Κυριακή, 9 Φεβρουαρίου 2014

Τα οφέλη της τυχαιότητας στην Οικονομία και Πολιτική


Η πρόσφατη οικονομική κρίση, πέρα από τον πόνο που επέφερε στους λαούς, κλόνισε και τα θεμέλια των πλέον διαδεδομένων οικονομικών αρχών και δη της επικρατούσας Efficient Markey Hypothesis, (EMH) η οποία προυποθέτει τέλεια πληροφορημένα και ανεπηρέαστα από το περιβάλλον τους οικονομικά υποκείμενα. Σύμφωνα με την EMH οικονομικές φούσκες και κατάρρευση των αγορών είναι αδύνατον να υπάρξουν. Να όμως που υπήρξαν και φυσικά κάπου στο μέλλον καραδοκούν και άλλες. Είναι ενδιαφέρον να μετρήσει κανείς τα άρθρα που βγήκαν στο φως της δημοσιότητας τον τελευταίο καιρό από πολύ σημαντικούς οικονομολόγους, ανάμεσα σ' αυτους και ο Robert Shiller, ένας από τους τρεις νομπελίστες του 2013, επιχειρώντας να υπερασπιστούν την επιστημονική βάση των Οικονομικών, μπας και σώσουν κάτι από την υπόληψή τους. Ενδεικτικό είναι το άρθρο του "Ιs Economics a Science?" που δημοσιεύτηκε στο Project Syndicate τον περασμένο Νοέμβρη.  Η ταυτόχρονη βράβευση του Eugene Fama εκ των εμνευστών της EMH, αν μη τι άλλο δείχνει την προσπάθεια αντιστήριξης της νεοκλασσικής εκδοχής των οικονομικών από την ολοκληρωτική απαξίωση και κατάρρευση.

Η κοινή λογική λέει ότι ο πραγματικός κόσμος τον οποίο και θέλεις να αναπαραστήσεις, είναι αλλεργικός σε κάθε είδους τελειότητες. Αυτές είναι μόνο για φανταστικά δημιουργήματα. Για να έχουν το ελάχιστο νόημα οι διδαχές, οι συστάσεις και οι προβλέψεις των μοντέλων σου, θα πρέπει να λάβεις υπ' όψιν ένα σωρό παράγοντες οι οποίοι έχουν να κάνουν με καθ' όλα ατελή υποκείμενα και κατά συνέπεια με καθ' όλα ατελείς συμπεριφορές. Κάτω απ' αυτές τις συνθήκες η αναπαράσταση θα τείνει να βρει και κάποια κοινά σημεία και με την πραγματικότητα.

Μια από τις αιτίες που οι άνθρωποι δεν φέρονται σαν ανεξάρτητα και απολύτως λογικά υποκείμενα, τα οποία διαβάζουν καθημερινά όλα τα έγκυρα οικονομικά περιοδικά και ακούνε ανελλιπώς τις ειδήσεις του Bloomberg με συνέπεια να γνωρίζουν επακριβώς τι κρύβεται πίσω από τα ακατάσχετα ανεβοκατεβάσματα του S&P500, είναι η αγελαία συμπεριφορά (herding behanior),  που τα διακρίνει. Όχι μόνο σαν οικονομικά υποκείμενα, αλλά και σαν πολιτικά. Ως προς το πρώτο, ενδεικτικό παράδειγμα είναι η συμπεριφορά του πλήθους το 1999 με το χρηματιστήριο, με τη γνωστή κατάληξη, ενώ ως προς το δεύτερο, είναι γνωστό το πώς η μετά κόπο αποκτηθεία μικρή δημοσκοπική διαφορά ενός κόμματος ως προς κάποιο άλλο ανταγωνιστικό, είναι δυνατόν να μεγεθυνθεί με πολύ μεγαλύτερο ρυθμό, όταν οι ψηφοφόροι πεισθούν ότι είναι αυτό που θα νικήσει στις εκλογές.

Ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο Physical Review E88, 062814 (2013), με τίτλο "Reducing financial avalanches by random investments" διερευνά το ρόλο που παίζουν οι τυχαίες επενδυτικές συμπεριφορές στο μετριασμό της πιθανότητας εμφάνισης φαινομένων κατάρρευσης στις χρηματιστηριακές αγορές. Το σκεπτικό του άρθρου είναι  ότι πίσω από μια φούσκα (χιονοστιβάδα σύμφωνα με τον τίτλο) τις περισσότερες φορές κρύβεται μια αγελαία συμπεριφορά, η οποία έρχεται φυσικά σε αντίθεση με την ορθολογικότητα που προυποθέτει η EMH. Η αγελαία συμπεριφορά συνίσταται στο ότι κάθε επενδυτής (κατά το άρθρο) επηρεάζεται, δηλαδή λαμβάνει πληροφορίες από τον διπλανό του, και αυτός από τον δικό του κ.ο.κ., με αποτέλεσμα η διάχυση και ενίσχυση της πληροφορίας σ' ένα μεγάλο δίκτυο να οδηγεί σε δυσάρεστα αποτελέσματα. Το φαινόμενο αυτό εμπίπτει σε μια ευρύτερη κατηγορία προβλημάτων της επιστήμης της πολυπλοκότητας, όπως για παράδειγμα οι σεισμοί, οι αμμόλοφοι και οι χιονοστιβάδες, τα μεγέθη των οποίων κατανέμονται σύμφωνα με το Νόμο του Εκθέτη, ή Νόμο της Ισχύος, (Power Law), όπου ναι μεν τα μικρά συμβάντα έχουν μεγάλες πιθανότητες να συμβούν, αλλά και τα μεγάλα συμβάντα, (μεγάλοι σεισμοί και καταποντισμοί, μεγάλες χιονοστιβάδες, και μεγάλα κραχ) αν και με μικρή πιθανότητα, μπορεί να είναι πολλά τον αριθμό, δηλαδή διόλου αμελητέα. Για τους αμμολόφους δείτε προηγούμενο κείμενο του blog με τίτλο "Ο θαυμαστός κόσμος των αμμολόφων και όχι μόνο".
 
Για να ξεφύγουν από τα συμπτώματα της αγελαίας συμπεριφοράς, οι ερευνητές Alessio Emanuele Biondo et al., αντικαθιστούν στο μοντέλο τους ένα μικρό ποσοστό "αγελαίων επενδυτών" με "τυχαίους επενδυτές", δηλαδή υποκείμενα τα οποία δεν ανταλλάσσουν πληροφορίες με κανέναν από το περιβάλλον, παρά βασίζουν τη στρατηγική τους σε εξωτερικές πληροφορίες, δηλαδή όσες παίρνουν από τους FT και το Bloomberg. Τα αποτελέσματα είναι καταπληκτικά:

1. με ένα ποσοστό τυχαιότητας της τάξης του 5%, η ισχύς ενός πιθανού κραχ μετριάζεται κατά 5 φορές. Δηλαδή, ένα μικρό μόνο ποσοστό "τυχαίων" επενδυτών κατανεμημένων τυχαία στην αγορά μπορεί να αποτρέψει την εμφάνιση καταστροφικών φαινομένων. 

2. τα κέρδη που  αποκομίζουν οι "τυχαίοι" επενδυτές είναι κατά μέσον όρο μεγαλύτερα από τα κέρδη αυτών που ακολούθησαν τυφλά το πλήθος. Σύμφωνα με το προηγούμενο μοντέλο, αν αρχικά όλοι οι επενδυτές είχαν αρχικό κεφάλαιο κατα μέσο όρο 1000 ευρώ, μακροπρόθεσμα οι "αγελαίοι" βρέθηκαν με 767 ευρώ, και οι "τυχαίοι" με 923 ευρώ. 

Αυτό, δηλαδή που καταφέρνει η τυχαιότητα είναι να σπάσει κάποιους δρόμους ροής και ενίσχυσης της πληροφορίας. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο δρα και σε μικρότερα φυσικά συστήματα, σε μικροσκοπικό επίπεδο.

