Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2012

Το άλογο που ξέρει


Ένα ψωράλογο με φαγωμένο δέρμα, -χωράφια αθέριστα οι τρίχες που τού απόμειναν,- και βαριοφορτωμένο σακιά γιομάτα πέτρες και ξύλα αγκομαχά στην ανηφόρα. Οι αφέντες του, σαδιστές και μοχθηροί, το χτυπάνε αλύπητα με το μαστίγιο, προστάζοντάς το να τρέξει ακόμα πιο γρήγορα για την κορφή, το τρυπάνε με σουβλερή βουκέντρα, το βρίζουν, το κλωτσούν, κι όταν δε το βαστούν άλλο τα γόνατα και πέφτει, το περιγελούν. Το περιλούζουν με κουβάδες σάπιο νερό, του χώνουνε στο στόμα κοπριές και το αναγκάζουν να γλύφει το κάτουρο, που απ’ την αδυναμιά είναι αδύνατον πια να συγκρατήσει.


Η κορυφή ακόμα ψηλά, ίσα που αχνοφαίνεται, τυλιγμένη σ’ ένα μαύρο σεντόνι από σύννεφα, και ο δρόμος όλο και πιο στενός και τα βράχια όλο και πιο μυτερά. Το άλογο, υπό την απειλή του μαστιγίου καταφέρνει να σηκωθεί, κάνει κάποια βήματα, και τρικλίζοντας ξαναπέφτει. Για να ξαναπέσει και να ξανασηκωθεί, κι ας έχουν πια τα γόνατα φαγωθεί, κι ας έχει μείνει μόνο ένα πετσί να τα κρατάει στη θέση τους, κι ας έχουν ανοίξει δεκάδες μικρές βρυσούλες στη ράχη που τού στραγγίζουν το αίμα και τη δύναμη.


Το σπρώχνουν με το στανιό στην κορυφή, για να βρει, όπως τού λένε, τα άλλα άλογα που έφτασαν εκεί πριν από κείνο, για να φτιάσει κοπάδι, και να μην κάνει του κεφαλιού του, να μην τρέχει όπως έτρεχε ρέμπελο στα πράσινα λιβάδια της πεδιάδας, απ’ όπου και το ξεσήκωσαν, να μην τρώει όποτε και όσο θέλει, να μην κάνει αγώι όποτε και μ’ όποιον θέλει, αλλά τα άλλα άλογα μπροστά δεν έχουν τόσο φορτίο, όσο ανεβαίνουν τόσο και λιγοστεύει, κι έτσι μπορούν να τρέχουν ανάλαφρα και αγόγγυστα.


Το άλογο, όμως έχει φορτίο διπλό και τρίδιπλο, που όσο ανεβαίνει το μονοπάτι, τόσο αυτό μεγαλώνει. Οι αφεντάδες κάθε τόσο του προσθέτουν και καινούργια σακιά, απ’ αυτά που πετάνε τα άλογα που προπορεύονται και ξελαφρώνουν. Σακιά με ξύλα και πέτρες, άχρηστα υλικά, απλά για να τα πάει στην κορυφή, χωρίς νόημα και σκοπό, να τα’ αποθέσει εκεί πάνω, έρμαια στις ορέξεις των ανέμων που λυμαίνονται τους χειμώνες τις κορφές. Κι όσο το φόρτωμα μεγαλώνει, τόσο το βήμα κονταίνει, και ούτε λόγος πια να προφτάσει τα άλλα άλογα μπροστά που ξεμακραίνουν.


Κι όμως οι αφεντάδες επιμένουν, που αν μπορούσες να τους ρωτήσεις το γιατί, ο καθένας απ’ αυτούς θα σήκωνε τους ώμους αδιάφορα και θα σού έλεγε με τη σιγουριά που μόνο τους αδαείς κι ανόητους χαρακτηρίζει, ότι έτσι θα γίνει γιατί αυτό πρέπει να γίνει. Είναι σαφές λοιπόν ότι δεν ξέρουν, αλλά προσποιούνται ότι γνωρίζουν το γιατί, με τρόπο που μόνο οι αφεντάδες διδάχτηκαν να κάνουν για να παραμένουν αφεντάδες. Αν πετούσαν κάποια σακιά απ’ το φορτίο, αν άφηναν στο άλογο λίγο χρόνο να ξαποστάσει, αν του έβαζαν λάδι στις πληγές, αν του έδιναν λίγο σανό να φάει και λίγο νερό να πιεί, ίσως και να κατάφερνε να βγάλει το δρόμο, ακόμα κι αν ήταν άσκοπος και η κορφή μια χίμαιρα, κορφή μόνο για την κορφή και τίποτε παραπάνω. Κι ίσως να πρόφταινε και το υπόλοιπο κοπάδι, αν φυσικά καταδεχόταν ή ακόμα αν το ανάγκαζαν να μοιραστεί κάποια απ’ τα σακιά.


Αλλά δεν το κάνουν, ίσως πιστεύουν υπερβολικά στην πίστη τους, που αν δεν την πίστευαν με τόση επιμονή θα φαίνονταν στα μάτια των αλόγων διστακτικοί και άβουλοι, πράγμα αδιανόητο γι αυτούς που θέλουν να ποιμεναρχούν κοπάδια, ίσως πιστεύουν ότι το άλογο κάνει μπαγαμποντιές και προσποιείται, κι ότι το αίμα δεν είναι αληθινό, μα νερό που το πασπάλισε με κόκκινη μπογιά, ίσως και να μην τους νοιάζει αν πέσει κάτω τελικά και δεν ξανασκωθεί, αρκεί που το ‘χουν τώρα μπροστά να το περιπαίζουν και να το τυραννούν, διασκέδαση είναι κι αυτή, η χαρά του αφέντη, η απογείωση του σαδιστή, και φυσικά πρόοδος της τεχνικής και εξέλιξη της ποιότητας των συναισθημάτων, άλλο να πνίγεις στα μικράτα σου γατάκια, άλλο να στρίβεις το λαιμό των κουνελιών, κι άλλο να κεντρίζεις μέχρι θανάτου, αργά και βασανιστικά ένα περήφανο άτι. Κι είναι αυτή η μυρωδιά, του αίματος και των εκκρίσεων που τρυπάει το μυαλό και τρελαίνει τις αισθήσεις. Αλλά, ακόμα κι αν τη σκορπίζει ο άνεμος, αυτή παραμένει επίμονη στην κόκκινη γραμμή που αφήνουν πίσω τους οι δεκάδες μικρές βρυσούλες που τρέχουν ασταμάτητα από την πληγιασμένη ράχη.


Το άλογο όμως, παρ’ όλο που είναι άλογο, ξέρει. Ξέρει ότι δεν θα προφτάσει κανένα κοπάδι, γιατί αυτοί είναι οι νόμοι της φύσης, όταν ο άλλος τρέχει στην ίδια κατεύθυνση με σένα και με μεγαλύτερη ταχύτητα δεν πρόκειται ποτέ να τον προλάβεις, παρά μονάχα αν σταθείς τυχερός και παρακάμψεις το χρόνο, μέσα από κάποιο φαρδύ τούνελ, δηλαδή, καμωμένο ειδικά για μεγαλόσωμα άλογα. Ακόμα ξέρει ότι η κορυφή δεν έχει χρυσό, άγονη είναι και ξερή, σπαρμένη με αγκωνάρια και πετρωμένο χώμα, κι αυτή η μόνιμη μαυρίλα που την τυλίγει, σάβανο μοιάζει πιο πολύ παρά σύννεφο που κάθισε παροδικά να ξαποστάσει.


Σταθμίζει τις δυνάμεις του, και βρίσκει ακόμα αντοχές, ίσως γιατί νοιώθει ότι μπορεί να έχει και ένα δικό του σκοπό. Δεξιά κι αριστερά του μονοπατιού χάσκουν γκρεμίλες και βαθιά φαράγγια. Και τα βράχια είναι γλιστερά. Όσο και να τρεκλίζουν τα πόδια, άλογο είναι, τι στο καλό. Τέσσερα πόδια, τέσσερεις κλωτσιές, που άμα συγκεντρωθεί μπορεί και να τις καταφέρει δυνατές. Και η ουρά μπορεί ακόμα ν’ ανεμίζει, να ραπίζει και να τυφλώνει. Και το κεφάλι να δίνει γερές κουτουλιές, τις πιο γερές μάλιστα, στη κατεύθυνση του γκρεμού. Βοηθάει και ο αέρας που σπρώχνει τα φύλλα και τη σκόνη προς τα κει. Μετά θα μπορέσει να ξεφορτωθεί και τα σακιά με την ησυχία του. Και μετά θα δει.


Την τελευταία ώρα το σκέφτεται όλο και πιο πολύ. Και όσο πιο πολύ το σκέφτεται τόσο και πιο πολύ δυναμώνει. Ίσως στο πρώτο γύρισμα του μονοπατιού…


Κυριακή 15 Αυγούστου 2010

Περίεργος ο φετινός Αύγουστος...


Περίεργος ο φετινός Αύγουστος. Ούτε μυγοσκοτώστρα είχε νόημα να πιάσεις στο χέρι, ούτε πετονιά.

Οι μύγες, λίγες και λιανές. Αδύναμες, κι εξασθενισμένες από την ασιτία, μετά βίας έσερναν τα ποδάρια τους στο πάτωμα. Για πέταγμα, ούτε λόγος να γίνεται. Τα φτερά, αδύναμα να σηκώσουν ακόμα κι αυτό το εξασθενισμένο κουφάρι. Όσοι είχαν βιαστεί ν' αγοράσουν μυγοσκοτώστρες απ' την αρχή του καλοκαιριού, ή ακόμα κι απ' τον χειμώνα, τότε που ήταν στα αζήτητα και οι τιμές χαμηλές, τις έβλεπαν να σκουριάζουν αχρησιμοποίητες στα τραπέζια και τα ντιβάνια. Πού και πού μόνο έκαναν πως σκότωναν από καμιά, έτσι για το καλό, έτσι για να υπενθυμίζουνε στους γύρω πως όλα ήτανε τα ίδια όπως και πριν, τότε που οι μύγες ήταν παχιές και εύρωστες, ολόκληρα θρεφτάρια δηλαδή, τότε που οι δρόμοι ήτανε γιομάτοι σκατά, ολόφρεσκα κι αφράτα σκατά ανθρώπων και σκύλων ανάκατα, τότε που υπήρχε ακόμα τροφή για να δουλεύει το στομάχι, και μαζί μ' αυτό και το έντερο.


Το ίδιο και οι κολιοί. Οι ψαράδες είχανε βγάλει βρώμα πως φέτος τα νερά είχανε στερέψει από κολιούς. Αύγουστος χωρίς κολιό, δεν είναι Αύγουστος. Είναι κάποιος άλλος μήνας, μα όχι Αύγουστος. Δεν ήτανε όμως έτσι. Αν κοίταζες στον πυθμένα κάτω κάτω με προσοχή, θα έβλεπες το γόνο να σαλεύει προσπαθώντας ν' ανδρωθεί. Εις μάτην όμως. Οι μανάδες δεν ήταν στέρφες για να τις κατηγορείς. Ακόμα. 'Οπως κάθε καλοκαίρι είχανε κάνει το καθήκον τους και είχανε αφήσει αυγά, αλλά δεν υπήρχε τροφή και τα μικρά ίσα ίσα που μπορούσαν ακόμα ν' αναπνέουν. Έτσι οι πετονιές άδειες έπεφταν, κι άδειες σηκώνονταν, με το δόλωμα στ' αγγίστρι ανέπαφο.


Μόνο οι λίμνες ήτανε φέτος καρπερές. Το βλεπες απο μακριά το νερό, κατακόκκινο και πηχτό, η επιφάνεια ανταριασμένη, κι ο πάταγος από ένα λεφούσι ζωντανό που προσπαθούσε ν' ανοίξει χώρο και να πορευτεί, ν' ακούγεται ήδη από μακριά αφήνοντας ξάγρυπνους τους χωριάτες στα κρεβάτια τους. Χαιρόντουσαν οι ψαράδες, για τ' ανέλπιστο. Κι είχαν βγάλει τα δίχτυα και τις πλάβες απ' τις αποθήκες ελπίζοντας σε μια καλή ψαριά. Μόνο που φέτος η Παναγιά δεν είχε στείλει ψάρια. Αντίς για γοφάρια, πέστροφες και κυπρίνους, όπως κάθε χρονιά, εφέτος είχε στείλει μόνο βδέλλες.


Περίεργος, στ' αλήθεια ο φετινός Αύγουστος...

Πέμπτη 8 Ιουλίου 2010

Η Ζωή μου με τις Κατσαρίδες


Καλώς τηνα, βρε, βρε πού ήσουν κρυμμένο εσύ τόσο καιρό;

Την είδα που προχωρούσε δισταχτικά, στην άκρη του κρεβατιού. Σηκώθηκα και πήγα να την καλωσορίσω. Δισταχτική κι εγώ, μην ξαφνικά ορμήσει και με φάει το θεριό, αλλά και μήπως την τρομάξω και τη χάσω μέσα σε καμιά χαραμάδα. Κι άντε να την ξετρυπώνεις μετά. Μπα... Ρούπι δεν κούνησε. Μάλλον λίγο έκανε στην άκρη να μ’ αποφύγει, με κοίταξε, την κοίταξα, και συνέχισε κούτσα-κούτσα το δρόμο που είχε αποφασίσει να πάρει από τα πριν. Παράξενη στ’ αλήθεια συμπεριφορά για τη φυλή της, συνήθως μόλις αντιληφθούνε κάτι ξένο να κινείται δίπλα τους, τεντώνουν τις κεραίες, πατάνε γκάζι, ανεβάζουνε στροφές και μην τον είδατε τον Παναγή, ή μάλλον την Τερέζα.


