Σάββατο, 28 Σεπτεμβρίου 2013

Και η Κούβα στο κυνήγι των επενδυτών


Τη Δευτέρα που μας πέρασε, η κυβέρνηση της Κούβας ανακοίνωσε και επισήμως τους κανόνες που θα διέπουν τη λειτουργία του μεγαλύτερου, εδώ και 50 χρόνια, εγχειρήματος, της Ειδικής, δηλαδή, Οικονομικής Ζώνης στο λιμάνι του Μαριέλ, 50 χμ δυτικά της Αβάνας. Σκοπός του φιλόδοξου αυτού έργου, το οποίο άρχισε να σχεδιάζεται πριν από δυο περίπου χρόνια, και το οποίο θα  ανοίξει τις πύλες του την 1η Νοεμβρίου είναι η προσέλκυση, μέσω ελκυστικών φορολογικών μέτρων και δασμών, ξένων επενδύσεων για την ανάπτυξη βιομηχανικών πάρκων σε τομείς αιχμής όπως ιατρική, ηλεκρονικά, τηλεπικοινωνίες, βιοτεχνολογία κλπ, την κατασκευή τουριστικών κατοικιών κατά μήκος των ακτών, γηπέδων γκολφ και μαρινών και την προώθηση του εμπορίου μέσω της εγκατάστασης αποθηκών,  τερματικών σταθμών για containers και δεξαμενών καυσίμων. Υπολογίζεται ότι μέσα στη δεκαετία, από το λιμάνι του Μαριέλ θα διακινούνται γύρω στα 3 εκ. containers, δέκα φορές περισσότερα απ’ όσα διακινούνται σήμερα από το λιμάνι της Αβάνας.

Το όλο project αξίας 900 εκ. δολαρίων χρηματοδοτήθηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος του ($680 εκ.) από τη Βραζιλία, με την Κούβα να βάζει τα υπόλοιπα και αναμένεται να δώσει διέξοδο για τα επόμενα χρόνια στην πάσχουσα οικονομία της χώρας.

Είναι αλήθεια ότι το νησί δεν στάθηκε ιδιαίτερα τυχερό στην μετεπαναστατική του σταδιοδρομία. Το 1991 είδε την κατάρρευση του πολυτιμότερου ως τα τότε στηρίγματός του, της Σοβιετικής Ένωσης, η οποία όλα αυτά τα χρόνια το εφοδίαζε με φτηνή ενέργεια, τρόφιμα και βιομηχανικά προϊόντα ενώ αγόραζε σχεδόνολόκληρη την παραγωγή ζάχαρης σε μάλλον τσιμπημένες τιμές. Η δεκαετία που ακολούθησε σημαδεύτηκε από δραματική πτώση της παραγωγής, μεγάλες ελλείψεις και φτώχεια, τόση που οι Κουβανοί χρειάστηκε να κάψουν, στην κυριολεξία, όλο το λίπος που είχαν συσσωρεύσει τις προηγούμενες δεκαετίες, της επιδοτούμενης σχετικής ευμάρειας.  

Η Βενεζουέλα ήταν το επόμενο στήριγμα. Ο Τσάβες έστελνε πετρέλαιο και ο Κάστρο γιατρούς. Δυστυχώς, πάει και αυτός, και ο Μαδούρο, που τον αντικατέστησε δύσκολα θα μακροημερεύσει. Το πετρέλαιο έχει περάσει το μέγιστο των αποθεμάτων, ο πληθωρισμός τρέχει στο 40%, τα τρόφιμα όλο και λείπουν, οι ουρές  όλο και μακραίνουν και ο Καπρίλες την έχει στημένη στη γωνιά.

Οι μεταρρυθμίσεις του Ραούλ ήρθαν πάνω στην ώρα, ή μάλλον εξ αιτίας αυτής. Τα  πρώτα μέτρα μεγάλης κλίμακας ανακοινώθηκαν το 2010 με την απελευθέρωση 181 επαγγελμάτων, τα οποία θα μπορούσαν πλέον οι κουβανοί να ασκούν έχοντας ως αφεντικό, αντί για το κράτος, τον εαυτό τους. Το μέτρο αυτό είχε σαν συνέπεια τη γέννηση 420,000 νέων μικρο-επιχειρηματιών, (περίπου 8.5% τού εργατικού δυναμικού), τον εμπλουτισμό των πόλεων με καλαίσθητα εστιατόρια, πιτσαρίες και καφετέριες, τουριστικά καταλύματα τύπου bed&breakfast, και όλων των ειδών τα υπαίθρια και στεγασμένα μικρομάγαζα, την αύξηση των αποδοχών πολύ πάνω από το μίζερο κρατικό μηνιάτικο των 20 δολαρίων, έτσι ώστε σήμερα μια μανικιουρίστα να βάζει στην τσέπη της πολλά περισσότερα πέσος από έναν γιατρό, και τη διστακτική ανάδυση μιας ενθουσιώδους μεσαίας τάξης, που απλά επισημοποιεί τους ρόλους που έπαιζε για χρόνια στην παρανομία και τη μαύρη αγορά, ανταλλακτική ή εγχρήματη.

