Σάββατο, 31 Αυγούστου 2013

Η διπλή ατυχία της Μέρκελ


Ένα μήνα πριν τις γερμανικές εκλογές και να που συμβαίνει αυτό που η Μέρκελ απευχόταν εδώ και τουλάχιστον μισό χρόνο: να μην διαταραχτεί δηλαδή η ολύμπια αταραξία των γερμανών ψηφοφόρων και αρχίσουν και αμφιβάλουν για τις πολιτικές και ηγετικές ικανότητες της Στοργικής Μητέρας, της Μεγάλης Μαγείρισσας πατατόσουπας και της Άξιας Τιμονιέρισσας, Μέρκελ. Έχοντας απέναντί της μια ανάξια αντιπολίτευση, εν προκειμένω τους σοσιαλδημοκράτες υπό τον Στάινμπρικ, που δεν είχε σε τίποτε ουσιαστικό να διαφοροποιηθεί από την κυβέρνηση τόσο ως προς τη διαχείριση της ευρωπαϊκής κρίσης, παρά κάτι ψελλίσματα περί της αναγκαιότητας της τραπεζικής ένωσης, όσο και των εσωτερικών υποθέσεων, το κόμμα της Μέρκελ φαινόταν να αλωνίζει στις δημοσκοπήσεις αλλά και στις προσωπικές προτιμήσεις. Εκεί που το SPD πήγε να διαφοροποιηθεί, σχετικά με την αύξηση του ανώτατου φορολογικού συντελεστή από το 42% στο 49%, σε λίγες μέρες αναγκάστηκε να τα μαζέψει, μιας και οι επιτελείς του αφουγκράστηκαν εκλογικό κόστος. Φυσικά, χωρίς κάτι θεμελιακά καινούργιο, οι ψηφοφόροι δύσκολα εγκαταλείπουν τους παλιούς, εξ ου και η άνετη δημοσκοπική προπόρευση της Μέρκελ.  

Ενώ, για πολλούς μήνες και σ’ ολόκληρο τον κόσμο φούντωναν τα δημοσιεύματα, τα στοιχεία και οι δηλώσεις πολιτικών, αναλυτών, αξιωματούχων και θεσμικών οργάνων για την πορεία της Ευρωζώνης προς τα βράχια, συνέπεια των πολιτικών επιλογών της Γερμανίας, η ίδια η χώρα θαρρείς και βρισκόταν απομονωμένη από κάθε εξωτερική πληροφόρηση, σε μια υγειονομική  ζώνη απόλυτης άγνοιας και προστασίας από μιαρές πληροφορίες, τόσο που η εφημερίδα FAZ σε ειρωνικό άρθρο της 22ας Αυγούστου να παρομοιάζει τη Γερμανία με απάνεμο νησί και τους Γερμανούς με ευτυχισμένους ανέμελους ανθρώπους, αδιάφορους και ανήξερους για τις τρικυμίες που πλήττουν τα γειτονικά νησιά στις νότιες θάλασσες, όχι μακριά από τις δικές τους.

Η ειδυλλιακή όμως αυτή εικόνα, δεν κατάφερε να βαστάξει ως το τέλος. Θες από παρόρμηση, θες από αστοχία, θες από σκοπιμότητα, η ζημιά προήλθε όχι από την αντιπολίτευση αλλά από τον ίδιο τον Σόιμπλε, όταν σε κάποια στιγμή της προεκλογικής του εκστρατείας ανακοίνωνε ότι η Ελλάδα θα χρειαζόταν οσονούπω και νέο πακέτο στήριξης, δηλαδή κι άλλα χρήματα. Έτσι, αυτό που η Μέρκελ δεν ήθελε με τίποτε να συμβεί, να στρογγυλοκαθίσει δηλαδή η Ελλάδα στο επίκεντρο της προεκλογικής της ατζέντας, ήρθε κι έγινε με το παραπάνω.  