Αλλά έτσι δρα και στην Πολιτική και συγκεκριμένα στις πολιτικές αποφάσεις, όπου κι εδώ, περισσότερο από οπουδήποτε αλλού παρατηρείται το herding phenomenon μεταξύ των βουλευτών. Σε προηγούμενο πάλι κείμενό μας με τίτλο "Κληρωτή Δημοκρατία" είχαμε παρουσιάσει άρθρο της ίδιας ομάδας ερευνητών, στο οποίο εξεταζόταν η θετική επίδραση των κληρωτών, τυχαίων βουλευτών, στην αποτελεσματική λειτουργία του κοινοβουλίου, όπου η αποτελεσματικότητα οριζόταν με βάση το γινόμενο των εξής 2 ποσοτήτων: το ποσοστό των νομοσχεδίων που έχουν ψηφιστεί, από το σύνολο των προταθέντων, και τον μέσο όρο του κοινού καλού που κάθε τέτοιο νομοσχέδιο ενσωματώνει. 

Έτσι με βάση το προτεινόμενο μοντέλο για κάθε κοινοβούλιο, αναλόγως του ποσοστού που καθένα από τα δυο κυρίαρχα κόμματα κατέχει, δηλαδή αναλόγως του συσχετισμού δυνάμεων, υπολογίζεται και ένας optimum αριθμός τυχαίων, κληρωτών βουλευτών, έτσι ώστε να μεγιστοποιείται η οφέλεια του εν λόγω κοινοβουλίου. Όταν τα δυο κόμματα είναι σχεδόν ισοδύναμα, τότε αρκεί ένα μικρό ποσοστό κληρωτών, για παράδειγμα στο 4%. Όταν όμως η διαφορά στις έδρες είναι πολύ μεγάλη, τότε απαιτείται ένα αντιστοίχως μεγάλο ποσοστό κληρωτών, που να πλησιάζει έως και τις μισές έδρες.

Είναι εντυπωσιακό και πέρα από τη διαίσθηση, πώς η εισαγωγή της τυχαιότητας σε διαφορετικές σφαίρες της κοικωνικής ζωής μπορεί να παράξει τόσο ευεργετικά αποτελέσματα.



Σάββατο, 8 Φεβρουαρίου 2014

Όταν οι δωρεάν συγκοινωνίες δεν είναι ουτοπία


 
Αν για κάθε φορά που τίθεται θέμα αύξησης της τιμής των εισιτηρίων στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς (ΜΜΜ), αντί να τρέμει το φυλλοκάρδι μας για το επιπλέον κόστος θέταμε αίτημα κατάργησης των εισιτηρίων αυτών καθ’ αυτών, η πρόταση αυτή θ’ ακουγόταν ουτοπική και πολύ ανατρεπτική; Θα υπήρχε περίπτωση ο κόσμος να πειστεί ότι οι μεταφορές τουλάχιστον εντός πόλης αποτελούν δημόσιο αγαθό, όπως είναι για παράδειγμα η εκπαίδευση και η υγεία, και ότι γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο η πρόσβαση στα ΜΜΜ θα έπρεπε να παρέχεται δωρεάν; Διότι αν μπορούσε να πειστεί, τότε λογικά θα έκανε και τις απαραίτητες κινήσεις για να το διεκδικήσει. Πώς όμως θα πειστεί;

Ο ένας τρόπος είναι να θυμίσουμε ότι ούτε η εκπαίδευση, ούτε η υγεία λογίζονταν σε παλιότερους καιρούς δημόσια αγαθά, παρά μόνον αναβαθμίστηκαν ως τέτοια μετά από πολύ μελάνι και πολλούς αγώνες. Παρά το γεγονός ότι στις μέρες μας η χρηματοδότηση των αγαθών αυτών βαίνει μειούμενη, εν τούτοις δε έχουν εκπέσει ακόμα από το status του δημόσιου αγαθού. 

Ο άλλος τρόπος είναι να δείξουμε ότι η ιδέα των ελεύθερων μεταφορών ούτε καινούργια είναι, ούτε φυσικά επαναστατική, μιας και πάρα πολλές πόλεις και κοινότητες στον κόσμο πειραματίζονται μ’ αυτήν και την εφαρμόζουν με επιτυχία, ήδη από το 1960. Για του λόγου το αληθές, μια ματιά μόνο αρκεί στην ιστοσελίδα «Free Public Transport» της Wikipedia καθώς και στην έκθεση «Implementationand Outcomes of Fare-Free Transit Systems» που συντάχθηκε το 2012 από την σχετική με τις μεταφορές, ερευνητική ομάδα των εθνικών ακαδημιών των ΗΠΑ.

