Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2010

Η Αθήνα του Μεσοπολέμου σε Εικόνες


Πρόσφυγες στην Αρχαία Αγορά



Κολέγιο Αθηνών στο Ψυχικό


Λυκαβηττός


Ομήρου



Πατριάρχου Ιωακείμ



Πλουτάρχου



Θησείο


Σταδίου



Κουκάκι




ΥΓ. Ευχαριστώ τη φίλη Ρόζα που μού τις έστειλε.

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2009

Πόλεις


Οι πόλεις είναι πιο ελκυστικές όταν ο ήλιος λάμπει. Ο ήλιος κατά τεκμήριο είναι ευεργέτης των πόλεων. Δεν είναι όμως, ότι τις κάνει πιο όμορφες. Μπορεί να φωτίζει και ν’ αναδεικνύει τα καλά τους, αλλά συνάμα βγάζει στη φόρα και τις ασκήμιες τους. Ο ήλιος, αντίθετα, κάνει τους ανθρώπους, να βλέπουν τις πόλεις τους πιο όμορφες. Τους βγάζει απ’ το καβούκι τους, τους ζεσταίνει, τους χαλαρώνει κι από κει και πέρα τη δουλειά της μεταμόρφωσης την κάνει η καλή ψυχολογία.

Αντίθετα, οι πόλεις ομορφαίνουν απ’ το χιόνι. Είναι το τελειότερο υλικό για να κρύψει εξαμβλώματα, να στρογγυλέψει ατέλειες, να βελτιώσει την αισθητική και των πιο μεγάλων τερατουργημάτων. Ακόμα και τα χειρότερα εκθέματα μιας πόλης, όπως τα εγκαταλελειμμένα κτήρια και οι σωροί των σκουπιδιών εξευγενίζονται στην όψη και γίνονται περισσότερο αποδεκτά στα βλέμματα. Είναι απαλό, είναι λείο, είναι μαλακό, είναι εύπλαστο, χαρακτηριστικά που όπως και το βελούδο, μεταδίδουν μια αίσθηση εφησυχασμού και ηρεμίας. Είναι ένα δώρο αναπάντεχο, που φτάνει στη γη χωρίς τυμπανοκρουσίες και απειλητικά προμηνύματα, παρά ακροπατώντας αθόρυβα και διακριτικά, μην και ταράξει, ή επιβαρύνει κι άλλο θαρρείς, την ευάλωτη ψυχική διάθεση των κατοίκων. Κι επιπλέον, είναι λευκό, χρώμα της καθαρής ψυχής, που δίνει χώρο το βράδυ στ’ αστέρια ν’ αστραποβολήσουν, διαχέοντας το φως τους πάνω απ’ τις στέγες της πόλης αδιακρίτως, και φέρνοντας κάτι απ’ την κοσμική γαλήνη στα κρεβάτια και τα όνειρα των ανθρώπων.

Αυτό που σκοτώνει τις πόλεις είναι η υγρασία. Μπορεί και η άμμος, μα δεν έχω την ανάλογη εμπειρία για να την περιγράψω. Την υγρασία όμως την ξέρω καλά. Δεν είναι βροχή, που λες ότι κάποια στιγμή θα έρθει και θα περάσει, θα πλύνει, θα καθαρίσει και μετά όπου νάναι θα ξεπροβάλει κι ο ήλιος για ν’ αναδείξει το θεάρεστο έργο της. Πόλεις ξηρές που ζούνε κι αναπνέουνε στη σκόνη, πως και πως περιμένουν τη βροχή για να ξεπλύνει τα ψηλά τζάμια, αυτά που είναι αδύνατον να τα καθαρίσεις απ’ έξω, να ποτίσει τ’ ανεμικά δεντράκια στα πεζοδρόμια, ν’ αναστήσει προς στιγμή το ξερόχορτο που χαροπαλεύει.