Ό,τι ακολούθησε είναι γνωστό: Ο Σόιμπλε, αφού έπεσαν επάνω του θεοί και δαίμονες προσπάθησε να τα μπαλώσει, αποδίδοντας το ατόπημα σε γλίστρημα της γλώσσας και στην περιέργεια της γυναίκας του που θέλει να τα μαθαίνει όλα, η Μέρκελ μετά το σοκ αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι ναι, κάποια χρήματα θα χρειαστούν αλλά δεν ξέρει πόσα, ο Σόιμπλε επανήλθε ανασκευάζοντας τα λεχθέντα περί νέου πακέτου στήριξης σε παράταση αποπληρωμής των παλαιών, αποκλείοντας το κούρεμα, αλλά η ζημιά στο εσωτερικό είχε ήδη γίνει, δίνοντας την ευκαιρία στην αντιπολίτευση να βρει επιτέλους το πάτημα που της έλλειπε για να επιτεθεί, μπας και ανεβάσει το γλίσχρο ποσοστό της. Την ευκαιρία άδραξε ακόμα και ο πρώην καγκελάριος Σρέντερ, ο οποίος κατηγόρησε τη Μέρκελ ότι ψεύδεται αποκρύπτοντας την αλήθεια από τους ψηφοφόρους, (σαν να ‘ταν άλλωστε η πρώτη φορά που οι πολιτικοί ψεύδονται προεκλογικώς), ενώ το ίδιο έπραξε και το νεότευκτο ευρωσκεπτιστικό κόμμα AfD, μη κρύβοντας τη χαρά του για το ανέλπιστο αυτό δώρο που ευελπιστεί ότι θα το ανασύρει από την εκλογική αφάνεια. Ιδιαίτερα ενοχλημένο φάνηκε προφανώς και το FPD, το οποίο παραπαίοντας γύρω από το εκλογικό όριο του 5% που χρειάζεται για να εισέλθει στη βουλή, θα κρίνει και την κυβέρνηση που θα προκύψει στις 23 Σεπτεμβρίου. Αν μπει, τότε ο τρέχων συνασπισμός CDU-FPD θα διατηρηθεί, αν όχι, όλα είναι ανοιχτά, χωρίς όμως αυτό να σημάνει, παρά τα πιεστικά προβλήματα, και θεμελιακή αλλαγή της ευρωπαϊκής πολιτικής της Γερμανίας, όπως πολλοί ευελπιστούν. Για  να εγκαταλείψει η Γερμανία την τακτική της κωλυσιεργίας και του αγοράζω χρόνο, με τακτικές bail-out που έφαγαν πια τα ψωμιά τους, και με νομικίστικα εμπόδια, περί αλλαγής των ευρωπαϊκών συνθηκών, θα πρέπει να πει επιτέλους την ψυχρή αλήθεια στους πολίτες της, ότι και τα 120 δις σε δάνεια που έδωσαν συνολικά στο Νότο μάλλον δεν θα τα πάρουν πίσω, ότι και τις τράπεζες άλλων χωρών θα αναγκαστούν να εγγυηθούν και ότι περισσότερες εξουσίες θα χρειαστεί να παραχωρήσουν στις Βρυξέλλες.  Θα τα αντέξουν όλα αυτά οι μακάριοι και συστηματικά παραπληροφορημένοι Γερμανοί;

Μ’ αυτά και με κείνα, λοιπόν, τα με κόπο φιλοτεχνημένα success stories όχι μόνο της Ελλάδας, αλλά και της Ιρλανδίας, Πορτογαλίας και Ισπανίας πήγανε άπατα, και δεν έφτανε μόνο αυτό, αλλά στην πιο κρίσιμη στιγμή της προεκλογικής εκστρατείας της Μέρκελ, ήρθε και τρύπωσε και η Συρία. Η Καγκελάριος έσπευσε να τεθεί πιο ενεργά, απ’ ότι στην περίπτωση της Λιβύης, όπου απείχε της ψηφοφορίας στο Συμβούλιο Ασφαλείας, στο πλευρό των Αμερικανών-Γάλλων κλπ, αλλά στο εσωτερικό, η κοινή γνώμη σε ποσοστό κοντά στο 70% εκφράστηκε ήδη κατά μιας τέτοιας εμπλοκής. Αν η εισβολή γίνει πριν από τις εκλογές, όπως διαφαίνεται, η Μέρκελ θα έχει να αντιμετωπίσει ακόμα ένα εμπόδιο, το μέγεθος του οποίου κανείς δεν μπορεί να προδικάσει αυτή τη στιγμή.



Τρίτη, 27 Αυγούστου 2013

Περί πλειστηριασμών




Η κυβέρνηση έχει πλέον αποφασίσει να βγάλει σε πλειστηριασμό την πρώτη κατοικία από τις αρχές του επόμενου έτους. Βλέποντας πίσω της μόνο επιτυχίες σχετικά με την επιβολή σκληρών μέτρων όλα αυτά τα χρόνια, θεωρεί ότι και αυτή τη φορά θα τα καταφέρει.

