Κυριακή 15 Μαΐου 2011

Η ιδιωτική εκπαίδευση καταστρέφει τη δημόσια


Όσοι και όσες προσπαθούν να επιβάλλουν το μοντέλο των αγορών στην εκπαίδευση, με το σκεπτικό ότι δια του ανταγωνισμού ανάμεσα στα ιδιωτικά και δημόσια πανεπιστήμια, θα ανέβει και το επίπεδο των σπουδών των δημοσίων, μάλλον δεν έχουν ιδέα για το τι μιλάνε. Δεν είναι μόνο ο κυνισμός που έρχεται μ’ ευκολία να εξισώσει το οποιοδήποτε καταναλωτικό προϊόν των malls και της λαϊκής με την εκπαιδευτική διαδικασία, αλλά η άγνοια για τις ιδιαιτερότητες και τους μηχανισμούς της ίδιας της ιδιωτικής εκπαιδευτικής «αγοράς» όπως αυτή λειτουργεί σε άλλες χώρες, και την οποία ευαγγελίζονται να μεταφέρουν αυτούσια και στα δικά μας τα μέρη.


Η μονότονα πλέον επαναλαμβανόμενη φράση ότι ο ανταγωνισμός ρίχνει τις τιμές και βελτιώνει τις υπηρεσίες, δεν έχει καθολική εφαρμογή, πόσο μάλλον σε περιοχές της οικονομίας, όπως η εκπαίδευση, με τα εντελώς ιδιάζοντα «προϊόντα» της.


Ας αγνοήσουμε προς το παρόν την παράδοση και το κοινό αίσθημα, που θέλουν την εκπαίδευση δημόσιο αγαθό και όχι καταναλωτικό προϊόν, και ας μιλήσουμε με όρους αγοράς για να δούμε και στην πράξη πόσο καλά πληρούνται.


Αν λάβουμε υπ’ όψιν μας την αμερικανική αγορά ιδιωτικών πανεπιστημίων, που αποτελεί και το αρτιότερο μοντέλο, βλέπουμε ότι ο υποτιθέμενος ανταγωνισμός που εν τοις πράγμασι τη διατρέχει, δεν έχει κατορθώσει να εκπληρώσει τους δυο βασικούς του νόμους, δηλαδή 1) τη μείωση των τιμών του εκπαιδευτικού προϊόντος, και 2) τη βελτίωση του επιπέδου των παρεχόμενων εκπαιδευτικών υπηρεσιών στα δημόσια ιδρύματα.


Αν πάρουμε σαν παράδειγμα το «πουλάω κάλτσες», τότε ο ανταγωνισμός ανάμεσα σε πολλές βιοτεχνίες καλτσών θα είχε επιφέρει, όπως λέει και η θεωρία, μείωση τιμών, διότι κάποιοι καλτσοβιοτέχνες είτε θα εισήγαγαν περισσότερα και νεώτερα μηχανήματα και θα αύξαναν την παραγωγή, είτε θα έκοβαν τους μισθούς στο μισό, ενέργειες οι οποίες θα ανάγκαζαν και τους γείτονες να κάνουν το ίδιο. Κι επειδή μόνο η τιμή δεν φτάνει, αν το προϊόν συνεχίζει να παραμένει σκάρτο, κάποιοι από δαύτους θα προσπαθούσαν να πλέξουν πιο γερές κάλτσες, γεγονός το οποίο θα συμπαρέσυρε προς το καλύτερο και τις κάλτσες του γείτονα, κ.ο.κ.


Αν η εκπαίδευση ήταν κάτι το ανάλογο, τότε σε περιοχές με μεγάλη συγκέντρωση καλών ιδιωτικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, θα διαπίστωνε κανείς πτώση της τιμής του εκπαιδευτικού προϊόντος, δηλαδή πτώση των διδάκτρων, καθώς επίσης και άνοδο του επιπέδου των δημοσίων πανεπιστημίων της περιοχής, βάσει μιας απλουστευτικής εκδοχής της προσφιλούς δαρβινικής θεωρίας, περί της επιβίωσης του καταλληλότερου. Τα κακά δημόσια πανεπιστήμια, για να επιβιώσουν, θα αναγκάζονταν, όπως λέει η θεωρία να ανταγωνιστούν τα καλά ιδιωτικά.


Μια όμως προσεκτικότερη εξέταση της γεωγραφικής θέσης των αμερικανικών πανεπιστημίων δείχνει ότι τα πράγματα δεν είναι έτσι. Δηλαδή τα καλά δημόσια δεν γειτνιάζουν κατ’ ανάγκη, με τα καλά ιδιωτικά. Ενώ τα καλύτερα και ακριβότερα ιδιωτικά πανεπιστήμια, βάσει των διεθνών πινάκων κατάταξης, (στους οποίους αναφερθήκαμε με όχι ιδιαίτερη εκτίμηση σε προηγούμενο ποστ), βρίσκονται συγκεντρωμένα στη βορειοανατολική ακτή, τα καλύτερα δημόσια πανεπιστήμια βρίσκονται στην άλλη μεριά, στη δυτική, στην πολιτεία της Καλιφόρνιας, αλλά και διάσπαρτα σε τυχαίες περιοχές. Επιπλέον, το μόνο δημόσιο αμερικάνικο πανεπιστήμιο που βρίσκεται στις 20 πρώτες θέσεις του πίνακα κατάταξης είναι το πανεπιστήμιο του Michigan, μακριά από κάθε καλή γειτονιά, ενώ το πολιτειακό πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης στο Stony Brook, παρ’ ότι γειτνιάζει με ένα μεγάλο μπουκέτο καλών ιδιωτικών πανεπιστημίων, μετά βίας τα καταφέρνει να εξασφαλίσει την 78η θέση στις διεθνείς κατατάξεις.