Στρουμπουλή, στρουμπουλή και καλοθρεμμένη, σίγουρα θα είχε έρθει από αλλού, γιατί σ’ αυτό το σπίτι ούτε ψίχουλο δεν περισσεύει. Είχε όμως κάποιο πρόβλημα στην πλάτη, από κάπου φαίνεται θα είχε βάλει ζόρι να περάσει, η χοντρή, και το ένα της φτερό έχασκε απ’ το πλάι λυτό.


Πλάσμα του θεού, είναι κι αυτό, σκέφτηκα, ας το να ζήσει. Τι ζητάει κι αυτό το ζωντανό; Λίγη συντροφιά κι ένα φαγάκι. Συντροφιά ναι, όση θέλει. Αλλά φαγάκι, κομμάτι δύσκολο να βρεθεί. Ικανοποιημένη που άφησα τα αισθήματα ανθρωπισμού ή μάλλον κατσαριδισμού ν’ αναδυθούν, κάθισα στο κρεβάτι και συνέχισα το διάβασμα.


Δεν πέρασε ώρα κι ακούω ένα υπόκωφο ντούπου-ντούπου εκεί κοντά. Βρε, καλώστηνα κι εσύ! Νάσου κουνιστή κουνιστή και μια άλλη παχουλή κατσαρίδα, που φαίνεται είχε ανησυχήσει και είχε βγει στη γύρα ψάχνοντας για το ταίρι της. Δεν έδωσα συνέχεια στο περιστατικό, άλλωστε είναι κρίμα απ’ το θεό να τα βάζεις με ερωτευμένα πλάσματα κι έτσι έδωσα και σ’ αυτή μια ευκαιρία για να ζήσει έναν έρωτα μεγάλο. Εγώ, το βιβλίο, και δυο κατσαρίδες, τετράπαχες σαν αγελάδες στο ίδιο δωμάτιο, φτιάχναμε μια περίεργη ατμόσφαιρα.


Όλο όμως έριχνα κι από μια λοξή ματιά, μπας και αποθρασυνθούν και τους έρθει να σαλτάρουν για περισσότερη θαλπωρή στο κρεβάτι, γιατί είχανε βλέπετε και φτερά· η δεύτερη δε, τετράγερα και καλογυαλισμένα. Κυνηγιόντουσαν απ’ εδώ κι από κει, μυρίζανε, ψάχνανε, αλλά επεκτατικές βλέψεις δεν φαινόταν να έχουν.


Μπορεί όλοι μας να είχαμε κατά καιρούς συμβατικά pets, όπως γατιά, σκυλιά, παπιά, κουνέλια και χελώνες, αλλά οι κατσαρίδες, όσο και να μην θέλαμε να τ’ ομολογήσουμε, αποτελούσαν μια μόνιμη σταθερά των σπιτιών. Με το ξανθό γένος των μικρόσωμων κατσαρίδων εγώ προσωπικά είχα με τα χρόνια εξοικειωθεί. Κάπως, όπως και με τις μύγες. Που και που ξεντέριαζα καμιά, όταν την πρόφταινα στη γωνιά, μπας και πετύχω κάποια αποσυμφόρηση, αλλά άντε να τα βάλεις με τις αναπαραγωγικές ικανότητες του είδους. Μια ξεπάστρευες, εκατό ξεφύτρωναν απ’ την κοιλιά της. Έτσι είχα αποφασίσει να παραιτηθώ και να αποδεχτώ τη συμβίωση. Είχα μάλιστα τόσο πολύ εξοικειωθεί, που δεν με πείραζε καθόλου να χώνω το χέρι μου κατά καιρούς και ν’ αδειάζω τον κότσο της κυρίας Ριρής της γειτόνισσας από τις κατσαρίδες που τον είχανε κάνει στέκι.


Ποιο το πρόβλημα άλλωστε; Τα σκυλιά και τα γατιά, τα παπιά και οι χελώνες θέλουνε φροντίδα καθημερινή, ενώ οι κατσαρίδες, ούτε λουρί χρειαζόντουσαν για να τις βγάζεις βόλτα τα πρωινά, ούτε μπάνιο θέλανε, ούτε ντάντεμα, ούτε γιατρό, μόνες τους πλένονταν, μόνες τους ξεγένναγαν, μόνες τους ταΐζονταν. Το ιδανικό pet!


Το πρόβλημα όμως ήταν με το άλλο γένος, αυτό των κατσαρίδων με σώμα ελέφαντα και φτερά πτερόσαυρου. Εδώ πια είχαμε μια θεμελιακή μετάλλαξη και αναβάθμιση του είδους. Δεν ήταν απλό πράγμα να κάνεις πια μιά με το νύχι για να τις ξεφορτωθείς, ούτε ήταν εύκολο να συνηθίσεις τον ανατριχιαστικό ήχο που έκανε το σώμα όταν έσκαγε με πάταγο κάτω από την παντόφλα που έπεφτε με δύναμη. Τι να κάνεις όμως. Σ’ αυτή τη ζωή όλα συνηθίζονται. Στις αρχές, μικρή και άπειρη, έτρεχα έντρομη και χτύπαγα τα κουδούνια στα διπλανά διαμερίσματα, ψάχνοντας τον ατρόμητο δολοφόνο που θα με απάλλασσε. Κάποιες φορές τον πετύχαινα, άλλες όμως, όταν η ώρα ήταν τέτοια που δεν μού πήγαινε να ξεσηκώνω τον κόσμο με τα σώβρακα και να τον στέλνω νυχτιάτικα στη μάχη, μάζευα με προσοχή τα μπογαλάκια μου και την έκανα για το ξενοδοχείο. Μια, δυο τρεις, δεν ήταν να το κάνω και σύστημα. Έπρεπε να μάθω να αντιμετωπίζω κι αυτό το πρόβλημα, μόνη μου. Αχ, αυτή η ενηλικίωση!


Αγόρασα ό,τι εγχειρίδιο υπήρχε στην αγορά, για να εξοικειωθώ, όπως «Οι φίλες μας οι κατσαρίδες», παραμύθια όπως «Ρούλα, Ρούλα η μικρή και ορφανή κατσαριδούλα», ξαναδιάβασα τη «Μεταμόρφωση» του Κάφκα, γέμισα τον τοίχο με εμψυχωτικά stickers όπως «Ι love katsarides» ή «Μια κατσαρίδα την ημέρα τον γιατρό τον κάνει πέρα», επισκέφτηκα σεμινάρια αυτοβοήθειας με τίτλο «Πώς να μάθετε να ζείτε με τις κατσαρίδες», πλήρωσα σε ψυχολόγους για να μάθω τι λέει ο Λακάν για το φόβο μπροστά στην κατσαρίδα, πήγα σε σχολή και παρακολούθησα μαθήματα ανώδυνης εξόντωσης κατσαρίδων, με βιολογικό μάλιστα τρόπο, και χωρίς χημικά και τα ρέστα, έκανα πρακτική εξάσκηση σε υπόγεια νοσοκομείων και κουζίνες εστιατορίων και με τον καιρό αφού μάζεψα ένα σωρό διπλώματα και βεβαιώσεις σπουδών κατσαριδολογίας, αισθάνθηκα πανέτοιμη να αντιμετωπίσω και αυτή την πλευρά της ζωής.


Οι κατσαρίδες στο δωμάτιο, συνέχισαν να παίζουν και να κάνουν θόρυβο, τόσο που δεν μπορούσα πια να συγκεντρωθώ και να διαβάσω. Είχαν μαζευτεί και άλλες πολλές, από τα διπλανά δωμάτια, είχε μαυρίσει το πάτωμα από το πλήθος. Κατά πως φαίνεται έκαναν πάρτι και ήταν όλες στο τσακίρ κέφι. Μερικές δε, μάλλον απ’ το πολύ πιοτό, είχαν ξεπεράσει τις αναστολές και το σύμφωνο συμβίωσης που είχαμε από κοινού υπογράψει και είχαν βάλει πλώρη για το κρεβάτι. Δώσε θάρρος στο χωριάτη, να σ’ ανέβει στο κρεβάτι!, μονολόγησα. Σαν φρουρός ακοίμητος στο κάστρο της Ωριάς είχα πιάσει θέση στο χείλος του κρεβατιού και με μοναδικό όπλο μια οδοντογλυφίδα πάσχιζα απεγνωσμένα να τις αποκρούσω.


Στην αρχή προσπάθησα να τις συνετίσω και να διαπραγματευτώ μαζί τους, τις έπιασα με το καλό, προσπάθησα να εξηγήσω τα δικαιώματά μου, τους έφερα το Σύνταγμα του σπιτιού, που και οι ίδιες είχαν αποδεχτεί και ψηφίσει, τις έπιασα μετά με το άγριο, αλλά πού. Αυτές το χαβά τους. Συνέχισαν να προκαλούν και ν’ αυθαδιάζουν. Να με αγνοούν και να σκαρφαλώνουν, να πατούν στα σεντόνια μου, στις κουβέρτες μου, να χορεύουν και να χέζουν προκλητικά στα βιβλία μου.


Δεν άντεξα άλλο, ένας εσμός ελεεινών κατσαρίδων να θέλει να κάνει κουμάντο στο κρεβάτι μου! Πήγα στο ντουλάπι και έφερα το μπουκάλι με το πετρέλαιο. Τις ράντισα μια μια, σταγόνα, σταγόνα. Τις έβλεπα να γυρνούν ανάποδα, να ξύνουν τις πλάτες τους στο στρώμα, να κουνάνε τα πόδια στον αέρα και να χαχανίζουν, οι γελοίες. Μ’ ένα σπίρτο, δεν υπήρχε πια τίποτα που να τις θυμίζει. Λαμπάδιασαν, τσιτσίρισε για λίγο το τροφαντό τους κρέας, και μετά καπνός.


Μ’ ένα δεύτερο σπίρτο λαμπάδιασε και το σύμφωνο συμβίωσης, και όσα χαρτιά είχαμε όλα αυτά τα χρόνια υπογράψει. Δεν θα χρειαζόταν πια. Δυο μπουκάλια bygone ήταν αρκετά για να σβήσουν κάθε ίχνος τους τόσο στο παρόν, όσο και στα χρόνια που μου έμελλε να ζήσω. Από δω και πέρα, οι κατσαρίδες ήταν εχθρός. Καμιά ανοχή, καμιά φιλία, κανένα κανάκεμα. Bygone και ξερό ψωμί!


Σάββατο 10 Απριλίου 2010

Μεθώντας για τη Νίκη της Ελλάδας στα 9/8



Δεν ξέρω πώς παίχτηκε σήμερα στα μέσα η περίφημη ενεργοποίηση του μηχανισμού σωτηρίας της χώρας. Για κάτι που το ‘χω σίγουρο όμως, λίγο με νοιάζει. Ως συνήθως, η κυβέρνηση θα το χαρακτήρισε σαν μεγάλη νίκη δική της και της Ευρώπης, ενώ η κλαψιάρα και αιωνίως διαμαρτυρόμενη αριστερά θα το είδε σαν τη μεγαλύτερη ήττα της χώρας από κτίσεως ΔΝΤ. Αλλά επειδή τόσο ο Ριζοσπάστης, όσο και η Αυγή δεν φτουράνε σε πωλήσεις όσο τα υπόλοιπα μεγαθήρια, και της Εspresso συμπεριλαμβανομένης, ο περισσότερος κόσμος θα πρέπει να ήταν εψές πανευτυχής.


Μετά από διήμερο κόλλημα στην ιστοσελίδα της Ναυτεμπορικής, να παρακολουθώ την κούρσα των spreads και με το κουτί τα υπογλώσσια από δίπλα για την περίπτωση που κάποιο από δαύτα θα την έκανα την κουτσουκέλα του και θα ξέφευγε πάνω από το διαρκώς μετακυλιόμενο ψυχολογικό όριο, έκλεισα επιτέλους τον υπολογιστή και πήρα ανακουφισμένη τους δρόμους. Τα spreads μετά τόσων μερών τρεχαλητό είχαν λουφάξει, και η χώρα δεν υπήρχε αμφιβολία, είχε πια σωθεί. Δεν πέρασε ώρα, και τα υπόγεια της πόλης, άρχιζαν σιγά σιγά να παίρνουν φωτιά.


Ο τυφλός πορτιέρης μου πρόσφερε το μπράτσο του και με βοήθησε ν’ ανέβω μαλακά τις σκάλες προς τον έξω κόσμο. Χωρίς αυτόν δεν θα τα είχα καταφέρει. Το δροσερό αεράκι της αυγής βοήθησε, αλλά μόνο για λίγο. Ο παρκαδόρος μου έφερε στη στιγμή τα κλειδιά και μ’ έχωσε στο αυτοκίνητο. Μου κούνησε μαντίλι και έκανε το σταυρό του, προφανώς παρακαλώντας τους αγγέλους να φτάσω σώα στο σπίτι, που απ’ ότι φαίνεται ήταν πολύ αισιόδοξος ότι θα το εύρισκα. Πήρα τη μεσαία λωρίδα, αυτό το θυμόμουν από άλλες φορές, στην αριστερή τρέχουν πολύ, σκέφτηκα, στη δεξιά την έχουν στημένη και κάνουν αλκοτέστ.