Αναρωτιέμαι όμως πώς! Διότι ο πλειστηριασμός έχει κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που δεν τα συναντάς στα προηγούμενα μέτρα. Έχει υλικότητα, έχει σωματικότητα, κοντολογίς, προϋποθέτει έξωση και αυτό δεν είναι εύκολο να συμβεί χωρίς πάλη. Όχι ιδεατή, αλλά χειροπιαστή. Όπως και να το δεις, η έξωση είναι ένα πολύ άγριο πράγμα. Σκεφτείτε να σού πετάνε τα έπιπλα στο πεζοδρόμιο, τα πιατικά, τα καθαρά απ’ το ντουλάπι και τα βρώμικα απ’ τον νεροχύτη, τα ρούχα, τα σιδερωμένα και τ’ ασιδέρωτα, το πανέρι με τα άπλυτα, να σου ξεσκίζουν τα άλμπουμ με τις φωτογραφίες του γάμου σου και των παιδιών σου, να σου λασπώνουν τα σεντόνια, τα χαλιά και τα κεντίδια της γιαγιάς σου, τα βιβλία σου και τα CD σου, τα περιοδικά, τα ενθύμια απ’ τα ταξίδια σου, ό,τι χρήσιμο και άχρηστο μάζευες αυτά τα χρόνια, μπορεί άχρηστα, αλλά κομμάτια της ψυχής σου που δεν έλεγες να τα’ αποχωριστείς αν και σου έπιαναν πολύτιμο χώρο στα ράφια, και τώρα νά, να πέφτουν στα λερά δάχτυλα ενός τυχάρπαστου ασεβή, κι η ζωή σου, κρυφή και φανερή, να γίνεται βορά στα λαίμαργα μάτια των περαστικών.   

Αν και η απόλυση είναι κάποιο είδος έξωσης από τον τόπο εργασίας, εν τούτοις η ιδιωτική κατοικία είναι κάτι πολύ περισσότερο από αυτό, είναι άσυλο, είναι προσωπικό καταφύγιο και ως εκ τούτου θεωρείται σεβαστό και απαραβίαστο. Για παράδειγμα, στις ΗΠΑ ο νόμος παρέχει στον ιδιοκτήτη δικαίωμα οπλοφορίας για να την υπερασπίζεται και η δολοφονία απρόσκλητων εισβολέων δεν λογίζεται ως τέτοια. Και αν στην Ελλάδα δεν ισχύει παρόμοια νομοθεσία, εν τούτοις η διάθεση των ενοίκων να υπερασπιστούν το πιο σημαντικό κομμάτι του μικρόκοσμού τους θεωρείται δεδομένη και αμετάκλητη. Το έχουμε δει στην πράξη ήδη στο παρελθόν, στις απεγνωσμένες αντιδράσεις τους, στις σπάνιες περιπτώσεις που κάποιο αυθαίρετο επρόκειτο να κατεδαφιστεί. Οχυρώσεις, καραμπίνες, απειλές, απόπειρες αυτοκτονίας από ταράτσες, έμπρακτη συμπαράσταση των γειτόνων και στο τέλος οι μπουλντόζες να αποχωρούν με την ουρά στα σκέλια.

Θεωρητικά μιλώντας, η κυβέρνηση έχει δυο επιλογές. Είτε πλειστηριασμοί με έξωση, με ό,τι κινδύνους αυτό συνεπάγεται, είτε πλειστηριασμοί χωρίς έξωση, δηλαδή με κάποιο κόλπο ώστε ο ιδιοκτήτης να συνεχίσει να παραμένει στην οικία του, η οποία φυσικά δεν θα του ανήκει, έναντι κάποιου ενοικίου, ταυτόσημου με τη δόση του δανείου ή, λογικά, αρκετά μικρότερου, διότι αλλιώς τι νόημα θα είχε η αθέτηση πληρωμών των δόσεων. 

Για ποιο λόγο όμως κάποιος θα αγοράσει μια κατοικία αν δεν πρόκειται να την αξιοποιήσει κατά όπως θέλει; Είτε να μείνει μέσα ο ίδιος, είτε να την νοικιάσει με υψηλότερο ενοίκιο, είτε να την μεταπωλήσει. Αναγκαστικά, λοιπόν, το πρόβλημα της έξωσης δεν θα μπορέσει να το προσπεράσει, και φυσικά τις συνέπειες που μοιραία θα το συνοδεύσουν.

Ακούγεται ότι οι τράπεζες προτίθενται να πουλήσουν σε εξευτελιστική τιμή τα κόκκινα οικιστικά δάνεια, κάπου στο 10%-20% της αξίας τους σε πρόθυμα vulture funds, ώστε αυτά τα τελευταία να βγάλουν το φίδι από την τρύπα. Αλλά ακόμα και έτσι, η άσκηση μεγαλύτερης πίεσης από τη μεριά τους, δεν αντιλαμβάνομαι γιατί να μην προκαλέσει και αύξηση της αντίδρασης, ειδικά όταν πρόκειται για ιδιώτες της τελευταίας υποστάθμης.

