Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΒΛΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΒΛΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 24 Μαΐου 2014

Τι είναι τα Οικονομικά;





Σύμφωνα με τον Ha-Joon Chang, συγγραφέα του  "23 Αλήθειες που δεν μάς λένε για τον Καπιταλισμό", τα οικονομικά είναι 95% κοινή λογική και το υπόλοιπο 5%, μαθηματικά και τεχνική γλώσσα. 

Στο καινούργιο του βιβλίο "Economics: The User's Guide: A Pelican Introduction", ο Ha-Joon εξηγεί με απλό και κατανοητό τρόπο πώς δουλεύει η παγκόσμια οικονομία και γιατί ο καθένας μπορεί να την κατανοήσει. Σε αντίθεση με την τρέχουσα αντίληψη για τη λειτουργία της οικονομίας, ο συγγραφέας παραθέτει όλο το εύρος των οικονομικών θεωριών, με τα δυνατά και αδύναμά τους στοιχεία, κάνοντας τον αναγνώστη να συνειδητοποιήσει γιατί τελικά δεν υπάρχουν μονόδρομοι.
 

Τετάρτη 14 Μαΐου 2014

Και γιατί η ανισότητα ν' αποτελεί κοινωνικό πρόβλημα;




Το θεμα της ανισότητας στον καπιταλισμό ουδέποτε απασχόλησε στα σοβαρά τους policy makers, κι αν τους απασχολούσε βρισκόταν πάντα σε μια υποδεέστερη τέταρτη ή πέμπτη θέση, για λόγους face lifting πιο πολύ, παρά ουσίας. Άλλωστε η ανισότητα αποτελεί την πεμπτουσία της νεοφιλελεύθερης ιδεολογικής σχολής είτε ως στόχος είτε ως αποτέλεσμα. Ως στόχος, διότι σύμφωνα με αυτήν, αποτελεί την κινητήριο δύναμη της ανθρώπινης προσπάθειας και ευφερετικότητας στον αγώνα της κοινωνικής κινητικότητας και του πλουτισμού, και ως αποτέλεσμα, λόγω της φύσης του κεφαλαίου να συγκεντρώνεται σε όλο και λιγότερα χέρια.

Επιπλέον, ο καπιταλισμός ειδικά στις τελευταίες δεκαετίες του ξεσαλώματος φρόντιζε συνάμα να χτίζει και τ' άλλοθί του, αφ' ενος φυσικοποιώντας την, με το να αποδίδει την άνιση κατανομή του πλούτου στην άνιση κατανομή των χαρισμάτων από το χέρι ενός άδικου θεού, και αφ' ετέρου λανσάροντας ευφάνταστες θεωρίες του τύπου “trickling down”, σύμφωνα με την οποία μπορεί το χρήμα να πηγαίνει προς τους πάνω, αλλά κάτι περισσεύει και για τους κάτω ώστε να μένουν ευχαριστημένοι δοξάζοντες.

Το πρώτο βιβλίο στην αρχική περίοδο της κρίσης-συγκεκριμένα εκδόθηκε το 2009-, που ασχολήθηκε σοβαρά με την ανισότητα και τις κοινωνικές της επιπτώσεις ήταν το Spirit Level: Why More Equal Societies Almost Always Do Better των επιδημιολόγων Richard G. Wilkinson και Kate Pickett.

Το ρεζουμέ του βιβλίου, όπως δίνεται μέσα από πληθώρα στατιστικών στοιχείων είναι ότι στις αναπτυγμένες κοινωνίες υπάρχει ένα εντυπωσιακό κοντράστ ανάμεσα στην υλική ευημερία και την κοινωνική αποτυχία, η οποία αποτυπώνεται στην αυξημένη εγκληματικότητα, στα ναρκωτικά, στα ψυχικά νοσήματα, στη χειροτέρευση των επιπέδων περίθαλψης και παιδείας, και διαφόρων άλλων κοινωνικών δεικτών.

Οι ερευνητές συνέλεξαν στοιχεία κοινωνικής ευημερίας από τις 23 πλέον πλούσιες χώρες του κόσμου με πληθυσμό μεγαλύτερο των 3 εκατομμυρίων και τα συνέκριναν με το βαθμό ανισοκατανομής του εισοδήματος. Το αποτέλεσμα φαίνεται με εύγλωττο τρόπο στο παρακάτω διάγραμμα, όπου η χειροτέρευση των κοινωνικών δεικτών αυξάνεται γραμμικά με την ανισοκατανομή του εισοδήματος. Παρατηρούμε ότι η Ελλάδα εντοπίζεται στην περιοχή της μεγάλης ανισοκατανομής, ήδη πριν από την έναρξη της κρίσης, μαζί με την Ιταλία και Ιρλανδία. Η Πορτογαλία βρίσκεται σε ακόμα χειρότερη θέση. Το ότι οι χώρες αυτές βίωσαν την κρίση με τον πλέον οδυνηρό τρόπο ίσως να εξηγείται και έτσι. Για το Ηνωμένο Βασίλειο και τις ΗΠΑ δεν χρειάζεται να σχολιάσουμε ιδιαίτερα.



Το βιβλίο συνδέει με αδιαμφισβήτητο τρόπο την κοινωνική ευημερία σε μια χώρα με το βαθμό ισοκατανομής του εισοδήματος, αλλά δεν διερευνά τις αιτιακής σχέσεις και τη φύση αυτών. Πάντως, την περίοδο που εκδόθηκε ήταν σαν να χτυπούσε το πρώτο καμπανάκι.

Το δεύτερο ακούστηκε το 2012, την περίοδο των αραβικών εξεγέρσεων και του κινήματος Occupy με την έκδοση του βιβλίου του Joseph Stiglitz, “The Price of Inequality”. O Stiglitz, αντιθέτως, πιάνει το θέμα από πολιτική σκοπιά, περιγράφει και διερευνά τους μηχανισμούς, που επέτρεψαν τη γιγάντωση ενός παρασιτικού 1%, το οποίο όμως λόγω της οικονομικής του ισχύος, αποκτά και πολιτική, μέσω των άπειρων χρηματοδοτικών του ικανοτήτων ώστε να μανιπουλάρει τα εκλογικά αποτελέσματα, τις αποφάσεις του Κονγκρέσου και της Γερουσίας, καθώς και τις δικαστικές. Το βιβλίο αποκτά μεγάλη απήχηση, και πολλές από τις αναφορές του συμπυκνώνονται στα αιτήματα των πανταχού εξεγερμένων.

Ο Stiglitz μαζί με τον Krugman, - ο δεύτερος με την αδιάλειπτη καθημερινή αρθρογραφία του κυρίως στους Νew York Times-, έφεραν σιγά σιγά την εισοδηματική ανισότητα στο προσκήνιο, τόσο ώστε να αποτελέσει και το κεντρικό θέμα στην τελευταία μάζωξη του World Economic Forum Davos.

Το τρίτο καμπανάκι, και το πιο ηχηρό, χτύπησε μόλις πριν λίγο με την έκδοση ενός ογκωδέστατου βιβλίου, 700 σχεδόν σελίδων, του γάλλου ερευνητή Thomas Piketty με τίτλο “Capital in theTwenty-First Century”. Είναι αυτό που λέμε ότι “χτύπησε φλέβα”. Η έκδοση προκάλεσε μεγάλο σάλο και στις δυο όχθες του Ατλαντικού, ενώ κι εγώ δεν ξέρω για πόσες βδομάδες βρίσκεται σταθερά στις πρώτες θέσεις των best sellers, αποδεικνύοντας ότι το θέμα της υπερβολικής ανισότητας και αυτών των περίφημων κομματιών του 1%, του 0.1% και του 0.01% έχει ξεφύγει από τους κλειστούς πολιτικούς κύκλους και έχει διαχυθεί στο γενικό κοινό. Η μεγάλη ανακάλυψη του Piketty είναι ότι δεν πάμε απλώς στα επίπεδα της ανισότητας του 19ου αιώνα, αλλά ότι βρισκόμαστε ακόμα πιο πίσω, στην τροχιά του “πατριαρχικού καπιταλισμού” όπου οι κυρίαρχες ελίτ και οικονομικοί παράγοντες δεν βρίσκονται εκεί ελέω προσόντων και της περίφημης “αξιοκρατίας”, αλλά αποτελούν συνέχειες οικογενειακών δυναστειών. Κοντολογίς, αυτό που μάς λέει είναι ότι ο “Μητσοτακισμός” και ο “Καραμανλισμός” δεν αποτελούν τοπικό φαινόμενο μιας καθυστερημένης περιφεριακής χώρας, αλλά έκφανση του ύστερου καπιταλισμού.
 
Επίσης ότι η μεγάλη ανισότητα δεν προκύπτει τόσο από την ανισότητα στην κατανομή των μισθών και των κερδών, αλλά από την άνιση κατοχή κεφαλαίου και κληρονομημένων περιουσιακών στοιχείων τα οποία και περνούν από γενιά σε γενιά. Τα ντοκουμέντα που παρέχει ο Piketty είναι ανεκτίμητα από άποψη έκτασης και ιστορικού βάθους και δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία για τα συμπεράσματα που εξάγονται.