«Κράτα τα μάτια καρφωμένα στα στοπ του μπροστινού σου», παλιό ρητό κι αυτό που το θυμήθηκα πάλι από ένστικτο και φρόντισα να το εφαρμόσω χωρίς παρέκκλιση. «Στο κόκκινο σταματάμε πάντα» ήταν ένα άλλο ρητό που μου ήρθε κι αυτό σερί μαζί με το προηγούμενο. Βρήκα με ευκολία το φρένο, το πάτησα κάνα δυο φορές για να το δω και στην πράξη ότι φρενάρει, και έβαλα το κιβώτιο στο αυτόματο. Στερέωσα τα βλέφαρα μ’ ένα ζευγάρι οδοντογλυφίδες να τα κρατάω ανοιχτά, και έδεσα με σπάγκο το κεφάλι στο κάθισμα για να το έχω μόνιμα κρατημένο στην όρθια στάση. Σ’ όλο το δρόμο επαναλάμβανα με θρησκευτική ευλάβεια το μάντρα του καλού μεθυσμένου οδηγού μην και το ξεχάσω. Αυτό που καταλάβαινα μόνο ήταν ότι η κατάσταση ήτανε κρίσιμη, κι ότι δεν έπρεπε να γίνει λάθος.


Πρέπει να είχε περάσει ώρα πολύ, γιατί ο ήλιος με χτύπαγε στο δόξα πατρί, ενώ δεξιά κι αριστερά, αντί για τα πεζοδρόμια της Αλεξάνδρας έβλεπα παντού νερό. Νερό, κύματα, γλάρους, καραβάκια και από πάνω μου κάτι περίεργες σιδεριές, σαν δίχτυα να συγκρατούν τον ουρανό για όσους φοβόντουσαν ότι μπορεί να τους ερχόταν και στο κεφάλι. Σταμάτησα στο πρώτο ξενοδοχείο που βρήκα, και τότε έμαθα ότι μόλις είχα περάσει τη γέφυρα του Ρίο, του δικού μας, όχι της Βραζιλίας. Πάλι καλά σκέφτηκα, θα μπορούσα να είχα περάσει και τις πύλες του Αχέροντα απόψε. Ξάπλωσα, προσπαθώντας να φέρω στη μνήμη μου τι είχε συμβεί.



Αφού πληροφορήθηκα, όπως σας είπα, με ανακούφιση τον ελληνικό θρίαμβο στα ευρωπαϊκά φόρα, πήρα κι εγώ τους δρόμους να ενωθώ μ’ όλο το πλήθος που ξεμυτούσε για να γιορτάσει και να χαρεί. Φόρεσα τα καλύτερά μου ρούχα, χάιδεψα απαλά τη γούνα μου που προς στιγμήν είχα φοβηθεί ότι δεν θα την ξανάβλεπα, και άρχισα να ξεθάβω τα κοσμήματα από τον κήπο, όπου τα είχα κρύψει για το φόβο των Ιουδαίων. Μεγάλες στιγμές, να συνειδητοποιείς ότι μπορείς να ξαναείσαι πλούσια.


Κατηφόρισα την Αλεξάνδρας και χώθηκα στο υπόγειο του 9/8, ή του 8/9, θα σας γελάσω. Μέσα ο Γιώργος ο Σαρρής και η παρέα του από τους Ζιγκ-Ζαγκ τα ‘διναν όλα. Είχαν ανάψει τα όργανα, τα τέλια λιώνανε στα δάχτυλα, σπίρτο ν’ άναβες και ο αέρας θα ‘παιρνε φωτιά από την έξαψη και τ’ αλκοόλ. Ο κόσμος ξεφάντωνε, καιγότανε κοινώς το πελεκούδι. Η πίστα απ’ το τσιφτετέλι στέναζε, ο χώρος δεν ήταν πια αρκετός, στο λεπτό, το ρόλο της τον πήραν τα τραπέζια, κι όταν κι αυτά είχανε φρακάρει, οι γυναίκες μετακόμισαν στο μπαρ και το κυρίευσαν. Κανένα κορμί δεν ήθελε να μείνει αλύγιστο αυτό το βράδυ. Και τι βράδυ! Σαν να το ‘ξερε ο Γιώργος από πριν, σαν να τού 'χαν ρίξει τα χαρτιά τσίφτισσες τσιγγάνες, ότι χθες θα ήταν η πιο κατάλληλη μέρα για να κάνει την πρεμιέρα στο μαγαζί.


Κάθισα δίπλα στην πίστα για να έχω εύκολη την πρόσβαση, για να μπορώ να εκδηλώνω χορεύοντας, απρόσκοπτα τη χαρά για τη σωτηρία της πατρίδας μου, όταν κάπου στο βάθος πήρε το μάτι μου τρεις δυστυχισμένες υπάρξεις που μετά βίας προσπαθούσαν να πνίξουν τον καημό τους στο αλκοόλ και το τσιγάρο: την Κατερίνα, την Πεντανόστιμη και τον Swell. Έκανα πως δεν τους είδα. Δεν θέλησα να τους πλησιάσω μην και κολλήσω κάτι από τη δυστυχία τους. Ήταν διάχυτη παντού: στα πρόσωπά τους, στα ρούχα τους, στις κινήσεις τους, η Κατερίνα χωρίς ούτε ένα χρυσό περιδέραιο, μ’ ένα παλιοφούστανο του Ασλάνη πάνω της, κι η Πεντανόστιμη, μ’ ένα τρύπιο λαμέ φόρεμα. Και στη πίστα, καμιά ζωντάνια. Θαρρείς πώς σέρνονταν. Το ρεζίλι του μαγαζιού, ενώ ένα μέτρο δίπλα τους η χαρά και το κέφι κάνανε πάρτι.


Πόσο γρήγορα τους είχε φτάσει η φτώχεια θεέ μου! Πόσο γρήγορα τους είχε καταβάλει ακόμα και η σκέψη του ΔΝΤ; Και τι μουρτζούφλα! Κάθε λίγο και λιγάκι να φυσάνε και να ξεφυσάνε και να χτυπούν ο ένας την πλάτη του άλλου για παρηγοριά. Αριστεροί σου λέει ο άλλος. Καρμίρηδες, σου λέω εγώ. Εκεί όπου υπάρχει χαρά, αυτοί μόνο δυστυχία και βάσανα βλέπουν. Τι να πει κανείς. Μια ζωή στη λάθος ερμηνεία παγιδευμένοι.


Παρά δίπλα μου εντόπισα κάτι καλά παιδιά από τον έκτο στόλο, που είχαν προλάβει να αγκυροβολήσουν πολύ πριν από τον ερχομό του ΔΝΤ, αγκαλιαστήκαμε, φιληθήκαμε, θυμηθήκαμε τις παλιές καλές μέρες και τα ήπιαμε μέχρι το πρωί. Μέχρι την ώρα που ο τυφλός πορτιέρης με οδήγησε μαλακά από τις σκάλες πίσω στον πάνω κόσμο.


Πίσω μου το μαγαζί συνέχιζε ακόμα να δονείται απ’ τα τραγούδια του Γιώργου Σαρρή και του Δημήτρη Ζμπέκου, από έντεχνα άλλων συνθετών, από γνήσια παλιά λαικά, από ζειμπέκικα, απ' ό,τι ποθεί η ψυχή σου τελικά. Μαζί στην παρέα ήταν κι η Ρίτσα Ποζιού και ο Αλέξης Σδρίν με καταπληκτικές, καθαρές φωνές, όλο ζεστασιά, υγεία και ζωντάνια.


Χαλάλι τους, παρά το μεθύσι, και παρά το χοντρό χουνέρι που έπαθα με την τροχαία. Ένα βράδυ στο τμήμα όπως και να το κάνουμε είναι εμπειρία. Ολα τα υπόλοιπα, περί Ρίου και γλάρων και νερών, μάλλον θα τα ονειρεύτηκα. Ή πάλι, δεν είμαι σίγουρη. Μπορεί και η Τροχαία να ήταν το όνειρο. Αφήστε με, δεν ξέρω ακόμα...


Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2010

Η Σύναξη των Γηραιών Κυριών


Οι χήρες δεν είναι πια όπως παλιά, όταν μετά το ξόδι του μακαρίτη μαυρο-μαντιλοδένονταν και κλείνονταν ερμητικά στο σπίτι, με μόνη τους παρηγοριά την έξοδο το Σάββατο στην εκκλησιά και το προσκύνημα την Κυριακή στο μνήμα, να κλάψουνε, οι έρμες, να πλαντάξουνε, να δουν λιγάκι άσπρο φως, να τους χαϊδέψει ο καθαρός αέρας το τσουλούφι, να ριγήσουνε στο σκίρτημα του αέρα, να μερακλώσουνε στο κελάηδημα των πουλιών, να κουτσομπολέψουνε τη τροφαντή τη χήρα στο παραδίπλα μνήμα, και άμα λάχει να ρίξουνε και καμιά κρυφή ματιά στον Μήτσο, τον χήρο, τον Λεβέντη, τον Σεβνταλή.


Αυτό το τελευταίο όμως, πολύ κακό. Κανονικά τα μνήματα δεν θα έπρεπε να ήτανε μικτά, με τους χήρους να γλυκοκοιτάζουνε τις χήρες, να τις ορέγονται και να τις κολάζουν. Σε άλλο οικόπεδο θα έπρεπε να ξεχαρμανιάζουνε οι μεν, και σε άλλο οι δε. Έλα όμως που η εκκλησία, φιλεύσπλαχνη και συμπονετική, κάνει τα στραβά μάτια θέλοντας να δώσει και μια δεύτερη αβάντα σ’ αυτές τις καψερές κι από τη μοίρα αδικημένες.


Οι χήρες, από μια ηλικία και πάνω, συνιστούν από μόνες τους μια πολυπληθή κοινωνική κατηγορία, μιας, για να μη τα ξαναλέμε, θες η φύση, θες η μοίρα κι ο θεός μαζί, βρέθηκαν να είναι αυτές οι ίδιες επιφορτισμένες με το καθήκον να ρίχνουν την τελευταία φτυαριά φρέσκο χώμα στο τάφο των συζύγων τους. Απεναντίας, οι χήροι δεν κατόρθωσαν ποτέ να συγκροτήσουν κοινότητα, παρά συνεχίζουν ν’ αποτελούν ένα μεμονωμένο, σποραδικό περιστατικό. Κι από πάνω θλιβερό, μιας και ένας χήρος συνήθως βολοδέρνει, παρακμάζει και μαραίνεται, ενώ, αντίθετα οι χήρες όσο περνάνε τα χρόνια όλο παίρνουν και ανθίζουν. Κοντολογίς, η χηρεία είναι για πολλές μια δεύτερη νιότη, μια νέα ευκαιρία ζωής. Και το γλεντάνε όσο δεν παίρνει.


Σήμερα για καφέ στης Πιπίτσας, 79 χρονών η Πιπίτσα, αύριο για να δοκιμάσουνε την πίτα της Μαρίκας, 82 χρονών η Μαρίκα, ενώ την άλλη στης Ελευθερίτσας για μπιρίμπα, και την παρα-άλλη στης Ρόζας για τα χρόνια πολλά. Κι όσο μεγαλώνουν στα χρόνια, τόσο μακραίνουν και προστίθενται και τα υποκοριστικά. Όσο για ευκαιρίες για συναντήσεις, μη το ψάχνετε. Υπάρχουν πολλές. Μια γιορτάζει ο ένας γιος, μια ο άλλος, μια τα εγγόνια, μια οι νυφάδες και οι συνυφάδες, μια η συγκέντρωση που έχουν οι συμμαθήτριες, που δόξα τω θεώ κάνουνε ακόμα μια τάξη, όρεξη να υπάρχει, να βαστάνε τα πόδια και η μέση και τα ταξί να μην έχουν κατεβεί σε απεργία.


Τις προάλλες, γιόρταζε η Μαρίνα. 83 χρονών η Μαρίνα, κοτσονάτη όμως και καλοβαλμένη. Με τα κομμωτήρια, με τα μανικιούρ, με τα σέα της, τα μέα της και τα χρυσαφικά της, τα πόδια όμως αδύναμα και το κουράγιο για τραπεζώματα, μικρό έως ανύπαρκτο. Λύσεις βέβαια υπάρχουν, σε κάποιο από τα ταβερνεία της πόλης, με το μενού και το ντεκόρ προσυμφωνημένα από τα πριν, με τα σερβίτσια και τα τραπεζομάντιλα φερμένα κολλαριστά από το σπίτι, μια ημι-σπιτική κατάσταση δηλαδή, για να μην τις λένε και εντελώς ανοικοκύρευτες και ακαμάτρες.


Το πρόβλημα όμως που μέρες τώρα γυροφέρνει τη Μαρίνα και τα βράδια γίνεται τανάλια που της σφίγγει το κεφάλι είναι τα δώρα που θα πρέπει να κάνει στις καλεσμένες της. Καλομαθημένες οι δικές σου, μετά από κάθε γιορτή, το περιμένουν το δωράκι. Αναμνηστικό σου λένε, και σουφρώνουν μύτες και στόμα, τι να σουφρώσουν δηλαδή(;), τα ήδη σουφρωμένα(;), άμα δεν το βρούνε στο τέλος στο τραπέζι. Φέτος η Μαρίνα όμως δεν μπορεί να ξοδέψει. Αρκετά σπατάλησε το μήνα πριν, έχει και τα γεράματα μπροστά της να φροντίσει. Έτσι κατέληξε να αγοράσει ένα μόνο δώρο, κάπως καλό και να το βγάλει στη λοταρία. Της άρεσε η ιδέα και την επομένη κατέβηκε στα μαγαζιά να την πραγματοποιήσει.