Παρά ταύτα, οι δυσκολίες, γραφειοκρατικές και εφοδιασμού, είναι πολλές, παρά τα μικροδάνεια των μερικών δεκάδων δολαρίων που της παρέχονται από τις τράπεζες και παρά τα ταχύρρυθμα μαθήματα λογιστικής και χρηματοοικονομικών που οργανώνονται από τα τοπικά πανεπιστήμια προς διευκόλυνσή της.  Και φυσικά, κάτω από ασφυκτικούς νομικούς και γραφειοκρατικούς περιορισμούς, ο κυριότερος των οποίων είναι η απαγόρευση των επιχειρηματιών να καινοτομούν και να κατασκευάζουν οι ίδιοι τα προϊόντα τους, τα οποία τώρα αγοράζουν από τα κρατικά μαγαζιά, η απελευθέρωση αυτή, αν και ευεργετική, ελάχιστα θα συμβάλει στην παραγωγικότητα της οικονομίας συνολικά.     
Το μεταρρυθμιστικό πακέτο του Ραούλ περιελάμβανε επίσης και την άρση των περιορισμών στις αγοροπωλησίες κατοικιών και αυτοκινήτων, τα οποία μέχρι τότε μόνο ανταλλάσσονταν, ενώ αργότερα προστέθηκε και η άρση των περιορισμών για τα ταξίδια στο εξωτερικό και ιδιαίτερα για τη διάσχιση του στενού εκείνου περάσματος των 90 μιλίων που χωρίζει την Αβάνα από το Μαϊάμι.   
 
Η ΕΟΖ στο Μαριέλ αποτελεί σίγουρα το πιο μεγαλεπήβολο σχέδιο. Όσο για ξένους επενδυτές, μεγάλο ενδιαφέρον δείχνουν ήδη, (ποιοι άλλοι;), οι Κινέζοι που εδώ και καιρό αγοράζουν ή αναλαμβάνουν τη διαχείριση, το ένα μετά το άλλο λιμανιών στην Ασία, Αφρική, Αμερική και Ευρώπη, τόσων σε αριθμό και χωρητικότητα, όσο και το εξαγωγικό μέγεθος της χώρας τους.


Το Μαριέλ λοιπόν ύστερα από 33 χρόνια, ξανάρχεται στο προσκήνιο, όμως διαφορετικά. Ήταν  Απρίλιος του 1980, όταν ύστερα από πολυήμερες ταραχές, όπου χιλιάδες εξαγριωμένοι πολίτες έξω από τα κάγκελα της πρεσβείας του Περού ζητούσαν απελπισμένα άσυλο, η κουβανική κυβέρνηση εξαναγκάστηκε να ανοίξει το λιμάνι του Μαριέλ και να επιτρέψει σε Κουβανούς εξόριστους από το Μαϊάμι να παραλάβουν με πλοιάρια τις οικογένειές τους. Υπολογίζεται, ότι εκείνη την εποχή κάπου 250,000 άνθρωποι μετανάστευσαν στις ΗΠΑ. Αυτό ήταν το δεύτερο μεταναστευτικό κύμα. Το πρώτο ήταν το 1965 και το τρίτο τον Αύγουστο του 1994. Τέταρτο, μάλλον δεν θα υπάρξει.


Σάββατο, 21 Σεπτεμβρίου 2013

Κατώτατος μισθός, ανεργία και κατανάλωση


Η θέσπιση και το ύψος ενός εθνικού κατώτατου μισθού παραμένει ένα από τα πλέον διαφιλονικούμενα θέματα στο δημόσιο διάλογο πολλών κρατών. Υπάρχουν πολλές χώρες που αρνούνται να τον καθιερώσουν, όπως για παράδειγμα η Ιταλία, η Σουηδία, η Δανία και η Γερμανία, αν και τόσο η Μέρκελ, όσο και ο Στάινμπρουκ αποφάσισαν να τον συμπεριλάβουν τελικά στην προεκλογική τους ατζέντα, χωρίς να είναι φυσικά σίγουρο ότι και θα τον εφαρμόσουν. Οι λόγοι, γενικά, είναι πολλοί, ιδεολογικοί, ή πρακτικοί, μιας και ορισμένοι θεωρούν ότι το κράτος δεν πρέπει να παρεμβαίνει στο πορτοφόλι του φτωχού, ενώ άλλοι είναι της γνώμης ότι η φτώχεια μπορεί να μετριαστεί με άλλα μέσα, είτε δια της φορολογικής οδού, είτε με την εγγύηση ενός κατώτατου εισοδήματος.

Στην περίπτωση όμως, που η εργατική νομοθεσία μιας χώρας προνοεί για την ύπαρξη κατώτατου μισθού, οι αντιρρήσεις εστιάζονται προς δυο κατευθύνσεις: στην επίδραση που έχει μια αύξηση του κατώτατου μισθού 1) στην απασχόληση και 2) στη ζήτηση και κατά συνέπεια στην αναθέρμανση της αγοράς. Οι υπέρμαχοι της αύξησης υποστηρίζουν ότι μεγαλύτερο εισόδημα θα συνεπάγεται και μεγαλύτερη κατανάλωση, ενώ οι διαφωνούντες θεωρούν ότι με τον τρόπο αυτό θα αυξηθεί η ανεργία, λόγω αύξησης του εργατικού κόστους. Στην πραγματικότητα πρόκειται για τη σύγκρουση δυο αντιτιθέμενων δυνάμεων, (αύξηση της ανεργίας vs αύξηση της κατανάλωσης), και ως εκ τούτου το αποτέλεσμα δεν είναι εύκολο να σταθμιστεί χωρίς τη χρήση εκτεταμένων εμπειρικών δεδομένων και εξελιγμένων υπολογιστικών μοντέλων.