Παρ' όλα αυτά όμως, το ερώτημα που τίθεται από τη μεριά των αμετανόητων κυνικών είναι και γιατί η ανισότητα να αποτελεί κοινωνικό πρόβλημα στο βαθμό που  τα κατώτερα στρώματα μπορεί να εξασφαλιστεί να απολαμβάνουν στην πλειονότητά τους ένα αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο;

Αν αφήσουμε στην άκρη την ηθική πλευρά του ζητήματος, και την υπόθαλψη του εξεγερσιακού δυναμικού, μιας και από ένστικτο ακόμα και ο πιο ανυποψίαστος μπορεί να αντιληφθεί ότι ο μεγάλος πλούτος δεν απορρέει από ικανότητα και εργατικότητα μόνο ή από απλή τύχη, τα επιχειρήματα που μπορούμε να παραθέσουμε είναι τα εξής:

1. Ανατρέχοντας στην database που ο Piketty έχει δώσει στη δημοσιότητα μπορούμε να δούμε κατά πόσον το 'trickling down effect” έχει όντως λειτουργήσει στην πράξη.

Στα παρακάτω διαγράμματα βλέπουμε τη χρονική εξέλιξη του εισοδήματος του πιο πλούσιου 10% και του υπόλοιπου 90% ενδεικτικά για τη Γερμανία ΗΒ, ΗΠΑ και Γαλλία. Αυτό που παρατηρούμε είναι ότι το εισόδημα του 90% από τη δεκαετία του '70 και μετά έχει ελάχιστα μεταβληθεί. 





2. Έννοιες όπως αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, φτώχεια κλπ δεν είναι απόλυτες, αλλά σχετικές. Αυτό που απολαμβάνει ο πλούσιος σε μια περίοδο, απολαμβάνει ο φτωχός σε μια μεταγενέστερη. Άρα, το πώς προσλαμβάνει τον εαυτό του κάποιος, εξαρτάται από την κλίμακα πλούτου που υφίσταται στην κοινωνία όπου ζει.

3. Όπως επισημαίνει ο Stiglitz στο βιβλίο του, οι οικονομικά ισχυροί μετατρέπονται πολύ εύκολα και σε πολιτικά ισχυρούς, οι αποφάσεις των οποίων, προφανώς και έχουν επίδραση στο σύνολο της κοινωνίας. Σε μια εισοδηματικά άνιση κοινωνία, υπάρχει επίσης άνιση μοιρασιά και της πολιτικής ισχύος.

4. Η εισοδηματική ανισότητα αντανακλάται άμεσα στους κοινωνικούς δείκτες, όπως οι 
Richard G. Wilkinson και Kate Pickett έδειξαν στο βιβλίο τους Spirit Level.

5. Η ανισότητα παρεμποδίζει τη ανάπτυξη με το να περιορίζει τη ζήτηση. Δείτε για παράδειγμα το "Inequality and its Perils".  Συνοπτικά, οι φτωχοί καταναλώνουν όλο τους το εισόδημα, ενώ οι πλούσιοι αποταμιεύουν και επενδύουν κυρίως σε άυλα προιόντα.




Παρασκευή 21 Μαρτίου 2014

ΤΟ ΕΥΡΩ, Ο ΝΟΤΟΣ ΚΑΙ Η ΕΛΛΑΔΑ, της Μαριάννας Τόλια





Το βιβλίο της Μαριάννας Τόλια, που μόλις κυκλοφόρησε, αποτελεί μια εύστοχα σχολιασμένη παρουσίαση τεσσάρων ερευνητικών εργασιών από διεθνή κέντρα ερευνών, του ΔΝΤ συμπεριλαμβανομένου, για τις πραγματικές αιτίες της κρίσης του Νότου συνολικά, όπου η Ελλάδα αποτελεί υποσύνολο και όχι μια ξεχωριστή και ιδιαίτερη περίπτωση. Αναλύονται τα συστατικά στοιχεία της Γερμανικής αφήγησης για την κρίση τα οποία και αποδομούνται με αδιάσειστα στοιχεία, αναδεικνύοντας συνάμα τον κεντρικό ρόλο του κοινού νομίσματος στην επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας. Όντας, ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχω διαβάσει, το συνιστώ ανεπιφύλακτα.
  


Αποσπάσματα από τον Πρόλογο



...Πυρήνας αυτού του βιβλίου είναι τέσσερις ακαδημαϊκές μελέτες από την παρακαταθήκη των οικονομικών αναλύσεων που θέλει να αγνοεί η Ευρώπη. Καρπός εργασίας αρκετών οικονομολόγων, προερχόμενων από μεγάλα ιδρύματα και οργανισμούς – τράπεζες της Ασίας, την Τράπεζα της Γαλλίας, το ΔΝΤ κλπ. –, οι μελέτες αυτές ανατέμνουν σε βάθος τα φαινόμενα που αποκλήθηκαν «κρίση ανταγωνιστικότητας» του Ευρωπαϊκού Νότου και «ανισορροπίες Βορρά-Νότου» που βρίσκονται στις ρίζες της κρίσης και καθώς συνομιλούν μεταξύ τους, συνθέτουν μια πολύ σημαντική γραμμή έρευνας και τεκμηρίωσης. Η γραμμή αυτή ξεκινά από τον έλεγχο της βασικής υπόθεσης περί «ανόδου του μοναδιαίου κόστους εργασίας» στο Νότο – που κατά το Βερολίνο συμπυκνώνει τις ευθύνες των κρατών του Νότου για την «κρίση τους» και αποτελεί τη βάση για τις συνταγές εσωτερικής υποτίμησης – και εξελίσσεται ως μια ριζικά ανατρεπτική αφήγηση που αποκαλύπτει ως μύθους όσα έχουν θεωρηθεί και προβληθεί μέχρι στιγμής ως δεδομένα για την κρίση. Αυτή η γραμμή έρευνας και τεκμηρίωσης: 


• Αναδεικνύει τα επιστημολογικά προβλήματα της χρήσης του μοναδιαίου κόστους εργασίας – δείκτη που αφορά επιχειρήσεις και κλάδους – σε επίπεδο ολόκληρων εθνικών οικονομιών και προτείνει τον μετασχηματισμό του κατά τρόπο που τον μετατρέπει από εργαλείο στήριξης προβληματικών λογιστικών ασκήσεων σε εργαλείο χρήσιμης αποτίμησης παραγωγικών προτύπων. 


• Διαψεύδει ότι το όντως υπαρκτό έλλειμμα ανταγωνιστικότητας και η υπερχρέωση της Ελλάδας και των άλλων χωρών του Νότου οφείλονται στην μεγάλη αύξηση του μοναδιαίου κόστους εργασίας. Δείχνει ότι ένα μέρος του προβλήματος του Νότου οφείλεται στη μεγάλη ανατίμηση του ευρώ μετά το 2003 κι ότι το υπόλοιπο έχει δημιουργηθεί εξωγενώς προς την ΟΝΕ, υπό την επιρροή των σχέσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης με νέους εμπορικούς εταίρους – Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, Κίνα, πετρελαιοπαραγωγές χώρες – που επηρέασαν το Νότο με διαφορετικό τρόπο από το Βορρά λόγω της διαφορετικής τεχνολογικής σύστασης των εξαγωγών τους. Παράλληλα, δείχνει πως και η ίδια η δημιουργία του ευρώ λειτούργησε για τις χώρες του Νότου ως ασύμμετρο σοκ, λόγω της μεγάλης αύξησης της ροής δανειακών κεφαλαίων από Βορρά προς Νότο. 


• Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το πρόβλημα των χωρών του Ευρωπαϊκού Νότου είναι η επιδείνωση της εξωτερικής ανταγωνιστικότητάς τους ως προς τους εμπορικούς εταίρους εντός και εκτός ΕΕ που έχουν εθνικά νομίσματα, γι’ αυτό και η εσωτερική υποτίμηση δεν τις βοηθά. Χρειάζονται πολιτικές που θα μοιράσουν το κόστος της προσαρμογής μεταξύ Βορρά και Νότου ή – καλύτερα – υποτίμηση του ευρώ. 


• Τονίζει ότι η Ελλάδα και η Πορτογαλία πρέπει να διαχωρίζονται από την Ιταλία και την Ισπανία και ότι είναι χώρες πιασμένες σε παγίδα. Έκαναν το σφάλμα να εισέλθουν στο ευρώ με υπερτιμημένη ισοτιμία, γι’ αυτό επλήγησαν δραματικά από την ανατίμησή του, κι έχουν παραγωγή πολύ χαμηλής τεχνολογίας, άρα μείζον πρόβλημα ανταγωνισμού με τις φθηνές κινέζικες εισαγωγές στην Ευρώπη. Αν δεν θέλουν να αποκτήσουν κινέζικα μεροκάματα, η μόνη τους λύση είναι η ενεργητική βιομηχανική πολιτική με σκοπό την τεχνολογική αναβάθμιση της παραγωγής τους.


[...]