Ήρθε κι η μέρα του τραπεζώματος, οι καλεσμένες κατέφθασαν όλες, εκτός από μια, που της πονούσαν φριχτά τ’ αρθριτικά, λυπήθηκε όμως πολύ που δεν θα μπορούσε να παρευρεθεί, και αντ’ αυτής έστειλε μια γλάστρα με μανόλιες, έφαγαν, ήπιαν, τραγούδησαν, γέλασαν άφοβα με τα σόκιν της Ερμιόνης, πείραξαν λιγάκι πιο άγαρμπα τους σερβιτόρους, ούτε μια φορά δεν αναφέρθηκαν στους μακαρίτες, έστω για τα μάτια, επαίνεσαν τα ορντέβρ και τα φαγιά· τα ψάρια, όλες συμφώνησαν πως ήταν πράγματι φρέσκα, αφού το μάτι ακόμα και ψημένο ήταν ζωηρό και γυάλιζε, ετίμησαν δεόντως την τούρτα και τον καφέ, και στο τέλος έφτασε η ώρα να μοιράσουν τους λαχνούς που θα αναδείκνυαν τη μια και μοναδική τυχερή.


Το πακετάκι ήταν μικρό, όχι όμως τόσο μικρό που να φέρνει σε κόσμημα, ούτε πολύ μεγάλο που να φέρνει σε κάτι ακριβό. Αυτό δεν άρεσε και πολύ στις γριές που κόντευαν ν’ ανεβάσουν πίεση απ’ την αγωνία. Στριφογύριζαν στις καρέκλες, υπήρχε και η φυσική νευρικότητα που συνοδεύει το κρασί, αλλά τίποτα παραπάνω.


Ο λαχνός ήρθε κι έπεσε στη Σοφία. Αυτή ήταν νεώτερη. Θα πατούσε τα 80 την άνοιξη. Με επιδεικτικά αργές κινήσεις άρχισε να ξετυλίγει την κορδέλα και το περιτύλιγμα, κάνοντας τις άλλες να σκάνε από περιέργεια. Η Μαρίνα καθόταν στην άκρη όσο πιο διακριτικά μπορούσε και περίμενε.


Δεν είχε προλάβει καλά καλά ν’ ανοίξει το κουτί, όταν 13 αλλόφρονα Αααα, που σαν χαλασμένα ελατήρια ξεπετάχτηκαν απ’ τα γεροντικά λαρύγγια, ήρθαν και ενώθηκαν την ίδια ακριβώς στιγμή σε μια διαβολικά ανατριχιαστική στριγκλιά. Με τέτοια τσιρίδα κανείς μακαρίτης δεν θα έμενε ήσυχος αυτό το βράδυ. Η Σοφία είχε μόλις κερδίσει ένα στρινγκ. Και παναθεμά τηνε, μπορεί να ήταν η νεώτερη, ήταν όμως και η πιο χοντρή!


Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2010

Η Ανταρσία των Νερών


Πέρασα τη νύχτα παλεύοντας με τo νερό. Όλα άρχισαν με τις δυο σταγόνες που έπεσαν απ’ το ταβάνι αφήνοντας ένα μικρό λεκέ στο τραπέζι. Γύρισα το κεφάλι κατά πάνω μα δεν είδα κάτι. Μετά ακούστηκε κι άλλο ένα πλαφ, απαλό σα χνούδι, λίγα εκατοστά παρά δίπλα. Και μετά άλλο ένα, απαλό σα νιφάδα. Δεν πέρασε ώρα, όταν μια μεγάλη σταγόνα έσκασε στο πάτωμα με κρότο. Σα μολύβι ήρθε και κάθισε. Έκανα να σηκωθώ να δω καλύτερα, μα δεν χρειάστηκε, το πάτωμα είχε μαζέψει κιαυτό νερό, κοντά στον πόντο. Κοίταξα πάλι ψηλά. Το ταβάνι ήτανε σαν νάχε δακρύσει. Νερό έσταζε απ’ τις άκρες, απ’ τη μέση, από παντού.


Έξω είχε καθαρό ουρανό. Αστροφεγγιά κι ένα φεγγάρι ολόγιομο, να το πιεις στο ποτήρι. Όσοι αυτή τη νύχτα ταξίδευαν καταμεσής στο πέλαγος, θα πρέπει να έκαναν ήσυχο ύπνο. Έφερα όσους κουβάδες και λεκάνες είχα και τους αράδιασα στη σειρά. Να μαζέψω ό,τι προφτάσω.


Δεν πρόφτασα όμως. Στο μπάνιο γινόταν πανδαιμόνιο. Οι βρύσες θαρρείς και είχαν συνεννοηθεί όλες μαζί και έκαναν του κεφαλιού τους. Είχαν ανοίξει τα γκάζια τέρμα, έτρεχαν με ορμή, γέλαγαν, έκαναν σκέρτσα, πιτσιλούσαν η μια την άλλη, πιτσιλούσαν τον τοίχο, το πάτωμα, το ταβάνι, με χλεύαζαν, κι ούτε που μ’ άφηναν να τις αγγίξω. Πήγαινα να τις κλείσω κι αυτές έκλειναν από μόνες τους. Όταν απομακρυνόμουν, αφήνιαζαν κι έτρεχαν με ακόμα μεγαλύτερη ορμή. Ήταν φανερό πια, ποιος έκανε το κουμάντο σ’ αυτό το σπίτι. Η μπανιέρα είχε γεμίσει την κοιλιά της κι από στιγμή σε στιγμή απειλούσε ν΄ αδειάσει το φορτίο στο πάτωμα. Το καζανάκι άδειαζε και γέμιζε στη στιγμή, πατώντας πάνω στο ρυθμό της μουσικής που παίζανε οι βρύσες. Έκανε μάλιστα και φιγούρες, γυρίζοντας ακανόνιστα το στρόβιλο μια απ’ τη μια μεριά, μια απ’ την άλλη.


Ίδια κατάσταση επικρατούσε και στη κουζίνα. Ο νεροχύτης είχε ξεχειλίσει από ώρα, τα νερά είχανε καταλάβει το πάτωμα και τα πιάτα μαζί με τα ποτήρια πλέανε βαρκούλες γύρω από τις κατσαρόλες, που έκαναν τάχατες πως ήτανε νησιά. Το πλυντήριο, σαν πιο δυσκίνητο άργησε να μπει στο χορό. Άμα όμως μπόρεσε να ξεκουνηθεί, τούδωσε και κατάλαβε. Έβαλε τη μηχανή μπροστά, καταβρόχθισε μπόλικο απορρυπαντικό, γύρισε τη μανιβέλα, και όταν έφτασε στις σωστές στροφές άρχισε να πετάει κι αυτό νερά, μπουρμπουλήθρες και σαπούνια. Μη τυχόν και χάσει το πανηγύρι.


Κάθισα στην άκρη και χάζευα, μη μπορώντας να επιβάλλω κανενός είδους πειθαρχία. Ούτε που ποτέ μου μπορούσα να φανταστώ πόσο νερό έκρυβε αυτό το σπίτι στα σωθικά του. Αποκαμωμένη έσυρα στο κρεβάτι να ξαποστάσω. Σφάλισα γερά την πόρτα και έβαλα στη χαραμάδα από κάτω όσες πετσέτες είχα στα συρτάρια. Και σεντόνια και κουβέρτες, και ρούχα, το βιός μου όλο.


Ξύπνησα από έναν ήλιο εκτυφλωτικό που μου έκαιγε τα βλέφαρα. Έκανα έτσι το χέρι να πιάσω το ρολόι και έπιασα κάτι γλιστερό. Γύρισα να κοιτάξω. Ήταν ένα ψάρι απορημένο κι αυτό, όπως κι εγώ. Πέρα στον ορίζοντα ζύγιαζε τα φτερά του ένας γλάρος. Ενώ ο ήλιος είχε ανάψει φωτιές στις κορυφές των κυμάτων. Τα σεντόνια ανέμιζαν στο κατάρτι και γω έπλεα καταμεσής του ωκεανού.


Είχαν, δεν είχαν, τα είχαν καταφέρει να με πετάξουν έξω. Το σπίτι, ούτε που μπορούσα πια να το διακρίνω.


Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2010

Ο Άγιος Τερλέγκας


Κλεισμένη στη καμπίνα με μοναδική παρέα τις τέσσερις καθηγήτριες της Καρυστιάνη, προσπαθούσα κάποιο χειμώνα να σκοτώσω 30 και κάτι ώρες σερί στη θάλασσα. Αφιερωμένο σ’ έναν από τους πολλούς άγιους της μοναξιάς, το βιβλίο, μόλις που είχε πρωτοκυκλοφορήσει. Τέσσερις καθηγήτριες εγκλωβισμένες σ’ ένα νησί, όπου παραμονεύουν η κατάθλιψη και η απογοήτευση, η διάψευση της ελπίδας, η ερημιά, η πλήξη και η τρέλα.


Τέσσερις καθηγήτριες, που πότε στο δωμάτιο της μιας, πότε στο δωμάτιο της άλλης, συνοδεύουν τα βράδια το ουίσκι τους με τα κόλλυβα που μαζεύει η θεολόγος από τα μνημόσυνα των παππούδων των μαθητών της, ακούνε Τερλέγκα και ανακυκλώνουν διαψεύσεις, ματαιώσεις, χυλόπιτες και κέρατα δίφορα. Τα ίδια και τα ίδια δηλαδή, ψιλοπλέκοντας καημούς γύρω από το βρόγχο τον ίδιο που τις πνίγει.


Κλειστοφοβικό το νησί, κλειστοφοβική κι η καμπίνα. Το βιβλίο το γύρισα μπρος πίσω δυο φορές. Κι ακόμα λιμάνι να δέσουμε.


Πέρασα το υπόλοιπο ξαπλωμένη με τα μάτια καρφωμένα στον πάτο της πάνω κουκέτας και το μυαλό σφηνωμένο στο κωλονήσι και την παρακμή του, στην υγρασία που ξέφτιζε τη μπογιά κι άφηνε σχήματα στους τοίχους, στα ξεθωριασμένα μανιτάρια που κάποτε φώτιζαν ένα κήπο, κυρίως όμως στον Τερλέγκα. Δεν έλεγα να χωνέψω πώς κάποιος με τέτοιο όνομα μπορούσε να κάνει τις καθηγήτριες να σφαδάζουν και να λύνονται, να αγκαζάρουν το ταξί και να κάνουν ίσαμε και πέντε φορές το γύρο του νησιού παίζοντας και ξαναπαίζοντας στο κασετόφωνο τα τέσσερα ωραία του. Κι από πάνω, πώς κατάφερνε να κάνει τη φιλόλογο κάθε φορά που κατέβαινε Αθήνα, να τρέχει στο καψουρομάγαζο της Εθνικής που τραγουδούσε, φρούριο από νάιλον, λαμαρίνα και νοβοπάν, για να εισπράξει το σεβντά των στίχων του. Πώς να ήταν άραγε ο Τερλέγκας;


Κάποια στιγμή έφτασα στον προορισμό μου και τον ξέχασα. Με κυρίεψαν καινούργιες περιέργειες, και τις παλιές τις στοίβαξα στην πλάτη μαζί με τις παλιότερες. Πού καιρός για Τερλέγκα και αναμνήσεις, μελαγχολίες και σεβντάδες. Ο χρόνος μ’ έτρεχε με τα χίλια γι αλλού. Ένα «αλλού» όμως, που πριν ξεφτίσει, είχε κρατήσει χρόνια.


Μια νύχτα εκεί που οδηγούσα αδέσποτη στα σκοτεινά, στις παρυφές της πόλης, τον είδα. Είδα το ίδιο γνώριμο ελεεινό φρούριο από νάιλον, λαμαρίνα και νοβοπάν. Η επιγραφή που αναβόσβηνε ξέθωρα, μου μηνούσε ότι δεν έκανα λάθος. Χωρίς να διστάσω στιγμή έστριψα κατά κει, έσπρωξα τη πόρτα και μπήκα. Κάθισα στο μπαρ, σε μια γωνιά πασχίζοντας να βολευτώ στο ημίφως και το θόρυβο. Το μαγαζί φίσκα, τα τραπέζια κολλητά ο αέρας πηχτός, η ατμόσφαιρα πνιγηρή. Μου ήταν αδύνατο και ν’ ακούσω και να δω. Μπήκα στη θέση της Καρυστιάνη, που ποιος ξέρει τι την έσπρωξε και τόνε διάλεξε ανάμεσα σε μυριάδες άλλους. Τη φαντάστηκα να κάθεται κι αυτή σε μια γωνιά και να παρακολουθεί από μακριά και να μαντεύει. Να ‘ρχεται και να ξανάρχεται. Και στο τέλος μάλιστα να συνηθίζει και να της καλοαρέσει.


Κάποια στιγμή, το απότομο δυνάμωμα της ορχήστρας, οι προβολείς που στράφηκαν προς το μέρος της πίστας και οι φωνές που γίνηκαν ξεφωνητά, μού δήλωναν πως ο Τερλέγκας όπου να ‘ναι θα έβγαινε να λαδώσει κι απόψε καρδιές, για να τις κάψει. Με τους προβολείς ακόμα αναμμένους έστριψα το κεφάλι στην αίθουσα. Πέρασα νοερά τα πρώτα τραπέζια, μετά τα δεύτερα, κι όταν πια την είχα εξερευνήσει όλη μέχρι και τη τελευταία της γωνιά, ακόμα και πίσω απ’ τις κολώνες, δεν είχα καμιά αμφιβολία ότι στην αίθουσα απόψε δεν υπήρχε κανείς πέρα από γυναίκες.


«Μπα, κάθε βράδυ το ίδιο είναι», μου είπε ο σερβιτόρος.


Το μυαλό μου πήγε πάλι πίσω στην Καρυστιάνη, και το βιβλίο της. Δεν ήταν μόνο η Μαρκουλάκη που τρύπωνε στο ξενυχτάδικο της Εθνικής. Εδώ επρόκειτο για πόλη ολόκληρη. Κάτι έπρεπε να γίνει και μάλιστα γρήγορα...