Το θέμα ξαναήρθε στην επιφάνεια με τη δέσμευση του Ομπάμα να αυξήσει τον εθνικό κατώτατο μισθό από τα 7.25 δολάρια που είναι σήμερα στα 9, και με τις εκτεταμένες κινητοποιήσεις, σχεδόν σε όλες τις μεγάλες πόλεις των ΗΠΑ, των εργαζομένων σε αλυσίδες γρήγορου φαγητού, οι οποίοι διαμαρτύρονταν για την αδυναμία τους να ανταπεξέλθουν στα βασικά χωρίς κάποια δεύτερη δουλειά. Φυσικά, άλλο πράγμα είναι τι θέλει ο Ομπάμα και άλλο αν μπορεί να το επιβάλει, λόγω σθεναρής αντίστασης των Συντηρητικών. Στην πραγματικότητα όμως, 19 πολιτείες συν η πόλη της Washington DC έχουν θεσπίσει υψηλότερα κατώτατα ωρομίσθια.

Στην Ελλάδα παρά τη σημαντική και βίαιη μείωση του κατώτατου μισθού στα 586 ευρώ μεικτά, όλες οι ενδείξεις είναι ότι δεν θα σταματήσει εδώ. Παρεμπιπτόντως τα 586 ευρώ επί 14 μήνες αντιστοιχούν σε 3.42 ευρώ την ώρα, (ή περίπου 4.45 δολάρια), ενώ σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ για το 2011, στη Γαλλία το κατώτατο ωρομίσθιο ήταν 12.55 δολάρια, στην Ιρλανδία 12.03, στην Αγγλία 9.57, στην Ισπανία 5.13, στην Πορτογαλία 3.88 και στην Τουρκία 2.82.

Αν αφήσουμε στην άκρη το στοιχειώδες νεοκλασικό μοντέλο που προβλέπει, τι άλλο(;), αυτόματη αύξηση της ανεργίας, οι περισσότερες μελέτες δείχνουν ότι η επίδραση της αύξησης του κατώτατου μισθού στην απασχόληση είναι μηδαμινή έως μηδενική. Το βιβλίο αναφοράς με τη μεγαλύτερη μέχρι σήμερα επιρροή είναι το «Myth and Measurement: The New Economics of the Minimum Wage» (1994) των David Card και Alan Krueger οι οποίοι εξέτασαν τα επίπεδα απασχόλησης σε 400 εστιατόρια γρήγορου φαγητού στο New Jersey και την Pennsylvania, στο διάστημα πριν και εννέα μήνες μετά αφ’ ότου το New Jersey προχώρησε στην αύξηση του κατώτατου μισθού. Συγκρίνοντας τα επίπεδα ανεργίας ανάμεσα στις δύο πολιτείες και για τα διαστήματα πριν και μετά από την αύξηση, οι ερευνητές δεν παρατήρησαν κάποια διαφορά. Οι θέσεις εργασίας δεν φαινόταν να έχουν επηρεαστεί.

Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξαν και οι HristosDoucouliagos και T. D. Stanley (2009) σε μια μετα-ανάλυση 64 διαφορετικών και ανεξάρτητων μελετών που είχαν διεξαχθεί από διάφορους ερευνητές στο διάστημα 1972-2007. Για παράδειγμα, ακόμα και αν ο κατώτατος μισθός διπλασιαζόταν, η απασχόληση θα μειωνόταν μόνο κατά 1%. Τα ίδια πάνω-κάτω βρήκαν και οι Paul Wolfson και Dale Belman  από την εξέταση 27 πιο πρόσφατων εργασιών της περιόδου 2000 και εντεύθεν.

Αν και φαίνεται να υπάρχει συμφωνία μεταξύ των οικονομολόγων σχετικά με την επίδραση της αύξησης του κατώτατου μισθού στα επίπεδα απασχόλησης, εν τούτοις πρόσφατη εργασία των Jonathan Meer και Jeremy West (2013) έδειξε ότι ναι μεν οι θέσεις εργασίας αυτές καθ’ αυτές δεν επηρεάζονται, επηρεάζεται όμως η δυναμική της απασχόλησης, δηλαδή ο ρυθμός αύξησης αυτής, ο οποίος αποδεικνύεται να μειώνεται, όχι όμως σημαντικά.

Τι γίνεται όμως στο επίπεδο της κατανάλωσης; Σύμφωνα με την εργασία των Daniel Aaronson και Eric French (2013), ανάλυση δεδομένων της τελευταίας τριακονταετίας έδειξε ότι αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 1% προκαλεί μέσα στον επόμενο χρόνο αύξηση της κατανάλωσης κατά 700 περίπου δολάρια, κυρίως σε διαρκή αγαθά.