Ο λόγος είναι ότι τα ιδιωτικά, απομυζώντας όλους τους πόρους, ανθρώπινους και οικονομικούς, καθιστούν τα διπλανά τους δημόσια ανίκανα ν’ ανθίσουν με αποτέλεσμα να μαραζώνουν. Δηλαδή αντί να συντηρούν τον ανταγωνισμό, τον καταστρέφουν, όπως θα έκανε, ας πούμε ένα μονοπώλιο.


Σχετικά τώρα με τα δίδακτρα των ιδιωτικών πανεπιστημίων, αντί να μειώνονται, όπως θα έπρεπε να συμβαίνει αν λειτουργούσε ο μεταξύ τους ανταγωνισμός της αγοράς, αυτά αντιθέτως συνεχίζουν να απογειώνονται, γεγονός που επιτείνει τον μονοπωλιακό ή ολιγοπωλιακό τους χαρακτήρα.


Αν η εκπαίδευση συνέχιζε να αντιμετωπίζεται σαν δημόσιο αγαθό, όπως ο αέρας και το νερό, τότε η κατοχή του εκπαιδευτικού προϊόντος από τον έναν που θα ενδιαφερόταν να το αποκτήσει, δεν θα το στερούσε από τον άλλον, καθ’ όσον όλοι θα είχαν εξ ίσου την ίδια απεριόριστη πρόσβαση σ’ αυτό. Αντιθέτως, στην περίπτωση της ιδιωτικής εκπαίδευσης, και στο βαθμό που αυτή προσλαμβάνεται σαν προϊόν όπως όλα τα άλλα, η πρόσβαση επιτρέπεται μόνο σε περιορισμένο κοινό, για το λόγο ότι οφείλει να διατηρήσει την αξία του προϊόντος που παρέχει. Δηλαδή, όσοι λιγότεροι έχουν πρόσβαση στο προϊόν αυτό, τόσο και η αξία του ανεβαίνει στην αγορά, με αποτέλεσμα να διευρύνεται η ψαλίδα ανάμεσα στην ιδιωτική και τη δημόσια εκπαίδευση, όπου το «προϊόν» της τελευταίας, ως παρεχόμενο δωρεάν, καταλήγει να μην έχει ουσιαστικά καμιά οικονομική αξία.


Η άδεια λοιπόν λειτουργίας ιδιωτικών πανεπιστημίων παράλληλα με τα δημόσια, δεν επιδιώκει τη βελτίωση συνολικά της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, όπως διατείνεται, αλλά το ακριβώς αντίθετο, που είναι η περαιτέρω υποβάθμιση των δημοσίων, ο περιορισμός του αριθμού των πτυχιούχων, (τους οποίους έτσι κι αλλιώς ο σημερινός καταμερισμός εργασίας δεν χρειάζεται σε μεγάλες ποσότητες), καθ’ ότι η πλειονότητα που δεν θα μπορεί να πληρώσει δίδακτρα, θα αποθαρρύνεται και να σπουδάσει, και από την άλλη μεριά, η εξασφάλιση μεγαλύτερης αξίας εκπαιδευτικού προϊόντος σε μια μικρότερη κοινωνική μερίδα, η οποία και θα μπορεί, πληρώνοντας, να το αποκτήσει.


Παρασκευή 13 Μαΐου 2011

Συναίνεση ή Συνενοχή;



Μπορείτε να δώσετε όποιον χαρακτηρισμό θέλετε, όσο σκληρός και να είναι, σ’ αυτό τον συρφετό που κυβερνά και αντιπολιτεύεται, όπως και στα ακάματα μαντρόσκυλα των ερτζιανών και καναλιών που σπεύδουν να διαχ«έ»σουν τον θείο λόγο των αλλοδαπών σωτήρων. Δεν μπορείτε όμως να μην παραβλέψετε ότι οι πηγές αυτού του θείου λόγου διατελούν, επιεικώς, εν πλήρει συγχύσει, κοινώς ότι δεν ξέρουν τι τους γίνεται, και ακόμα με πιο κοινή γλώσσα, ότι, «μ’ ό,τι θυμούνται χαίρονται». Και η σύγχυση δεν απαντάται μόνο στους ευρωπαίους και εγχώριους πολιτικούς, ανόητα και μωροφιλόδοξα ανθρωπάρια, που έστω θα μπορούσαμε να τους συγχωρέσουμε την άγνοια και την αδυναμία, αλλά και στους απανταχού της γης δαφνοστεφανομένους με Νόμπελ σοφούς οικονομολόγους, οι οποίοι αν μπορούσαν να κρατήσουν το στόμα τους κλειστό ή χρησιμοποιούσαν τα λόγια τους με περισσότερη φειδώ και σκέψη, τα τρόπαιά τους δεν θα είχαν κουρελιαστεί τόσο γρήγορα.