ΥΓ. Ο 'Αγιος Τερλέγκας δεν θα μπορούσε να σταθεί στα πόδια του αν δεν είχε την ευλογία της "Αγίας Καψούρας" της εξαίσιας Κατερίνας.


Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2010

Η Όπερα της Λαϊκής


Τη βόλτα στις λαϊκές αγορές την περίμενα πάντα με μεγάλη χαρά. Ειδικά αν έπεφτε Σάββατο, οπότε και είχα όλο το χρόνο για χασομέρι. Παλιά τις λέγαμε παζάρια και έτσι τις λένε ακόμα και σήμερα στη γενέθλια πόλη μου.


Η πιο μεγάλη φάση γινόταν στην κεντρική, τη μεγάλη λαϊκή με τους δεκάδες έως εκατοντάδες πάγκους που έστηναν απ’ τα αξημέρωτα οι αγρότες, οι μπαξεβάνηδες, οι μικροπωλητές, οι τενεκετζήδες, οι αυγουλάδες, αργότερα οι ρωσσοπόντιοι με την ευτελή στην αρχή, αλλά τόσο εξωτική στα μάτια μας πραμάτεια, μετά καθώς περνούσαν τα χρόνια και οι ρωσσοπόντιοι εγκαθίσταντο σε μονιμότερα στέκια, τη θέση τους έπαιρναν νιόφερτοι αφρικάνοι με πανηγυρτζίδικα γκαζτετάκια, για να τη δώσουν στη συνέχεια στους κινέζους με τα ρούχα και τα αυτοσχέδια μπουντουάρ από χαρτόκουτα-δοκιμαστήρια, που στήνανε στα πεζοδρόμια.


Και μέσα σ’ όλο αυτό το πανηγύρι, διαχρονική σταθερά οι γύφτοι, έμποροι επίμονοι και επιδέξιοι στα χαλιά και στις αθάνατες πλαστικές καρέκλες.


Όλοι μαζί, όλοι αντάμα, χύμα στο κύμα, χίλιες φωνές, χίλιες μυρωδιές, χίλια συναπαντήματα, μια αυτοσχέδια χορωδία ετερόκλητων φωνών, που με τη μουσική υπόκρουση των καροτσιών που σέρνονταν, συνέθεταν κάθε Σάββατο την Όπερα της Λαϊκής.


Δεν πέρασε Σάββατο που να μην υπήρχε και μια έκπληξη. Μικρή ή μεγάλη. Πιθανόν για τα δικά μου μάτια μόνο, μιας και κάπου κάπου προσπερνώ τα μεγάλα κι αποθεώνω τα μικρά και τ’ αναπάντεχα. Δεν ήταν λίγες οι φορές που είχα δει τους πάγκους να μετατρέπονται στη στιγμή, άλλοτε σε αυτοσχέδιες θεατρικές σκηνές κι άλλοτε σε μουσικές. Δεν ήταν λίγες οι φορές που είδα γύφτισσες νιές και μεσόκοπες να βάζουν στην μπάντα ηλικία και δισταγμούς και να σαλτάρουν στον πάγκο με τα ρούχα ξεσπώντας σε χορούς λιγωτικούς. Και δώστου από κάτω ο κόσμος να χειροκροτά και να σιγοντάρει και να σιγομουρμουρίζει. Και με τη βία να συγκρατείται, απ’ το ν’ ανέβει κι αυτός πάνω στην πίστα. Και πάνω ο ήλιος να μεσουρανεί και να πυρώνει, κι ο ιδρώτας να κυλά και να ποτίζει τα τελάρα δίπλα, μεταγγίζοντας στα φρούτα λίγους απ’ τους χυμούς των τσιγγάνικων κορμιών.


Πιο κάτω ήταν συνήθως στημένος πάγκος με φρούτα, που για χρόνια εκτελούσε χρέη μουσικής σκηνής με σταθερό πρόγραμμα και με μπαλέτο μάλιστα, από τις κατά καιρούς φιλενάδες των φρουτάδων. Το κασετόφωνο στο τέρμα, λαϊκά καψούρικα του σκοτωμού, παλαμάκια σε συγχρονισμό και κουνήματα του κορμιού, σε συγχρονισμό κι αυτά. Ψώνιζα πάντα απ’ αυτούς για ν’ ακούω τα λαϊκά και να γλιτώνω φράγκα. Δεν ξέρω πως τα κατάφερναν αλλά είχαν οι μπαγάσηδες τις πιο χαμηλές τιμές στη λαϊκή και το καλύτερο πρόγραμμα. Από ποιότητα, δε βαριέσαι. Χόρταινε η ψυχή, κι αυτό έφτανε.


Σήμερα πέρασα, που ‘χα καιρό, απ’ τον Σωτήρη, τον φίλο μου τον φασολά. Σωστό γομάρι, με τετράγωνο κορμί και ολοστρόγγυλο κεφάλι. Κορμί γίγαντα, όμως καρδιά παιδιού. «Πάρτε κόσμε φασόλια, φακές, ρεβίθια. Πάρτε! Εδώ ο Βραστερούλης! Εδώ ο Βραστερούλης!». Πώς να μην τον έχω, τον Βραστερούλη, στην καρδιά μου. Κι ας μ’ έκλεβε στην αρχή στα ρέστα.


Πέρασα κι απ’ τον Κώστα τον ψαρά, που είναι φίλος μου κι αυτός. Μου δίνει φρέσκο ψάρι, έτσι λέει, αλλά κυρίως μου τα δίνει με μεγάλη έκπτωση και μάλιστα ώρες πριν αρχίσει να ρίχνει τις τιμές. 30%, καμιά φορά και 50% λιγότερο. Με λυπάται φαίνεται και με συντρέχει έτσι κακόμοιρο που με βλέπει. «Πού ήσουν τα Χριστούγεννα Κώστα», τον ερώτησα; «Στην Αλβανία», μου απάντησε, «πήγα να δω τους δικούς μου». «Άντε ρε», του λέω. «Δεν θα μου περνούσε καθόλου απ’ το μυαλό!».


Στο έβγα της λαϊκής, στο δρόμο πια για το σπίτι, πήγα να χαιρετίσω και τον λουλουδά. «Τι θα πάρεις σήμερα, κυρά μου;» «Πιάσε ένα μάτσο καλεντούλες», «Άντε, για σένα, πάρε κι ένα μάτσο βιολέτες, κι έχει ο θεός!». «’Εχει», του λέω, «για σένα πάντα θα έχει!».


Πράγματι στις λαϊκές έχει τόσα, που ακόμα κι ο θεός θα τα ζήλευε!


Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2010

Τα είκοσι μικρά πακέτα


Πάνω στο μπουφέ βρήκα αραδιασμένα καμιά εικοσαριά πακετάκια, μικρά μικρούλικα, άντε δυο φορές το μέγεθος ενός σπιρτόκουτου, με χριστουγεννιάτικο περιτύλιγμα, και χρωματιστή κορδελίτσα, διαφορετικό χρώμα για το καθένα, μη τυχόν και τα μπερδέψει στη μοιρασιά.



«Καλέ, δεν έχετε εδώ κανένα κάθισμα για τις γριές;», ήταν η μόνιμη επωδός κάθε φορά που έμπαινε σε κάποιο μαγαζί πάνω στον μεγάλο εμπορικό δρόμο της μικρής της πόλης, αμέσως μετά το «γεια σας κούκλες μου!». Κοτσονάτη για τα χρόνια της, κάθε πρωί σχεδόν, αφού τέλειωνε το μαγείρεμα και το υποτυπώδες συγύρισμα, -ποιος να της χαλάσει τι;, μόνη της έμενε εδώ και τριάντα χρόνια-, έπαιρνε το δρόμο για το κέντρο της πόλης, πάντα με τα πόδια. Δυο πάνω κάτω τα χιλιόμετρα ως τα πρώτα μαγαζιά, κι άλλα δυο το λιγότερο, για να φέρει το γύρο της αγοράς, αλλά η επιστροφή τα τελευταία χρόνια, γινόταν πάντα με το λεωφορείο. Τα πόδια γερά, μα ήταν η πλάτη που την πέθαινε στον πόνο, σαν τσιγκέλι είχαν γίνει οι σπόνδυλοι από τα χρόνια και τα βάρη που έσυρε, κι αν δεν ήταν αυτός ο πόνος που την φρέναρε, θα έπαιρνε ποδαρόδρομο και την ατέλειωτη ανηφόρα της επιστροφής, κι ας ήταν σχεδόν πάντα φορτωμένη με σακούλες. Τρόφιμα οι πιο πολλές, μα και μικροπράγματα και ψιλολοϊδια, μικρά, ευτελή λάφυρα, ίσα-ίσα να δικαιολογούν την καθημερινή εξόρμηση στην αγορά.


Κάποια μαγαζιά έκλειναν, άλλα καινούργια άνοιγαν, οι ιδιοκτήτες άλλαζαν, άλλοι έρχονταν στη θέση τους, το εμπόρευμα άλλαζε, μα αυτά δεν ήταν λόγος να την κρατούνε μέσα. Κάποιοι γέροι, που έζησαν ολάκερη ζωή σε ένα μόνο μέρος, μην αντέχοντας αυτές τις αλλαγές, μην έχοντας τα κότσια να παρακολουθούν το σκηνικό της πόλης που άλλαζε, και τους καινούργιους ανθρώπους που την έντυναν, κλείνονταν στον εαυτό τους, παραιτούνταν και μαράζωναν. Όχι όμως αυτή. Δεν έβλεπε αυτούς κι αυτά που έφευγαν. Παρά μόνον αυτά που έρχονταν. Την πόλη την ένοιωθε πάντα γεμάτη, πάντα ζωντανή, πάντα έτοιμη να μιλήσει και να διηγηθεί. Ο κόσμος, η κίνηση, η φασαρία την ξανάνιωναν, της έδειχναν τη ζωή που έτρεχε ακάθεκτη, κι ας μην μπορούσε η ίδια πια να τρέξει. Μπορούσε όμως να την παρακολουθεί από την άκρη, από το πεζοδρόμιο, κι όχι από τη λεωφόρο που ήταν πιασμένη απ’ τους νεότερους, και προπαντός όχι από το σπίτι που θα ήταν και η καταδίκη της, με μικρές ασυνέχειες, με συχνές στάσεις, με κοντανασαίματα, με πόνους στην πλάτη και τη μέση, αλλά ενάντια σ’ όλα αυτά τα βαρίδια της ηλικίας παρέμενε παρούσα στο γίγνεσθαι απαιτώντας όλο και μεγαλύτερο μερτικό.


Της αρκούσε που η πόλη ανέπνεε. Και που μπορούσε ακόμα η πόλη να μεταγγίζει την ανάσα της στην ανάσα τη δική της και ο παλμός της να συγχρονίζεται και να ενισχύει και τον δικό της παλμό. Αν η πόλη μοιάζει σε άλλους με βαμπίρ που τους στεγνώνει το αίμα και τους στέλνει, σ’ αυτή έμοιαζε με μάνα που χαρίζει ζωή.



Παραμονή πρωτοχρονιάς έριξε τα πακετάκια στην τσάντα για τα ψώνια και πήρε πάλι το δρόμο για την πόλη και τα μαγαζιά. Χρονιάρα μέρα, δεν υπήρχε περίπτωση να μην φιλέψει μ’ ένα δωράκι τις «κούκλες» της, που όλη τη χρονιά με προθυμία τής έβγαζαν το πιο μαλακό κάθισμα του μαγαζιού για να ισιώσει λίγο τη πλάτη, να πάρει μια ανάσα, να πει μια κουβέντα χαλαρή.


Εγώ όμως που την ξέρω καλά, θα πρόσθετα ότι με δωράκι αυτό δεν εξοφλούσε μόνο τη φιλοξενία της χρονιάς που είχε περάσει, αλλά το έβαζε σαν υποθήκη και για το κάθισμα της χρονιάς που ερχόταν, μιας και δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία ότι η πόλη κι αυτή τη χρονιά θα τής έκανε τη χάρη να τη νταντεύει και να την κρατάει ζωντανή.

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2009

Οι «Άλλοι» των Ψηλών Βουνών


Παρασκευή βράδυ, σε σπίτι φίλων που μόλις είχαν γυρίσει από πολυήμερο trekking στα βουνά της βόρειας Ινδίας, στα χαμηλά των Ιμαλαΐων και μέχρι τα 5,000 μ. δηλαδή, κι όχι παραπάνω, χάζευα με έξαψη όσες φωτογραφίες είχαν καταφέρει να τραβήξουν τις ώρες που δεν έβρεχε, τις ώρες που δεν αναγκάζονταν να περάσουν κάποιο ορμητικό ρέμα, τις ώρες που δεν είχαν τις αισθήσεις τεντωμένες μπρος τις απαιτήσεις ρημαγμένων παγετώνων με τις απύθμενες, κρυφές ή φανερές, ρωγμές.

Στα χαμηλά, εκεί που τελειώνει ο δρόμος και αρχίζει πια η αναμέτρηση με το βουνό, η ζέστη πολλή, ενώ στο πέρασμα στα ψηλά, το κρύο αφόρητο. Και ανάλογος κι ο εξοπλισμός που πρέπει να καλύπτει όλες αυτές τις διαφορετικές κλιματικές ζώνες, και φυσικά οι σκηνές, οι υπνόσακοι, οι χύτρες, τα φαγητά, το νερό, τα ξύλα για τα ψηλότερα γυμνά και παγωμένα μέρη, τα σχοινιά, το φαρμακείο και άλλα ποικίλα χρειαζούμενα για τα καθημερινά και τ’ αναπάντεχα.