Η υγρασία όμως, είναι άλλο πράγμα. Είναι ύπουλη, είναι διαβρωτική σαν οξύ, είναι πανταχού παρούσα, δεν αφήνει τίποτα που να μην το μαγαρίζει, κι είναι αδύνατον να της ξεφύγεις και να προστατευθείς. Είναι ένα σύννεφο βαρύ, που σαν θανατικό κατακάθεται ράθυμο και κακόβουλο μέσα στις πόλεις. Τρυπώνει στα γόνατα και τις αρθρώσεις, στραβώνει και παραμορφώνει τα κόκαλα, φωλιάζει στα σεντόνια και τις κουβέρτες, ξεφτίζει τους τοίχους, αλλοιώνει τα χρώματα, γδέρνει το τσιμέντο απ’ τις κολώνες, κατατρώγει ό,τι σιδερικό βρεθεί μπροστά της, κι αφήνει πίσω της γκρεμίλες, σκουριά, και το χαρακτηριστικό πράσινο χρώμα και τη μυρωδιά της μούχλας. Θαρρείς κι είναι το σαράκι που κατατρώγει σιγά σιγά την πόλη απ’ τα θεμέλιά της, και την σπρώχνει στην παρακμή και τον θάνατο.

Υγρασία: είναι το νερό που γλύφει μονίμως τις προσόψεις, είναι τα φαγωμένα πεζοδρόμια και τα ραγισμένα μωσαϊκά, τα μαγαζιά που παραμένουν κρύα ακόμα κι όταν θερμαίνονται, είναι οι δρόμοι, οι μονίμως βρεγμένοι και μες’ τη γλίτσα, κι είναι η γκριζάδα στον ορίζοντα που δεν θα πάψω να τη συνδέω με ασθενοφόρα που τσιρίζουν και με επίμονα κορναρίσματα αλαφιασμένων οδηγών. Επίσης, είναι οι ξέσκεποι σταθμοί λεωφορείων, που φυτρώνουν σε λασπωμένες αλάνες στις παρυφές των πόλεων, οι χαλασμένες τουαλέτες και τα καζανάκια που τρέχουν, οι ξεχαρβαλωμένες καρέκλες στα βρώμικα καφενεία, τα νοτισμένα, λερά τζάμια και ο λειψός φωτισμός, τα σπασμένα λούκια που μονίμως ξερνάνε νερό στα πεζοδρόμια, οι μυρωδιές του κάτουρου σε μουσκεμένες γωνιές σπιτιών και πάρκων, οι σκοτεινές είσοδοι, οι φορτωμένες με λιπαρό αέρα και βαριές μυρωδιές, τα μονίμως κλειστά παντζούρια με τις γρίλιες να λείπουν, οι βρώμικες κουρτίνες που έχουν ξεφύγει από τους γάντζους και κάνουν κοιλιά, οι μοναχικοί γλόμποι που κρέμονται σαν την αγχόνη απ’ το ταβάνι φωτίζοντας γυμνούς, υγρούς τοίχους, σπαρμένους εδώ κι εκεί με κάποια αδέσποτα καρφιά, υγρασία είναι οι κυρτωμένες φιγούρες των ανθρώπων, υγρασία είναι το υπόγειο του Ντοστογιέφσκι και ο Stalker του Ταρκόφσκι.

Οι πόλεις με υγρασία και ζέστη είναι αποπνικτικές, κι αδύνατον να τις περπατήσεις. Το ίδιο κι όταν συνδυάζουν υγρασία με παγωνιά, που είναι σαν να σού σφίγγουν το κεφάλι με τανάλια.. Παρόμοια, κι όταν είναι ξερές και σκονισμένες, ή αφημένες απροστάτευτες στο έλεος ενός τυραννικού ήλιου. Πόλεις δύσκολες κι αφιλόξενες.