Εδώ όμως θα ήθελα να εκφράσω και μια απορία: Αν οι τράπεζες προτίθενται να χάσουν έως και το 80% της αξίας των δανείων τους πουλώντας τα στα εν λόγω funds, γιατί δεν τα κουρεύουν από μόνες τους σε κάποιο πολύ μικρότερο ποσοστό, ας πούμε στο 50%; Μ’ ένα τέτοιο κούρεμα, το στεγαστικό έχει πολύ περισσότερες πιθανότητες να εισπραχθεί στο ακέραιο. Κι έτσι όλοι θα είναι ευχαριστημένοι. Χάθηκε η λογική από το βασίλειο της ορθολογικότητας;

Ίδωμεν!



Κυριακή, 25 Αυγούστου 2013

Everything is Broken





Broken lines, broken strings, broken threads, broken springs

Broken idols, broken heads, people sleeping in broken beds

Ain't no use jivin', ain't no use jokin', everything is broken



Broken bottles, broken plates, broken switches, broken gates

Broken dishes, broken parts, streets are filled with broken hearts

Broken words are never meant to be spoken, everything is broken



Seems like every time you stop and turn around

Someone else has just hit the ground



Broken cutters, broken saws, broken buckles, broken laws

Broken bodies, broken bones, broken voices on broken phones

Take a deep breath, feel like you're chokin', everything is broken



Every time you leave and go off some place

Things fall to pieces in my face



Broken hands on broken plows, broken treaties, broken vows

Broken pipes, broken tools, people bending broken rules

Hound dog howlin', bullfrog croakin', everything is broken



Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2013

Η ιδιαίτερη κουλτούρα των Γερμανών


Το πόσο έχουν μπλέξει τα μπούτια τους εκεί στην τρόικα δε λέγεται. Το ΔΝΤ πάνω από χρόνο, στην αρχή διακριτικά, τελευταία με στεντόρεια φωνή, παραδέχεται ότι η πολιτική όπως σχεδιάστηκε, (τρόπος του λέγειν) για την Ελλάδα δεν υπάρχει περίπτωση να επαληθευτεί χωρίς κάποιες προϋποθέσεις, κυριότερη των οποίων είναι η ανάληψη ζημιών και από τους δανειστές, και του ιδίου, γιατί όχι, συμπεριλαμβανομένου, μιας και κανένα από τα προγράμματα που σχεδίασε, απ’ ότι παραδέχτηκε στον κώλο της μαϊμούς, δεν ευδοκίμησε.  

Η αλλαγή πολιτικής όμως σκοντάφτει αφ’ ενός στις εμμονές της Μέρκελ, αφ΄ ετέρου στη συνενοχή όλων των κυβερνήσεων του Νότου, που είναι και ο σημαντικότερος ανασχετικός παράγοντας. Καθ’ ότι, αν ο Νότος, Ιταλία, Ισπανία, Ελλάδα, Πορτογαλία, Κύπρος και πιθανόν Γαλλία, έβγαιναν μπροστά συντονισμένα και με άγριες διαθέσεις, δεν θα υπήρχε περίπτωση για το Βερολίνο να μην υποχωρήσει, μιας και διαφορετικά, το διακύβευμα θα ήταν τεράστιο.

Όμως κάποια τέτοια συμμαχία των Νοτίων δεν διαφαίνεται στο κοντινό μέλλον, όχι τόσο λόγω ιδεολογικής σύμπτωσης των κυβερνήσεων με το Βερολίνο και τους διακηρυγμένους σκοπούς του ΔΝΤ, (την έχουνε χεσμένη την ιδεολογία), αλλά διότι η παραμονή τους στην εξουσία αποτελεί για τους περισσότερους τη μόνη ασφαλιστική δικλείδα για να αποφύγουν το λυντσάρισμα από τα εξαγριωμένα πλήθη.  

Από την άλλη μεριά, η Μέρκελ δεν δρα αφ’ εαυτής, μιας και έχει καταφέρει να συσπειρώσει γύρω από την πολιτική της την πλειοψηφία των Γερμανών. Κι επειδή η πολιτική τόσο των φιλελευθέρων, όσο και των σοσιαλδημοκρατών ως προς το χειρισμό της κρίσης στην ΕΖ είναι ταυτόσημη με αυτή της Μέρκελ, δεν θα ήταν λάθος να πούμε ότι τα μαρτύρια των λαών του νότου βρίσκουν εντελώς σύμφωνο και το λαό της Γερμανίας.  Και για να έχουμε κάποια τάξη μεγέθους, στις τελευταίες δημοσκοπήσεις η Μέρκελ παίρνει ένα 42%, οι φιλελεύθεροι ένα 5% και οι σοσιαλδημοκράτες ένα 26%. Δηλαδή τα ¾ του γερμανικού λαού πλειοδοτούν αυτή την κατάσταση. Κάποιοι μάλιστα επιχαίρουν κι ανοιχτά.  