Βοηθοί πολύτιμοι σε τέτοιου είδους περπατήματα, οι σέρπας. Γεννημένοι στα βουνά και μαθημένοι στα υψόμετρα, με στοιχειώδη δικό τους εξοπλισμό, ούτε καν ένα ζευγάρι παπούτσια της προκοπής, δεν το ‘χουν σε τίποτε να ζαλικώνονται τον εξοπλισμό των άλλων και να σκαρφαλώνουν και να ισορροπούν ανάλαφροι και ακριβείς, με την πυξίδα και τον χάρτη ενσωματωμένα σε μόνιμη θέση στο κεφάλι τους. Και πάντα αλάνθαστοι.

Τους έβλεπα στις φωτογραφίες, τους περιεργαζόμουν με προσοχή, χωρίς όμως να μπορώ να ξεχωρίσω πρόσωπα και διαθέσεις. Ένα ασκέρι από 35 άτομα, μονίμως φορτωμένοι, με το κεφάλι κάτω σκυφτοί, και μονίμως σε κίνηση. Ακούραστοι, εξυπηρετικοί, ευγενικοί, αλλά από άλλα μέρη, από άλλους κόσμους. Τι να πεις, τι να σου πουν. Θαρρείς, δεν ήταν μάνα αυτή που τους έφερε στον κόσμο, παρά τίποτε μυστήρια πνεύματα και ξωτικά των βουνών, παρά τίποτε αλλόκοτοι θεοί, απ’ αυτούς με τα δεκάδες χέρια που βλέπουμε να πλημμυρίζουν μοναστήρια και ναούς.

Είχαν τελειώσει πια οι φωτογραφίες, το μπουκάλι με το κρασί είχε πιάσει πάτο και η νοερή περιπλάνηση στα υψίπεδα ανάμεσα στα σύνορα Ινδίας και Νεπάλ, έσβηνε κι αυτή σιγά-σιγά. Μόνο κάτι τελευταίες έμεναν από τη στιγμή του αποχαιρετισμού της ομάδας με τους σέρπας.

«Οι μισοί, τράβηξαν κατά Νεπάλ μεριά, κι οι άλλοι μισοί κατά Ινδία», ήταν ο επίλογος της φίλης μου. «Και πέρασαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Άνοιξαν μάλιστα και τα κινητά τους, έπιασαν σήμα, και χαμογέλασαν ευχαριστημένοι που οι δικοί τους ήταν στη θέση τους, περιμένοντάς τους να τους περιποιηθούν και να τους ξεκουράσουν».

Δεν ξέρω πως, αλλά αυτή η τελευταία φράση που ‘ρθε και με προσγείωσε, γκρέμισε όλη την εικόνα που είχε πλάσει η φαντασία μου για τους ανθρώπους αυτούς. Ξαφνικά τους έφερα πάλι πίσω και τους προσάρμοσα στη γη, τους άλλαξα πλαίσιο, τους ένοιωσα κοντινούς και οικείους. Δεν ήταν πια οι αγέρωχοι και μυστηριώδεις σέρπας οι δαμαστές των βουνών και των χιονοστιβάδων, οι δίχως όνομα και ζωή, οι μυθικοί απόγονοι του Yeti, αλλά άνθρωποι κανονικοί, ίδιοι κι απαράλλαχτοι όπως κι εμείς, που θα ‘χαν σχέσεις πιθανόν με τη Νokia, που θα έβριζαν πιθανόν κάποια αντίστοιχη Vodafone των Ιμαλαΐων γα τις υπερχρεώσεις και τις κακές συνδέσεις, που θα ‘χαν μάνες, πιθανόν κι αυτές με κινητό στις παράγκες τους να περιμένουν, που, που, που...

Τελικά, τι τα θες τι τα γυρεύεις, αυτό που δεν μπόρεσα να δω μέσα στις τόσες φωτογραφίες, μ’ έκανε να το συνειδητοποιήσω στ’ αναπάντεχα ένα κινητό.

Κι ύστερα μου μιλάς για τον «Άλλον». Πες μου λοιπόν, πολύξερε, πώς θα τον συναντήσω τον «Άλλον» άμα δεν έχει κινητό;

Κυριακή 16 Αυγούστου 2009

Νταβαντούρια στις Βραχονησίδες


«Άντε, έμπα μες τη βάρκα. Θα πεταχτώ μέχρις απέναντι για ψώνια και σε καμιά δυο ώρες θα ‘χω ξεμπερδέψει».

Σάμπως κι είχα κάτι άλλο, καλλίτερο να κάνω. Το όνειρο τού να πετάς ολημερίς βότσαλα στην παραλία και να στοχάζεσαι τους κύκλους της ζωής σου δεν κρατάει και πολύ. Ή μάλλον κρατάει τόσο όσο και μερικών μερών διακοπές. Άμα κάτσει και διαρκέσουν περισσότερο, τ’ όνειρο εκφυλίζεται σε εφιάλτη, διότι η μονοτονία κουράζει πιο πολύ, ακόμα κι απ΄ την πιο φρενήρη εναλλαγή. Άσε που γρήγορα πιάνεται και το χέρι από το πέταγμα, έτσι αμάθητο που είναι στο να διαχειρίζεται την αεργία.

Έδωσα ένα σάλτο και μπήκα. Βολεύτηκα πάνω σε μια κουλούρα από χοντρό σκοινί, και ξεκινήσαμε.

Ο Μανόλης ο αυτοαποκαλούμενος και πειρατής, είχε όλα τα εξωτερικά γνωρίσματα του κουρσάρου, εκτός από κάποιες λεπτομέρειες δηλαδή, όπως το άδειο σακί στη θέση του ματιού και το γάντζο στο χέρι, χαρακτηριστικά που όπως όλοι ξέρουμε δεν κληρονομούνται, αλλά κατακτώνται με το ρεσάλτο και τη μάχη. Και δεν θα ήταν δίκαιο να ρίχναμε όλο το φταίξιμο σ’ αυτόν, που τα ‘χε και τα δυο στη θέση τους, κατηγορώντας τον για έλλειψη θάρρους, ηρωισμού και μαχητικότητας, αλλά θα ‘πρεπε να ρίχναμε το ανάθεμα στον έρμο τον πολιτισμό, που είχε βαλθεί να σβήσει απ’ τα νερά μας τους πειρατές, παίρνοντας και τη μαγεία που τους ακολουθούσε. Και σ’ αυτά τα δύσκολα και απόμακρα νερά που πλέαμε τώρα δα με τη βάρκα, ανάμεσα σε ακατοίκητα νησάκια με κρυφά λιμάνια και λαξεμένες σπηλιές, κανένα άλλο σκηνικό, πέρα απ’ το πειρατικό δεν θα μπορούσε να ταιριάξει καλύτερα.

Κοντός, λιανός, μαυριδερός, με μάτια σταχτιά που πρόβαλαν αγριωπά πάνω απ’ το σκούρο δέρμα, τόσο σκούρο, που ακόμα και το μαύρο ρούχο που φορούσε φαινόταν πιο φωτεινό. Μαλλιά μακριά, πίσσα κατράμι και δέρμα σε βαθύ κυματισμό. Καλά να ‘ναι τ’ αλάτι και οι αγέρηδες που για σαράντα χρόνια δεν έκαναν κι άλλη δουλειά από το να το σκάβουν. Σίγουρα μάνα αγαρηνή θα τον είχε γεννήσει, ποιος ξέρει σε ποιον απ’ όλους τους βράχους. Γέννημα, θρέμμα του νησιού με τους εφτά κατοίκους, ο Μανόλης. Ποτέ του δεν ξεμάκρυνε, πιο πέρα απ’ όσο τον πήγαινε το μάτι και το ντεπόζιτο της βάρκας.

«Πολύ ερημιά εδώ πέρα, βρε Μανόλη», του είπα, όταν είχαμε βγει απ΄ το λιμάνι και είχαμε πάρει ρότα για το άλλο το μεγάλο το νησί. «Καλά το καλοκαίρι, κόσμος έρχεται, κόσμος πάει, αλλά πόσο κρατάει αυτό το πάρε δώσε; Δυο τρεις μήνες; Μετά; Τι γίνεται με τους άλλους εννιά;»

«Και ποιος σου είπε ότι είναι ερημιά; Τόσος κόσμος μένει εδώ το χειμώνα, και κει απέναντι, και στο νησί που πάμε τώρα. Άμα έχει μπονάτσα βάζουμε πλώρη για όπου τραβάει η καρδιά μας. Εφτά λεπτά μέχρι το Ασπρονήσι, δεκαπέντε μέχρι το Μαυρονήσι. Κι άμα γυρίσει ο καιρός και δεν μπορούμε να γυρίσουμε το βράδυ, έ! ξεμένουμε. Σάμπως έγινε τίποτα;».

Αφελής ερώτηση από κάποιον που έχει μάθει να μετράει το «πολλοί» με εκατομμύρια. Το «πολλοί» είναι μια έννοια ανοιχτή που ο καθείς αντιλαμβάνεται με τα δικά του μέτρα, ανάλογα με τη κλίμακα των πραγμάτων μέσα στα οποία έμαθε να ζει. Οι εφτά άνθρωποι στο νησί του Μανόλη, οι 48 στο απέναντι και οι πεντακόσιοι στο παραπέρα ήταν αρκετοί για να δικαιολογούνε στο μυαλό του αυτό το «πολλοί». Σ’ άλλες περιπτώσεις, το ίδιο γίνεται και με το «μακριά», για να μην πούμε και με το «τόσο».

Τα νησιά αυτά, μπορεί να μην είχανε ανθρώπους είχανε όμως άφθονα ψάρια, αμέτρητα κατσίκια και φυσικά ταβέρνες να τα αξιοποιούν στα κάρβουνα ή στο τηγάνι. Και μουχαμπέτι, πολύ μουχαμπέτι, ειδικά το χειμώνα.

«Δεν μπορείς να φανταστείς πόσα νταβαντούρια γίνονται εδώ το χειμώνα και πόσος κόσμος μαζεύεται. Η ταβέρνα του Τρύπα στο Ασπρονήσι δεν είναι ποτέ άδεια. Και ποιος δεν ξέρει τον Τρύπα. Όχι μόνο στα μέρη μας, αλλά και σ’ όλο το Αιγαίο, και σ’ όλο τον κόσμο ακόμα», συμπλήρωσε με φανερή αυταρέσκεια. Και το αστείο ήταν, ότι δεν είχε άδικο!

Είχα την τύχη να αντικρίσω τον Τρύπα, μόλις την προηγούμενη μέρα. Το εντελώς αντίθετο του Μανόλη. Αν αυτός έμοιαζε με πρωτόγονο κουρσάρο, ο Τρύπας έμοιαζε με καρικατούρα αμερικάνου τουρίστα σε νησιά του Ειρηνικού. Κοσμοπολίτης, κι ας δεν είχε ποτέ του απομακρυνθεί απ’ την περιοχή. Δεν πειράζει όμως. Έρχονταν και τον εύρισκαν οι άλλοι από μακριά. Στο τέλος τέλος, το ίδιο κάνει. Χαβανέζικο πουκάμισο, βερμούδα, ψαθάκι, αεροδυναμικά γυαλιά ηλίου με κάτασπρο σκελετό και για παπούτσι, φυσικά το πέλμα. Δεν μπόρεσα να ζυγιάσω, έτσι στα γρήγορα που τον είδα, τι σόι μαγνητισμό μπορεί να είχε αυτός ο άνθρωπος, για να τραβάει τόσο κόσμο στο λημέρι του. Για να κατεβαίνει, ας πούμε καταχείμωνο ο Παπάζογλου απ’ τη Σαλονίκη, έστω και για μια νύχτα στο Ασπρονήσι, ή για να κινούν άλλοι, λιγότερο διάσημοι από άλλα νησιά, εξ ίσου μακριά. Ίσως να μη θέλει και πολλά. Ένα φιλόξενο στέκι, φάρος θαρρείς καταμεσής στο πέλαγος, ένα δυο όργανα, που υπήρχαν, φρέσκο φαΐ από τα απέραντα θαλασσινά περιβόλια του Αιγαίου, που πάντα υπήρχε, μπόλικες ιστορίες που γλιστρούσαν σα χείμαρρος από τα στόματα, και φυσικά χρόνος, που κι αυτός υπήρχε.

«Θα ‘θελα πολύ να ερχόμουν στο Ασπρονήσι το χειμώνα. Μανόλη, άμα σκοπεύετε να κάνετε κανένα μεγάλο νταβαντούρι να μου στείλεις σήμα ν’ ανέβω».

«Το υπόσχεσαι;»

«Καλά, και το ρωτάς;»

Υ.Γ. Υποσχέσεις! Υποσχέσεις του καλοκαιριού. Πόσες στ’ αλήθεια κράτησα;

Τρίτη 11 Αυγούστου 2009

Ο Θεός Είναι Βάζελος. Η Παναγία Όμως;


Δεν πρόλαβα να καταλάβω πώς στήθηκε η δουλειά χθες, με βρήκαν φαίνεται λίγο παραπάνω μπόσικη και στα καλά μου και τα κατάφεραν να με σύρουν σε μοναστήρι περίφημο και θαυματουργό, κατά πως λέγεται, της περιοχής με φήμη που έφτανε και ξεπερνούσε τα σύνορα ακόμα και της χώρας. Μοναστήρι με μοναδικό και ανυπέρβλητο μουσείο, με εξ ίσου μοναδικές και ανυπέρβλητες εικόνες και με θαυμαστά χειρόγραφα και τελετουργικά εργαλεία, και μίτρες πατριαρχικές και χρυσοκέντητα άμφια, και περίτεχνα θυμιατήρια και σταυρούς και δίμετρα χρυσόβουλα και αυτοκρατορικά σιγίλια κι αυτά κι άλλα τόσα, κι όλα ανασυρμένα από τα βαθιά σκοτάδια των αιώνων.