Τα ερωτήματα είναι δύο: Αντέχει ο πολιτικός κόσμος να πει την αλήθεια στους πολίτες: ότι το 2002 κοιμηθήκαμε με το όνειρο της Ευρώπης κλειδωμένοι σε ένα νόμισμα που έμελλε να γίνει πανάκριβο και το 2012 ξυπνάμε συνειδητοποιώντας ότι δεν μπορούμε να βασιστούμε στην Ευρώπη αλλά και πως δεν έχουμε εργαλεία να αντιμετωπίσουμε π.χ. τον κινέζικο ανταγωνισμό; Μπορεί να δημιουργηθεί άλλο οικονομικό μοντέλο γρήγορα και πώς;



Μήπως πρέπει να τεθεί ως προτεραιότητα η αντιμετώπιση του παραγωγικού και εμπορικού ελλείμματος με πολύ στοχευμένο τρόπο και σε βάρος άλλων στοχεύσεων; Με τι πολιτικές μπορεί να υλοποιηθεί ένα νέο παραγωγικό μοντέλο γρήγορα; Πώς μπορεί και οφείλει να συμβάλλει το δημόσιο, οι πολιτικοί και οι υπάλληλοί του, τι ρόλους μπορούν και πρέπει να αναλάβουν οι πολίτες; Μπορεί να στηριχθεί κεντρικά μια σοβαρή έξοδος αθηναϊκών πληθυσμών προς την επαρχία για ανάπτυξη της πρωτογενούς παραγωγής σε κλάδους που προσφέρονται για υποκατάσταση εισαγωγών; Μπορούν να βρεθούν εργαλεία και η βούληση να περιφρουρηθεί η εναπομείνασα εγχώρια βιομηχανία ως κλάδος ικανός να παράγει μεγαλύτερη εγχώρια προστιθέμενη αξία από την πρωτογενή παραγωγή; Υπάρχει περίπτωση να δούμε επιτέλους την έναρξη μιας σοβαρής συζήτησης για το ευρώ που θα εξηγεί στον κόσμο τον ειδικό χαρακτήρα του ως νομίσματος το οποίο η Ελλάδα μπορεί να προμηθευτεί μόνο με εξαγωγές και δάνεια και να ζητηθεί εθνική κοινωνική συστράτευση ώστε η οικονομία μας να πάψει να συμπεριφέρεται ως σουρωτήρι που χάνει ευρώ από παντού; Αφού δεν ελέγχουμε τη νομισματική και δημοσιονομική μας πολιτική, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τη φορολογική; Για παράδειγμα, μπορούμε να διανοηθούμε διαφορετική φορολογία για ό,τι εισάγει χρήμα, ό,τι ανακυκλώνει και ό,τι εξάγει; Μπορεί η ελληνική οικονομία να αντέξει την τρέχουσα ισοτιμία του ευρώ; Μήπως πρέπει να επιστρέψουμε στη δραχμή και να συνεργαστούμε με την Ευρώπη πάνω σε αυτό τον στόχο ώστε η μετάβαση να είναι όσο το δυνατόν πιο ομαλή;  

                                                      Μαριάννα Τόλια

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ


Μαριαννα Τολια, Πρόλογος σελ. 7

Α.Δ.. Παπαγιαννιδης, Πώς (μάλλον) πέσαμε στην χαραμάδα μιας αλλαγής υποδείγματος
σελ.15


ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ
Στεφανος Μανος, Η επίρριψη της ευθύνης στους ξένους σελ. 21
Αλεκος Παπαδοπουλος, Πώς η Ελλάδα «κοιτάει» τον εαυτό της σελ. 23

Γιωργος Παπανικολαου, Η ευθύνη των εγχώριων ηγεσιών απέναντι στο μέλλον σελ. 29

Πετρος Λινάρδος-Ρυλμον, Προϋποθέσεις της ανασυγκρότησης μετά την επιτυχία του νεοφιλελεύθερου σχεδίου σελ. 37

Γιαννης Τολιος, Προβληματική για την οικονομία και το λαό η παραμονή της Ελλάδας στην Ευρωζώνη σελ. 45


ΕΡΕΥΝΕΣ

1. Ο «παιδαγωγικός ηγεμονισμός» της Γερμανίας και οι οικονομικοί πίνακες της Άνγκελας Μέρκελ σελ. 55


2. Η πλάνη της αύξησης του μοναδιαίου κόστους εργασίας και γιατί ο Ευρωπαϊκός Νότος δεν χρειάζονταν εσωτερική υποτίμηση (Felipe, Kumar, “Unit Labor Costs in the Eurozone: The Competitiveness Debate Again”), σελ. 75


3. Η δημιουργία του ευρώ ως «ασύμμετρο σοκ» για τον Ευρωπαϊκό Νότο, (Gaulier, Vicard, “Current Account imbalances in the Euro area: Competitiveness or demand shock?”) σελ. 91


4. Η ανταγωνιστικότητα του Ευρωπαϊκού Νότου και ο ξεχασμένος μετασχηματισμός της ΕΕ (Grennes, Stradzs, “The Elephant in the Room in the EU Competitiveness Debate” σελ. 103


5. Η ανατροπή όλων των μύθων της κρίσης (Chen, Milesi-Ferretti, Tressel, “External Imbalances in the Euro Area”, IMF WP, 12/236), σελ. 109


ΑΝΤΙ ΕΠΙΜΕΤΡΟΥ 

«Επανανακαλύπτοντας» την Κύπρο και συνοψίζοντας σελ. 139




Πέμπτη 1 Αυγούστου 2013

Η ιδιαίτερη κουλτούρα των Γερμανών


Το πόσο έχουν μπλέξει τα μπούτια τους εκεί στην τρόικα δε λέγεται. Το ΔΝΤ πάνω από χρόνο, στην αρχή διακριτικά, τελευταία με στεντόρεια φωνή, παραδέχεται ότι η πολιτική όπως σχεδιάστηκε, (τρόπος του λέγειν) για την Ελλάδα δεν υπάρχει περίπτωση να επαληθευτεί χωρίς κάποιες προϋποθέσεις, κυριότερη των οποίων είναι η ανάληψη ζημιών και από τους δανειστές, και του ιδίου, γιατί όχι, συμπεριλαμβανομένου, μιας και κανένα από τα προγράμματα που σχεδίασε, απ’ ότι παραδέχτηκε στον κώλο της μαϊμούς, δεν ευδοκίμησε.  

Η αλλαγή πολιτικής όμως σκοντάφτει αφ’ ενός στις εμμονές της Μέρκελ, αφ΄ ετέρου στη συνενοχή όλων των κυβερνήσεων του Νότου, που είναι και ο σημαντικότερος ανασχετικός παράγοντας. Καθ’ ότι, αν ο Νότος, Ιταλία, Ισπανία, Ελλάδα, Πορτογαλία, Κύπρος και πιθανόν Γαλλία, έβγαιναν μπροστά συντονισμένα και με άγριες διαθέσεις, δεν θα υπήρχε περίπτωση για το Βερολίνο να μην υποχωρήσει, μιας και διαφορετικά, το διακύβευμα θα ήταν τεράστιο.

Όμως κάποια τέτοια συμμαχία των Νοτίων δεν διαφαίνεται στο κοντινό μέλλον, όχι τόσο λόγω ιδεολογικής σύμπτωσης των κυβερνήσεων με το Βερολίνο και τους διακηρυγμένους σκοπούς του ΔΝΤ, (την έχουνε χεσμένη την ιδεολογία), αλλά διότι η παραμονή τους στην εξουσία αποτελεί για τους περισσότερους τη μόνη ασφαλιστική δικλείδα για να αποφύγουν το λυντσάρισμα από τα εξαγριωμένα πλήθη.  

Από την άλλη μεριά, η Μέρκελ δεν δρα αφ’ εαυτής, μιας και έχει καταφέρει να συσπειρώσει γύρω από την πολιτική της την πλειοψηφία των Γερμανών. Κι επειδή η πολιτική τόσο των φιλελευθέρων, όσο και των σοσιαλδημοκρατών ως προς το χειρισμό της κρίσης στην ΕΖ είναι ταυτόσημη με αυτή της Μέρκελ, δεν θα ήταν λάθος να πούμε ότι τα μαρτύρια των λαών του νότου βρίσκουν εντελώς σύμφωνο και το λαό της Γερμανίας.  Και για να έχουμε κάποια τάξη μεγέθους, στις τελευταίες δημοσκοπήσεις η Μέρκελ παίρνει ένα 42%, οι φιλελεύθεροι ένα 5% και οι σοσιαλδημοκράτες ένα 26%. Δηλαδή τα ¾ του γερμανικού λαού πλειοδοτούν αυτή την κατάσταση. Κάποιοι μάλιστα επιχαίρουν κι ανοιχτά.  

Έχουμε μάθει να διαχωρίζουμε τους λαούς από τις κυβερνήσεις τους, αλλά από την άλλη μεριά, καλό είναι να διατηρούμε στο πίσω μέρος του μυαλού μας και το γεγονός ότι εν τέλει οι λαοί είναι αυτοί που εκλέγουν και συντηρούν τις κυβερνήσεις τους και μάλιστα με τέτοιες πλειοψηφίες. Όσο και πλανημένοι και να είναι.

Έχω αναρωτηθεί πολλές φορές τι κάνει τους Γερμανούς ώστε να έχουν διαφοροποιηθεί τόσο έντονα από την υπόλοιπη Ευρώπη, τουλάχιστον τον 20ο αιώνα. Μια καλή εξήγηση δίνει ο Μπερλίν στο έργο του για το γερμανικό Ρομαντισμό, και τη δυσπιστία της γερμανικής αστικής τάξης στα προτάγματα του Διαφωτισμού. Ο Χίτλερ δεν ήταν παρά η αποκρυστάλλωση του γερμανικού ιδεαλισμού, όσο περίεργο και αν αυτό ακούγεται . Ένα σχετικό κείμενο με τίτλο «Εκλεκτικές Συγγένειες: Ρωσία-Γερμανία» είχα αναρτήσει στο blog πριν από πεντέμισι χρόνια. Ποιος θα το περίμενε ότι θα επέστρεφα σ' αυτό μετά από τόσο καιρό.