Μια ανάλογη έρευνα προσαρμοσμένη στην ελληνική πραγματικότητα θα ήταν καλοδεχούμενη, μιας και θα μπορούσε να προσφέρει τη βάση για μια πειστικότερη προσέγγιση του ζητήματος της αύξησης του κατώτατου μισθού.


Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2013

Βία με φόντο τις ευρωεκλογές


Θα μπορούσε κανείς να πει ότι τα πρόσφατα γεγονότα στο Πέραμα και στο Μελιγαλά, και η δολοφονία στο Κερατσίνι, θα είχαν να κάνουν μόνο με τη Χρυσή Αυγή, αν ήταν μόνο αυτά. Όμως δεν ήταν, καθ’ ότι στο ενδιάμεσο, και σε πολύ συμπυκνωμένο χρόνο είχαμε ταυτόχρονα 1) τη μιντιακή επίθεση στη μπούρδα του Καμένου περί λιντσαρίσματος, (έκανε μπαμ ότι η Τσαπανίδου ήτανε βαλτή και ότι έπαιρνε οδηγίες από πάνω για να στριμώξει τον Καμένο επιμένοντας και οξύνοντας τη συζήτηση), 2) τη δήλωση Πάγκαλου περί της «τρομοκρατικής οργάνωσης» Σύριζα, καθώς και 3) τις απανωτές δηλώσεις Λαζαρίδη για ένα Σύριζα εκτός δημοκρατικού τόξου, ακριβώς τη στιγμή που η «σκηνή» και μάλιστα ματωμένη, ανήκε αποκλειστικά στη Χρυσή Αυγή.

Θα μου πείτε ότι ο Πάγκαλος έχει ξεκουτιάνει και μπορεί να λέει ό,τι θέλει, αλλά δεν μού βγαίνει απ’ το μυαλό ότι το timing ήταν τυχαίο. Αλλά και ο Λαζαρίδης ξεκούτης; Όπως και να το δεις, δεν στέκει.

Τι γίνεται λοιπόν;  Τώρα που βρήκαμε παπά, να θάψουμε πέντ’ έξι; Εν προκειμένω τον Σύριζα; Άντε και κανέναν απ’ τους ΑΝΕΛ; Τα πράγματα είναι μάλλον πιο σύνθετα, και έχω την εντύπωση ότι όλα μαζί συγκλίνουν στο να προλειάνουν, με ορίζοντα τις ευρωεκλογές και τις δημοτικές εκλογές, το έδαφος για την εξουδετέρωση της αντιπολίτευσης.  

Μπορεί οι εν λόγω εκλογές να πέφτουν κομμάτι αργά, αλλά οι καλές νοικοκυρές «πριν πεινάσουν μαγειρεύουν». Βάζοντας κάτω την κοινή λογική, δεν είναι δύσκολο να υποθέσει κανείς ότι το αποτέλεσμα πολύ δύσκολα θα είναι ευνοϊκό για τη ΝΔ. Και για το ΠΑΣΟΚ, ούτε λόγος. Μιας και δεν θα υπάρχει το φόβητρο των δόσεων και της χρεοκοπίας, ο κόσμος θα αισθανθεί απελευθερωμένος να πάρει όση εκδίκηση τραβάει η ψυχή του. Δεν τρέχει φυσικά τίποτε αν η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ αποτύχουν να στείλουν τους λεβέντες και τις λεβέντισσές τους στο Στρασβούργο. Το ευρωκοινοβούλιο δεν θα αισθανθεί και πολύ την απουσία τους, ούτε και η Ευρώπη. Αυτό, όμως που είναι μαθηματικώς βέβαιο ότι θα συμβεί είναι ότι ένα θλιβερό αποτέλεσμα της ΝΔ θα δώσει πάτημα στα αντιπολιτευτικά κόμματα να ζητούν μετ’ επιτάσεως εκλογές, που αναγκαστικά και θα λάβουν χώρα, λόγω αναντιστοιχίας της βούλησης του εκλογικού σώματος με την κυβερνητική πολιτική.

 Θα πρέπει να όμως να επισημάνουμε ότι η κλιμάκωση της βίας της ΧΑ, φτάνοντας χθες στην κορύφωσή της με μια εν ψυχρώ δολοφονία, δεν πολυβλάπτει τη ΝΔ και τους εκλογικούς της στόχους, μιας και αυξάνονται έτσι οι πιθανότητες οι όψιμοι ψηφοφόροι της ΧΑ να φοβηθούν και να επιστρέψουν στο πατρικό κόμμα απ’ όπου παρασπόνδησαν, δηλαδή στη ΝΔ. Το ίδιο μπορεί να συμβεί και με ψηφοφόρους που βρήκαν προσωρινά καταφύγιο στους ΑΝΕΛ και στο Σύριζα.


Πάντως θα ήταν τραβηγμένο να αποδώσει κανείς την πύκνωση των επιθέσεων της ΧΑ σε μια στρατηγική, η οποία εν μέρει συνδιαμορφώνεται  από την ακροδεξιά πτέρυγα της ΝΔ. Αν και ποτέ δεν ξέρεις… 


Δευτέρα, 16 Σεπτεμβρίου 2013

Αξιολόγηση καθηγητών, με βάση τους βαθμούς των μαθητών τους!