Η πιο όμορφη πόλη θα ήταν αυτή, που θα άφηνε την αύρα της θάλασσας να μεταφέρει τις μυρωδιές και τη φρεσκάδα της και στο πιο απομακρυσμένο στενό της, θα ήταν αυτή που θα άφηνε τη μυρωδιά του πεύκου να κάθεται σαν ευεργετικό σύννεφο όλο το χρόνο πάνω από τα σπίτια της, θα ήταν αυτή που θα άφηνε τις βροχές να ποτίσουν τα παρτέρια και τους κήπους της, τόσο, όσο για να είναι ανθισμένα την άνοιξη, που θα έφερνε χιόνι, τόσο, όσο θα χρειάζονταν τα παιδιά για να φτιάξουν χιονάνθρωπους και οι μεγάλοι για να ξαναγίνουν παιδιά.

Η πιο όμορφη πόλη θα ήταν αυτή που δεν θάθελε κανένας να την εγκαταλείψει.

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2009

Το Πλήθος


Τους δεσμούς με το αυτοκίνητο, συνήθως τους ξεκόβουμε σιγά-σιγά. Από φόβο, μην και η ξαφνική αποκοπή μάς προκαλέσει αστάθεια, ίσως και κάποιο ισχυρό σοκ. Ξεκινάμε πρώτα από το περίπτερο και τον φούρνο της γειτονιάς. Ασφαλής, κλασσική διαδρομή, ιδανική για αρχαρίους. Αφού δοκιμάσουμε, με επιφύλαξη και με τη μύτη του παπουτσιού την άσφαλτο, και αφού βεβαιωθούμε ότι δεν πρόκειται να μας ρουφήξει προς τα μέσα, τότε αποφασίζουμε να ακουμπήσουμε και ολόκληρο το πέλμα. Ξεθαρρυμένοι πλέον και γεμάτοι αυτοπεποίθηση αποτολμάμε ν’ ακουμπήσουμε και το άλλο πόδι, και βήμα το βήμα ανακαλύπτουμε ότι τα πόδια μας δεν είναι ακόμα νεκρά, κι ότι τα κουτσοκαταφέρνουμε για καμιά εκατοσταριά μέτρα, μαζί με την επιστροφή. Πρώτη έξοδος, ένας θρίαμβος!

Έτσι απλά, μαθαίνουμε να ξαναπερπατάμε, μια τέχνη που την χάσαμε νωρίς απ’ τη ζωή μας. Σαν το παιδί, που αφ’ ότου καταφέρει να σταθεί στα πόδια του ορθό, κυριεύεται από την ακατάσβεστη επιθυμία εξερεύνησης, το ίδιο ακριβώς σύμπτωμα εμφανίζεται και στον ενήλικα που ξαναβρίσκει τα πόδια του. Ο μπακάλης, μόλις δυο τετράγωνα μακρύτερα απ’ τον φούρνο γίνεται ο επόμενος στόχος, πιθανόν ο χασάπης λίγο παραπέρα να γίνει ο επόμενος, αλλά από κει και μετά, αν ξεπεράσουμε το φράγμα των πρώτων τετραγώνων, το κίνητρο είναι πια το άγνωστο και η πόλη η ίδια. Έτσι, δειλά-δειλά ξανακερδίζουμε την όρθια στάση και ξαναανακαλύπτουμε τους ανθρώπους.

Δεν κατάλαβα ποτέ, πώς γωνιά τη γωνιά, δρόμο το δρόμο, η πόλη τελικά κατάφερνε να με καταπιεί. Πώς γινόταν και βρισκόμουνα χιλιόμετρα μακριά απ’ την αφετηρία μου, πώς όσο κούραση κι αν ένοιωθα, δεν ήθελα με τίποτε να σταματήσω να περπατώ και να χαζεύω. Η Αθήνα μου αρέσει γι αυτόν ακριβώς το λόγο. Είναι ατέλειωτη, είναι δαιδαλώδης και σε διευκολύνει να χαθείς ή μάλλον σου επιτρέπει ν’ αφεθείς στο χάσιμο, δίχως ιδιαίτερες έγνοιες για το πώς θα επιστρέψεις ή για το αν θα είσαι ασφαλής στα σοκάκια που παρασύρθηκες. Και δεν είναι μόνο η Αθήνα, αλλά και όλες οι μητροπόλεις που μου αρέσει να επισκέπτομαι, για έναν και μόνο λόγο. Για να τις περπατήσω.

