Το Μεταμοντέρνο αποτελεί μια νέα λογική θέασης του κόσμου η οποία αντανακλάται σ’ όλο το εύρος και τους θεσμούς της κοινωνίας. Ιδωμένο από μια άλλη οπτική γωνία, μπορούμε να πούμε, ότι οι αλλαγές που συντελέστηκαν συνολικά στους διαφόρους κοινωνικούς τομείς, όπως στην οικονομία, στη τεχνολογία, στις επικοινωνίες στις κοινωνικές σχέσεις και συναλλαγές, στο πολιτικό πεδίο και στη διάρθρωση της βιομηχανικής παραγωγής και απασχόλησης επέδρασαν με τρόπο δραστικό στο πολιτισμικό εποικοδόμημα προκαλώντας συν τοις άλλοις ριζικές μεταβολές στην έννοια της ταυτότητας, στην αντίληψη του εαυτού και του άλλου, στις αξιακές προτεραιότητες και προσδοκίες της κοινωνίας, και στις ατομικές πρακτικές και στοχοθεσίες.
Το Μεταμοντέρνο αποτελεί έκφραση της αλλαγής του κυρίαρχου κοινωνικού παραδείγματος της νεωτερικότητας, στην πραγματικότητα αυτό του Διαφωτισμού και όπως πάντα, έτσι και τώρα η αλλαγή αυτή συνοδεύεται από ένα σύνολο υποτιμήσεων και ένα αντίστοιχο σύνολο ανατιμήσεων.
Έτσι, ΥΠΟΤΙΜΩΝΤΑΙ
οι μεγάλες αφηγήσεις, δηλαδή οι ιδεολογίες μαζικής κινητοποίησης όπως ο Μαρξισμός, ο Φιλελευθερισμός, ο Φροϋδισμός κ.ά.,
η απαίτηση για καθολικότητες και γενικεύσεις,
η αντίληψη της κοινωνίας σαν συνεκτική ολότητα,
η πίστη ότι υπάρχουν μοναδικές και ακλόνητες αλήθειες που πρέπει να αναζητηθούν, οι συλλογικότητες,
η πολιτική,
οι αστικές αξίες,
η θεωρητική επεξεργασία και η αναζήτηση του βάθους και της ουσίας των πραγμάτων,
η αντίληψη της Ιστορίας σαν εμπειρίας που συμβολίζει τη συνέχεια και την αίσθηση της κοινότητας ανάμεσα στα μέλη μιας κοινωνίας.
Αναλόγως, ΑΝΑΤΙΜΩΝΤΑΙ
οι εξατομικευμένες δράσεις,
ο πλουραλισμός των αξιών και οι προσωπικές αξιοδοτήσεις έναντι της γενικής συναίνεσης περί καλού και κακού, δικαίου και άδικου,
το παρόν και το εφήμερο,
τα πολλαπλά νοήματα και οι διαφορετικές εκδοχές σαν ισότιμες και έγκυρες αναπαραστάσεις και εξηγήσεις,
η έλλειψη μεγάλων σκοπών,
η ανάμειξη των υφών και στιλ,
οι μικροδράσεις σε τοπικό επίπεδο, έναντι της συγκροτημένης σε κόμματα πολιτικής δράσης,
η διαφορά έναντι της ομοιομορφίας,
ο κατακερματισμός και η αποσπασματικότητα,
οι πολλαπλές παροδικές ταυτότητες,
οι προσωρινές ταυτίσεις,
η καταναλωτική κουλτούρα,
o Eργαλειακός Λόγος.

ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ
Σύμφωνα με τον Τ. Kuhn έχουμε «κρίση παραδείγματος», όταν οι έννοιες που χρησιμοποιούμε για να εξηγήσουμε τον κόσμο δεν αποτελούν παρά εμπόδιο, και όταν αυτά που βλέπουμε δεν μπορούν να εξηγηθούν με τις υπάρχουσες εννοιολογικές κατηγορίες. Στην προκειμένη τότε περίπτωση πρέπει να εισάγουμε καινούργιες έννοιες και θεωρίες ώστε αυτό που παρατηρείται να θεωρείται και πάλι κανονικό.
Τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα υπάρχει κοινή διαπίστωση ότι το κοινωνικό-πολιτικό-οικονομικό-πολιτισμικό πεδίο, όλο δηλαδή, το εύρος των κοινωνικών θεσμών των δυτικών κοινωνιών διακατέχεται από ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τα οποία συνθέτουν και υποστασιοποιούν αυτό που ονομάστηκε μετα-νεωτερικότητα ή Μεταμοντέρνο.
α). ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΠΕΔΙΟ
Συγκεκριμένα, στο ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΠΕΔΙΟ παρατηρούμε γενική αποπολιτικοποίηση της κοινωνίας, και απαξίωση της πολιτικής, των πολιτικών και των πολιτικών κομμάτων, όπως επίσης και την αδυναμία των τελευταίων να εμπνεύσουν και να συσπειρώσουν τις μάζες σε αγώνες διεκδίκησης. Τούτο το τελευταίο, μαζί με την αποδυνάμωση, έως εξουδετέρωση του εργατικού συνδικαλισμού, δεν είναι άσχετο από την κρίση των ιδεολογιών και την έλλειψη πίστης στην αποτελεσματικότητά τους να οδηγήσουν σε ένα καλύτερο μέλλον που να είναι πιο απτό από ότι μια ουτοπία.
Ταυτόχρονα, παρατηρείται σταδιακή υποβάθμιση του ρόλου του ΚΡΑΤΟΥΣ σε επίπεδο διαχειριστικό και ρυθμιστικό, σε υπερασπιστή της τυπικής νομιμότητας μόνο, σε αντίθεση με προγενέστερες μορφές και λειτουργίες του σαν ο κυρίαρχος παραγωγός αξιών και διάχυσης ιδεολογίας. Οι προγενέστερες αστικές κοινότητες, εμφορούμενες από συλλογικές αξίες εδραιωμένες στο ασκητικό πρότυπο, δηλαδή στην αυτοϋπέρβαση που σήμαινε την καθυπόταξη των ψυχικών ορμέμφυτων από το ενιαίο και αληθινό Εγώ στο σκοπό της συσσώρευσης και στη στοχοθεσία, δηλαδή στην καθυπόταξη και ζεύξη των ψυχικών και σωματικών δυνατοτήτων στην επίτευξη μεγάλων στόχων, έργων ζωής, ήταν έτσι δομημένες ώστε να βρίσκουν ανταπόκριση και στις μεγάλες αφηγήσεις, σε θεωρίες δηλαδή ολιστικές, ουτοπικές και εν πολλοίς τελεολογικές, που επίσης επαγγέλονταν ένα τέλος, την εδραίωση μιας ευτυχούς κατάληξης, σαν ανταμοιβή σ’ εκείνους που θα συμμορφώνονταν στις κανονιστικές τους επιταγές.
Σε συνθήκες Παγκοσμιοποίησης, λόγω της τεράστιας ανάπτυξης των παγκόσμιων δικτύων επικοινωνίας, της υπερεθνικής επιχειρηματικότητας, της δυνατότητας γρήγορης μετακίνησης ανθρώπων και κεφαλαίων και λόγω του αυξανόμενου ρυθμού παραγωγής και διάδοσης της γνώσης και της σύσφιξης των διεθνικών δεσμών, υπάρχει μια επανεκτίμηση της παραδοσιακής αντίληψης για την έννοια του εθνικού κράτους και τη βιωσιμότητα των εθνικών πολιτικών κάτω από τις υπάρχουσες δομές. Έτσι, το εθνικό κράτος υποσκελίζεται σε πολλές λειτουργίες του από παγκόσμιους ή περιφερειακούς υπερεθνικούς οργανισμούς, όπως λόγου χάριν η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Παγκόσμια Τράπεζα, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, οι ποικίλες μη κυβερνητικές οργανώσεις, κ.λ.π. των οποίων οι οδηγίες και ρυθμίσεις είναι δυνατόν πολλές φορές (δες π.χ. Ευρωπαϊκή Ένωση) να αποκτούν μεγαλύτερη ισχύ, απ’ ότι οι εθνικές νομοθεσίες. Τούτο φαίνεται λογικό στο βαθμό που το νέο παγκόσμιο ζητούμενο δεν είναι άλλο παρά η οικονομική ανάπτυξη και στο βαθμό που όλες οι κοινωνικές ανακατατάξεις και οι αλλαγές των δομών στοχεύουν προς την κατεύθυνση πραγματοποίησής της.
Ουσιαστικά, ο οικονομισμός διατρέχει όλες τις σύγχρονες κοινωνίες, με την καθυπόταξη του πολιτικού και κοινωνικού στο οικονομικό. Οι τοπικές οικονομίες χάνουν την αυτοδυναμία τους με το να εμπλέκονται ολοένα και περισσότερο στους σκοπούς των ισχυρότερων οικονομιών, τις οποίες διακινεί μια υπερεθνική καπιταλιστική ελίτ με ενιαία συμφέροντα. Και οι τοπικές κυβερνήσεις δεν μοιάζουν παρά σαν οι τοπικοί διαχειριστές των διεθνών πολιτικών.
Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες τίθεται το ερώτημα του κατά πόσον οι νέες αυτές δομές μπορούν να χαρακτηριστούν σαν δημοκρατικές, μιας και οι τοπικές εθνικές κυβερνήσεις έχουν περιορισμένα πεδία δράσης κατά την άσκηση των εθνικών τους πολιτικών. Και κατά συνέπεια οι εθνικές εκλογές, έστω και κάτω από συνθήκες αντιπροσώπευσης, τείνουν να στερούνται ουσιαστικού νοήματος, στο βαθμό που οι μείζονες οικονομικές και δημοσιονομικές αποφάσεις λαμβάνονται από ΜΗ ΕΚΛΕΓΜΕΝΟΥΣ διεθνικούς οργανισμούς, όπως ελέχθη προηγουμένως.

β). ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΠΕΔΙΟ
Στο οικονομικό πεδίο οι μεταβολές που συντελέστηκαν ήταν σε μεγάλο βαθμό απόρροια των τεχνολογικών καινοτομιών, κυρίως στο επίπεδο της πληροφορικής, (συλλογή και επεξεργασία μεγάλου πλήθους δεδομένων), των επικοινωνιών και των συγκοινωνιών. Αυτές επέτρεψαν τη μεγαλύτερη κινητικότητα του χρηματιστηριακού κεφαλαίου και την δυνατότητα οργάνωσης της παραγωγικής διαδικασίας σε εντελώς διαφορετικά πλαίσια, απ’ ότι παλιότερα. Αυτό που ονομάστηκε Παγκοσμιοποίηση δεν θα μπορούσε να είχε συντελεστεί χωρίς την διαμεσολάβηση των νέων τεχνολογιών. Μια νέα μορφή παγκόσμιου καπιταλισμού, (ύστερος καπιταλισμός κατά F. Jameson, μεταβιομηχανικός καπιταλισμός κατά D. Bell ή υπερεθνικός καπιταλισμός κατά I. Wallerstein) έχει εξαπλωθεί σ’ ολόκληρο τον πλανήτη και όσα κράτη δεν καταφέρουν να ενσωματωθούν σ’ αυτόν κινδυνεύουν με περιθωριοποίηση.
Έτσι, υπάρχει δυνατότητα η παραγωγή να είναι αποκεντρωμένη, με διαφορετικές μονάδες σε διαφορετικές χώρες ανάλογα με το κόστος του εκεί εργατικού δυναμικού, καθώς επίσης και πιο ευέλικτη, με την έννοια ότι μπορούν να παράγονται περισσότερα διαφοροποιημένα και εξειδικευμένα προϊόντα, σε μικρότερο χρονικό διάστημα και να διανέμονται επίσης ταχύτερα σε διαφορετικούς προορισμούς χωρίς να προκαλείται ουσιαστικά περισσότερο κόστος.
Το νέο αυτό μοντέλο μαζικής και απρόσωπης παραγωγής ήρθε να αντικαταστήσει το προηγούμενο
φορντικό μοντέλο βιομηχανικής διάρθρωσης. Ο φορντισμός άρχισε να καταρρέει ήδη από την δεκαετία του ’60 λόγω της μείωσης της παραγωγικότητας και κερδοφορίας, εν μέρει εξ αιτίας της ενδυνάμωσης της αντίστασης των εργατών στις συνθήκες εργασίας, και λόγω της απομάκρυνσης των καταναλωτών από τη ζήτηση μαζικών προϊόντων λόγω πιο πλουραλιστικών τρόπων ζωής.