Κι όμως, πριν από λίγο καιρό διαβάζοντας το πολύ ωραίο βιβλίο του Ανταίου Χρυσοστομίδη «Οι κεραίες της εποχής μου» έπεσα στο κεφάλαιο που αφιερώνει στο νεαρό και διάσημο Γερμανό συγγραφέα Ντάνιελ Κέλμαν, γνωστό και στην Ελλάδα από το βιβλίο του «Η μέτρηση του κόσμου», όπου σε κάποια χαλαρή στιγμή κι ενώ βρίσκονται στο τρένο ταξιδεύοντας παρέα, ο Χρυσοστομίδης του απευθύνει την κλασσική, αλλά ακόμα αναπάντητη ερώτηση για το «πώς συνέβησαν όλα αυτά», κι εννοούσε τη φρίκη των στρατοπέδων και την άνοδο του Χίτλερ.  


«Υπάρχει στο καλό και στο κακό, ένα τυπικό χαρακτηριστικό της γερμανικής κουλτούρας, το οποίο κατά τη γνώμη μου καθορίζει τη γερμανική σκέψη. Οι Γερμανοί έχουν τη συνήθεια να ερμηνεύουν την πραγματικότητα και τα γεγονότα σύμφωνα με κάποιες αφηρημένες ιδεολογικές αρχές. Αν μπορέσεις να πείσεις τον γερμανικό λαό πως για κάποιο αφηρημένο λόγο είναι απαραίτητο να κάνει κάτι το πολύ απάνθρωπο, τότε θα το κάνει. Διότι είναι πεισμένος ότι κάνει το καλό. Κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να συμβεί στους λαούς της Νότιας Ευρώπης. Εκεί θα έλεγαν «μπορεί να είναι απαραίτητο, αλλά εγώ δεν θα το κάνω». Ίσως λοιπόν αυτή να είναι η ουσία του καλού και του κακού προσώπου της Γερμανίας: αυτό το επίπεδο μιας θεωρητικής αίσθησης του καθήκοντος, καθώς επίσης και η ικανότητα να μην συγκινείται από τον πόνο και το δράμα του άλλου. Η συμπεριφορά ενός Γερμανού υπακούει σε κανόνες. Βεβαίως αυτά που λέω δεν εξηγούν τα πάντα, είναι απλώς μια δική μου θεωρία. Μπορεί να λέω και ανοησίες».



Σίγουρα ο Ανταίος ξαναδιαβάζοντάς την, θα αναρωτιέται σήμερα πώς η απάντηση σε μια ερώτηση που υποβλήθηκε το 2009, θα αποκτούσε τέτοια σημασία τέσσερα χρόνια αργότερα. 

Παρασκευή 21 Ιουνίου 2013

Martha Nussbaum "Όχι για το Κέρδος: Οι Ανθρωπιστικές Σπουδές προάγουν τη Δημοκρατία"


Πρόλογος: ΤΣΙΡΩΝΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ N.
Μετάφραση: ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ
Επιμέλεια: ΤΣΙΡΩΝΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ N.
Εκδόσεις: ΚΡΙΤΙΚΗ
Το βιβλίο, κατά δήλωση της συγγραφέως, αποτελεί μανιφέστο ενάντια στον αργόσυρτο θάνατο των Ανθρωπιστικών Σπουδών και μια αγωνιώδη περιγραφή για την αξία τους στην προαγωγή του ανθρώπου, της υγιούς δημοκρατίας, του νοήματος της ζωής, αλλά και της κοινωνικής και οικονομικής ευημερίας. Μας ξαναθυμίζει τις αξίες τις οποίες οφείλει να καλλιεργεί το σχολείο, από τις πρώτες βαθμίδες, μέχρι το πανεπιστήμιο, αξίες, οι οποίες με την κυριαρχία μιας οικονομίστικης αντίληψης για την παιδεία έχουν στην κοινή συνείδηση απαξιωθεί, μιας και τις τελευταίες δεκαετίες το σχολείο σταδιακά απογυμνώνεται από τους κοινωνικούς του σκοπούς, εκτός από έναν, να παράσχει δηλαδή, δεξιότητες σε μια ολοένα φθίνουσα αγορά εργασίας.
Σε εποχές, όπου η Δημοκρατία όλο και περισσότερο μετατρέπεται σε ένα άδειο κέλυφος, ένα χωριό Ποτέμκιν, με τους θεσμούς μεν στη θέση τους, αλλά ανίσχυρους και διακοσμητικούς, σε εποχές όπου  καλλιεργείται η εντύπωση ότι η Δημοκρατία  δεν είναι παρά μια δαπανηρή και χρονοβόρα διαδικασία, μια διαδικασία δηλαδή, μεγάλου κόστους και μικρής αποτελεσματικότητας, σε εποχές όπου η Οικονομία και οι τεχνοκράτες σέρνουν από τη μύτη την Πολιτική, σ’ αυτή λοιπόν την εποχή, περισσότερο από ποτέ πρέπει να ξαναστήσουμε απ’ την αρχή τ’αντίβαρα. Και πού αλλού, παρά στα σχολειά.
Τι μπορούν και τι πρέπει να κάνουν τα σχολεία για να δημιουργήσουν πολίτες που θα μετέχουν και υποστηρίζουν την υγιή Δημοκρατία, αναρωτιέται και διερευνά η Nussbaum; Θα πρέπει να
  • Να αναπτύσσουν την ικανότητα των μαθητών να βλέπουν τον κόσμο από την οπτική γωνία άλλων ανθρώπων, και ιδιαίτερα των μη προνομιούχων.
  • Να προάγουν τη λογοδοσία και την υπευθυνότητα
  • Να υποστηρίζουν ενεργά την κριτική σκέψη, τη διερεύνηση, τη στοχαστική εξέταση, τη δεξιότητα, και το θάρρος που απαιτείται για να εγείρουν φωνή διαφωνίας.
  • Να διαπλάθουν καλά ενημερωμένους και ανεξάρτητους πολίτες.
  • Να αναπτύσσουν την ικανότητα να σκέφτονται με επάρκεια σχετικά με πολιτικά ζητήματα, να εξετάζουν, να αναστοχάζονται να επιχειρηματολογούν και να συμμετέχουν στο διάλογο χωρίς να δέχονται απροϋπόθετα τα προτάγματα ούτε της παράδοσης, ούτε της εξουσίας.

Ο κατάλογος είναι μακρύς, άλλωστε γιαυτό υπάρχει και το βιβλίο, για να συμπληρωθεί από τον αναγνώστη.
Με αφορμή λοιπόν τις βασικές ιδέες του βιβλίου ας κάνουμε κάποιες παραπάνω σκέψεις

Ποιο είναι σήμερα το κυρίαρχο μοντέλο εκπαίδευσης; Ποια τα συστατικά του;

Η πεμπτουσία του σημερινού κυρίαρχου εκπαιδευτικού παραδείγματος είναι κατά πρώτο και κύριο λόγο η προαγωγή της οικονομικής μεγέθυνσης της χώρας, η οποία και έχει κατοχυρωθεί να ταυτίζεται με την πρόοδο. Η άποψη αυτή, την οποία συμμερίζονται και οι περισσότεροι προοδευτικοί θεωρητικοί της εκπαίδευσης, βρίσκεται στο επίκεντρο της σκέψης της Nussbaum.

Η οικονομική μεγέθυνση δεν είναι μια αφηρημένη έννοια, αλλά αποτυπώνεται σε ορισμένους μετρήσιμους δείκτες, όπως είναι ας πούμε ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ, ο όγκος των εξαγωγών, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, κλπ. Κριτήρια δε για την επίτευξη θετικού αποτελέσματος είναι η αποτελεσματικότητα, η ανταγωνιστικότητα, η παραγωγικότητα, η ικανοποίηση του καταναλωτή χρήστη, δηλαδή αξίες αμιγώς της αγοράς. Οι ανθρωπιστικές επιστήμες εξ ορισμού δεν μπορούν να ενταχθούν μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, διότι η εκπαίδευση και οι γνώσεις που παρέχουν δεν έχουν να κάνουν με κάποιο τελικό προϊόν, ούτε με δεξιότητες που θεωρούνται απαραίτητες στην παραγωγική διαδικασία.  Μοιραία λοιπόν, σε μια κοινωνία η οποία τις τελευταίες 3 με 4 δεκαετίες έχει εκπαιδευτεί και εθιστεί στο να αναγνωρίζει και να δρα με βάση τις αγοραίες αξίες, οι ανθρωπιστικές επιστήμες σπρώχνονται όλο και πιο πολύ στο περιθώριο, απαξιωμένες και παραμελημένες, με το βάρος της χρηματοδότησης να πέφτει κυρίως στις εφαρμοσμένες τεχνικές επιστήμες, ως άμεσα ανταποδοτικές και με αναγνωρίσιμα αποτελέσματα, άσχετο αν αυτά τα αποτελέσματα-προϊόντα λίγη προστιθέμενη αξία μπορούν να έχουν στην ποιότητα ζωής του καθενός. 

Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή και ας εξετάσουμε διάφορους μύθους, η διαιώνιση των οποίων έχει άμεσο αντίκτυπο στην απαξίωση των Ανθρωπιστικών Σπουδών.

Συνδέεται η εκπαίδευση με την οικονομική μεγέθυνση μιας χώρας;

Απάντηση: Δεν συνδέεται! Άρα τζάμπα την πληρώνουν οι ανθρωπιστικές επιστήμες.