Τώρα πια, δεν πάω ούτε για τα μουσεία τους, τις πινακοθήκες και τα θεάματα, ούτε καν για τα πάρκα τους, παρά μόνο για τους δρόμους, τις γειτονιές, τα σπίτια τους, όσο κι αν είναι ίδια μεταξύ τους, για τη χαρά που νοιώθω ανακαλύπτοντας τις λεπτομέρειες των κτηρίων, από τα πιο ταπεινά παράθυρα, έως τις πιο περίτεχνες προσόψεις, αλλά και πάλι δεν είναι τα κτήρια αυτά καθ αυτά που με αιχμαλωτίζουν, αλλά τα κτήρια εκείνα που κλείνουν μέσα τους ανθρώπους, που μυρίζουν φαΐ που σιγοψήνεται, ή τζάκι που καπνίζει, που αντηχούν φωνές και γαυγίσματα, που κλείνουν πρόσωπα και σκιές, σπίτια ζωντανά, σπίτια ζυμωμένα με αίμα και σάρκα, σπίτια με ιστορίες καλά φυλαγμένες πίσω τους, ιστορίες που με κεντρίζουν να τις μαντέψω ή ακόμα περισσότερο ιστορίες που θάθελα να μού τις διηγηθούν.

Γυρίζω και ξαναγυρίζω, μπορεί και από τους ίδιους δρόμους, με την ίδια πάντα επιθυμία να τραβήξω τις κουρτίνες, να δρασκελίσω το κατώφλι και να δω ένα προς ένα τα πρόσωπα που κρύβονται πίσω τους. Τι κι αν οι ζωές τους δεν θα ‘ναι τίποτε το συγκλονιστικό, τίποτε το διαφορετικό απ’ αυτές που είδα να ξετυλίγονται τριγύρω όλα τα χρόνια της ζωής μου. Και τι μ’ αυτό; Μήπως όλα τα χιλιάδες, τα εκατοντάδες χιλιάδες βιβλία που γράφτηκαν μέχρι τώρα, λένε και τίποτε περισσότερο από τις ιστορίες που ήδη ξέραμε; Κι όμως, ξανά και ξανά τρυπώνουμε λαίμαργοι στις σελίδες τους να παθιαστούμε και να ρουφήξουμε διάφορα κομμάτια ξένης ζωής, πασχίζοντας συνάμα να ανασυνθέσουμε το παζλ και της δικής μας.

Οι πόλεις μυρίζουν ανθρώπους. Πολύ γνώριμη και επίμονη μυρωδιά. Κι απ’ την άλλη τόσο δυνατή, που ναρκώνει. Άμα εθιστείς, δεν την αποχωρίζεσαι κι ακόμα πιο δύσκολα την αλλάζεις.

Οι πόλεις είναι θάλασσες, που άμα αφεθείς, παρασύρεσαι, ταξιδεύεις και γνωρίζεις. Συνωστίζομαι στα πεζοδρόμια, διασταυρώνω το βλέμμα μου με τα εκατοντάδες άλλα βλέμματα, στέκομαι στις διαβάσεις και χαζεύω το πλήθος που έρχεται απ’ απέναντι. Με το θράσος που αντλώ απ’ την ανωνυμία, δεν διστάζω να αντικρίσω τον άλλον κατάματα και να τον περιεργαστώ. Πρόσωπα στρογγυλά, μακρόστενα, οβάλ, χαρούμενα, αδιάφορα, ανέμελα ή φορτωμένα με έγνοιες, νεανικά και καλοφτιαγμένα, αυλακωμένα και γέρικα, όλες οι ποικιλίες, όλος ο μπαξές της φύσης στα μάτια μου.