Με το μακρύ τους οι μεν, και το κοντό τους οι δε, πέρασαν με ξεδιάντροπη ευκολία από την εξύμνηση του σωτήριου μνημονίου και των πολιτικών λιτότητας, στην απάρνηση αυτών των ίδιων συνταγών, καμώνοντας ότι το ήξεραν ήδη από τα πριν κι ό,τι κάπου στο δρόμο ξεγελάστηκαν, και μπρος το αδιέξοδο και το κενό που μήνες τώρα βρίσκεται μπροστά μας και χάσκει, πιάστηκαν σαν τον πνιγμένο απ’ τα μαλλιά της συναίνεσης. Το γύρισαν δυο-τρεις φορές στο στόμα, φάνηκε πιο γλυκόπιοτο απ’ τα προηγούμενα σιρόπια και αυτό που βλέπουμε κι ακούμε τις μέρες αυτές είναι το σερβίρισμα του νέου γιατρικού.


Μπρος τη λιτότητα, η συναίνεση ανάμεσα στην κυβέρνηση και τη μείζονα αντιπολίτευση, ακούγεται πιο γλυκερή και πιο προσηνής. Σαν ένα χάδι στο μάγουλο, μπροστά στην προηγούμενη κατραπακιά στο σβέρκο. Από τον πόλεμο, σαν μέσο επίλυσης κρίσεων, σερβίρεται η αγαθή πράξη της συμφιλίωσης, κι αμέσως έρχεται στο νου το παλιό παραμύθι με το πάλεμα του δυνατού αγέρα και του ήλιου για το ποιος θα αποδειχτεί ικανότερος στο να γδύσει τον μοναχικό διαβάτη. Κι ας μην ξεχνάμε ότι είναι ο Ήλιος, αυτός, που στο τέλος νικά στο παραμύθι, δηλαδή είναι ο Ήλιος αυτός που γδύνει.


Θαρρείς κι αυτοί οι άνθρωποι στέρεψαν εντελώς από ιδέες, όχι από τίποτε αλλόκοτες και ριζοσπαστικές, αλλά κι απ’ αυτές ακόμα που θα τους διευκόλυναν να κάνουν καλύτερα τη δική τους δουλειά. Κι αυτό που βλέπουμε να κάνουν είναι ό,τι και οι ρακοσυλλέκτες, τριγυρνώντας κι ανασκαλεύοντας στα τυφλά, τους σκουπιδότοπους της παλιάς και πρόσφατης ιστορίας, μπας και κατά τύχη τούς φανερωθεί κάποιο κρυμμένο κελεπούρι.


Μήπως, δεν ήταν η συναίνεση αυτή που τόσο παίνευαν πριν από λίγους μόνο μήνες στην Ιρλανδία και Πορτογαλία; Και τι έγινε στο τέλος; Όση καλή πρόθεση και να έδειξαν, αμφότερες οι χώρες κατέληξαν στον ίδιο τενεκέ με τον δικό μας.


Πόσο ανόητοι μπορεί να είναι ώστε να ευελπιστούν ότι το «Ναι» του Σαμαρά θα διαγράψει μεμιάς όλο αυτό τον ορυμαγδό που ο καθένας βιώνει ακριβά στο πετσί του; Είναι δυνατόν, τόσοι «σοφοί» να πιστεύουν ακόμα στα ξόρκια και στη μαγική δύναμη των λέξεων;


Και ανόητοι και αμαθείς, και χοντρόπετσοι είναι, κι ακόμα παραπάνω. Αλλά αυτό που επιδιώκεται δεν είναι η συναίνεση, αλλά η συνενοχή. Όπως ακριβώς για να σηκώσουν το αεροπλάνο, το πηδάλιο το τραβάνε δυό, ο κυβερνήτης και ο συγκυβερνήτης μαζί, ώστε αν κάτι πάει στραβά η ευθύνη να μην πάει μόνο στον ένα, έτσι και τώρα, όταν η κυβέρνηση φουντάρει η χώρα να μην είναι μόνη της, αλλά να συμπαρασύρει και την αντιπολίτευση, ώστε να μπορούν να διηγούνται αργότερα, ότι η καταστροφή δεν ήταν παρά θεόσταλτη και νομοτελειακή.


Πέμπτη 5 Μαΐου 2011

Πόση είναι τελικά η έκθεση των Ταμείων σε ομόλογα;


Πριν εξετάσουμε το ύψος των ομολόγων που κατέχουν τα ασφαλιστικά ταμεία ας δούμε κατ’ αρχήν πόσα είναι αυτά τα ταμεία.

Με το Νόμο 3655/2008, οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης στη χώρα μας περιορίστηκαν από 133 σε 21:


5 φορείς κύριας σύνταξης:

α) το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ,

β) ο Οργανισμός Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών,

γ) ο ΟΓΑ,

δ) το Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολουμένων στο οποίο εντάσσονται όλοι όσοι μέχρι σήμερα ήταν ασφαλισμένοι στους κλάδους του Ταμείου Νομικών, του ΤΣΑΥ και του ΤΣΜΕΔΕ.

ε) το Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Προσωπικού ΜΜΕ(ΕΤΑΠ-ΜΜΕ)


8 φορείς επικουρικής σύνταξης, κατ’ άλλους 6:

α) Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών(ΕΤΕΑΜ,

β) Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Ιδιωτικού Τομέα(ΤΕΑΙΤ),

γ) Ταμείο Ασφάλισης Υπαλλήλων Τραπεζών και Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας(ΤΑΥΤΕΚΩ),

δ) Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Δημοσίων Υπαλλήλων(ΤΕΑΔΥ),

ε) Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Πρόνοιας Απασχολουμένων στα Σώματα Ασφαλείας(ΤΕΑΠΑΣΑ),

ζ) Ενιαίο Ταμείο Τραπεζοϋπαλλήλων(ΕΤΑΤ).