Υπάρχει γιαυτό αρκετή βιβλιογραφία. Ένα ενδιαφέρον άρθρο για παράδειγμα είναι το «Education: its not for the economy, stupid!», του Phil Mullan. Την τελευταία δεκαετία στη Βρετανία υπήρχε διάχυτη η άποψη ότι οι ανεπάρκειες στην παραγωγικότητα και την οικονομική μεγέθυνση οφείλονται εν πολλοίς, όχι στην ανεπάρκεια των παραγωγικών επενδύσεων, αλλά στο έλλειμμα γνώσεων και εργασιακών δεξιοτήτων, και τούτο, παρά το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που είχαν συσσωρευτεί παρέπεμπαν στο ακριβώς αντίθετο, ότι δηλαδή δεν υπάρχει θετική συσχέτιση ανάμεσα στην επέκταση της εκπαίδευσης και την άνοδο της παραγωγικότητας ή του πλούτου.

Ας δούμε μερικά παραδείγματα

Η οικονομική επιβράδυνση από το 1973 και μετά που παρατηρήθηκε παγκοσμίως συνέπεσε με την τάση διοχέτευσης όλο και περισσότερων πόρων για εκπαιδευτικούς σκοπούς.

Μπορεί η Κορέα να επένδυσε στην εκπαίδευση και να έδρεψε οικονομικούς καρπούς αργότερα, αλλά το ίδιο έκανε και η Αίγυπτος. Το αποτέλεσμα όμως ήταν να κατέβει ακόμα ένα σκαλί στη σκάλα των οικονομικών δεικτών.

Το Hong Kong είδε μεγάλη ανάπτυξη στα μέρη του, χωρίς όμως να έχει επενδύσει στον εκπαιδευτικό τομέα. Η επέκταση του τομέα αυτού επήλθε μόνο αφού είχε ήδη ανέβη το βιοτικό επίπεδο, το οποίο και επέτρεψε στους γονείς ν’ ασχοληθούν περισσότερο επισταμένα με την άνοδο του μορφωτικού επιπέδου των βλαστών τους.

Στο ίδιο συμπέρασμα, ότι δηλαδή δεν υπάρχει θετική συσχέτιση ανάμεσα στην εκπαίδευση και την παραγωγικότητα, κατέληξε και μια έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας με τίτλο «Where has all the education gone?». Σύμφωνα με αυτή, στις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ η συμμετοχή και ο χρόνος παραμονής στα θρανία δεν ήταν διαφορετικός απ’ ότι στην Αμερική. Παρά ταύτα, το κατά κεφαλήν εισόδημα στη δεύτερη ήταν εννεαπλάσιο των πρώτων.
Επίσης η Ελβετία, παρά το γεγονός ότι είναι σχεδόν η πλουσιότερη χώρα, έχει να επιδείξει έναν από τους χαμηλότερους δείκτες σε ποσοστό αποφοίτων πανεπιστημίων.

Παρά το γεγονός ότι η επένδυση του αναπτυγμένου κόσμου στην παιδεία μετά το 1960 συνέπεσε με οικονομική άνοδο, εν τούτοις η συσχέτιση αυτή δεν συνιστά απαραίτητα και αιτιότητα. Το πιο πιθανό είναι ότι η οικονομική ευμάρεια συνέβαλε ώστε οι εν λόγω χώρες να αφιερώσουν περισσότερους πόρους σε κοινωνικούς σκοπούς, όπως υγεία και παιδεία.


Πόσο συνδέεται η οικονομική μεγέθυνση με την κοινωνική πρόοδο και την ευημερία των πολιτών;

Εδώ απαντάει η ίδια η Nussbaum. Στις σελ. 53-55 αναφέρει ότι η πολιτική ελευθερία, η προαγωγή της δημοκρατίας, η υγεία και η εκπαίδευση εμφανίζουν χαλαρή σχέση με την οικονομική μεγέθυνση. Το ίδιο και η καλλιέργεια ενός μορφωμένου πληθυσμού, που συμμετέχει στα κοινά, το ίδιο και η ευημερία και η καλή ζωή μοιρασμένη ισόρροπα σε όλες τις κοινωνικές τάξεις. Και φέρνει σαν παράδειγμα τη Νότια Αφρική, όπου επί εποχής απαρτχάιντ, οι οικονομικοί δείκτες είχαν να επιδείξουν τις καλύτερες επιδόσεις τους.
Αυτό συμβαίνει, συνεχίζει, όταν το κοινωνικό προϊόν το καρπούται μια μικρή μερίδα του πληθυσμού, αφήνοντας την πλειοψηφία μακριά από τη μοιρασιά, γεγονός το οποίο το βλέπουμε οξυμένο τις τελευταίες δεκαετίες και στον αναπτυγμένο κόσμο. Υπάρχουν άλλωστε, πολλές μελέτες οι οποίες δείχνουν την αυξανόμενη οικονομική ανισότητα ανάμεσα στο πλουσιότερο και φτωχότερο τμήμα ενός πληθυσμού.

Ήταν όμως πάντα έτσι με τις Ανθρωπιστικές Επιστήμες;

Όχι. Όλα τα «κακά» και οι ανατροπές άρχισαν να συμβαίνουν από τη δεκαετία του ’70 και εντεύθεν.
Πολύ πρόσφατα η WSJ στο άρθρο "Ηumanities Fall from Favor" δημοσίευσε ένα διάγραμμα όπου φαίνεται η απότομη πτώση του αριθμού των πτυχίων στις ανθρωπιστικές σπουδές. Στις αρχές του ’70 ανέρχονταν στο 17-18% του συνολικού αριθμού πτυχίων που απονέμονταν στις ΗΠΑ, ενώ μέσα την επόμενη δεκαετία το ποσοστό τους έπεσε κατά 10 μονάδες. Έκτοτε παραμένει γύρω στο 7-8%.

Στο Harvard, για παράδειγμα, οι απόφοιτοι των Ανθρωπιστικών Σπουδών έπεσαν στο 20% το 2012 από το 54% που ήταν το 1954.

 

Μια γενική εξήγηση είναι ότι με το τέλειωμα των golden years της μεταπολεμικής ανάπτυξης μπήκαμε σε περίοδο σχετικής σπάνης, με τη σημερινή κατάληξη, όπου οι περιορισμένοι πλέον πόροι διοχετεύονται εκεί όπου αναμένεται να συμβάλλουν πιο παραγωγικά.


Από τη Μαζική Εκπαίδευση στην Εκπαίδευση των Ελίτ.  Το κυνήγι των μαγισσών

Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι από το ’80 και μετά έχουμε εκ βάθρων ανατροπή του μεταπολεμικού μοντέλου της Μαζικής Εκπαίδευσης, κι αυτό είναι λογικό μιας και μετά τον πόλεμο οι δυτικές κοινωνίες ανοικοδομούνταν ταχέως. Έκτοτε, με την παρατηρούμενη μείωση του ρυθμού αύξησης της παραγωγικής-βιομηχανικής δραστηριότητας στον αναπτυγμένο κόσμο, με την ταυτόχρονη άνοδο του τομέα των υπηρεσιών και το outsourcing της βιομηχανικής παραγωγής στην Ανατολή και στις αναδυόμενες χώρες, άρχισε να μειώνεται και η ζήτηση για εκπαιδευμένο προσωπικό και συνεπώς να αυξάνεται η ανεργία.

Έτσι, η τριτοβάθμια εκπαίδευση προσανατολίστηκε προς την ενθάρρυνση των τεχνικών και σκληρών επιστημών και στην εκπαίδευση μια ολιγομελούς τεχνοκρατικής ελίτ, η οποία και θα είχε εξασφαλισμένη απορρόφηση. Η Nussbaum αναφέρεται στο φαινόμενο αυτό διεξοδικά στο τελευταίο κεφάλαιο. Αυτό, για παράδειγμα συμβαίνει κάθε φορά που η προσφορά υπερβαίνει μια περιορισμένη ζήτηση. Ως αποτέλεσμα επιβάλλονται περιοριστικοί όροι εισόδου στα αντίστοιχα πανεπιστημιακά τμήματα, όροι, όπως ο περιορισμός των θέσεων, η όξυνση του ανταγωνισμού,  και η επιβολή ή η υπέρογκη αύξηση των διδάκτρων. Στο ΗΒ για παράδειγμα, τα δίδακτρα πέρσι κυριολεκτικά τριπλασιάστηκαν, από τις 3000 λίρες, στις 9000, για κάθε έτος σπουδών.

Σύμφωνα με την έκθεση του  «Center for College Affordability and Productivity» οι απόφοιτοι πανεπιστημίων και κολεγίων που προστέθηκαν το 2010 ήταν πάνω από 19 εκ. ενώ την ίδια περίοδο οι αντίστοιχες θέσεις εργασίας που δημιουργήθηκαν ήταν λιγότερες από 7 εκ.

Επίσης, σύμφωνα με στατιστικές του Υπ. Εργασίας των ΗΠΑ, το 37% των αποφοίτων πανεπιστημίων βρίσκονται σε θέσεις εργασίας που θα μπορούσαν να τις είχαν καταλάβει απόφοιτοι Λυκείου

Είναι φανερό λοιπόν, πως τα ανεπτυγμένα κράτη δείχνουν να μη χρειάζονται πλέον τόσους πολλούς αποφοίτους και κάνουν το ο,τιδήποτε για να τους αποτρέψουν.

Οι μισοί από τους φρέσκους απόφοιτους όλων των ειδικοτήτων στις ΗΠΑ, το 53.6%,  παραμένουν άνεργοι ή υποαπασχολούμενοι, φορτωμένοι μάλιστα με δάνεια συνολικού ύψους πάνω από ένα τρις δολάρια.