Προσπαθώ να καταλάβω από πού προέρχεται η συγκίνηση, μα πιο πολύ η πίκρα που νοιώθω κάθε φορά που αντικρίζω το πλήθος. Είναι ένα συναίσθημα ιδιαίτερο και καθόλου το ίδιο με αυτό που έχω όταν συναντώ τον καθένα χωριστά.

Τι είναι λοιπόν το πλήθος; Ένας κόσμος, ίδιος και απαράλλαχτος όπως κι εγώ, που μοίρα κοινή μάς ένωσε, ώστε να τύχει να βρισκόμαστε συνταξιδιώτες στο ίδιο το καράβι, την ίδια εποχή. Προορισμό; Μην το ρωτάτε. Ο ίδιος για όλους, κι ίσως να είναι αυτός που μάς δένει. Σκέφτομαι ότι σε εβδομήντα, ογδόντα χρόνια από σήμερα κανείς από αυτούς που συναντώ στις διαβάσεις δεν θα βρίσκεται εδώ. Θα έχει αντικατασταθεί από έναν ίδιο κι απαράλλαχτο κόσμο, που και αυτός θα πηγαινοέρχεται άσκοπα, σκοτώνοντας κι αυτός το χρόνο, μέχρις ότου να έρθει κι αυτουνού η ώρα να συναντήσει τη μοίρα του. Κι η δυστυχία είναι ότι κανένας δεν θα προσέξει ότι αυτό το νέο πλήθος που θα έρθει, δεν θα είναι το ίδιο με το παλιό.


Λήθη λοιπόν και ανακύκλωση.

Κι η πόλη, μαιευτήριο μαζί και νεκροταφείο.

Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 2008

Σκέψεις επί Χάρτου



Με τους χάρτες είχα μια ιδιαίτερη σχέση, από μικρή. Ίσως να έφταιγε το γεγονός πως ανέκαθεν κάποιος χάρτης βρισκόταν πάντα κολλημένος με σελοτέιπ στο πίσω μέρος της πόρτας της τουαλέτας, ακριβώς μπροστά απ’ την λεκάνη, στην πιο βολική, κατά τη γνώμη μου θέση που θα μπορούσε ποτέ να βρεθεί. Οι χάρτες αυτοί, μεγάλοι σε μέγεθος, λίγο πολύ όπως οι σχολικοί, κάλυπταν σχεδόν όλο τον διαθέσιμο χώρο της πόρτας, με την μητέρα μου να τους αλλάζει επί πλέον περιοδικά, ώστε καμιά ήπειρος να μη μείνει παραπονεμένη και ανεξερεύνητη. Και μέσα στην απομόνωση του ιδιαίτερου αυτού χώρου και σε κλίμα απόλυτης χαλάρωσης και ευτυχίας, τα μάτια όλο λαχτάρα, οδηγούσαν την ψυχή σε μέρη μακρινά και ονειρεμένα. Άλλωστε τότε, οτιδήποτε έξω από τη συνοριογραμμή της Ελλάδας φάνταζε όντως μακρινό και ονειρεμένο.

Το πρώτο που μάθαινα ήταν οι πρωτεύουσες και τα σύνορα μαζί με το σχήμα των χωρών, μετά οι σημαίες, μετά εστίαζα στις κυριότερες πόλεις, στα ονόματα και τους δρόμους των ποταμών, στο ύψος των βουνών και μετά, αν τύχαινε ο χάρτης να είναι γεωφυσικός, φανταζόμουν τον εαυτό μου ν’ ανεβαίνει στα βουνά, να περνάει σταδιακά τις διάφορες ζώνες που φαίνονταν χρωματισμένες με άλλα χρώματα η κάθε μια τους, μετά να βουτάει στις κοιλάδες, να πλέει κατά μήκος των ποταμών και να διασχίζει τη μια μετά την άλλη τις πόλεις και τις χώρες, καβάλα πότε σε ένα ποτάμι, πότε τσουλώντας από την άλλη μεριά του βουνού, πότε μέσα από μυστικά περάσματα και τούνελ.