5 φορείς πρόνοιας:

α) Ταμείο Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων

β) Ταμείο Πρόνοιας Ιδιωτικού Τομέα

γ) Ταμείο Υγείας Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, το οποίο εντάσσεται στο αντίστοιχο Ταμείο Δημοσίων Υπαλλήλων

δ)

ε) …

και

3 φορείς υγείας/αλληλοβοηθείας.


Σύμφωνα με ένα άρθρο του Πάνου Τσακλόγλου, Καθηγητή στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Οικονομικών Σπουδών του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, η συνολική περιουσία των φορέων κοινωνικής ασφάλισης στα τέλη του Σεπτεμβρίου του 2009 ήταν περίπου 31 δις ευρώ. Από το ποσό αυτό, 53% ήταν επενδυμένο σε καταθέσεις (κυρίως στην Τράπεζα της Ελλάδος), 30% σε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου (συμπεριλαμβανόμενων και των δομημένων), 8% σε μετοχές του Χρηματιστηρίου Αθηνών, 4% σε αμοιβαία και 5% σε ακίνητα (αποτιμημένα με αντικειμενικές τιμές). Από αυτά συνάγεται ότι η έκθεση των ταμείων σε ομόλογα ανέρχεται στα περίπου 9.3 δις ευρώ.


Άλλα δημοσιεύματα, όπως αυτό, (αναδημοσίευση από Reuters) φέρουν την έκθεση των ταμείων στο δημόσιο χρέος στα 8 δις ευρώ, ενώ σε άρθρο του στο bankingnews ο Π. Λεωτσάκος, την ανεβάζει κάπου ανάμεσα στα 15-20 δις ευρώ! Σε άλλα δημοσιεύματα, τα ομόλογα των ταμείων και διαφόρων δημοσίων φορέων (?), οι οποίοι όμως δεν κατονομάζονται ανέρχονται στα 29 δις ευρώ.

Εκτιμάται δε ότι τη μεγαλύτερη έκθεση την έχουν τα ταμεία του Ο.Τ.Ε., Ι.Κ.Α., τραπεζών, του ΤΣΜΕΔΕ, του Ο.Γ.Α., και του ΟΑΕΕ.


Ποια είναι τελικά η αλήθεια;

Ψάχνοντας και διασταυρώνοντας στοιχεία, κατέληξα ότι το ΙΚΑ αυτή τη στιγμή κατέχει ομόλογα ύψους 1.9 δις ευρώ.

Για το ΤΣΜΕΔΕ, τα πράγματα ήταν σχετικά εύκολα. Στο υπ΄αρ. 2607 Δελτίο του ΤΕΕ εκδοθέν στις 8/11/2010 σ. 50, αναγράφεται ρητά ότι τα ομόλογα ελληνικού δημοσίου που κατέχει ανέρχονται στα 207.542.186,00 ευρώ.

Για τον ΟΑΕΕ τα ομόλογα στην κατοχή του αποτιμώνται στα 65 εκ. ευρώ.

Σχετικά με το Ταμείο Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων (ΤΠΔΥ), ο Ριζοσπάστης

δίνει κάποια ενδεικτικά νούμερα για τον Νοέμβρη του 2008, λέγοντας συγκεκριμένα ότι έχουν «τζογαριστεί» σε ομόλογα σταθερού επιτοκίου 15 εκατομμύρια ευρώ, και σε «δομημένα ομόλογα» 13 εκατομμύρια ευρώ. Ας υποθέσουμε ότι το τελικό ύψος δεν διαφέρει σημαντικά από το άθροισμα αυτών των δυο ομολόγων, δλδ στα 28 εκατ.


Αν αθροίσουμε όλα τα προηγούμενα, (ΙΚΑ, ΟΑΕΕ, ΤΣΕΜΔΕ, ΤΠΔΥ) έχουμε ένα σύνολο ίσο με 2,263 δις ευρώ. Για τον ΟΤΕ και ΟΓΑ, τα οποία είναι και τα πλέον πιθανά να έχουν επενδύσει μεγάλα ποσά σε ομόλογα, στάθηκε αδύνατο να βρω κάποια πληροφορία. Αλλά και πάλι θεωρώ αδύνατον η έκθεσή τους να είναι μεγαλύτερη από αυτήν της προηγούμενης ομάδας. Αν την θεωρήσουμε κι αυτή ίση με 2,2 δις, τότε τα πλουσιότερα και μεγαλύτερα ταμεία της χώρας θα βρίσκονται να κατέχουν ομόλογα δημοσίου χρέους ύψους περίπου 5 δις ευρώ.

Μέχρι τα 8, 9 ή 20 δις ευρώ, που είδαμε προηγουμένως, υπάρχει πολύ μεγάλη απόσταση η οποία και θα πρέπει να δικαιολογηθεί. Αν όχι, τότε η έκθεση των ταμείων είναι πολύ μικρότερη από αυτή που διαχέεται στον τύπο και επομένως το επιχείρημα ότι ένα γερό κούρεμα θα βύθιζε τα ταμεία, είναι πολύ πιθανόν να μην ευσταθεί.


Για το λόγο αυτό, χρειάζεται άμεσα μια αξιόπιστη εκτίμηση της ακριβούς έκθεσης των ταμείων, ώστε να προχωρήσουμε σ’ ένα καλό κουρέα στα γρήγορα και προπάντων χωρίς ενοχές.