Στο ΗΒ τα ενεργά φοιτητικά δάνεια που δεν έχουν εξοφληθεί ανέρχονται στις 40 δις λίρες και αφορούν 3,6 εκ. φοιτητές. Η κυβέρνηση σχεδιάζει να τα πουλήσει πακέτο σε funds, ασφαλιστικά ταμεία κλπ, και για να καταστούν ελκυστικά προτίθεται να αυξήσει το επιτόκιο ακόμα και αναδρομικά.

Τι προτείνει ενδεικτικά σε άρθρο του, ("To Boost Post-College Prospects, Cut Humanities Departments") το Forbes;

Να κλείσουν, γράφει, όλα τα πανεπιστημιακά τμήματα φιλοσοφίας, ανθρωπολογίας, ιστορίας τέχνης, κ.ά., που παράγουν ανέργους και οι υποψήφιοι φοιτητές να πάνε να γίνουν απευθείας σερβιτόροι και ξενοδοχοϋπάλληλοι, μιας και η συνέχιση της χρηματοδότησής τους απορροφά πόρους (κτίρια, δασκάλους, διοικήσεις) και ζημιώνει τα υπόλοιπα πιο εφαρμοσμένα τμήματα. Και αυτό, άλλωστε γίνεται, εδώ και καιρό, κυρίως στον Αγγλοσαξονικό κόσμο. Χαρακτηριστικό είναι το κλείσιμο του διάσημου τμήματος φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο του Middlesex το οποίο το 2010 κινητοποίησε για την υπεράσπισή του την παγκόσμια πανεπιστημιακή  κοινότητα. Παρ’ όλα αυτά έκλεισε!

Και για όσους δυσκολεύονται να το κατανοήσουν, δεν θα μπορούσε να λεχθεί πιο κυνικά: «Η ελίτ κουλτούρα (εννοεί αυτή που παρέχεται από τα πανεπιστήμια Ελευθέρων Σπουδών) είναι αυτή που ευθύνεται για την κρίση κόστους της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης», παρ’ όλο που εμπεριστατωμένες αναλύσεις δείχνουν ότι η διόγκωση του κόστους οφείλεται στη Διοίκηση (με τους υπέρογκους μισθούς) και όχι στο διδακτικό προσωπικό το οποίο στην πλειονότητά του φυτοζωεί. ("The Elite Culture, That's to Blame for The College Cost Crisis")
 


Εκπαίδευση: μετατροπή από Δημόσιο Αγαθό  σε  Επένδυση

Η μεταστροφή αυτή έχει επιτελεστεί σταδιακά σε βάθος αρκετών δεκαετιών από το ’80 και μετά, αφ’ ότου είχαμε και θεμελιώδη μεταστροφή του κυρίαρχου παραγωγικού υποδείγματος. Από τον Κενσιανισμό και την υιοθέτηση του κράτους πρόνοιας, στη νεοφιλελεύθερη οικονομία της αγοράς και στο αντίστοιχο εποικοδόμημα, το οποίο σφράγισε όλες τις δυνατές σχέσεις εντός κοινωνίας, και όχι μόνο τις οικονομικές.

Το άτομο παύει πλέον να θεωρείται πολίτης και κοινωνικό ον, και σταδιακά περνάει από την ιδιότητα του πελάτη-καταναλωτή σε αυτή του Επενδυτή. Ο υποψήφιος φοιτητής δεν σπουδάζει για να συμβάλλει στην πρόοδο και την εξύψωση της κοινωνίας, αλλά για να μπορέσει να ενσωματωθεί αποκλειστικά στην αγορά εργασίας, βελτιώνοντας απλά τη δική του ατομική οικονομική κατάσταση. Έτσι συμπεριφέρεται σαν τον επενδυτή, ο οποίος επενδύει ένα σημαντικό ποσό, που κυμαίνεται από 25 χιλιάδες δολάρια έως τα 100,000, με την προοπτική να το αποσβέσει σύντομα. Οι ανθρωπιστικές σπουδές, σύμφωνα με αυτή τη λογική, θεωρούνται υψηλού ρίσκου επενδύσεις, και δεν προσελκύουν αρκετούς πρόθυμους να αναλάβουν ένα κόστος αμφίβολης οικονομικής ανταποδοτικότητας.


Πόσο διαφορετικά είναι όμως τα πράγματα και στις «φυσικές επιστήμες»;

Εξίσου θύμα είναι και η βασική έρευνα. Η χρηματοδότηση από το 1958 μέχρι το 2008 στις ΗΠΑ έχει ελάχιστα αυξηθεί, και πάντως δεν υπερβαίνει το 0.5% του ΑΕΠ. Ενώ η εφαρμοσμένη βρίσκεται κοντά στο 2% του ΑΕΠ. 

Ενδεικτική της περιφρόνησης προς ο,τιδήποτε δεν παράγει άμεσα προϊόν που να μπει άμεσα στην αγορά είναι η δραματική συρρίκνωση των φημισμένων εργαστηρίων Bell στο New Jersey, τα οποία στήθηκαν το 1925 και έδωσαν βασικές ανακαλύψεις, όπως το laser, το τρανζίστορ, το computer, καθώς και 7 βραβεία Nobel.

Δεν περιμένει κανείς, φυσικά οι ανθρωπιστικές σπουδές να χρηματοδοτούνται στον ίδιο βαθμό με τις τεχνικές ή ιατρικές επιστήμες. Αλλά είναι ενδεικτικό ότι εδώ και 30 χρόνια η χρηματοδότηση για έρευνα έχει παραμείνει στάσιμη. Πολλά τμήματα συγχωνεύτηκαν ή έκλεισαν για το λόγο ότι θεωρούνταν άχρηστα. Εφ’ εξής για να μπορέσουν να επιβιώσουν όσα απέμειναν και να λάβουν χρηματοδότηση θα πρέπει να υποβάλλουν προτάσεις, όπου θα αναδεικνύεται πρωτίστως η χρησιμότητά τους, και το ύψος των εσόδων από την πώληση «πολιτιστικών προϊόντων». Έτσι, ακριβώς.

Ενδεικτικά στις ΗΠΑ για το 2007, οι ιατρικές σχολές χρηματοδοτήθηκαν από την κυβέρνηση με 30 δις δολ., τα τμήματα φυσικών επιστημών με 5 δις, ενώ τα τμήματα ανθρωπιστικών σπουδών με 138 εκ. Από αυτά δε μόλις τα 16 εκ. πήγαν αμιγώς στην  έρευνα, ενώ τα υπόλοιπα διοχετεύτηκαν σε εξω-πανεπιστημιακά ινστιτούτα και συμβούλια.



Πώς μπορούν να «διασωθούν» οι ανθρωπιστικές σπουδές;


Αλλάζοντας νοοτροπία. Αλλά και πείθοντας ότι ταυτόχρονα εξασφαλίζουν και θέσεις εργασίας, ακόμα και στη Goldman Sachs, στο Google, στο Facebook. Αρκεί η οικονομία να είναι τέτοια που να παράγει θέσεις εργασίας. Αλλά αυτό είναι άλλου παπά ευαγγέλιο.


Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2012

Γερμανία, ωραίο μου πλυντήριο...


Η  κ. Λαγκάρντ με ύφος πριγκιπικό,  δεν παύει να επαναλαμβάνει ότι οι Έλληνες πρέπει επιτέλους να αρχίσουν να πληρώνουν τους φόρους τους. Από πίσω, και η κυρία με την αιμάσσουσα καρδιά, κ. Μέρκελ. Πολύ χρήσιμη, όντως, συμβουλή, μιας και κανένας δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι η καταβολή φόρων είναι το πρωταρχικό μέλημα κάθε πολίτη σε μια δίκαιη και ευνομούμενη πολιτεία, στην οποία οι φόροι που μπαίνουν από την μια πόρτα, οφείλουν πάραυτα να επιστρέφουν από την άλλη, ως δημόσια και κοινωνικά αγαθά. 


Εδώ που τα λέμε, καμία χώρα δεν είναι τέλεια, διότι ακόμα κι αν με ειλικρινή ζήλο το επεδίωκε, θα υπάρχει πάντα ένα υπόλοιπο, καθόλου ευκαταφρόνητο, που θα τής διαφεύγει.  Σύμφωνα με μελέτη για το 2010 του καθηγητή Friedrich Schneider από το πανεπιστήμιο του Linz της Αυστρίας, (στην οποία αναφερθήκαμε πριν δυο χρόνια και κάτι ψιλά στο ποστ "τα καλά της παραοικονομίας"), η παραοικονομία καλά κρατεί ιδίως στις χώρες αυτές, που δεν χάνουν την ευκαιρία να μάς κουνάνε το δάχτυλο. Για παράδειγμα, μπορεί η Ελλάδα να είναι πρωταθλήτρια με 25% του ΑΕΠ, με την Ιταλία, Ισπανία και Πορτογαλία κοντά στο 20%, να έπονται, αλλά και η Γερμανία δεν πάει πίσω, καθώς και η Γαλλία και η Βρετανία, με 15%, 12% και 11% αντιστοίχως. Στο σημείο αυτό, έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε ότι ο κ. καθηγητής αυτό που μετράει είναι η συνήθης παρα-οικονομία και φοροδιαφυγή των μικρών, καθ' ότι η μεγάλη είτε έχει αναβαπτιστεί και μετονομαστεί σε φορο-αποφυγή, είτε έχει καταστεί νόμιμη. 