Πιο πρόσφατο και επιτυχημένο παράδειγμα αποτελεί η πρωτεύουσα της Εσθονίας Ταλίν,  η οποία έβαλε σε εφαρμογή ένα σχέδιο, που καμιά άλλη πόλη τέτοιου μεγέθους (430,000 κάτοικοι), δεν είχε τολμήσει στο παρελθόν· να αφήσει δηλαδή, ελεύθερες τις μεταφορές στο σύνολο της πόλης σε όλες τις γραμμές και για όλους ανεξαιρέτως τους κατοίκους. Η απόφαση πάρθηκε μετά από δημοψήφισμα με πλειοψηφία 76%, ενώ 9 στους 10 κατοίκους μετά από ένα χρόνο εφαρμογής δηλώνουν ιδιαίτερα ευχαριστημένοι.  Σε ερώτηση «γιατί το κάνετε αυτό;», ο δήμαρχος Savisaar γυρίζει πίσω την ερώτηση με το «γιατί οι περισσότερες πόλεις δεν το κάνουν ήδη;».

Η απάντηση είναι ότι το κάνουν και το παρακάνουν, μόνον που είναι μικρότερου μεγέθους. Και είναι πολλές, και σε πολλές χώρες, όπως Γαλλία, Γερμανία, Ισπανία, Βέλγιο, Σουηδία, Πολωνία, Βραζιλία, Κίνα, Αμερική και αλλού. Κι ας μην ξεχνάμε βέβαια, ότι και πολλοί δήμοι της Αττικής, ακόμα και κάτω από τους σημερινούς πολύ σφιχτούς προϋπολογισμούς συνεχίζουν να χρηματοδοτούν κάποιες γραμμές. 

Η έκθεση των αμερικανικών ακαδημιών, στην οποία αναφερθήκαμε προηγουμένως έχει εντοπίσει 39 επαρχίες στις ΗΠΑ που παρέχουν ελεύθερες μεταφορές, με τις κυριότερες από άποψη μεγέθους την επαρχία Indian River στη Φλόριδα και το νησί της Χαβάης, έκαστη με 174000 κατοίκους και 7,5 εκ. μετακινήσεις ετησίως.

Ας έρθουμε τώρα στο ζήτημα της εξεύρεσης πόρων, που παραμένει και το κυριότερο εμπόδιο ενάντια στη γενίκευση του μέτρου, κι ας δούμε τους τρόπους που κάθε κοινότητα βρήκε για να το ξεπεράσει. Σύμφωνα με την αμερικανική έκθεση, για κάποιους δήμους η ελεύθερη μετακίνηση δεν αύξησε το κόστος σημαντικά, ενώ σε κάποιους άλλους οι κάτοικοι φάνηκαν διατεθειμένοι να το επωμισθούν, με το σκεπτικό ότι συνέβαλε στη σύσφιξη των δεσμών της κοινότητας και στην άνοδο του βιοτικού τους επιπέδου. Άλλοι δήμοι έλυσαν το πρόβλημα αλλιώς, είτε με την επιβολή κάποιου χαμηλού έξτρα δημοτικού φόρου, είτε με έναν επίσης χαμηλό, της τάξης του 0.5%-1%, φόρου επί των πωλήσεων, διότι η πρόσβαση στα εμπορικά κέντρα γινόταν έτσι πιο εύκολη, είτε με τα έσοδα κάποιου λαχείου που συστάθηκε για το σκοπό αυτό, είτε με μέρος των εσόδων από γειτονικό καζίνο, είτε με ειδικό φόρο από τον τουρισμό. Στο Ταλίν τα απολεσθέντα έσοδα αντισταθμίστηκαν από τις περισσότερες εγγραφές ετεροδημοτών, συγκεκριμένα 10000, στα δημοτολόγια της πόλης ώστε να επωφεληθούν του μέτρου, με τίμημα να πληρώνουν τους φόρους τους στο Ταλίν και όχι στους τόπους προέλευσής τους. 