Πρόγραμμα Συνεδρίου για το ΧΡΕΟΣ


ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΛΟΓΙΣΤΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ

ΕΠΙ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΧΡΕΟΥΣ

www.elegr.gr

ΔΙΕΘΝΗΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

ΧΡΕΟΣ ΚΑΙ ΛΙΤΟΤΗΤΑ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΝΟΤΟ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

6, 7 και 8 ΜΑΪΟΥ

ΝΟΜΙΚΗ ΣΧΟΛΗ (Σόλωνος 57 και Μασσαλίας )

Αμφιθέατρο 1, 1ος όροφος

ΔΙΟΡΓΑΝΩΤΕΣ

Ελληνική Πρωτοβουλία για τη συγκρότηση Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου επί του ελληνικού δημόσιου χρέους και European Network on Debt and Development (Eurodad), Committee for the Abolition of Third World Debt (CADTM), Bretton Woods Project, , Research on Money and Finance (RMF), Ηνωμένο Βασίλειο , Debt and Development Coalition Ireland, Afri Action from Ireland, Ιρλανδία, Jubilee Debt Campaign, Ηνωμένο Βασίλειο, WEED (World Economy Environment Development), Γερμανία, Observatorio de la Deuda en la Globalización, Ισπανία

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΡΓΑΣΙΩΝ


Παρασκευή 6 Μαΐου

17.15: Άνοιγμα : Σοφία Σακοράφα (ανεξάρτητη βουλευτής)

17.30 – 19.00
: Η πραγματικότητα της κρίσης στην Ελλάδα

Ομιλητές:

  • Λεωνίδας Βατικιώτης (δημοσιογράφος και λέκτορας Πολιτικής Οικονομίας, Varna Free University of Cyprus ): Αιτίες της κρίσης χρέους.
  • Νάντια Βαλαβάνη (συγγραφέας, οικονομολόγος ): Εξωοικονομικές όψεις της κρίσης.
  • Χρήστος Παπαθεοδώρου (αναπληρωτής καθηγητής Κοινωνικής Πολιτικής, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης): Κοινωνικές επιπτώσεις της κρίσης χρέους στην Ελλάδα: Εξασθένηση της κοινωνικής προστασίας και επιδείνωση της φτώχειας.
  • Νότης Μαριάς (αναπληρωτής καθηγητής Ευρωπαϊκών Θεσμών, Πανεπιστήμιο Κρήτης): Αναθεώρηση της Συνθήκης της Λισσαβώνας και συντεταγμένη χρεοκοπία

Συντονιστής: Ερίκ Τουσέν (πρόεδρος της CADTM, Βέλγιο)



19.30 – 21.00: Το χρέος στην Ευρώπη – βασικοί παράγοντες και τρέχουσα πολιτική
Ομιλητές

  • Άντι Στόρεϊ (πανεπιστημιακός, Πανεπιστήμιο Δουβλίνου, επικεφαλής της Action from Ireland).
  • Ντάριους Ζαλέγκα (συνδικαλιστής, δημοσιογράφος της Le Monde Diplomatique, Πολωνία)
  • Αντρέι Χούνκο (βουλευτής του Die Linke, Γερμανία)
  • Ντενί Ντιράν (γ.γ. του συνδικάτου της CGT στην Τράπεζα της Γαλλίας)
  • Παρεμβάσεις από την αίθουσα εκ μέρους εκπροσώπων από άλλες χρεωμένες χώρες της Ευρώπης.

Συντονιστής: Στάθης Χατζόπουλος (νομικός)

Προβολή του ντοκιμαντέρ Debtocracy, παρουσία των συντελεστών του, Κατερίνας Κιτίδη και Άρη Χατζηστεφάνου

Σάββατο 7 Μαΐου

11.30 – 12.00: Υποδοχή και ενημέρωση για την προηγούμενη ημέρα

12.00 – 13.30: Το παγκόσμιο πρόβλημα του χρέους: Οι κρίσεις χρέους στον παγκόσμιο Νότο

Ομιλητές:

  • Λίντι Νασπίλ (Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου Φιλιππίνων, Συνασπισμός Φιλιππίνων για την Απαλλαγή από το Χρέος): Εισαγωγή στις κρίσεις χρέους του Νότου.
  • Μιμούν Ραχμάνι (ATTAC/CADTM, Μαρόκο): Η περίπτωση της περιοχής Μαγκρέμπ-Μασρέκ
  • Φάτι Τσαμκί (RAID/ATTAC/CADTM, Τυνησία): Η περίπτωση της Τυνησίας.
  • Νίκ Ντίαρντεν (επικεφαλής της Jubilee Debt Campaign, Ηνωμένο Βασίλειο): ΔΝΤ, χρέος και φορολογία: Μαθήματα από το Νότο.
  • Συντονιστής: Γιώργος Μητραλιάς (Ελληνική Επιτροπή κατά του Χρέους)



13.30: Διάλειμμα

15.00 – 16.30: Εναλλακτικές λύσεις αντιμετώπισης του χρέους – διεθνή διδάγματα

Ομιλητές:

  • Όσκαρ Ουγκαρτέτσε (Ινστιτούτο Οικονομικής Έρευνας, Αυτόνομο Πανεπιστήμιο Μεξικού): Παρουσίαση δίκαιων λύσεων για τα προβλήματα χρέους.
  • Άλαν Σίμπιλς (Αργεντινός πανεπιστημιακός, ανώτατος σύμβουλος του Κέντρου Έρευνας Οικονομικής Πολιτικής, Ουάσιγκτον): Η περίπτωση της Αργεντινής.
  • Φιόνα Τσιπούνζα (Αφρικανικό Δίκτυο και Φόρουμ για το Χρέος και την Ανάπτυξη – AFRODAD): Η περίπτωση των χωρών με χαμηλό εισόδημα.