Το δε mega-εργαλείο νομιμοποίησης της φοροδιαφυγής ονομάζεται offshore, το οποίο και έχει φιλοτεχνηθεί για τις περιπτώσει εκείνες που ντρέπονται να καταταγούν στην ευτελή κατηγορία των “κατσικοκλεφτών” και “κλεφτοκοτάδων”. Το να ανοίξει κάποιος μια εταιρία, είτε ενεργή, είτε “σφραγίδα” σε υπεράκτιο τόπο,  είναι μια καθ' όλα νόμιμη πράξη, στο βαθμό που οι τόποι υποδοχής είναι κράτη καθ' όλα νόμιμα και αναγνωρισμένα από τον ΟΗΕ, με σημαία, κυβέρνηση, εθνικό ύμνο και όλα τα σχετικά διακριτικά που συνιστούν ένα κράτος. Η μόνη τους ιδιαιτερότητα είναι το ελκυστικό φορολογικό πλαίσιο και οι πάσης φύσεως χρηματοπιστωτικές διευκολύνσεις, υπεράνω δε όλων, η εχεμύθεια. Στο υπεράκτιο σύστημα αναφερθήκαμε πριν λίγες μέρες στο ποστ "Ο καπιταλισμός είναι ένα υπέροχο σύστημα... ", όπου και απαριθμήσαμε ανάλογα με το βαθμό εχεμύθειας, απαραίτητα προϋπόθεση για κάθε βρομοδουλειά, 70 και κάτι χώρες. 

Έκπληξη προκάλεσε το γεγονός ότι ανάμεσα σ' αυτό το συρφετό, στην 9η θέση ανακαλύψαμε τη Γερμανία. Σε άρθρο του το 2009, το Spiegel (2/9/2009), με τίτλο “Germany Becomes Tax Haven for Firms and Wealthy” (“η Γερμανία μετατρέπεται σε φορολογικό καταφύγιο για εταιρίες και πλούσιους”) επισημαίνει τη θαλερότητα της εν λόγω βιομηχανίας, η οποία αναπτύσσεται πάνω στα “λάθη” και τις “αβλεψίες” της γερμανικής φορολογικής νομοθεσίας. Ενώ, συνεχίζει το άρθρο, οι κανονικοί εργαζόμενοι βρίσκονται στο έλεος των φορολογικών αρχών, οι εκατομμυριούχοι και οι εταιρίες χρησιμοποιούν επιθετικά φορολογικά μοντέλα ώστε να φαίνονται ότι μαστίζονται από τη φτώχεια.  Και αυτό με εντελώς νόμιμο τρόπο. Επιπλέον, η παρακολούθηση τέτοιου είδους σεμιναρίων εκπίπτει φορολογικά, καθώς χαρακτηρίζεται ως “επαγγελματική εκπαίδευση”.  

Το Γερμανικό Ινστιτούτο Οικονομικής Έρευνας (DIW), υπολόγισε ότι υπάρχει ένα κενό 100 δις ευρώ ανάμεσα στα πραγματικά και τα τελικώς φορολογούμενα κέρδη των μεγάλων επιχειρήσεων, οι οποίες σπέρνουν τις θυγατρικές τους με τέτοιο τρόπο ώστε να εμφανίζουν κέρδη σε χώρες με τον μικρότερο φορολογικό συντελεστή, και ζημίες σε αυτές με τον μεγαλύτερο. Για το δε 2008, από τα 561 δις ευρώ φορολογικά έσοδα του γερμανικού κράτους, μόνο το 2.8% αντιστοιχούσε σε φόρους μεγάλων επιχειρήσεων. Ως συνήθως το μεγαλύτερο μερίδιοτων φόρων το ανέλαβαν οι στρατιές των γερμανών μισθωτών.

Εταιρίες όπως Lufthansa, Puma, BASF, K+S, Fraport, BMW, αλλά και η Deutsche Bank διατηρούν πολυτελή γραφεία σε περίοπτη θέση στη Μάλτα, όπου ναι μεν τα εταιρικά κέρδη φορολογούνται  με 35%, από την άλλη όμως οι μέτοχοι μπορούν να ζητήσουν αυτά τα χρήματα πίσω στο ακέραιο  εκτός ενός ευτελούς 5%. Κι όλα αυτά χάρις στις ρυθμίσεις του Καγκελάριου Σρέντερ και των τότε εταίρων  του στην Κυβέρνηση, Πρασίνων. Παρεμπιπτόντως, θα ήταν μεγάλη παράλειψη να αγνοήσουμε την παρουσία στη Μάλτα και της δικής μας Εθνικής Τράπεζας

Συμπερασματικά, οι υπεράκτιοι τόποι δεν αποτελούν στρέβλωση και παθογένεια, ή το κακό σπυρί στα οπίσθια του καπιταλισμού, αλλά τον ίδιο τον πυρήνα του στον καιρό της παγκοσμιοποίησης.


Υ.Γ. Για περαιτέρω μελέτη συστήνω τα βιβλία:

"Offshore: Τα νησιά των θησαυρών" του Nicholas Shaxson, εκδ. Παπαδόπουλος, 2011.

"The Offshore World, Sovereign Markets, Virtual Places, And Nomad Millionaires", by Ronen Palan, Cornell University Press,2006, αποσπάσματα του οποίου βρίσκονται στα google books εδώ.



Πέμπτη 2 Αυγούστου 2012

Το Λυκόφως των Ελίτ



Η αξιοκρατία είναι μια πραγματικά συναρπαστική λέξη. Παραπέμπει στο ευγενές ιδανικό μιας κοινωνίας το οποίο δεν έχει ακόμα επιτευχθεί, και τούτο διότι η κοινωνία δεν λειτουργεί αξιοκρατικά. Πείτε ότι λειτουργεί πελατειακά και ρουσφετολογικά, πείτε το με όρους οικογενειοκρατίας και τζακιών, πείτε το με όποιον τρόπο θέλετε, αλλά, αν η κοινωνία αφηνόταν να αναδείξει και να οδηγηθεί από τους καλύτερους, από τους εξυπνότερους και από τους πλέον ταλαντούχους, τότε δεν θα αντιμετώπιζε τα προβλήματα που αντιμετωπίζει, και όλα θα λειτουργούσαν εύρυθμα και άψογα.

Αυτά λέει η επίσημη αφήγηση, η οποία εδώ και καιρό έχει βρει το κόλπο να χρησιμοποιεί σαν δούρειους ίππους λέξεις, (αφού πρώτα τις ανασκολοπίσει), του ευγενούς λεξιλογίου, της ηθικής και των υψηλών ιδεών, για να διασπαρθεί, να νεκρώσει τις κριτικές αντιστάσεις και να εγκατασταθεί στο νου και το θυμικό των κοινωνιών. Το πρότυπο μιας κοινωνίας που θα κυβερνάται από αυτούς που θα αναδεικνύουν αξιοκρατικοί μηχανισμοί, είτε μέσω της εκπαίδευσης, είτε μέσω ανοιχτών συστημάτων επιλογής (βλ. open government), εύκολα συγχέεται με την ανάγκη που έχει ο καθένας να επιλέγει τον καλύτερο μηχανικό, καλύτερο τεχνίτη, καλύτερο γιατρό, αδυνατώντας ως εκ τούτου να κάνει τη διάκριση ότι πρόκειται για δυο τελείως διαφορετικής τάξης ζητήματα. Ότι δηλαδή, η αξιοκρατική κοινωνία όπως την οραματίζεται και την εμπεδώνει η σύγχρονη νεοφιλελεύθερη σκέψη κάθε άλλο έχει να κάνει με τους καλύτερους γιατρούς, τεχνικούς κλπ, αλλά με την εμπέδωση της ανισότητας και τη νομιμοποίηση της κυριαρχίας των πάσης φύσεως ελίτ, της διακυβέρνησης και του πλούτου, αν και οι διαχωριστικές γραμμές αυτών των δυο έχουν πάψει πλέον να υφίστανται. 

Το «Λυκόφως των Ελίτ: Η Αμερική μετά την Αξιοκρατία» είναι ένα νέο βιβλίο του Chris Hayes, ενός εκ των εκδοτών του αριστερού αμερικανικού περιοδικού «The Nation», το οποίο έρχεται να βάλει τον δάκτυλο επί τον τύπον των ήλων του ιδεολογήματος της αξιοκρατίας και των συνεπειών αυτής. Εν ολίγοις, ο κεντρικός άξονας του βιβλίου περιστρέφεται γύρω από το γιατί η πυραμίδα που οικοδομείται πάνω στην αξία, έχει φτάσει να καθρεφτίζει την πυραμίδα του πλούτου και του κεφαλαίου.  Η επιχειρηματολογία του Hayes βασίζεται στο ότι η Αξιοκρατία για να είναι λειτουργική χρειάζεται την Αρχή της Διαφοράς (την ιδέα δηλαδή ύπαρξης φυσικών ιεραρχιών του ταλέντου) και την Αρχή της Κινητικότητας, (την αναγκαιότητα δηλαδή ύπαρξης διαδικασιών επιλογής οι οποίες θα ανταμείβουν την αξία και θα τιμωρούν την αποτυχία). Αυτό, όμως, που πραγματικά συμβαίνει είναι ότι η ανισότητα που παράγεται σε μια αξιοκρατική κοινωνία, μεγαλώνει τόσο, ώστε να υπονομεύει τους μηχανισμούς της κινητικότητας, πάνω στους οποίους υποτίθεται ότι στηρίζεται. Και μιας και αυτό συμβεί, αυτοί που κατόρθωσαν ήδη να αναρριχηθούν, βρίσκουν πάντα τρόπους ώστε να τραβήξουν και τη σκάλα που τους ανέβασε, ή να την αφήσουν μόνο για τους συγγενείς και φίλους, για τους δικούς τους ανθρώπους, δηλαδή. Έτσι, η ήδη υπάρχουσα ανισότητα παράγει ακόμα μεγαλύτερη ανισότητα, είτε μέσω της φορολογίας, είτε μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος, από το οποίο ωφελούνται όλο και περισσότερο όσοι μπορούν να πληρώνουν τα ιδιαίτερα μαθήματα για να περάσουν τα τεστ εισαγωγής στα καλά σχολεία, ή τα υψηλά δίδακτρα για την εισαγωγή στα περίβλεπτα πανεπιστήμια. 