Δεν τα αντέχω πλέον τα μουσεία, ιδίως αν δεν έχω και άμεση σχέση με το θέμα. Αν δηλαδή, δεν μπορώ να συνδέσω τα εκθέματα με κάτι που με απασχολεί ή που με απασχόλησε αρκετά στο σύντομο παρελθόν. Κοντολογίς, στην αρχή πλήττω και βαριέμαι, μετά όσο περνάει η ώρα, με πιάνει πόνος στα πόδια, στη μέση, στο λαιμό, και στο κεφάλι, αισθάνομαι κάτι στο στήθος ν’ ανεβαίνει και να με πιέζει φριχτά, άλλες φορές κάνω εμετό από την προσπάθεια να αντεπεξέλθω στο κάλεσμα του παρελθόντος, άλλες φορές μού πρήζεται το πρόσωπο, κι άλλες, πιο σπάνια, λιποθυμώ.

Έριξα μια γρήγορη ματιά στα εκθέματα, τριγύρισα πάνω κάτω στις αίθουσες, χάζεψα τον κόσμο που χάζευε, από υποχρέωση πιο πολύ θα έλεγα, παρά από ενδιαφέρον, και μετά από λίγο κάθισα δίπλα σ’ ένα ανοιχτό παράθυρο απ’ όπου είχα μοναδική θέα του κάμπου μπροστά και της θάλασσας παραπέρα.

Το μάτι μου τράβηξε ένα θεόχοντρο βιβλίο δίπλα, που, ως είθισται, το είχε τοποθετήσει η μονή για τους επισκέπτες και πιστούς, να γράφουν τις εντυπώσεις και τα εσώψυχά τους, ώστε να ‘χουν κάτι κι οι καλόγεροι να διαβάζουν το χειμώνα και να ευφραίνονται.

Τα σχόλια άρχιζαν από πολύ παλιά, πιο πίσω από το ’70, γεγονός που δεν επέτρεπε την ενδελεχή τους ανάγνωση. Άρχισα να το ξεφυλλίζω στα κουτουρού, μα με μεγάλο ενδιαφέρον, πηγαίνοντας τυχαία μια μπρος, μια πίσω, μένοντας λόγω χρόνου, μόνο σε εντυπώσεις της στιγμής. Και ποιοι δεν είχαν περάσει από κει μέσα. Άγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλοι, Ινδοί, Ινδονήσιοι, Αρμένηδες, Τούρκοι Άραβες, Κινέζοι, Σιγκαπουριάνοι, κοντολογίς, όλες οι φυλές του Ισραήλ και όλες οι γραφές του κόσμου. Κέφι να ‘χεις και χρόνο να διαβάζεις. Άλλα κείμενα λιτά, με συγχαρητήρια προς τη μονή και τα ρέστα, άλλα πιο συναισθηματικά με παρακάλια και τάματα προς τους αγίους, άλλοι αφιέρωναν ζωγραφιές, άλλοι απλώς ήθελαν να περάσουν το όνομά τους στο βιβλίο, μπας και τους βρει κανένας επόμενος μετά από χρόνια και τους θυμηθεί, κάποιος είχε ζωγραφίσει μια γάτα να κυνηγάει ένα ποντίκι, κι άλλα τέτοια πολλά, ευτράπελα ή αναμενόμενα.

Συνέχιζα να το ξεφυλλίζω, τώρα μάλλον αδιάφορα, αφού οι αφιερώσεις παρέμεναν πάνω κάτω στο ίδιο μοτίβο, ώσπου μια παράκληση γραμμένη με ευμεγέθη και έντονα γράμματα κόνεψε να με κολλήσει στον τοίχο: «Θεέ μου κάνε φέτος να πάρει πρωτάθλημα ο βάζελος!». Κοιτάω ημερομηνία από κάτω, Σεπτέμβρης του 2003.

Βρε τον μπαγάσα τον θεό σκέφτηκα. Βαμμένος πράσινος είναι. Του το ‘κανε το χατίρι. Δεν άντεξα την αδικία όμως και σημείωσα στην πρώτη κενή σελίδα που βρήκα: «Παναγία μου, κάνε ο βάζελος να μην πάρει ποτέ ξανά πρωτάθλημα !».

Λέτε, και στον παράδεισο κουμάντο να κάνουν οι γυναίκες;

Κυριακή 9 Αυγούστου 2009

Ο Ψαράς κι ο Σκύλος του


«Δεν έχω ξαναδεί τόσο μαλάκα καπετάνιο», φώναζε και ούρλιαζε αγριεμένος, φασκελώνοντας και με τις δυο του παλάμες προς τη μεριά του καραβιού, βρίζοντας και χειρονομώντας ταυτόχρονα με πληθωρικές κινήσεις, καθώς έστριβε τη βάρκα νευρικά, μια από δω, μια από ‘κει, κάνοντας σλάλομ ανάμεσα στα άλλα τα βαρκάκια που προσπαθούσαν να βολευτούν όπως όπως στο στριμόκωλο λιμάνι, θέλοντας ν’ αποφύγουν τη σύγκρουση με το θεριό που του έφραζε το στόμιο και επέμενε με το στανιό να δέσει.

Θα ‘ταν, δε θα ‘ταν καμιά πενηνταριά, ψηλός, γεροδεμένος με μακριά ψαρά μαλλιά, πουκάμισο ξεκούμπωτο ως τον αφαλό, πιο πολύ τον έκοβες για αλανιάρη μπουζουκόβιο ξενύχτη της στεριάς, παρά με θαλασσοδαρμένο ψαρά που ‘χει φάει τις ερημιές και τα κύματα με το κουτάλι. Το αντίθετο δηλαδή της εικόνας του θυμόσοφου και καρτερικού που περιμένεις να αντικρίσεις σε κάποιον που στη ζωή του δεν έκανε και τίποτα διαφορετικό από το ν’ αναμετριέται συνεχώς με τη σιωπή, τους αγέρηδες και τα καμώματα της θάλασσας.

Γιατί με τους ανθρώπους θα ‘ταν λιγάκι δύσκολο ν’ αναμετρηθεί. Όχι ότι δεν θα μπορούσε, έτσι μάγκας και νταής που ήταν, αλλά να, σπάνιο είδος οι άνθρωποι σε κείνα τα μέρη. Μικρό το νησί βλέπεις. Τι νησί, δηλαδή. Βραχονησίδα. Κάνα χιλιόμετρο η περιφέρεια κι οι μόνιμοι κάτοικοι 7. Πριν από καιρό τους είχα αφήσει 4. Τους δυο πρωτόπλαστους πρωτοπόρους και τα παιδιά τους. Με τα χρόνια φαίνεται τα παιδιά τα κατάφεραν να μεγαλώσουν, αντρώθηκαν, παντρεύτηκαν, θα ‘καναν κι από κανένα εγγόνι κι έπεισαν και τις νύφες να ‘ρθουν να κατοικήσουν, τουλάχιστον τα καλοκαίρια, στον παράδεισο που έφτιαξαν πάνω στον ξερόβραχο οι γονείς τους. Κι αν περιμένεις χαΐρι απ’ τα γειτονικά νησιά, άστα να πάνε. Βέβαια, συγκριτικά με τούτο ‘δω, το διπλανό φάνταζε πολύβουη πολιτεία. Μόνιμοι κάτοικοι 48. Για να μην πούμε και για το παραδιπλανό, που με 500 νοματαίους δεν το ‘κανες κατώτερο από μητροπολιτικό κέντρο, Νέα Υόρκη ας πούμε και βάλε. Αυτοί ήταν όλη κι όλη η συντροφιά, και όχι πάντα, παρά μόνον σαν καλμάριζαν οι αέρηδες, δηλαδή σπάνια.

«Πολύ μαλάκας, πολύ μαλάκας», ακούστηκαν ταυτόχρονα, σαν σε ηχώ και δυο γερόντια, που αποτραβηγμένα κάτω από ένα καλοθρεμμένο αρμυρίκι είχαν όλο το πεδίο ανοιχτό για να βλέπουν και να κρίνουν ακριβοδίκαια. Είχαν βέβαια και τα χρόνια με το μέρος τους που όπως και να το κάνουμε πρόσθεταν βάρος στις κρίσεις τους.

Το θεριό, ήταν μια θεόρατη υδροφόρα, μια απ’ αυτές που κάθε λίγο και λιγάκι, ιδίως τα καλοκαίρια, φέρνουν βόλτα τους παρατημένους σε νησιά, νησίδια και βραχονησίδια φέρνοντάς τους το πολύτιμο νερό. Παραήταν όμως μεγάλη για το καχεκτικό λιμανάκι και ο καπετάνιος, κατά πως φαίνεται καινούργιος και ατζαμής τα είχε χάσει για τα καλά. Μια από δω, μια από κει, πήγαινε θαρρείς στα τυφλά, είχε μπλέξει δε και τους κάβους αναμεταξύ τους, ο δεξής στο αριστερό δέντρο, ο αριστερός στο δεξί, με αποτέλεσμα έτσι όπως διασταυρώνονταν, κάμποσες βάρκες να έχουν παγιδευτεί ανάμεσά τους. Με το που τον πήρανε χαμπάρι, όσες πρόλαβαν το έβαλαν στα πόδια και κοίταξαν να λουφάξουν σε καμιά απόμερη γωνιά μέχρι να περάσει η μπόρα. Μόνο ο δικός μας αντί να καλμάρει, όλο και φούντωνε και έβριζε και λυσσομανούσε. Ίσως να φταίγανε και τα γερόντια απ’ έξω που τον σιγοντάρανε ρίχνοντας λάδι στη φωτιά για να ‘χουν κάτι να περνάνε την ώρα τους, ίσως να είχε βρει κι αυτός την ευκαιρία να ξεσπάσει ένα θυμό, που ποιος ξέρει πόσο καιρό τον φύλαγε και τι του τον είχε προκαλέσει. Τέλος πάντων, κάποια στιγμή η αναμπουμπούλα κόπασε, η υδροφόρα βολεύτηκε, αφού πρώτα έφερε τα πάνω-κάτω και ο δικός μας αποφάσισε να τα παρατήσει.

Έστριψε τη βάρκα κατά το γιαλό, έκοψε ταχύτητα και πλησίασε σε μια αυτοσχέδια ξύλινη σκάλα. Ένας σκύλος, που ήταν από ώρα εκεί, έχοντας καθ’ όλη τη διάρκεια του επεισοδίου πλήρη εποπτεία των κινήσεων του αφεντικού του, τον περίμενε με φανερή ανυπομονησία. Μόλις πλησίασε η βάρκα αρκετά, έκανε ένα σάλτο και βρέθηκε στην αγκαλιά του θαλασσόμαγκα, που το έσφιξε απαλά μην και του γλιστρήσει. Τον έγλυψε με λαχτάρα στη μούρη, δείχνοντας έμπρακτα την επιδοκιμασία του και μ’ ένα δεύτερο σάλτο βρέθηκε στο πάνω μέρος της ξύλινης καμπίνας που σκεπάζει τη μηχανή, όπου στρογγυλοκάθισε γεμάτος περηφάνια για το αφεντικό του, με τεντωμένο το λαιμό και το μάτι περισκόπιο μην τυχόν και χάσει ούτε ένα από τα βλέμματα επιδοκιμασίας, που όπως φανταζόταν κατευθύνονταν από τους άλλους βαρκάρηδες προς το αφεντικό του. Μα την αλήθεια, δεν είχα ξαναδεί ένα τόσο περήφανο και ευτυχισμένο σκύλο, που ούτε μαντρόσκυλος, ούτε λύκος, ούτε χοντρόμαλλος ποιμενικός ήτανε, μα ένα παιχνιδιάρικο και ντελικάτο τσιχουάουα, μια πιθαμή από τη μάνα του, κι άλλη μια από το φούσκωμα και το καμάρι.

Ο ψαράς, με το τσιχουάουα παρέα ξαναέστριψε τη βάρκα, αυτή τη φορά προς το πέλαγος, όπου και χάθηκε ύστερα από λίγο.

Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2008

Η Nύφη Πάει Μετρό




Οι μεγάλες πόλεις έχουν τη χάρη τους. Οι πολύ μεγάλες ακόμη περισσότερες. Μπορεί να στα παίρνουν από τη μιά, με την ανυπόφορη κίνηση, τη ρύπανση, τις αποστάσεις, και, και..., από την άλλη όμως σε χορταίνουν από πράματα και θάματα, εκδηλώσεις, δυνατότητες, ευκαιρίες, εικόνες, παραξενιές, εμπειρίες. Πλούσιο περιβόλι τα σπλάχνα τους, να γευτείς και να κορφολογήσεις ό,τι τραβάει η καρδιά σου.

Κάθε γειτονιά κι άλλο τοπίο, κι οι δρόμοι της γιομάτοι ανθρώπους και ιστορίες. Από μακριά, είναι πλήθος χρωματιστό και αδιάφορο, άνθρωποι χωρίς πρόσωπα, ποτάμι ρευστό, αργόσυρτο και κολλώδες, κι αν σταθείς ακόμα μακρύτερα, στατικό· όσοι πάνε προς τη μια μεριά, άλλοι τόσοι πηγαίνουν και προς την άλλη. Κι όμως γοητευτικό, παρακίνησε πολλούς να ριχτούν μέσα του, να παρασυρθούν και να κολυμπήσουν.