Πρόσφατα είδαμε στην Βραζιλία γενικό ξεσηκωμό που κατέληξε σε σοβαρά επεισόδια και συγκρούσεις με την αστυνομία λόγω της αύξησης της τιμής των εισιτηρίων, επεισόδια που ανάγκασαν την Πρόεδρο Ρουσέφ να τις πάρει πίσω. Το ίδιο είχε συμβεί και στη Βολιβία, και πολύ πιθανόν και σε άλλα μέρη, γεγονός που αναδεικνύει το βάρος των αστικών μετακινήσεων στο οικογενειακό πορτοφόλι. Στην Αθήνα, λ.χ. το κόστος της καθημερινής μετακίνησης για έναν εργαζόμενο ανέρχεται σε 2.8 ευρώ, το οποίο σε ορίζοντα έτους αντιστοιχεί σε έναν επιπλέον μισθό! Αλλά ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι το κόστος διατήρησης όλων των λεωφορειακών γραμμών δωρεάν σε μια μεγάλη πόλη είναι δυσβάσταχτο, τουλάχιστον κάποιες κομβικές γραμμές θα μπορούσαν να  λειτουργούν χωρίς εισιτήριο, αντιγράφοντας τις λύσεις που έχουν δώσει πολλοί άλλοι δήμοι αλλού.




Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 2014

Τα σουβλατζίδικα, ως εχθροί της ανάπτυξης

 



Ο κόσμος προσπαθώντας να ξεπεράσει την κρίση και να δει το ΑΕΠ του να ξεφεύγει από το αναιμικό τίποτα προς κάτι που να θυμίζει μετάβαση σε καλύτερες εποχές, ομνύει στην καινοτομία και στην επιχειρηματικότητα που θα αναλάβει να την υλοποιήσει.

Παρ' όλες τις επικλήσεις στη χάρη της, παρ' όλες τις παραινέσεις στα χειμαζόμενα κράτη να κάνουν επιτέλους κάτι  για να την βγάλουν από την τρύπα της, παρ' όλες τις διαβεβαιώσεις ότι χωρίς καινοτομία αποκλείεται να ανακάμψουμε, η καινοτομία παραμένει άφαντη. Κι εδώ, δεν μιλάμε απλά για κάποιο μασκάρεμα του παλιού που μπορεί να περάσει για καινούργιο και έτσι να την κουτσοβγάλουμε. Μπορεί αυτό να ισχύει για μάς, αλλά πρόβλημα ανάπτυξης έχουν και οι πάλαι ποτέ ισχυρές οικονομίες που δεν μπορούν πλέον να μπαλώνονται με ψευτοπράγματα. 

Η τελευταία μεγάλη καινοτομία που έβαλε τον πλανήτη σε κατάσταση τούρμπο ήταν η ανακάλυψη ότι η μόχλευση, η αέναη γέννηση του χρήματος, θα μπορούσε να γενικευτεί, να φύγει από τους κλειστούς κύκλους των ειδικών του χρήματος, με λίγα λόγια να "εκδημοκρατιστεί"  και να διαχυθεί σε κάθε μικρή ή μεγάλη γωνιά. Βγάζοντας το χρήμα σε discount ο πλανήτης γνώρισε πρωτόγνωρες στιγμές ευημερίας, μέχρι τη στιγμή που μια γιγάντια σκούπα άρχισε να το μαζεύει πίσω, δυστυχώς από δικαίους και αδίκους.

Περιμένοντας λοιπόν τη μεγάλη ιδέα, που θα ξαναδώσει κίνηση στο χρήμα ώστε να αρχίσει πάλι να πολλαπλασιάζεται, βλέπουμε τα λόγια και τις ευχές να περισσεύουν. Κυρίως στα μέρη μας, όταν ουδέποτε είχαμε καλές σχέσεις, ακόμα και στις καλές μέρες, ούτε με την υγιή όπως λέγεται επιχειρηματικότητα, ούτε με ερευνητικές πολιτικές, δημόσιες και ιδιωτικές. Μπορεί η δυσφορία για το αναποτελεσματικό παραγωγικό μας μοντέλο να ξεχύνεται απ' όλες τις μεριές, μπορεί να ακούγεται από πάσα κατεύθυνση, δεξιά και αριστερή, η αναγκαιότητα ανάταξής του, (κοινοτοπίες τελικά που από την τόση επανάληψη προσπερνάνε το αυτί χωρίς να το αγγίζουν), αλλά από πουθενά δεν έρχεται κάποιο συμπαγές σχέδιο για το πώς θα μοιάζει αυτό το νέο παραγωγικό μοντέλο και για το ποια βήματα θα πρέπει να κάνουμε για να του δώσουμε ζωή.