Ο Hayes επικαλείται πολλά παραδείγματα από τη σύγχρονη αμερικανική πραγματικότητα  για να φωτίσει τον τρόπο, που, υψηλών αμοιβών και άκρως ανταγωνιστικά, περιβάλλοντα γίνονται επιρρεπή σε απάτες, δολοπλοκίες και νόθευση των κανόνων του παιχνιδιού, προς ίδιον όφελος. Οι σύγχρονες ελίτ δεν έχουν μόνο αποτύχει στο ρόλο τους, αλλά επιπλέον έχουν μονώσει τους εαυτούς τους από τη λογοδοσία, την κριτική και την τιμωρία τις οποίες, όμως, απαιτούν και εφαρμόζουν στους λαούς. Η εξυπνάδα και η ικανότητα, τις οποίες οι σύγχρονες ελίτ λατρεύουν με πάθος, στην πραγματικότητα δεν σημαίνουν παρά την ικανότητα παράκαμψης των κανόνων, για την ορθή εφαρμογή των οποίων επίσης υποκριτικά κόπτονται, ή τη θέσπιση νέων, που θα τις επιτρέπουν να διατηρούν την ισχύ που απέκτησαν και συνεπώς να διαιωνίζονται. Ο σφοδρός ανταγωνισμός, ο οποίος είναι σύμφυτος με την «αξιοκρατική κοινωνία», εμπεριέχει ταυτόχρονα και τα κίνητρα για κάθε ανομία και απάτη, ενώ ενθαρρύνει και νομιμοποιεί συμπεριφορές που αναλώνονται στο κυνήγι της επιτυχίας, αρκεί στο τέλος το κυνήγι αυτό να αποβεί νικηφόρο και να αποφέρει κέρδος. Δεν είναι τυχαίο ότι κεντρικά συνθήματα στο λεξιλόγιο της αξιοκρατίας αποτελούν η «Επιτυχία» και ο «Ανταγωνισμός». Και τούτο, γιατί τα καλά πράγματα στη ζωή, όπως μια καλή και σταθερή εργασία, γίνονται ολοένα και σπανιότερα, επομένως, πρέπει κάποιος να πιστέψει στον συνεχή και ανηλεή ανταγωνισμό για να τ’ αποκτήσει. Σε μια διαφορετική κοινωνία, όμως, όπου ο καθένας θα μπορούσε να έχει μια ικανοποιητική δουλειά και ζωή, δεν θα χρειαζόταν να κολυμπήσει στα βρώμικα νερά της αξιοκρατίας για να τα γευτεί.

Το συμπέρασμα του βιβλίου είναι ότι η Αξιοκρατία είναι όχι μόνο υποκριτική, αλλά και οι ελίτ που παράγει, στο τέλος τέλος,  κάθε άλλο παρά ικανές είναι. Οι κήρυκες της αξιοκρατίας αποδέχονται κατ’ ουσίαν την ανάγκη ύπαρξης και διαιώνισης των κοινωνικών ανισοτήτων, αποδίδοντάς τις στη φυσική ανισότητα των προσώπων, και όχι στην ανισότητα των ευκαιριών. Έχοντας δε τραβήξει τη σκάλα που οδηγεί προς τα πάνω πατώματα, και μένοντας απομονωμένες στους μύθους και το ναρκισσισμό τους,  έχουν χάσει κάθε επαφή με την κοινωνία και τα προβλήματά της. 

Και καταλήγει: «Αν θέλουμε Αξιοκρατία, ας εργαστούμε για την Ισότητα, καθ’ ότι στη ρίζα της ανισότητας της ισχύος και των ευκαιριών, κατοικοεδρεύει η ανισότητα στην κατανομή του πλούτου».

Το αστείο είναι ότι ο όρος αξιοκρατία, σαν κοινωνικός θεσμός, περιγράφεται για πρώτη φορά από τον Michael Young σε σατιρικό βιβλίο της δεκαετίας του 1950, υπό τον τίτλο «Η Άνοδος της Αξιοκρατίας». Το βιβλίο είναι του είδους του Οργουελιανού «Θαυμαστού Καινούργιου Κόσμου», και αναφέρεται σε ένα δυστοπικό μέλλον, στο οποίο η επιλογή των ταγών της κοινωνίας γίνεται ανάμεσα στους πιο έξυπνους, τους πιο παραγωγικούς και τους πιο δουλευταράδες. Όταν πολύ αργότερα, ο Young, ανακάλυψε ότι η λέξη «αξιοκρατία», την οποία είχε χρησιμοποιήσει σκωπτικά, είχε υιοθετηθεί σαν πραγματικό κοινωνικό μοντέλο, θορυβήθηκε τόσο, ώστε να αναφωνήσει:  ‘Όχι, όχι, όχι, δεν το εννοούσα έτσι. Το εννοούσα σαν τι φοβερό όραμα θα ήταν για μια κοινωνία να αθετήσει τη δημοκρατική δέσμευση της ισότητας και να εκχωρήσει τις σπουδαίες αποφάσεις σε ανθρώπους επιλεγμένους για το μυαλό τους και οποιαδήποτε άλλα χαρακτηριστικά. 

Κυριακή 8 Αυγούστου 2010

Η φαμίλια Γιάλομ

Τον Γιάλομ είμαι σίγουρη ότι τον ξέρουν και οι πέτρες. Τον Ίρβιν Γιάλομ. Αυτόν, που στη διάλεξη που είχε δώσει στο Μέγαρο πριν ένα, ενάμιση χρόνο, αν θυμάμαι καλά, είχε παρατηρηθεί τέτοια κοσμοσυρροή που είχε κλείσει η μισή Βασ. Σοφίας. Για να πάρετε μια ιδέα του πλήθους, φανταστείτε για παράδειγμα τον κόσμο που πηγαίνει για προσκύνημα κάθε χρόνο τον δεκαπενταύγουστο στην Παναγία Σουμελά, συν τον κόσμο που συρρέει την ίδια μέρα στην Παναγία της Τήνου, συν τον κόσμο που παρευρέθηκε πριν από τουλάχιστον πέντε χρόνια στο αφιέρωμα Γκουσγκούνη στο Gagarin, τότε που είχε κλείσει για αρκετές ώρες μάλιστα και η Λιοσίων.



Ούτε ο ίδιος ο Ίρβιν δεν μπορούσε να εξηγήσει το φαινόμενο. Εντάξει πουλάει ο άνθρωπος, αλλά στην Ελλάδα, καθ’ ομολογίαν του, πουλάει περισσότερα βιβλία απ’ όσα στον υπόλοιπο κόσμο. Εξ ού λοιπόν και οι τιμές, τα Μέγαρα και τα βραβεία από τον εκδότη του, την Άγρα, που του έχει εκδώσει ούτε λίγο ούτε πολύ 11 βιβλία.


Αφού τα βρήκαμε με τον ψυχίατρο, δεν πέρασε πολύς καιρός και τσουπ στις βιτρίνες εμφανίστηκε και έτερος Γιάλομ, γένους θηλυκού αυτή τη φορά. Γρήγορα απεδείχθη ότι επρόκειτο περί της κυρίας Γιάλομ, της κυρίας Μαίριλιν Γιάλομ, καθηγήτριας πολιτισμικών σπουδών, η οποία εκμεταλλευόμενη την απρόσμενη φήμη του συζύγου της, είπε να αρπάξει κιαυτή το κατι τις. Κάπως σαν τη Χίλαρυ, αλλά φυσικά σε μικρογραφία. Ούτε λίγο ούτε πολύ την κυρία Μαίριλιν εξέδωσε ρισκάροντας, με μόλις 4 πονήματα ο ίδιος εκδοτικός οίκος.


Μιας και δεν την είδα στο Μέγαρο, φαντάζομαι ότι οι πωλήσεις της δεν θα πήγαν και τόσο καλά.


Αλλά απ’ ότι φαίνεται η οικογένεια Γιάλομ δεν το βάζει εύκολα κάτω. Για κάποιο μυστήριο λόγο τρέφει μεγάλη πίστη στην ελληνική αγορά, από την οποία μάλλον αισθάνεται ότι δεν έχει εξαργυρώσει με όσα τής έπρεπαν, τη φήμη του Ίρβιν. Έτσι σήμερα βγήκε στο μεϊντάνι και ο υιός Γιάλομ. Αυτός σαν φωτογράφος, αρνούμενος προς το παρόν να αναμετρηθεί στο συγγραφιλίκι με τους γονείς του. Είδα την είδηση στα πολιτιστικά της Ελευθεροτυπίας, για κάποια έκθεση που κάνει αυτό τον καιρό στην Καστοριά και είναι αλήθεια ότι κακεντρεχείς σκέψεις επέρασαν απ’ το μυαλό μου.


Μπορείτε να μου εξηγήσετε, γιατί αυτό το ρητό «Μάθανε ότι πηδιόμαστε, πλακώσανε κι οι γύφτοι», το βλέπω συνέχεια μπροστά μου;