Από μέσα από το πλήθος όμως, οι άνθρωποι έρχονται σιγά-σιγά και αποκτούν πρόσωπο και χαρακτηριστικά. Γίνονται άτομα, άγνωστα, που ορισμένα από αυτά, έχοντας κάτι το ιδιαίτερο αλλά προς στιγμή αδιευκρίνιστο, σε προκαλούν να διασταυρώσεις το βλέμμα σου, να τ’ ακουμπήσεις λίγο παραπάνω πάνω τους και να τα παρατηρήσεις. Το πλήθος σου εξασφαλίζει ελευθερία κινήσεων. Μπορείς να εστιάσεις στον οποιονδήποτε, να τον επεξεργαστείς, ν’ αφεθείς να μαντέψεις την ιστορία του και ν’ αρχίσεις να πλάθεις τις δικές σου ιστορίες. Αλλά κι όταν κάποια στιγμή αλλάζει θέση και τον χάνεις, κάποιος άλλος στο οπτικό σου πεδίο έρχεται να τραβήξει το νήμα παραπέρα και να προσθέσει καινούργια επεισόδια στην ιστορία που ξεκίνησε ο προηγούμενος.

Κάθε βόλτα στην πόλη κι ένα μυθιστόρημα. Κάθε γωνιά και μια σκηνή, αρκεί νάχεις διάθεση και μάτια να ξεχωρίζεις. Ένα μεγάλο παζάρι με χιλιάδες μικρές κωμωδίες και δράματα, παραξενιές και εκπλήξεις. Το προνόμιο αυτό, στο δίνουν μόνο οι μεγάλες πόλεις. Απλή στατιστική. Τόσοι άνθρωποι διασταυρώνονται κάθε στιγμή, κάποτε θα τύχει κάποιο συναπάντημα να δώσει το απρόβλεπτο, το μοναδικό και το σπάνιο, που θα κάνει την ψυχή σου να ξεχειλίσει από συναισθήματα. Είναι το δώρο της σ’ αυτούς που την αποδέχονται και την διεκδικούν.


Παρασκευή απόγευμα, ανεβαίνοντας βιαστικά τις κυλιόμενες σκάλες του μετρό μπλέχτηκαν τα πόδια μου στο μακρύ φουστάνι της μπροστινής μου. Έκπληκτη σήκωσα τα μάτια και αντίκρισα μια νύφη, ένα κοριτσόπουλο, ήταν δεν ήταν είκοσι, με το άσπρο της το νυφικό, το λευκό της πέπλο και τ’ αναρίθμητα μαργαριτάρια, σταγόνες πλεγμένες στα μαλλιά της. Δίπλα της στεκόταν ο γαμπρός, παλικαράκι, με το μαύρο του κουστούμι, όπως ορίζει η περίσταση, να την κρατάει αγκαζέ, ανέβαιναν κι οι δυο βιαστικοί κοιτώντας μπροστά, δίνοντας την εντύπωση πως δεν είχαν αίσθηση του πλήθους που τους περιτριγύριζε. Κοίταξα γύρω μου και μου φάνηκε πως δεν ήταν μόνοι τους, Ότι τους συνόδευαν κάποιοι μεγαλύτεροι, κάποια μαμά, κάποιος πατέρας ίσως. Δεν διέκρινα όμως κανέναν να είναι ιδιαίτερα καλοντυμένος, όπως θα άρμοζε. Παραξενεύτηκα.

Όταν ανεβήκαμε πάνω, εγώ έστριψα δεξιά και βγήκα στη μια πλευρά της λεωφόρου, αυτοί αριστερά, απ’ την άλλη, κι έτσι τους έχασα. Η περιέργεια όμως με έτρωγε, και κοντοστάθηκα στο πεζοδρόμιο κοιτώντας επίμονα απέναντι, μπας και τους εντοπίσω. Πέρασαν κάποια λεπτά, κι αφού διαλύθηκε κάπως το πλήθος, τους διέκρινα να περπατούν, πάντα αγκαζέ. Δεν χωρούσε αμφιβολία, δεν τους ακολουθούσε κανένας. Ήταν μόνα τους. Τα δυο τους.


Τ’ ακολούθησα απ’ τ’ απέναντι πεζοδρόμιο, βαδίζοντας στο ρυθμό τους. Όταν σταμάτησαν, σταμάτησα και ‘γω, μη θέλοντας να τα χάσω από τα μάτια μου. Δεν ξέρω, αλλά περίμενα κάποιος να βρισκόταν τουλάχιστον εκεί να τα προϋπαντήσει, με τις αγκάλες ανοιχτές, με κάποιο στολισμένο αυτοκίνητο. Τα παιδιά μετά από κάποια απόσταση σταμάτησαν. Να, είπα μέσα μου. Τώρα θα έρθει αυτός ο κάποιος να τα περιμαζέψει.


Δίπλα μου, αντιλήφθηκα ένα ζευγαράκι, δυο νέα παιδιά, που σαν και μένα είχαν σταθεί κι αυτά και χάζευαν τη νύφη. Φαίνονταν συγκινημένοι, όπως και ‘γω, κι έτσι πήρα το θάρρος να τα πειράξω.

Να το πάρεις το κορίτσι, είπα στον νεαρό. Τί περιμένεις.

Αυτό του λέω και ‘γω, απάντησε το κορίτσι. Και τα μάτια της σπινθηροβόλησαν με μιας .

Πόσο είστε; τους ρωτάω. Τα πιάσατε τα είκοσι;

Εγώ είμαι είκοσι, απάντησε η μικρή.

Κι εγώ εικοσιτέσσερα, ακολούθησε το αγόρι.

Κατάλληλη ηλικία για παντρειά, παιδιά, ώστε άμα χωρίσετε να είστε ακόμα νέοι για να μπορείτε να ξαναφτιάξετε τη ζωή σας! Ως τότε και τα παιδιά σας θα έχουν μεγαλώσει, μια χαρά θα είστε!

Καλό ακούγεται, απάντησε η κοπέλα και το μέτωπό της φωτίστηκε ακόμα πιο πολύ.

Ο νεαρός διστακτικός, τα μασούσε, αλλά η μικρή είχε πάρει φόρα.

Κοίταξε, του λέω του μικρού, αν το αποφασίσετε, εγώ θα σας παντρέψω. Αλλά, θα πάμε στην εκκλησία, στο Δημαρχείο, ή όπου αλλού θέλετε με το μετρό.

Και έδωσα το τηλέφωνό μου στην κοπέλα, που το άρπαξε στο πι και φι και το καταχώνιασε στην τσέπη της.

Εν τω μεταξύ η νύφη και ο γαμπρός στέκονταν ακόμα εκεί στο απέναντι πεζοδρόμιο ακίνητοι και μόνοι. Κάποια στιγμή πέρασε το λεωφορείο της γραμμής και μας τους έκρυψε. Όταν ξεκίνησε και απομακρύνθηκε τα παιδιά δεν ήταν πια εκεί.

Καλό ταξίδι να έχετε, τους ευχήθηκα από τα βάθη της καρδιάς μου.

Μην χάσεις το τηλέφωνο, φώναξα της κοπέλας, καθώς απομακρυνόμουν.

Τρίτη 24 Ιουνίου 2008

Η Τσατσάρα


Στα πάρκα δεν συνηθίζαμε να καθόμαστε. Όταν χρειαζόταν να τα διασχίσουμε, τα προσπερνούσαμε εν τάχη. Άλλωστε ήταν ατημέλητα, με τα δρομάκια γλιτσιασμένα, τίγκα στο σκουπίδι, τη γόπα στις αρχές, τις σύριγγες αργότερα. Άσε και που στις γωνιές, βολικό και πρόχειρο ουρητήριο, οι εκπλήξεις μπορεί να ήταν ακόμα μεγαλύτερες. Τα παγκάκια ήταν για τους συνταξιούχους, για τίποτα σαλεμένους, τίποτε χασομέρηδες, για τους μαθητές που δεν τους πολυένοιαζε το ξεχαρβάλωμα, για τις μαθήτριες κατά τη διάρκεια της μέρας μόνο και για τους κυνηγούς του έρωτα, κατά τη διάρκεια της νύχτας, επίσης μόνο.

Οι κυράδες τα απέφευγαν. Άλλωστε ήταν πάντα καλοντυμένες για να μαγαριστούν από τη λέρα που κραύγαζε, με τα παπούτσια άσπρα και την τσάντα περασμένη στο χέρι και ελαφρά μπροστά, πάντα στην τρίχα και πάντα ασορτί.

Στα πάρκα ξαναβρέθηκα μετά από χρόνια, και συγκεκριμένα στον Εθνικό Κήπο. Μια άνοιξη, πολύ σύντομη, όπως όλα τα ωραία πράγματα άλλωστε, το Τρίτο Πρόγραμμα είχε την ιδέα να διοργανώνει τα πρωινά της Κυριακής συναυλίες κλασικής μουσικής σε μια γωνιά του κήπου, με τους ακροατές να κάθονται ή ακόμα καλύτερα να ξαπλώνουν ωραία-ωραία πάνω στο χορτάρι. Μου άρεσε αυτή η καινοφανής για τα ελληνικά δεδομένα χρήση των πάρκων και τα πόδια μου με φέρνανε κατά ‘κει όλο και πιο συχνά. Και με τα αδερφάκια μου να με συνοδεύουν, εννοείται.

Δεν ήταν σπάνιο να βλέπεις σε άλλες γωνιές, παρέες μεγάλες αλλοδαπών να απολαμβάνουν τη σκιά και την ηρεμία του κήπου, καταμεσής της πόλης, να αραδιάζουν τα φαγητά προσεχτικά πάνω σε λουλουδάτα τραπεζομάντιλα απλωμένα κατάσαρκα στο χόρτο, άλλοι να σιγομιλούν, άλλοι να σιγοτραγουδούν, άλλοι να ψιλοκοιμούνται. Και άλλες φορές να τραγουδούν όλοι μαζί και οι πιο ζωηροί να χορεύουν με όργανα, συνήθως ακορντεόν.

Μου άρεσε η ζωντάνια που έδιναν στον χώρο και η αξία που ξαναεπέστρεφε μετά την χρόνια εγκατάλειψη και απαξίωση.

Κάποια επόμενη χρονιά είχα βρεθεί κάπως μακρύτερα, στις όχθες του Νέστου και πάλι το αυτί μου έπιασε τις ίδιες γνώριμες μουσικές του ακορντεόν. Στην ακροποταμιά παρέες-παρέες πολυπληθείς έτρωγαν, έπιναν, χόρευαν, ξέδιναν και ζωντάνευαν το τοπίο. Με εμάς, που μάθαμε να βλέπουμε τα πράγματα μέσα από τα μάτια και τα αυτιά άλλων, αναπαραστάσεις τις λένε οι σύγχρονοι, το όλο σκηνικό θύμιζε έντονα Αγγελόπουλο ή και Κοστουρίτσα. Πολύ Βαλκανικό, πολύ οικείο, πολύ ανθρώπινο τελικά.

Το νταβαντούρι και το βαλκανικό φολκλόρ κράτησε δε κράτησε καμιά δεκαετία. Τέτοιες σκηνές δεν βλέπεις πια σήμερα στους δημόσιους χώρους. Και όμως, τις ξαναείδα λίγο καιρό πριν και μάλιστα από δικούς μας, σε πλοίο της γραμμής για τις Κυκλάδες.

Καμιά δεκαριά νοματαίοι, νοικοκύρηδες, άντρες και γυναίκες όλων των ηλικιών, αφού έστρωσαν τραπέζι καταμεσής στο κατάστρωμα με όλων των ειδών τα καλά, τα πατροπαράδοτα κεφτεδάκια, τις πίτες, τα ντολμαδάκια, αλλά και τα σκόρδα και τις πιπεριές και τα τζατζίκια, τα τσίπουρα και τα μπουκάλια τα κρασιά τα σπιτικά, κάποιος απ’ την παρέα, σα σε θαύμα, ξεδίπλωσε στη στιγμή μια πίπιζα, τη φούσκωσε επίσης στη στιγμή και ήρθε κι άστραψε και βρόντηξε ο τόπος. Φύσαγε και ξεφύσαγε ο νεαρός με τ’ αναψοκοκκινισμένα μάγουλα, φύσαγαν και ξεφύσαγαν οι άλλοι απ’ το χορό και την προσπάθεια. Μερακλωμένοι, χόρευαν και χόρευαν, θρακιώτικα, ηπειρώτικα, μακεδονίτικα, με τα βήματα και τις στροφές, παρά το κρασί, συνταιριασμένα. Αν και αρχικά καχύποπτη και με τα μούτρα ξινά, με την ώρα, πήρε η καρδιά μου να ζεσταίνεται βλέποντάς τους να δίνονται με τέτοιο πάθος στο χορό.

«Δες», μου λέει, ο διπλανός μου σκουντώντας με, με τον αγκώνα του. Και μου δείχνει έναν περήφανο γκριζομάλλη, τον πιο λεβέντη απ’ τους λεβέντες που έτυχε ποτέ να δω, αν και μετά βίας ήταν ένα και εξήντα στο ύψος. «Κοίτα», μου λέει, «πίσω στην κωλοτσέπη».

Δεν ήταν τόσο ο χορός πάνω σε πλοίο, που είχα χρόνια και ζαμάνια να δω, δεν ήταν τόσο η πίπιζα και τα τραπεζομάντιλα που ανέμιζαν στα καταστρώματα με τα ίδια φαγητά που μου ‘δινε και μένα η μάνα μου στις ημερήσιες εκδρομές του σχολείου, όσο αυτή η μικρή λεπτοδόντα τσατσάρα που προεξείχε, αυτή, που με έστειλε χίλια μύρια μίλια πίσω στο παρελθόν.