Συντονίστρια: Χενρίκε Άλεντορφ (Bretton Woods Project, Ηνωμένο Βασίλειο)



17.00 – 18.30: Εμπειρίες των Επιτροπών Λογιστικού Ελέγχου του χρέους από όλο τον κόσμο

Ομιλητές:

  • Μαρία-Λουσία Φατορέλι (Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου του χρέους, Βραζιλία).
  • Ερίκ Τουσέν (πρόεδρος της CADTM, Βέλγιο).
  • Λίντι Νασπίλ (Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου Φιλιππίνων, Συνασπισμός Φιλιππίνων για την Απαλλαγή από το Χρέος).

Συντονιστής: Μωυσής Λίτσης (οικονομικός συντάκτης)

18.30: Διάλειμμα

19.30 – 21.00: Εναλλακτικές λύσεις για το χρέος στην Ευρωζώνη

Ομιλητές:
Άντι Στόρεϊ (πανεπιστημιακός, Πανεπιστήμιο του Δουβλίνου, επικεφαλής της Action from Ireland)

Κώστας Λαπαβίτσας (καθηγητής Οικονομικών, Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, Research on Money and Finance, Ηνωμένο Βασίλειο)
Ευκλείδης Τσακαλώτος (καθηγητής Οικονομικών, Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθήνας)

Συντονιστής: Άρης Χατζηστεφάνου (δημοσιογράφος)

Κυριακή 8 Μαΐου

11.00– 13.30: Εργαστήρια και συναντήσεις για το σχεδιασμό της δράσης μεταξύ των συμμετεχόντων.


11.00 Εργαστήρι “Δεν Χρωστάμε-Δεν Πληρώνουμε”, ομιλήτρια Μαρία-Λουσία Φατορέλι

Πρωτοβουλία Γυναικών ενάντια στο Χρέος και τα Μέτρα Λιτότητας


13.30: Διάλειμμα

14.00 Προβολή ντοκιμαντέρ της Πρωτοβουλίας Γυναικών ενάντια στο Χρέος και τα Μέτρα Λιτότητας

14.30 -15.00: Συνόψιση των εργασιών των προηγούμενων ημερών

15.00 – 16.30: Αιτήματα και κινήματα για μια δίκαιη λύση στο πρόβλημα του χρέους

Ομιλητές:

· Δέσποινα Σπανού (μέλος της Ε.Ε. της ΑΔΕΔΥ)

· Πέτρος Φιλίππου (δήμαρχος Σαρωνικού)

· Νίκος Γουρλάς (πρόεδρος του Συνδικάτου του Αεροδρομίου)

· Γιώργος Θεοδωρόπουλος (“Επιβάτες Θεσσαλονίκης” -- Κινήματα “Δεν Πληρώνω”)

· Ιωάννα Γαϊτάνη (Πρωτοβουλία Γυναικών ενάντια στο Χρέος και τα Μέτρα Λιτότητας)

· Βάιος Γκανής (πρόεδρος Αγροτικού Συλλόγου Βόρειας Φθιώτιδας)

· Μαρία-Λουσία Φατορέλι ( Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου του χρέους, Βραζιλία -- συνοπτική παρουσίαση των δράσεων κατά του χρέους στις χώρες του Νότου)

· Ούιγκουν Μπρινίλντσεν (Ευρωπαϊκό Δίκτυο για το Χρέος και την Ανάπτυξη – συνοπτική παρουσίαση των δράσεων στην Ευρώπη)

Συντονιστές:
Άρις Καζάκος (καθηγητής Εργατικού Δικαίου, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης).

Μίριαμ Μπούργκι (CADTM, Βέλγιο)


17.00 – 18.30: Διακήρυξη της Αθήνας για το Χρέος

Ομιλητές:

  • Γιώργος Κατρούγκαλος (συνταγματολόγος, αναπληρωτής καθηγητής, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης).
  • Παναγιώτης Σωτήρης (πανεπιστημιακός, μέλος της Σ. Ε. της ΑΝΤΑΡΣΥΑ).
  • Γιάννης Τόλιος (δρ οικονομικών επιστημών, μέλος της Π.Γ. του Συνασπισμού)
  • Κώστας Λαπαβίτσας (καθηγητής Οικονομικών, Πανεπιστήμιο του Λονδίνου)
  • Νέσα Νι Τσασάιντι (Action from Ireland)
  • Πασκάλ Φρανσέ (αντιπρόεδρος της CADTM, Γαλλία)

Συντονιστής: Λεωνίδας Βατικιώτης, δημοσιογράφος, οικονομολόγος

Παρεμβάσεις εκπροσώπων κομμάτων και πολιτικών οργανώσεων, συνδικάτων, λαϊκών οργανώσεων, κινημάτων και του κοινού.

Θα ακολουθήσει η παράσταση “I Love Mnemonium”, του Γιάγκου Ανδρεάδη, μια παραγωγή του Κέντρου Δράματος του Παντείου Πανεπιστημίου.