Αυτά φαίνεται είναι ψιλά γράμματα, που δεν χρειάζεται να πολυνοιαστούμε, όταν έχουμε ανακαλύψει και σημαδέψει με το δάχτυλο τους Φταίχτες και τους Ανάξιους, αυτούς δηλαδή που καθηλώνουν το παραγωγικό μας μοντέλο στην αναποτελεσματικότητα και την εσωστρέφεια, αυτούς που διακορεύουν την ύψιστη επιχειρηματική αξία, δηλαδή το ρίσκο. Και δεν είναι άλλοι από τους όψιμους επιχειρηματίες που αντί να επενδύουν στα διαστημικά συστήματα και τη ρομποτική, στη νανοτεχνολογία και τα φωτονικά, βάζουν τα χρήματά τους στις καφετέριες, στα σουβλατζίδικα και στους φούρνους, διότι άκουσον άκουσον, αυτές οι επενδύσεις επιβραβεύουν περισσότερο και συντομότερα.

Θα ήταν όμως λιγότερο αλαζόνες οι όψιμοι αυτοί επικριτές αν στοχάζονταν για λίγο ποιοι είναι αυτοί που επενδύουν σε καφετέριες, σουβλατζίδικα και φούρνους:

Είναι αυτοί που στα πενήντα τους βρέθηκαν ξαφνικά χωρίς δουλειά και με λίγα χρήματα στο στρώμα ή την τράπεζα, δημόσιοι ή ιδιωτικοί υπάλληλοι και οι οποίοι συνεταιριζόμενοι δυο-δυο, τρεις-τρεις αποφάσισαν πρωτίστως για να επιβιώσουν, να ανοιχτούν σε τομείς που είχαν τις μεγαλύτερες πιθανότητες να τους γλιτώσουν από την πείνα και στα γρήγορα.

Ας στρέψουν  λοιπόν αλλού τα βέλη τους, κι ας αφήσουν τους ανθρώπους αυτούς στις αγωνίες τους.



Δευτέρα, 3 Φεβρουαρίου 2014

Οι Ιδιωτικοποιήσεις δεν μειώνουν το χρέος




Όπως είναι γνωστό, η Τράπεζα της Ελλάδας έχει ανοίξει ένα ξεχωριστό λογαριασμό στον οποίο προβλέπεται εντός 10ημέρου να κατατίθενται τα χρήματα από τις ιδιωτικοποιήσεις, με διακηρυγμένο στόχο, κατ’ απαίτηση της Τρόικας, τη μείωση του δημοσίου χρέους. Όταν ξεκίνησε το πανηγύρι με τα Μνημόνια, το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ το 2009, ήταν σαφώς μικρότερο από το τωρινό, στο 130%, και οι προβλεπόμενες εισπράξεις ήταν στα 50 δις, δηλαδή θα αντιπροσώπευαν ένα ποσοστό επί του χρέους 50/300=17%, όχι και τόσο ευκαταφρόνητο.

Άλλες όμως οι βουλές της Τρόικας, άλλα τα κελεύσματα της πραγματικότητας, τέτοια, ώστε δικαίως κάποιος ν’ απορεί για τον τρόπο με τον οποίο έγιναν οι υπολογισμοί, που έβγαζαν τα έσοδα από τις ιδιωτικοποιήσεις σ’ αυτό το δυσθεώρητο ύψος. Βλέποντας μόνο τον αριθμό των κρατικών επιχειρήσεων που έχουν απομείνει από τις ιδιωτικοποιήσεις των προηγούμενων δεκαετιών, ακόμα και ο πιο αδαής μπορεί να αντιληφθεί ότι ο λογαριασμός δεν έβγαινε.  