Έχουμε μάθει να διαχωρίζουμε τους λαούς από τις κυβερνήσεις τους, αλλά από την άλλη μεριά, καλό είναι να διατηρούμε στο πίσω μέρος του μυαλού μας και το γεγονός ότι εν τέλει οι λαοί είναι αυτοί που εκλέγουν και συντηρούν τις κυβερνήσεις τους και μάλιστα με τέτοιες πλειοψηφίες. Όσο και πλανημένοι και να είναι.

Έχω αναρωτηθεί πολλές φορές τι κάνει τους Γερμανούς ώστε να έχουν διαφοροποιηθεί τόσο έντονα από την υπόλοιπη Ευρώπη, τουλάχιστον τον 20ο αιώνα. Μια καλή εξήγηση δίνει ο Μπερλίν στο έργο του για το γερμανικό Ρομαντισμό, και τη δυσπιστία της γερμανικής αστικής τάξης στα προτάγματα του Διαφωτισμού. Ο Χίτλερ δεν ήταν παρά η αποκρυστάλλωση του γερμανικού ιδεαλισμού, όσο περίεργο και αν αυτό ακούγεται . Ένα σχετικό κείμενο με τίτλο «Εκλεκτικές Συγγένειες: Ρωσία-Γερμανία» είχα αναρτήσει στο blog πριν από πεντέμισι χρόνια. Ποιος θα το περίμενε ότι θα επέστρεφα σ' αυτό μετά από τόσο καιρό.

Κι όμως, πριν από λίγο καιρό διαβάζοντας το πολύ ωραίο βιβλίο του Ανταίου Χρυσοστομίδη «Οι κεραίες της εποχής μου» έπεσα στο κεφάλαιο που αφιερώνει στο νεαρό και διάσημο Γερμανό συγγραφέα Ντάνιελ Κέλμαν, γνωστό και στην Ελλάδα από το βιβλίο του «Η μέτρηση του κόσμου», όπου σε κάποια χαλαρή στιγμή κι ενώ βρίσκονται στο τρένο ταξιδεύοντας παρέα, ο Χρυσοστομίδης του απευθύνει την κλασσική, αλλά ακόμα αναπάντητη ερώτηση για το «πώς συνέβησαν όλα αυτά», κι εννοούσε τη φρίκη των στρατοπέδων και την άνοδο του Χίτλερ.  


«Υπάρχει στο καλό και στο κακό, ένα τυπικό χαρακτηριστικό της γερμανικής κουλτούρας, το οποίο κατά τη γνώμη μου καθορίζει τη γερμανική σκέψη. Οι Γερμανοί έχουν τη συνήθεια να ερμηνεύουν την πραγματικότητα και τα γεγονότα σύμφωνα με κάποιες αφηρημένες ιδεολογικές αρχές. Αν μπορέσεις να πείσεις τον γερμανικό λαό πως για κάποιο αφηρημένο λόγο είναι απαραίτητο να κάνει κάτι το πολύ απάνθρωπο, τότε θα το κάνει. Διότι είναι πεισμένος ότι κάνει το καλό. Κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να συμβεί στους λαούς της Νότιας Ευρώπης. Εκεί θα έλεγαν «μπορεί να είναι απαραίτητο, αλλά εγώ δεν θα το κάνω». Ίσως λοιπόν αυτή να είναι η ουσία του καλού και του κακού προσώπου της Γερμανίας: αυτό το επίπεδο μιας θεωρητικής αίσθησης του καθήκοντος, καθώς επίσης και η ικανότητα να μην συγκινείται από τον πόνο και το δράμα του άλλου. Η συμπεριφορά ενός Γερμανού υπακούει σε κανόνες. Βεβαίως αυτά που λέω δεν εξηγούν τα πάντα, είναι απλώς μια δική μου θεωρία. Μπορεί να λέω και ανοησίες».



Σίγουρα ο Ανταίος ξαναδιαβάζοντάς την, θα αναρωτιέται σήμερα πώς η απάντηση σε μια ερώτηση που υποβλήθηκε το 2009, θα αποκτούσε τέτοια σημασία τέσσερα χρόνια αργότερα.