Σιγά σιγά άρχισα να ψάχνω και τις αποστάσεις ανάμεσα στις κυριότερες πόλεις, κυρίως της Ευρώπης, τις οποίες βρίσκαμε τακτοποιημένες σε πίνακες, στις ατζέντες και τα ημερολόγια. Με τον καιρό τις είχα μάθει πια απ’ έξω κι ανακατωτά, ώστε να μπορώ να πλάθω ρεαλιστικότερα ταξίδια. Δηλαδή, σε πόσες μέρες θα μπορούσα να φτάσω στο Λονδίνο για παράδειγμα, κάνοντας την Α διαδρομή; Σε ποιες πόλεις ενδιάμεσα θα βόλευε να μείνω; Ή, αν έμενα στη Βρέμη, θα μπορούσα να πάω στο Άμστερνταμ και να γυρίσω αυθημερόν; Ή πόσες πόλεις βρίσκονται σε ακτίνα, ας πούμε, 500 χιλιομέτρων απ την Φρανκφούρτη; Σε ποια πόλη θα μπορούσα να μένω, ώστε να μπορώ να φτάνω στις περισσότερες κύριες πόλεις της Ευρώπης μέσα σε διάστημα 5, ας πούμε, ωρών με το τρένο; Όπως καταλαβαίνετε, τέτοιου είδους ερωτήσεις έρχονταν σερί η μια μετά την άλλη και τελειωμό δεν είχαν, παρά μόνον όταν τα χτυπήματα στην πόρτα άρχιζαν να γίνονται επίμονα και δυνατά, σήμα πως κάποιος απ’ έξω είχε χάσει πια την υπομονή του.

Εκείνο όμως που πραγματικά με συνέπαιρνε ήταν τα ακραία, ακρότατα σημεία των χωρών και των ηπείρων. Ακολουθούσα το περίγραμμά τους και προσπαθούσα να φανταστώ πώς θα ήταν η ζωή εκεί, με το πώς θα έμοιαζε το τοπίο, πώς θα συμπεριφέρονταν οι άνθρωποι. Μερικές φορές, πολύ αργότερα, ευτύχησα να τα επισκεφτώ, για να ανακαλύψω ότι δεν είχαν τίποτε το ιδιαίτερο, δεν υπήρχε τίποτε από τη μαγεία που προϋπόθετε, όπως φανταζόμουν, η ιδιαιτερότητα της θέσης τους στον χάρτη, απλά κουβαλούσαν σε μια συνέχεια τα χαρακτηριστικά της προηγούμενης πόλης, η οποία έφερνε κι αυτή το στίγμα της αμέσως προηγούμενης, κ.ο.κ.

Παρά ταύτα, στο τέλος έμενε η ικανοποίηση από την πραγμάτωση μιας παιδικής φαντασίωσης, αλλά και η γνώση ότι στον κόσμο όλο δεν υπάρχει ούτε κέντρο, ούτε ασυνέχειες, ούτε τομές, ούτε ακόμα-ακόμα και σε αυτά τα σύνορα τα ίδια, απλά οι άνθρωποι όπου και να βρίσκονται έχουν τον δικό τους ορίζοντα, ο οποίος είναι τόσο πλατύς όσο και ο ορίζοντας όλων των άλλων ανθρώπων, σε όποιο σημείο του χάρτη και να βρίσκονται.