Μετά, η πραγματικότητα ανάγκασε την Τρόικα να ανακρούσει πρύμναν και να κατεβάσει το αρχικό νούμερο, των 50 δις, στα μόνο 9, τα οποία και αυτά δεν βγήκαν. Τώρα, το στοίχημα μπαίνει στα 80,000 ακίνητα του δημοσίου, για τα οποία ισχύει το «ζήσε Μάη μου να φας τριφύλλι». Είναι τόσο μπλεγμένα, που μόνο στην επόμενη χρεοκοπία μπορούν να χρησιμεύσουν σε κάτι, κι όταν ίσως έχουν ανέβει κάπως οι τιμές. Να σκεφτείτε ότι το Ελληνικό, το επονομαζόμενο και «καλύτερο φιλέτο» της Ευρώπης, πάει να πουληθεί στα 80 ευρώ το τ.μ., ή 80,000 το στρέμμα. 

Αλλά, προς στιγμή ας υποθέσουμε ότι έχουμε ακόμα δημόσιες επιχειρήσεις στο σακί, και πως η αγορά κρατάει τις τιμές. Στην ερώτηση, αν θα μειωνότανε το χρέος, αν τις πουλούσαμε, η απάντηση είναι ένα καθαρό ΟΧΙ! 

Πού στηρίζεται αυτό το ΟΧΙ;


  • Η πιο προφανής δικαιολόγηση είναι ότι οι δημόσιες επιχειρήσεις, ειδικά αν είναι μονοπωλιακές, φέρνουν έσοδα, τα οποία με την πώλησή της χάνονται από τον δημόσιο κορβανά. Κάποιος θα μπορούσε όμως να αντιτάξει ότι τα απολεσθέντα έσοδα εξισορροπούνται από, ή ακόμα καλύτερα, υστερούν ως προς το τίμημα πώλησης, το οποίο τα υπερκαλύπτει. Όπως φαίνεται όμως από τα παραδείγματα που παραθέτουν αναλύσεις δημοσιευμένες στο ευυπόληπτο think tank των Βρυξελλών, Vox, αυτό δεν ισχύει, και θα το δείξουμε αναλυτικά παρακάτω.
  • Οι ιδιωτικοποιήσεις πιθανόν να ανακουφίσουν χρεωμένες χώρες που έχουν ξεμείνει προσωρινά από ρευστό. Όμως όχι αυτές που έχουν χάσει την αξιοπιστία τους, όπως η δική μας. Αντιθέτως οι ιδιωτικοποιήσεις θα βλάψουν τη χώρα, εφ’ όσον γίνονται αναγκαστικά σε εξευτελιστικές τιμές. Η τιμή πώλησης δεν μπορεί να ξεπερνά την υποτίμηση των κρατικών ομολόγων, τα οποία τώρα βρίσκονται στα πολύ κάτω τους. Το καλλίτερο που έχει να κάνει μια κυβέρνηση, αν σώνει και καλά θέλει να ιδιωτικοποιήσει, είναι να το κάνει μετά τη διευθέτηση του χρέους. Τάδε υποστηρίζει με κατηγορηματικό τρόπο ο γνωστός Daniel Gros, το αφεντικό του Vox, εδώ: http://www.voxeu.org/article/privatisation-no-salvation
  • Αν το ρευστό από τις ιδιωτικοποιήσεις βοηθάει στο να πληρωθούν τα άμεσα χρέη, εν τούτοις αυξάνει τα ασφάλιστρα στα μακροπρόθεσμα, καθ΄ ότι η χώρα θα έχει ξεμείνει από εγγυήσεις σε περίπτωση χρεοκοπίας. Οι ιδιωτικοποιήσεις, κάτω από συνθήκες κατακρήμνισης της φερεγγυότητας το μόνο που κάνουν είναι να αναδιοργανώσουν τις απαιτήσεις ανάμεσα σε διαφορετικές ομάδες πιστωτών. 
  • Όπως τονίζει ο Gros, όταν μια χώρα βρίσκεται σε κακή κατάσταση το πρώτο που σκέφτεται να κάνει είναι να ιδιωτικοποιήσει τα φυσικά μονοπώλια. Αυτό όμως δεν προσφέρει στην ανάπτυξη. Το μόνο που πετυχαίνει είναι να αυξάνει τα κέρδη των ιδιωτών. Αναφέρεται δε στην περίπτωση της Αργεντινής, η οποία έχοντας προβεί σε μαζικές ιδιωτικοποιήσεις, δεν μπόρεσε να αποφύγει τη χρεοκοπία το 2001, λόγω ακριβώς διαφυγόντων εσόδων.



