίσκεται κάτω από συνεχείς επιθέσεις, με στόχο την εξόντωση των συνδικάτων και την ιδιωτικοποίηση της επιχείρησης, η οποία διαθέτει περί τα 32,000 καταστήματα. Δούρειο Ίππο αποτέλεσε Νομοθέτημα του 2006 σύμφωνα με το οποίο το USPS θα πρέπει να έχει εφ εξής εξασφαλισμένο το 100% της ιατρικής περίθαλψης και των συντάξεων όχι μόνο των εν ενεργεία υπαλλήλων, αλλά και των μελλοντικών, κι αυτών που δεν γεννήθηκαν ακόμα. Η απαίτηση αυτή, που δεν έχει εφαρμοστεί σε κανέναν άλλο δημόσιο οργανισμό, έχει συντελέσει στη δημιουργία τρύπας $9 περίπου δις, ποσό το οποίο παρέχει το άλλοθι στους συντηρητικούς να προωθήσουν την ιδιωτικοποίησή του. Δεν χρειάζεται να αναφέρουμε ότι το εν λόγω νομοθέτημα αποτέλεσε προϊόν ανελέητου lobbying από ισχυρούς, ενδιαφερόμενους να οικειοποιηθούν την αντίστοιχη αγορά.

Τώρα, στα καθ’ ημάς, τα ΕΛΤΑ μπαίνουν κι αυτά όπου να ‘ναι στον προθάλαμο της τελικής εξόντωσης. Ας μην τα’ αφήσουμε να πάνε άπατα.