** Στη Διεθνή Συνάντηση συμμετέχουν και οι Καλλιτέχνες ενάντια στο Μνημόνιο με σχετική εικαστική εγκατάσταση στην είσοδο της Νομικής, από το απόγευμα της Παρασκευής.

Αθήνα 5 Μαΐου 2011

Τρίτη 3 Μαΐου 2011

Εισοδηματική ανισότητα και οικονομική κρίση



Αν πριν το ξέσπασμα της κρίσης γινόταν συζήτηση για τα καλά της παγκοσμιοποίησης, η απάντηση από τους περισσότερους θα ήταν δεδομένη: Η παγκοσμιοποίηση δεν έφερε παρά ανάπτυξη και πλούτο, οι φτωχοί του τρίτου κόσμου είδαν τα εισοδήματά τους ν’ ανεβαίνουν από τα 2 δολάρια τη μέρα στα 2,20, (τα νούμερα δεν είναι ακριβή, αλλά όχι και μακριά από τα πραγματικά), καινούργιες οικονομίες βγήκαν στο τρίστρατο της γης με λόγο και αξιώσεις, ενώ ο πρώτος κόσμος δεν χόρταινε ν’ απολαμβάνει τους μαλακούς καναπέδες και τις βόλτες στα γυαλιστερά πατώματα των malls.


Όλα αυτά μέχρι πρόσφατα. Σήμερα, ελάχιστοι ή και κανένας δεν έχει πια την ίδια γνώμη. Με την κατάληξή της η παγκοσμιοποίηση, ήρθε και μάζεψε με το ένα χέρι όσα είχε δώσει με το άλλο, κι όχι μόνο αυτά, αλλά και άλλα, πολλά περισσότερα. Επιπλέον τότε άρχισαν να ερμηνεύουν αυτό που ήταν ήδη μπροστά στα μάτια τους, αλλά δεν μπορούσαν να καταλάβουν πόσο μεγάλη σημασία είχε: αφ’ ενός αυξανόταν ο πλούτος, αφ’ ετέρου αυξανόταν και η ανισοκατανομή του. Ο μεν πλούτος αποδείχτηκε εικονικός, μιας και βασιζόταν για τα νοικοκυριά σε δανεικά, (τα οποία βρέθηκαν να χρωστάνε και με το παραπάνω), η δε ανισοκατανομή οφειλόταν ακριβώς στα κέρδη που προσπορίζονταν τα ανώτερα εισοδηματικά στρώματα από τα δανεικά των κατώτερων.


Η παγκοσμιοποίηση σήμερα δεν μπορεί να εννοηθεί εκτός της ανισοκατανομής των εισοδημάτων, ώστε τελικά να θεωρείται το ένα και το αυτό.


Ας δούμε για παράδειγμα στα παρακάτω γραφήματα, την χρονική εξέλιξη του δείκτη Gini για τις ΗΠΑ, ΗΒ και Ελλάδα. Ο δείκτης αυτός κινείται ανάμεσα στην τιμή μηδέν όταν πρόκειται για την απόλυτη ισοκατανομή, και στην τιμή 1, όταν ολόκληρο το ΑΕΠ βρίσκεται συγκεντρωμένο στα χέρια ενός και μόνο ατόμου.


Το γράφημα αυτό δείχνει τον δείκτη Gini για τις ΗΠΑ από το 1917 έως το 2007, όπου και αποτυπώνεται εύγλωττα η οικονομική ιστορία της χώρας. Παρατηρούμε ότι η περίοδος γύρω από το κραχ του 1929 χαρακτηρίζεται από ένα μέγιστο ανισοκατανομής, το οποίο και βλέπουμε να ξαναεμφανίζεται, όχι τυχαία, και στη σημερινή εποχή. Η χρονική περίοδος όπου η ανισοκατανομή παίρνει τις ελάχιστες τιμές, μεταπολεμικά δηλαδή μέχρι τις αρχές του ’80, αντιστοιχεί στα χρυσά μεταπολεμικά χρόνια της μεγάλης ανάπτυξης, και της εκπλήρωσης του αμερικανικού ονείρου. Η δεκαετία του ’80, όπου ο Gini αρχίζει να παίρνει την ανιούσα, αντιστοιχεί στην έναρξη της νεοφιλελεύθερης περιόδου, αρχής γενομένης με τα Reagan-omics.



Το γράφημα αυτό αναφέρεται στο ΗΒ. Το εμφανέστατο άλμα του δείκτη Gini συμπίπτει με την έλευση της Θάτσερ, ενώ η μετέπειτα περίοδος διακυβέρνησης από τους εργατικούς, οι οποίοι ουσιαστικά δεν άλλαξαν πολιτικές, διατηρεί την ανισοκατανομή στο μέγιστο της προηγούμενης εποχής.

Εδώ έχουμε το ίδιο, αλλά για την Ελλάδα και για τη χρονική περίοδο από το 1960 έως και σήμερα. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η πρώτη περίοδος Παπανδρέου, όπου από το 1981 που ανήλθε στην εξουσία, μέχρι περίπου το 1987, ο δείκτης Gini παίρνει σταθερά την κατηφόρα. Αν θυμάστε, ήταν τότε που είχε ανεβάσει τη φορολογία των επιχειρήσεων στο 45%. Από το 1990 όμως και μετά, με τους λεγόμενους «εκσυγχρονιστές», ο Gini αρχίζει να παίρνει την αντίθετη πορεία προς την κορυφή. Συγκρίνοντας τις τιμές του δείκτη αυτού σήμερα, ανάμεσα στις ΗΠΑ, ΗΒ και Ελλάδα, στην τελευταία φαίνεται να παίρνει την υψηλότερη τιμή, τουτέστιν η ανισοκατανομή του πλούτου στη χώρα μας αποτελεί πρωτειά, για την οποία και οφείλουμε να υπερηφανευόμαστε.