Οι άνθρωποι που μένουν κοντά στα σύνορα μοιάζουν με τους άλλους της από κει πλευράς, γιατί κάποτε αυτά τα σύνορα είτε δεν υπήρχαν, είτε ήταν τραβηγμένα κάπου αλλού. Έχουν κοινές συνήθειες, τρώνε τα ίδια φαγητά, ακούνε τις ίδιες μουσικές, και καμιά φορές μιλάνε και μια γλώσσα που την καταλαβαίνουν και οι από ‘δω και οι από ‘κει. Διέσχισα πολλές φορές τα σύνορα ανάμεσα σε διαφορετικές χώρες και ποτέ μου δεν κατάλαβα ότι τα πέρασα. Παρά μόνον, όταν ήμουν αρκετά μακριά από δαύτα.

Ο χάρτης δεν ήταν απλά ένα κομμάτι χαρτί κολλημένο στην πίσω πλευρά μιας πόρτας. Είχε χώμα, είχε χορτάρια και ήταν γη. Ένα κομμάτι γης που έσφυζε απ’ την ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων που το πατούσαν, που παλλόταν από τις αναπνοές τους, τις μετακινήσεις τους, τους θορύβους τους. Μια κουκίδα, που γιγαντωνόταν στα μάτια μου και σαν σε οπτασία, έπαιρνε τη μορφή της πόλης που αντιπροσώπευε, με τα κτίριά της, τις γέφυρές της, τους δρόμους της, τα πάρκα της, τα μαγαζιά της, τον καιρό της, το πλήθος της.

Ο χάρτης όμως, πέρα από γη ήταν και ιστορία και στρατηγική. Πόσες φορές αργότερα, δεν αναρωτήθηκα, γιατί η Νορβηγία, για παράδειγμα, είχε αυτή και μόνο το προνόμιο ν’ αγκαλιάζει προκλητικά όλη την σκανδιναβική χερσόνησο από βορρά και να φλερτάρει τετ α τετ με την Ρωσία, στερώντας από τη Σουηδία και Φιλανδία κάθε έξοδο προς τις αρκτικές θάλασσες; Ποιες ιστορικές σκοπιμότητες επέτρεψαν αυτό το προνομιακό καθεστώς;

Και μετά, πώς γινόταν και η Ερυθραία απ’ τη μια, και η Σομαλία απ’ την άλλη, να έχουν κάνει κεφαλοκλείδωμα στην Αιθιοπία κλείνοντας της κι αυτηνής την έξοδο προς τη θάλασσα; Και η Κροατία, πώς τα κατάφερε και έκλεισε τη θέα στη Σερβία; Μήπως, κοιτώντας και μόνο στο χάρτη τη θέση της Βουλγαρίας, δεν μπορεί κάποιος ξένος εύκολα να φανταστεί ότι αυτό και μόνο το κλείσιμό της προς τη θάλασσα απ’ την Ελλάδα, δεν θα ήταν αιτία για πολέμους μεταξύ τους, όπως και πραγματικά συνέβη; Ή, εξερευνώντας ένα γεωφυσικό χάρτη, δεν θα μπορούσε κανείς να προδικάσει την εξέλιξη κάποιων πολέμων, όπως για παράδειγμα της μικρασιατικής εκστρατείας, για να έρθουμε και πάλι στα καθ ημάς, ή να προβλέψει άλλους μελλοντικούς;

Οι μεγάλοι χάρτες του κόσμου της παιδικής μου ηλικίας, έγιναν η αφορμή με τα χρόνια ν’ αντικατασταθούν από μικρότερους, της κάθε μια χώρας πια, που επισκεπτόμουνα ξεχωριστά, και μετά, από ακόμα μικρότερους, της κάθε μιας πόλης ειδικότερα. Και παρά τα χρόνια που πέρασαν και παρά τους χάρτες που τρίφτηκαν στα χέρια μου, η αφετηρία τους, οι μητρικός εκείνος χάρτης απ’ όπου ξεπήδησαν αργότερα όλοι αυτοί οι μικρότεροι που συνωστίζονται στα ράφια μου, παραμένει πάντα ζωντανός στη μνήμη μου.