
Με τους χάρτες είχα μια ιδιαίτερη σχέση, από μικρή. Ίσως να έφταιγε το γεγονός πως ανέκαθεν κάποιος χάρτης βρισκόταν πάντα κολλημένος με σελοτέιπ στο πίσω μέρος της πόρτας της τουαλέτας, ακριβώς μπροστά απ’ την λεκάνη, στην πιο βολική, κατά τη γνώμη μου θέση που θα μπορούσε ποτέ να βρεθεί. Οι χάρτες αυτοί, μεγάλοι σε μέγεθος, λίγο πολύ όπως οι σχολικοί, κάλυπταν σχεδόν όλο τον διαθέσιμο χώρο της πόρτας, με την μητέρα μου να τους αλλάζει επί πλέον περιοδικά, ώστε καμιά ήπειρος να μη μείνει παραπονεμένη και ανεξερεύνητη. Και μέσα στην απομόνωση του ιδιαίτερου αυτού χώρου και σε κλίμα απόλυτης χαλάρωσης και ευτυχίας, τα μάτια όλο λαχτάρα, οδηγούσαν την ψυχή σε μέρη μακρινά και ονειρεμένα. Άλλωστε τότε, οτιδήποτε έξω από τη συνοριογραμμή της Ελλάδας φάνταζε όντως μακρινό και ονειρεμένο.
Το πρώτο που μάθαινα ήταν οι πρωτεύουσες και τα σύνορα μαζί με το σχήμα των χωρών, μετά οι σημαίες, μετά εστίαζα στις κυριότερες πόλεις, στα ονόματα και τους δρόμους των ποταμών, στο ύψος των βουνών και μετά, αν τύχαινε ο χάρτης να είναι γεωφυσικός, φανταζόμουν τον εαυτό μου ν’ ανεβαίνει στα βουνά, να περνάει σταδιακά τις διάφορες ζώνες που φαίνονταν χρωματισμένες με άλλα χρώματα η κάθε μια τους, μετά να βουτάει στις κοιλάδες, να πλέει κατά μήκος των ποταμών και να διασχίζει τη μια μετά την άλλη τις πόλεις και τις χώρες, καβάλα πότε σε ένα ποτάμι, πότε τσουλώντας από την άλλη μεριά του βουνού, πότε μέσα από μυστικά περάσματα και τούνελ.
Σιγά σιγά άρχισα να ψάχνω και τις αποστάσεις ανάμεσα στις κυριότερες πόλεις, κυρίως της Ευρώπης, τις οποίες βρίσκαμε τακτοποιημένες σε πίνακες, στις ατζέντες και τα ημερολόγια. Με τον καιρό τις είχα μάθει πια απ’ έξω κι ανακατωτά, ώστε να μπορώ να πλάθω ρεαλιστικότερα ταξίδια. Δηλαδή, σε πόσες μέρες θα μπορούσα να φτάσω στο Λονδίνο για παράδειγμα, κάνοντας την Α διαδρομή; Σε ποιες πόλεις ενδιάμεσα θα βόλευε να μείνω; Ή, αν έμενα στη Βρέμη, θα μπορούσα να πάω στο Άμστερνταμ και να γυρίσω αυθημερόν; Ή πόσες πόλεις βρίσκονται σε ακτίνα, ας πούμε, 500 χιλιομέτρων απ την Φρανκφούρτη; Σε ποια πόλη θα μπορούσα να μένω, ώστε να μπορώ να φτάνω στις περισσότερες κύριες πόλεις της Ευρώπης μέσα σε διάστημα 5, ας πούμε, ωρών με το τρένο; Όπως καταλαβαίνετε, τέτοιου είδους ερωτήσεις έρχονταν σερί η μια μετά την άλλη και τελειωμό δεν είχαν, παρά μόνον όταν τα χτυπήματα στην πόρτα άρχιζαν να γίνονται επίμονα και δυνατά, σήμα πως κάποιος απ’ έξω είχε χάσει πια την υπομονή του.
Εκείνο όμως που πραγματικά με συνέπαιρνε ήταν τα ακραία, ακρότατα σημεία των χωρών και των ηπείρων. Ακολουθούσα το περίγραμμά τους και προσπαθούσα να φανταστώ πώς θα ήταν η ζωή εκεί, με το πώς θα έμοιαζε το τοπίο, πώς θα συμπεριφέρονταν οι άνθρωποι. Μερικές φορές, πολύ αργότερα, ευτύχησα να τα επισκεφτώ, για να ανακαλύψω ότι δεν είχαν τίποτε το ιδιαίτερο, δεν υπήρχε τίποτε από τη μαγεία που προϋπόθετε, όπως φανταζόμουν, η ιδιαιτερότητα της θέσης τους στον χάρτη, απλά κουβαλούσαν σε μια συνέχεια τα χαρακτηριστικά της προηγούμενης πόλης, η οποία έφερνε κι αυτή το στίγμα της αμέσως προηγούμενης, κ.ο.κ.