Αυτό που συμβαίνει τους τελευταίους δυο-τρεις μήνες στο χώρο της Παιδείας και δη της δευτεροβάθμιας είναι  εντελώς πρωτόγνωρο. Και εντοπίζεται στο αενάως ανακυκλούμενο ζήτημα της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών. Συγκεκριμένα, ενώ για δεκαετία τουλάχιστον, η κωλυσιεργία στην αξιολόγηση προερχόταν από την πλευρά των εκπαιδευτικών, στις μέρες μας συμβαίνει το εντελώς ανάποδο, με την κυβέρνηση να είναι αυτή που την παρακάμπτει.

Γιατί δεν το κάνει; Ο πρώτος λόγος είναι και ο προφανής. Η κυβέρνηση βιάζεται να πιάσει τα quota των κεφαλών, όπως απαιτεί το reminder του Paul. Όταν με το καλό πατήσει το πόδι του στην Αθήνα, όπως παράγγειλε, θέλει να βρει έτοιμα τα σφαχτά στο κατώφλι του, αριθμημένα και ζυγισμένα, μαρκαρισμένα και επιμελώς πακεταρισμένα.

Ο δεύτερος λόγος είναι λιγότερο προφανής, αλλά είναι, κατά τη γνώμη μου και ο πιο ουσιαστικός. Στην πραγματικότητα, η όποια τέτοια αξιολόγηση, ώστε να προκύψουν τα συμφωνηθέντα σφαχτά, δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί, όχι γιατί δεν υπάρχει χρόνος (για παράδειγμα, η κυβέρνηση θα μπορούσε να είχε ριχτεί στη δουλειά από πέρσι, όταν και πέρασε το Νόμο 4072/2012 περί αξιολογήσεων και άλλων συναφών θεμάτων), αλλά γιατί η δυσκολία είναι δομική και αντικειμενική. Δηλαδή, Structural!

Τουτέστιν, δεν είναι δυνατόν να βρεθούν κριτήρια ικανά να κατατάξουν κάποιες δεκάδες έως εκατοντάδες χιλιάδες εκπαιδευτικών σε μια κλίμακα προοδευτικά, και χωρίς μαζικές ισοψηφίες.  Όπως αντιλαμβάνεστε μια τέτοια κλίμακα μπορεί φερ’ ειπείν να λειτουργήσει στα πλαίσια ενός μόνο σχολείου, και πάλι ενδεικτικά, δεν μπορεί όμως να αποτελέσει απόλυτο κριτήριο σοβαρότερων ζητημάτων, όπως είναι οι απολύσεις.

Αν ανατρέξει κάποιος στα κριτήρια αξιολόγησης του άρθρου 329 του ψηφισθέντος νόμου (που όμως ακυρώθηκε λόγω εκπρόθεσμης υποβολής στο ΣΤΕ του συνοδευτικού ΠΔ, το οποίο θα εξειδίκευε τα κριτήρια), αντιλαμβάνεται τον έντονα ποιοτικό, (και πώς θα ήταν διαφορετικά;) χαρακτήρα τους.  Τέτοιον, που κάθε αντιστοίχηση σε κάποιον συγκεκριμένο αριθμό, ώστε να προκύψει ένας από τους ακόλουθους χαρακτηρισμούς του κρινόμενου δασκάλου/καθηγητή, - ελλιπής, επαρκής, καλός ή εξαιρετικός-, να καθίσταται άκρως προβληματική.

Εκτός από ελάχιστες και καραμπινάτες περιπτώσεις κακών δασκάλων, τα όρια ανάμεσα στο καλός και επαρκής είναι ασαφή και δυσδιάκριτα. Όπου αποπειράθηκαν τέτοιου είδους μαζικές αξιολογήσεις τα αποτελέσματα ήταν τραγελαφικά, δείτε για παράδειγμα τι συνέβη με τις πρόσφατες προσλήψεις  στη Δημόσια Τηλεόραση.

Πώς όμως είναι δυνατόν να γίνει μια μαζική αξιολόγηση ποιοτικών χαρακτηριστικών με την όσο δυνατόν μεγαλύτερη διαφοροποίηση, αντικειμενικότητα και καλύτερη αντιστοίχηση σε αριθμητικές κλίμακες;

Τη «λύση» στο δύσκολο αυτό πρόβλημα τη βρήκαν, πού αλλού; στις ΗΠΑ, όπου χρόνια τώρα παλεύουν να αναβαθμίσουν την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, με μέτρα που πρωτίστως στοχεύουν στην εξουδετέρωση των ισχυρών συνδικάτων των δασκάλων. Η ιδέα λοιπόν, είναι η αξιολόγηση να περνάει μέσα από τους βαθμούς των μαθητών τους, οι οποίοι είναι και οι μόνες μετρήσιμες ποσότητες. Αν οι μαθητές είναι παίρνουν καλούς βαθμούς σε κάποιο μάθημα, τότε τα εύσημα τα παίρνει ο δάσκαλος που διδάσκει το συγκεκριμένο μάθημα. Κοντολογίς, από τον ένα παραλογισμό πέφτουμε στον άλλο. Αλλά ας το αφήσουμε αυτό στην άκρη και ας υποθέσουμε ότι βρισκόμαστε κοντά σε μια αντικειμενική και αλάνθαστη αξιολόγηση. Πώς όμως θα παρακάμψουμε το πρόβλημα του πληθωρισμού των βαθμών; Είναι λογικό, για λόγους αυτοπροστασίας, οι δάσκαλοι να είναι ιδιαίτεροι επιεικείς στη βαθμολόγηση των μαθητών τους.