Ας δούμε τώρα με ένα απλό παράδειγμα του Paolo Manasse (Professor of Macroeconomics and International Economic Policy at the University of Bologna), δημοσιευμένο στο Vox, σχετικα με το γιατί οι ιδιωτικοποιήσεις δεν συμβάλουν στη μείωση του χρέους.


Έστω ότι η Ελλάδα έχει χρέος 100 μονάδες και ότι τα έσοδά της προέρχονται από δυο πηγές: τον τουρισμό με έσοδα 74 μονάδες και από τα λιμάνια με έσοδα 20. Επομένως συνολικά έσοδα: 94 μονάδες. Επειδή η χώρα έχει λιγότερα έσοδα από όσα χρωστάει, η μονάδα χρέους της θα πωλείται στη δευτερογενή αγορά κατά 94/100=0.94 μονάδες αντί μιας. Ας υποθέσουμε τότε ότι για να απαλύνει το χρέος της πουλάει το λιμάνι για 20 μονάδες, ποσό που αντιπροσωπεύει το 20% του συνολικού χρέους, και αγοράζει πίσω ένα κομμάτι χρέους, ίσο με 20/0.94=21.28 μονάδες. Τότε το χρέος της θα έχει μειωθεί κατά το ποσό αυτό και θα ισούται με 100-21.28=78.72 μονάδες. Εφ’ όσον τα έσοδα προέρχονται πλέον μόνον από τον τουρισμό, η μονάδα χρέους στη δευτερογενή θα ισούται με 74/78.72=0.94, δηλαδή το ίδιο και χωρίς την ιδιωτικοποίηση, δηλαδή θα έχει γίνει μια τρύπα στο νερό! 

Ας υποθέσουμε τώρα ότι ο ιδιώτης που θ’ αγοράσει το λιμάνι θα τρέχει την επιχείρηση με 30% μεγαλύτερη αποδοτικότητα, και ότι τα έσοδα από αυτήν δεν θα είναι 20, αλλά 26 μονάδες.  Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, και εφ’ όσον οι αγορές κεφαλαίου παραμένουν ανταγωνιστικές, το κράτος θα μπορέσει να το πουλήσει για 26 μονάδες, οπότε το χρέος θα γίνει 74 μονάδες, ίσο δηλαδή με τα έσοδα που έχει, εν προκειμένω από τον τουρισμό. 

Το συμπέρασμα που βγαίνει από το προηγούμενο παράδειγμα είναι ότι για να μπορέσει το κράτος να εξοφλήσει το χρέος, θα πρέπει η αποδοτικότητα των δημοσίων επιχειρήσεων να είναι μικρότερη των ιδιωτικών κατά τουλάχιστον 30%

Πόσο ρεαλιστικό είναι όμως αυτό; Καθόλου, σύμφωνα με τα εμπειρικά στοιχεία.

Οι Megginson και Netter [1] έχοντας συγκρίνει την απόδοση 113 δημοσίων εταιριών, πριν και μετά την ιδιωτικοποίησή τους, βρήκαν ότι η απόδοση κατά μέσο όρο αυξήθηκε κατά 3%-6%, ποσοστό πολύ μικρότερο από το ελάχιστο απαιτούμενο 30% για να συμφέρει στο κρατος η πώλησή τους σε ιδιωτικά χέρια.

Eπίσης παρουσιάζονται και άλλα συγκριτικά στοιχεία, όπως οι νέες θεσεις εργασίας. Στις 39 περιπτώσεις που εξετάστηκαν, παρατηρήθηκε αύξηση των προσλήψεων κατά 1.84%, ενώ στις 66 μειώθηκαν κατά 2.14%. Όσο για τις νέες επενδύσεις, η αύξηση ήταν ανάμεσα στο 2.44% και 0.81%, ΄΄οχι ιδιαίτερα θεαματικές.
[1] Megginson, William L. and Jeffry M. Netter (2001), “From state to market: A survey of empirical studies on privatization”, Journal of Economic Literature 39(2): 321–389.