Παρά ταύτα, στο τέλος έμενε η ικανοποίηση από την πραγμάτωση μιας παιδικής φαντασίωσης, αλλά και η γνώση ότι στον κόσμο όλο δεν υπάρχει ούτε κέντρο, ούτε ασυνέχειες, ούτε τομές, ούτε ακόμα-ακόμα και σε αυτά τα σύνορα τα ίδια, απλά οι άνθρωποι όπου και να βρίσκονται έχουν τον δικό τους ορίζοντα, ο οποίος είναι τόσο πλατύς όσο και ο ορίζοντας όλων των άλλων ανθρώπων, σε όποιο σημείο του χάρτη και να βρίσκονται.
Οι άνθρωποι που μένουν κοντά στα σύνορα μοιάζουν με τους άλλους της από κει πλευράς, γιατί κάποτε αυτά τα σύνορα είτε δεν υπήρχαν, είτε ήταν τραβηγμένα κάπου αλλού. Έχουν κοινές συνήθειες, τρώνε τα ίδια φαγητά, ακούνε τις ίδιες μουσικές, και καμιά φορές μιλάνε και μια γλώσσα που την καταλαβαίνουν και οι από ‘δω και οι από ‘κει. Διέσχισα πολλές φορές τα σύνορα ανάμεσα σε διαφορετικές χώρες και ποτέ μου δεν κατάλαβα ότι τα πέρασα. Παρά μόνον, όταν ήμουν αρκετά μακριά από δαύτα.
Ο χάρτης δεν ήταν απλά ένα κομμάτι χαρτί κολλημένο στην πίσω πλευρά μιας πόρτας. Είχε χώμα, είχε χορτάρια και ήταν γη. Ένα κομμάτι γης που έσφυζε απ’ την ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων που το πατούσαν, που παλλόταν από τις αναπνοές τους, τις μετακινήσεις τους, τους θορύβους τους. Μια κουκίδα, που γιγαντωνόταν στα μάτια μου και σαν σε οπτασία, έπαιρνε τη μορφή της πόλης που αντιπροσώπευε, με τα κτίριά της, τις γέφυρές της, τους δρόμους της, τα πάρκα της, τα μαγαζιά της, τον καιρό της, το πλήθος της.
Ο χάρτης όμως, πέρα από γη ήταν και ιστορία και στρατηγική. Πόσες φορές αργότερα, δεν αναρωτήθηκα, γιατί η Νορβηγία, για παράδειγμα, είχε αυτή και μόνο το προνόμιο ν’ αγκαλιάζει προκλητικά όλη την σκανδιναβική χερσόνησο από βορρά και να φλερτάρει τετ α τετ με την Ρωσία, στερώντας από τη Σουηδία και Φιλανδία κάθε έξοδο προς τις αρκτικές θάλασσες; Ποιες ιστορικές σκοπιμότητες επέτρεψαν αυτό το προνομιακό καθεστώς;
Και μετά, πώς γινόταν και η Ερυθραία απ’ τη μια, και η Σομαλία απ’ την άλλη, να έχουν κάνει κεφαλοκλείδωμα στην Αιθιοπία κλείνοντας της κι αυτηνής την έξοδο προς τη θάλασσα; Και η Κροατία, πώς τα κατάφερε και έκλεισε τη θέα στη Σερβία; Μήπως, κοιτώντας και μόνο στο χάρτη τη θέση της Βουλγαρίας, δεν μπορεί κάποιος ξένος εύκολα να φανταστεί ότι αυτό και μόνο το κλείσιμό της προς τη θάλασσα απ’ την Ελλάδα, δεν θα ήταν αιτία για πολέμους μεταξύ τους, όπως και πραγματικά συνέβη; Ή, εξερευνώντας ένα γεωφυσικό χάρτη, δεν θα μπορούσε κανείς να προδικάσει την εξέλιξη κάποιων πολέμων, όπως για παράδειγμα της μικρασιατικής εκστρατείας, για να έρθουμε και πάλι στα καθ ημάς, ή να προβλέψει άλλους μελλοντικούς;
Οι μεγάλοι χάρτες του κόσμου της παιδικής μου ηλικίας, έγιναν η αφορμή με τα χρόνια ν’ αντικατασταθούν από μικρότερους, της κάθε μια χώρας πια, που επισκεπτόμουνα ξεχωριστά, και μετά, από ακόμα μικρότερους, της κάθε μιας πόλης ειδικότερα. Και παρά τα χρόνια που πέρασαν και παρά τους χάρτες που τρίφτηκαν στα χέρια μου, η αφετηρία τους, οι μητρικός εκείνος χάρτης απ’ όπου ξεπήδησαν αργότερα όλοι αυτοί οι μικρότεροι που συνωστίζονται στα ράφια μου, παραμένει πάντα ζωντανός στη μνήμη μου.