Κι όμως υπάρχει λύση, η οποία είναι η υιοθέτηση των «Standardized Tests», δηλαδή ενιαίων σε όλη την επικράτεια βιομηχανοποιημένων διαγωνισμάτων τα οποία θα μπορούν να βαθμολογούνται ακόμα κι από υπολογιστή, όπως αυτά των «Multiple Choice».

Αν έρθουμε τώρα στα καθ’ ημάς, βλέπουμε να διαγράφεται, ακόμα αχνά, ένα παρόμοιο story. Τα δικά μας «Standardized Tests» λέγονται «Πανελλήνιες». Δεν είναι ακριβώς βιομηχανοποιημένες, αλλά είναι ενιαίες για όλους τους μαθητές. Επομένως αποτελούν ένα καλό πάτημα για να βαθμολογήσει κάποιος πέρα από τους μαθητές και τα σχολεία, και τους καθηγητές τους ίδιους. Επειδή όμως, γίνονται άπαξ του μαθητικού βίου, όπου σημαντικό ρόλο παίζει και η τύχη, το όλο σύστημα θα μπορούσε να παρακάμψει τον αστάθμητο αυτό παράγοντα αν επαναλάμβανε συχνότερα εξετάσεις τύπου «Πανελλήνιες».

Όπερ και εγένετο! Το «Νέο Σχολείο» που θεσπίστηκε πρόσφατα μετά βαΐων και κλάδων προβλέπει ακριβώς αυτό: «Πανελλήνιες» επί τρία. Αν και προς το παρόν δεν υπάρχει εμφανής σκέψη για μια τέτοια σύνδεση, εν τούτοις η προετοιμασία του εδάφους ώστε αυτό να συμβεί «ομαλά» στο ορατό μέλλον μας κάνει καχύποπτους και μας βάζει σε πονηρές σκέψεις.


Εν πάσει περιπτώσει το πρόβλημα της Παιδείας δεν είναι η αξιολόγηση. Σε όποια χώρα κι αν κοιτάξεις, εκτός ίσως της Φινλανδίας, όλες οι υπόλοιπες δεν τα βρίσκουν με το εκπαιδευτικό τους σύστημα, είτε αξιολογούν τα σχολειά τους είτε όχι. Σχολεία καλά φτιάχνεις όταν η οικονομία είναι σε άνοδο και οι προσδοκίες μεγάλες και πολλές.  Για παράδειγμα, η Κίνα δεν έφτιαξε πρώτα τα σχολεία της για να δρέψει μετά τους καρπούς της ανάπτυξης. Αυτό που συνέβη ήταν το ακριβώς αντίθετο.  


Το εκπαιδευτικό σύστημα αποτελεί αντανάκλαση της κοινωνίας. Όσο σκατά είναι αυτή, άλλο τόσο είναι τα σχολεία της. Ας μην περιμένουμε πολλά…

Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2013

Χαμηλές προσδοκίες από τις Γερμανικές Εκλογές


Λίγες μόνο μέρες πριν από τις γερμανικές εκλογές και το κλίμα ακόμα να ανεβάσει στροφές. Μετά τη στιγμιαία αναταραχή που προκάλεσε η ανακίνηση του ελληνικού ζητήματος από τον Σόιμπλε, η γερμανική πολιτική σκηνή επανήλθε στα πρότερα, δηλαδή στην ηρεμία νεκροταφείου, όπως ελέχθη χαρακτηριστικά. Αν και απανταχού οι εκλογές αποτελούν τη χαρά των media, τα αντίστοιχα γερμανικά φαίνεται ότι αδυνατούν να τη συμμερισθούν  Συχνό είναι το φαινόμενο, οι εκλογές να απουσιάζουν από τα πρωτοσέλιδα, ενώ όπως έγραψε ειρωνικά ο Gideon Rachman στους FT το  θέμα που μονοπωλεί αυτή τη στιγμή τη Γερμανία είναι αν οι σχολικές καντίνες θα πρέπει να διαθέτουν vegetarian σάντουιτς τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα. «Η Γερμανία vegetarian σε ένα κόσμο γεμάτο σαρκοβόρα». 

