Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 3 Μαΐου 2010

Αγωνιστική Ποίηση


Τις Συντάξεις ρε Αλήτες;

Ποίημα 1.

Πηγή: Vripol

Σε πανστρατιά μας κάλεσε η Κυνική, σέ μάχη,
Σ' ασπρου αλόγου κάθησε,σαλτάρωντας στην ράχη,
με βούκινο εσάλπισε το κέλευσμα του αγώνα,
κι έπειτα εροβόλησε κατά του Αρμαγεδώνα..

Κι ο Νόσφυ μας ο αγαπητός, που ειναι βετεράνος,
μεσ απ της μάχης την αχλύ, όρθιος, δίχως κράνος,
με μάτια κατακόκκινα απ' τις αναθυμιάσεις
φωνάζει πρός την αρχηγό, ξηράς τε και θαλάσσης:

"Συνειδητά θα μάχομαι, μα φέσι δεν γουστάρω,
κι όταν "ηγέτη" οσμίζομαι, συγχύζομαι, φλιπάρω,
κι εκεί πού τώρα έρχεσαι, εγώ παλιά έχω φτάσει,
το ίδιο έργο δυό φορές, στο τέλος θα με σκάσει."

Και η κυνική, δακρύζοντας, απ' τ' άτι κατεβαίνει,
στον Νόσφυ μας αντικρυστα κάθεται και του κραίνει:
" Νόσφυ μου, κι αν σας κάλεσα με ένταση μεγάλη,
και αν για την αριστερά σας έκανα κεφάλι,
δείξτε μου κατανόηση, έχω πολλές ευθύνες,
πάνω στα άπαρτα βουνά, γυρίζω εδώ και μήνες.
Βγαίνω στα πέντε τρίστρατα και στίς εφτά βρυσούλες,
όπου νεκροί απ' το ΔΝΤ, θάβονται απο μανούλες,
αγωνιστές στρατολογώ, συντάγματα οργανώνω,
με τα κουφάρια των εχθρών, τα καλντερίμια στρώνω.

Τράχυνανε τα λόγια μου, κι εγώ πού μουν αγία,
ολημερίς χειρίζομαι την Χριστοπαναγία,
μασώ καπνό, πίνω ποτό,
με το τουφέκι ρίχνω,
συγχώρα με την έρημη, όμως σαν στριγκλα δείχνω..

Κι ο Νοσφεράτος, κάλμαρε, σαν είδε την γυναίκα,
όπου στην μάχη έβαζε, ανδράκια κάτω δέκα,
ειλικρινα να θλίβεται και να του μετανιώνει,
κι η τρυφερή του η ψυχή άρχισε να ημερώνει.

"Γεράσαμε ορέ cynical πάνω στο μετερίζι,
τις τύχες μας δεν θέλαμε το ΔΝΤ να ορίζει,
σηκώσαμε απανάσταση ενάντια στά χρέη,
το δάκρυ μας εστέρεψε, κι ό ένας τον άλλον φταίει..

Πιάσε συντρόφισσα κρασί απο το γιοματάρι,
πιάσε κοψίδια ολόφρεσκα, απο οχτρού τομάρι,
ρίξε και πέντε ντουφεκιές να γίνει φασαρία
να γράψουμε με τ' άρματα ξανά την Ιστορία..


Ποίημα 2.

Πηγή: Nosferatos
εδώ ο κόσμος χανεται και μαινεται η Μάχη
και μόν' ο Βριπολ χαιρεται εις των Ψαρρών την Ραχη
Τον συγκινουν τα αιματα σηκώνει αδρεναλίνη
οταν εμεις βουλιαζουμε στου Δου Νου Του τη Δίνη...


παναθεμα σε Βριπολα εγραψες παλι Ποιημα
ενώ ξυστα απ' το αυτί περασε ενα Βλημα


Πέμπτη 1 Μαΐου 2008

ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΩΝ ΩΡΩΝ


Από την «Θαλασσινή Ωδή» του Αλβάρο ντε Κάμπος (ετερώνυμο του Φερνάντο Πεσσόα, σελ.172, εκδ. Εξάντας 2003.


στ


Πέφτω φαρδιά-πλατιά σ’ όλη τη ζωή

ουρλιάζοντας μέσα μου την αγριότητά μου να ζω...

Δεν υπάρχουν χειρονομίες ηδονής στον κόσμο που ν’ αξίζουν

την τρομερή χαρά αυτού που δεν έχει άλλο τρόπο για να την εκφράσει

παρά να κυλιστεί καταγής ανάμεσα σε χορτάρια και

μαργαρίτες

και να συρθεί στο χώμα ώσπου να λερώσει ρούχα και μαλλιά...

Δεν υπάρχουν στίχοι για να το πουν....

Ξεριζώστε ένα  χορταριού, δαγκώστε το και θα με

καταλάβετε

θα καταλάβετε πλήρως αυτό που ατελώς εκφράζω.

Ποθώ λυσσασμένα να ‘μαι ρίζα

ακολουθώντας τις αισθήσεις από μέσα σαν χυμός

θα ‘θελα να ΄χα όλες τις αισθήσεις, συμπεριλαμβανομένης και της ευφυΐας,

της φαντασίας και της αναστολής

πάνω στο δέρμα μου για να μπορώ να κυλιστώ πάνω στη

σκληρή γη

από μέσα της, νιώθοντας κι άλλο τη σκληράδα και τις
ανωμαλίες.


Και θα ‘μουν ευτυχής μονάχα αν το κορμί μου ήταν η ψυχή
μου...

Έτσι όλους τους ανέμους, όλους τους ήλιους, κι όλες τις
βροχές

θα τους ένοιωθα με το μοναδικό τρόπο που θα ‘θελα...

Καθώς αυτό δεν μπορεί να μου συμβεί, απελπίζομαι, μανιάζω,

θέλω να ξεσκίσω με τα δόντια τα ρούχα μου

κι ύστερα με δυνατά λιονταρίσια νύχια να με κομματιάσω ώσπου το αίμα να τρέξει, τρέξει, να
τρέξει, να τρέξει...

Πονάω γιατί όλα αυτά είναι παράλογα σαν κάποιος να με φόβισε,

με την επιθετικότητα που νοιώθω για το πεπρωμένο, για τον

θεό,

που γεννιέται μπροστά στο Ανείπωτο

και ξαφνικά μετράμε ακριβώς πόσο αδύναμοι και μικροί

είμαστε.