Στην αναδιάρθρωση της οικονομίας, η λογική που επικράτησε ήταν αυτή του
Νεοφιλελευθερισμού, δηλαδή της επέκτασης των αγορών σε παγκόσμιο επίπεδο χωρίς την άμεση παρέμβαση του κράτους στις οικονομικές υποθέσεις, σε αντίθεση με παλιότερες προστατευτικού τύπου πολιτικές μέσω δασμών και ειδικών καθεστώτων φοροαπαλλαγής. Ο οικονομικός Νεοφιλελευθερισμός
εφαρμόστηκε με την απορύθμιση και ευελιξία των εργασιακών σχέσεων και αγορών, πράγμα που σημαίνει στη πράξη, κατάργηση θέσεων εργασίας και δημιουργία νέων μερικής και επισφαλούς απασχόλησης με ανεπαρκή ή χωρίς ασφαλιστική κάλυψη, αύξηση της εργασιακής ανασφάλειας, με μαζικές απολύσεις, αύξηση της οικονομικής ανισότητας, και συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας. Οι πρακτικές αυτές ήρθαν να αντικαταστήσουν προγενέστερες εργασιακές σχέσεις και συνθήκες πρόνοιας που είχαν εισαχθεί στις δυτικές κοινωνίες από τις μεταπολεμικές σοσιαλδημοκρατίες, σαν επιστέγασμα χρόνιων εργατικών αγώνων. Η μειωμένη αντίσταση των εργαζομένων στο νέο εργασιακό τοπίο κατέστη δυνατή μέσα από την
αποδυνάμωση του συνδικαλισμού, αλλά κυρίως λόγω της εξατομίκευσης της κοινωνίας και της
ματαίωσης των προσδοκιών της για αλλαγή μέσω συλλογικών διεκδικήσεων και αγώνων. Έτσι η επίθεση του κεφαλαίου εναντίον της εργασίας συντελέστηκε χωρίς αντίσταση και προς το παρόν φαίνεται να είναι ολοκληρωτική.
Μιας και ένα σημαντικό κομμάτι των οικονομικών δραστηριοτήτων (60-70%) απορρόφησαν οι υπηρεσίες, σε σχέση με τον μεταποιητικό τομέα, δημιουργήθηκε ένα νέο είδος υποβαθμισμένων εργαζομένων, κυρίως γυναίκες, με μηδενική εξειδίκευση και επί πλέον άμεσα ανταλλάξιμων στην εργασιακή αρένα, Το νέο κατακερματισμένο εργατικό δυναμικό απέχει πολύ από την εικόνα του καλά αμειβόμενου βιομηχανικού εργάτη και του μεγάλου εργοστασίου όπου ήταν δυνατόν ν’ ανθίσει ο συνδικαλισμός. Σήμερα, οι επιχειρήσεις μπορούν να προσλαμβάνουν και να απολύουν εργαζόμενους κατά το δοκούν, χωρίς πολλές δεσμεύσεις και το κυριότερο μπορούν να μεταφέρουν ολόκληρη, ή ένα κομμάτι της παραγωγής τους σε περιοχές με μικρότερο εργασιακό κόστος και με πιο πειθαρχημένο εργατικό δυναμικό.

γ). ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟ ΠΕΔΙΟ
Οι μεταβολές που συντελέστηκαν στο πολιτισμικό πεδίο, δεν μπορούν παρά να ιδωθούν, σύμφωνα με τη μαρξιστική ανάλυση περί σχέσεων υλικής βάσης / εποικοδομήματος, σε συνάρτηση με τις πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις, οι οποίες για να εδραιωθούν και να γίνουν αποδεκτές προϋποθέτουν ανάλογα μεγάλες ανακατατάξεις στην ψυχολογία και στον τρόπο με τον οποίο τα άτομα και οι κοινωνίες αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους. Σύμφωνα με τον Jameson, το μεταμοντέρνο δεν μπορεί να ιδωθεί παρά ως η πολιτισμική λογική του ύστερου καπιταλισμού.
Δηλαδή, συνδέει σαφώς τη φύση του καπιταλισμού στη μετα-βιομηχανική εκδοχή του με τις μετα-νεωτερικές πολιτισμικές εκφράσεις και αποδέχεται τη στενή σχέση μεταξύ υλικής οικονομίας και οικονομίας πολιτισμού. Μια ιστορική αναδρομή δείχνει ότι κάθε κοινωνικός σχηματισμός συνέχεται από διαφορετικούς πολιτισμικούς τρόπους και ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρξει αυτονόμηση του πολιτισμικού από την πολιτική και οικονομική δομή. Για παράδειγμα, η πολιτισμική λογική της νεωτερικότητας συμπίπτει με την δεύτερη (βιομηχανική) φάση ανάπτυξης του καπιταλισμού, την άνοδο του οικονομικού φιλελευθερισμού και την εδραίωση του αστικού κράτους και του δημοκρατικού φιλελευθερισμού στη πολιτική.
INFO
[2].
Η νεωτερικότητα σήμερα Οικονομία, κοινωνία, πολιτική, πολιτισμός,
Hall, Stuart, McGrew, Anthony,
Χελντ, Ντέηβιντ, εκδ. Σαββάλας, 2003.