Η Μέρκελ λοιπόν, κατάφερε να ξαναπάρει τη ηνία και να επαναφέρει την πολιτική σκηνή στην αταραξία, αποφεύγοντας να θίξει επίμαχα ζητήματα, δρώντας λίγο-πολύ σαν ισχυρό καταπραϋντικό. Τόσο οι προεκλογικές αφίσες του κόμματός της, όσο και τα μηνύματά της επικεντρώνονται στο πρόσωπο και τη δημοτικότητά της, μακράν μεγαλύτερη οποιουδήποτε εσωκομματικού ή εξωκομματικού αντιπάλου. Τόσο, που το Der Spiegel, στο τελευταίο του τεύχος να βγαίνει με εξώφυλλο τη Μέρκελ ως ενσάρκωση της Μεγάλης Αικατερίνης. Αν και η εντύπωση που αποκομίζει κανείς διαβάζοντας τις μέσα σελίδες δεν είναι αυτή της Μεγάλης Αικατερίνης, (άλλωστε η Μέρκελ δεν φημίζεται για το πλήθος των εραστών της), αλλά μιας ήπιας εκδοχής του μακαρίτη Dear Leader, Kim Jong-il.

Η Μέρκελ μεταχειρίζεται τους ψηφοφόρους της σαν παιδιά τα οποία δεν χρειάζεται να γεμίζουν το κεφάλι τους με ενοχλητικές απορίες. Τουναντίον, θα πρέπει να εμπιστεύονται τη μητέρα τους, η οποία και γνωρίζει και φροντίζει καλύτερα για το καλό τους. Για το λόγο αυτό, όλο και συχνότερα αποφεύγει τις δημόσιες συζητήσεις για σημαντικά πολιτικά ζητήματα, απλά διαβουλεύεται πίσω από τις κουρτίνες με τους στενούς της συνεργάτες και όταν τις τραβάει, είναι μόνο για να ανακοινώσει τις αποφάσεις της.

Η Μέρκελ μπορεί να επαναπαύεται στη δημοφιλία της και στο μεγάλο δημοσκοπικό προβάδισμα του κόμματός της, αλλά τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Ο ένας παράγοντας είναι το κόμμα των φιλελευθέρων FPD, και το αν θα καταφέρει να μπει στη βουλή, ο δεύτερος, έχει να κάνει με τις επιδόσεις του νέου ευρωσκεπτιστικού κόμματος AfD, και ο τρίτος με την εκλογική συμπεριφορά των αναποφάσιστων, που ανέρχονται στο 20% περίπου των ψηφοφόρων. Είναι νωπές ακόμα οι μνήμες για το πώς το SPD, υπό τον Schröder, κατάφερε στις εκλογές του 2005 να ισοψηφήσει με το CDU, παρ’ όλο που οι δημοσκοπήσεις το έφερναν σταθερά πολλές μονάδες πίσω.

Σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις (9/9 από τη Bild και 11/9 από τη Forsa) το CDU/CSU παίρνει το 39%, το SPD το 28% ή το 25% αντιστοίχως, το FPD, το 4% ή το 6%, οι Πράσινοι, το 10% ή το 9%, η Αριστερά το 8% ή το 10% και το AfD το 3% σε αμφότερες. Μια πρώτη παρατήρηση είναι η σημαντική ασυμφωνία των ποσοστών, μάλιστα λίγες μέρες πριν την κάλπη, γεγονός που μετατρέπεται σε θρίλερ όσον αφορά την είσοδο του FDP στη βουλή, και η δεύτερη, έχει να κάνει με την αβεβαιότητα των πιθανών συμμαχιών μιας και, ακόμα και με το FDP στη βουλή, ένας μελλοντικός συνασπισμός CDU/FPD τσίμα-τσίμα τα καταφέρνει να αποσπάσει πλειοψηφία.

Τίθεται λοιπόν ένα επιπλέον ζήτημα, σχετικά με τη σταθερότητα του κυβερνητικού συνασπισμού που θα προκύψει, γεγονός υψίστης σημασίας για τις αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν και αφορούν στο μέλλον της ευρωζώνης. Στο θέμα αυτό αναφέρεται διεξοδικά ο Wolfang Münchau (FT, 8/9), ο οποίος και καταλήγει ότι το μόνο σχήμα με προοπτική σταθερότητας είναι ένας μεγάλος συνασπισμός CDU/SPD και με εξακομματική βουλή, δηλαδή με τα FPD και AfD αμφότερα στη βουλή, πράγμα που ως προς το δεύτερο είναι μάλλον απίθανο. Και τούτο, διότι κανένας εκ των δυο ισχυρών παικτών δεν θα έχει συμφέρον να εγκαταλείψει τον κυβερνητικό συνασπισμό στην πρώτη διαφωνία, μιας και απλά, λόγω διασποράς των ψήφων, δεν θα έχει με ποιον να συνασπιστεί.

Τούτων δοθέντων, τόσο ο Münchau, όσο και οι περισσότεροι αναλυτές, δεν περιμένουν κάποια κοσμογονική αλλαγή, ούτε κάποιο άνοιγμα του δρόμου για έξοδο από την κρίση που μαστίζει την ευρωζώνη. Το πιο πιθανό είναι η Γερμανία να συνεχίσει να πορεύεται στο δρόμο που τόσο καλά γνωρίζει, το δρόμο της πολιτικής κωλυσιεργίας.


Αν επιθυμούμε κάποια λύση, ας είμαστε υπομονετικοί. Ίσως, συμβεί στις μεθεπόμενες γερμανικές εκλογές, που μπορεί να έρθουν πιο σύντομα από μια τετραετία. 

Τρίτη, 3 Σεπτεμβρίου 2013

Έφερε το ευρώ ανάπτυξη;

 
Με την εύγλωττη αποτυχία των πολιτικών λιτότητας στην Ευρωζώνη, η επιστροφή στα εθνικά νομίσματα φαίνεται σαν μια λογική εναλλακτική προοπτική, υποστηριζόμενη τελευταία πέρα από τους συνήθεις Sinn και Krugman και από τον Munchau.
 
Λεω λογική, με την έννοια ότι το "παιχνίδι" με το νόμισμα αποτελεί ακόμα μια ελεύθερη παράμετρο, μαζί με τις δημοσιονομικές και συναλλαγματικές, στη διαχείριση της οικονομίας. Όσο περισσότερες οι παράμετροι, τόσο περισσότερες και οι δυνατότητες άσκησης οικονομικής πολιτικής προς μια επιθυμητή κατεύθυνση. Αυτό στα textbooks. Στην πραγματικότητα, η αλλαγή νομίσματος, ιδιαίτερα αν επιχειρείται μονομερώς, εγκυμονεί κινδύνους, τους οποίους, όσο καλά προετοιμασμένη και να είναι μια κυβέρνηση είναι δύσκολο να τους σταθμίσει επακριβώς.
 
Πολλά έχουν ειπωθεί για το ευρώ και τα ευεργετικά του αποτελέσματα στις οικονομίες των χωρών που το υιοθέτησαν. Όποιον και να ρωτήσετε αν το ευρώ έφερε ανάπτυξη, η απάντηση θα έρθει χωρίς δεύτερη σκέψη και θα είναι θετική. Φυσικά, η απάντηση αυτή είναι η σωστή, αλλά, για λόγους πληρότητας, χρειάζεται και μια δεύτερη ερώτηση, για το πώς τα πήγαν, λόγου χάρη, και οι χώρες που σνομπάρισαν το ευρώ.
 
Κι εδώ κρύβεται μια μικρή και αναπάντεχη έκπληξη, διότι οι χώρες της Ευρώπης που κράτησαν τα δικά τους νομίσματα τα πήγαν καλύτερα! Oh Yes!
 
Αυτό φαίνεται στο παρακάτω διάγραμμα που απεικονίζει τους ετήσιους ρυθμούς ανάπτυξης στο χρονικό διάστημα 2000-2007 (προ κρίσης) των 12 χωρών με ευρώ, σε σχέση με 11 χώρες που παρέμειναν εκτός. Η διαφορά είναι εμφανής, με τις χώρες εκτός Ευρωζώνης να τα πηγαίνουν σαφώς καλύτερα καθ΄ολη την οκταετία.
 
So far so good! 

 
 
 
Έρχεται όμως το επόμενο διάγραμμα για να μάς βάλει σε κάποιες σκέψεις. Εδώ έχουμε πάλι τους ετήσιους ρυθμούς ανάπτυξης, υπολογισμένους ανά τρίμηνο, των 16 χωρών της Ευρωζώνης, των 7 χωρών εκτός ευρώ και των ΗΠΑ για το χρονικό διάστημα της κρίσης (2008-2013).
 
Τι παρατηρούμε;
 
Πρώτον,  ότι και οι τρεις ομάδες χωρών επηρεάζονται με τον ίδιο σχεδόν τρόπο από την κρίση.
Δεύτερον, ότι μετά τα χειρότερα του 2009 υπάρχει μια γρήγορα ανάκαμψη για όλες τις ομάδες, η οποία όμως συνοδεύεται από μια δεύτερη βουτιά μόνο για τις ευρωπαικές χώρες. Οι ΗΠΑ, εν αντιθέσει, με τα αλλεπάλληλα QE φαίνεται να ξεφεύγουν οριστικά, παρ' όλα τα σκαμπανευάσματα.
Και τρίτον, οι χώρες εκτός ευρώ τα καταφέρνουν λιγάκι καλύτερα από αυτές της Ευρωζώνης και ο λόγος είναι ότι δεν χρειάστηκε να πιουν από το πικρό ποτήρι της λιτότητας. Αν δε, από τις χώρες εκτός-ευρώ εξαιρέσουμε το Ην. Βασίλειο, με την εν πολλοίς άσκοπη απο τη μεριά του υιοθέτηση της λιτότητας, η συμπεριφορά των υπολοίπων εκτός ΕΖ χωρών παρουσιάζεται αρκετά καλύτερη.
 
Παρ' όλα αυτά όμως, η δυνατότητα ελέγχου των νομισματικών ισοτιμιών από τα κράτη εκτός Ευρωζώνης, δεν βοήθησε στην αποφυγή της ύφεσης, και η άνακαμψη επίσης, δεν φαίνεται να είναι τέτοια που να γέρνει αναμφίβολα τη ζυγαριά προς την κατεύθυνση εγκατάλειψης του κοινού νομίσματος.
 
 
 
 


ΥΓ. Τα διαγράμματα είναι από το άρθρο του John Weeks (Εconomist and Professor Emeritus at SOAS, University of London):  'Join The Euro? Yes, For Lower Growth' που δημοσιεύτηκε εδώ.