Μέσα από τα τρία αυτά παραδείγματα γίνεται πλέον φανερό ότι η ανισοκατανομή του πλούτου αποτελεί το βασικό αποτύπωμα της παγκοσμιοποίησης. Ποιοι όμως είναι οι μηχανισμοί πίσω από την ανακατανομή; Ο κυριότερος είναι η φορολογική πολιτική, και ακολουθούν η αναδιανομή της γης, και η δημόσια εκπαίδευση, (ναι αυτή, που πάει τώρα να αναμορφωθεί!).


Η συσχέτιση ανάμεσα στην ανισοκατανομή του πλούτου και τη φορολογική πολιτική φαίνεται πολύ καθαρά στο επόμενο γράφημα, το οποίο αφορά τη Νέα Ζηλανδία την περίοδο 1984-2008.


Η μπλε γραμμή δείχνει τη μεταβολή του δείκτη Gini, ενώ η ροζ, τη μεταβολή του ανώτερου φορολογικού συντελεστή. Η χρονιά που οι δυο καμπύλες διασταυρώνονται είναι γύρω στο 1987, χρονιά η οποία και σηματοδοτεί την έναρξη των πιο φιλικών προς το κεφάλαιο πολιτικών. Έτσι, η έναρξη της περιόδου μεταφοράς πλούτου, συμπίπτει ακριβώς με την κατακρήμνιση του μέγιστου συντελεστή, από το 70% στο 35%.


Ξαναγυρίζοντας στο πρώτο γράφημα, που αφορά στις ΗΠΑ, ακόμα και με μια γρήγορη ματιά, διαπιστώνει κανείς ότι οι περίοδοι που προηγήθηκαν των μεγάλων κρίσεων, του 1929 και της σημερινής, ήταν περίοδοι μεγάλης ανισοκατανομής του πλούτου. Γεννάται, λοιπόν, εύλογα το ερώτημα, αν κατά πόσον υπάρχει συσχέτιση και αιτιακή σχέση ανάμεσα σ’ αυτά τα δυό. Μπορεί δηλαδή μια τέτοια ανισοκατανομή να οδηγήσει σε οικονομική κρίση, και μάλιστα αυτού του μεγέθους;

Η απάντηση, φαίνεται να είναι, πως ναι. Μπορεί! Και τούτο, διότι τα χαμηλά εισοδήματα, καθώς η ανισότητα διευρύνεται, αναγκάζονται να δανείζονται όλο και περισσότερα χρήματα, τα οποία τους τα παρέχουν από το πλεόνασμά τους τα υψηλότερα εισοδήματα, αυξάνοντας έτσι τα κέρδη τους, και επιτείνοντας το εισοδηματικό άνοιγμα. Μέσα σ' ένα τέτοιο λοιπόν, θετικά ανατροφοδοτούμενο κύκλο, η οικονομική ανισορροπία και κρίση δεν είναι μακριά.


Η ανισοκατανομή εισοδήματος σε μια κοινωνία, πέρα από οικονομικές κρίσεις μπορεί να φέρει και άλλα δεινά, όπως για παράδειγμα, κοινωνικά προβλήματα, επιπτώσεις στην υγεία, ψυχική και σωματική, και λοιπά με τα οποία θα ασχοληθούμε σε επόμενο ποστ. Ενδεικτικά όμως, θα παρουσιάσουμε το παρακάτω γράφημα, το οποίο για μια πλειάδα χωρών της πρώτης γραμμής μόνο, δείχνει τη συσχέτιση ανάμεσα στην ανισοκατανομή του εισοδήματος και τους δείκτες κοινωνικής υγείας. Πράγματι, οι ΗΠΑ με τη μεγαλύτερη ανισοκατανομή, παρουσιάζουν και τα περισσότερα προβλήματα, ενώ τα λιγότερα βρίσκονται στις σκανδιναβικές με τη μικρότερη διαφορά στη μοιρασιά του πλούτου.

Κλείνοντας, θα ήθελα να μπορούσα να γράψω περισσότερα για μας. Προς το παρόν όμως, θα περιοριστώ σε ερωτήσεις. Στην Ελλάδα, όπως παρατηρήσαμε προηγουμένως, ο δείκτης Gini παίρνει μια από τις υψηλότερες τιμές ανάμεσα στις χώρες του ανεπτυγμένου κόσμου, εξέλιξη για την οποία υπεύθυνες είναι όλες οι κυβερνήσεις από το 1989 και μετά. Προφανώς πέρα από το φορολογικό σύστημα που βοήθησε, υπήρχαν και άλλοι παράγοντες που ενίσχυσαν την εισοδηματική ανισότητα. Ποιοι ήταν αυτοί; Προς ποια κατεύθυνση έγινε η μεταφορά πλούτου; Ποιο το μερτικό ευθύνης στην παρούσα κρίση; κλπ, κλπ.



Υ.Γ. Οι τιμές του δείκτη Gini για την Ελλάδα ειναι απο τη μελετη του καθ. των ΤΕΙ Χρ. Φράγκου, και τις βρήκα εδώ

Δευτέρα 2 Μαΐου 2011

Ποιος αξιολογεί τους αξιολογητές;


Οι οικονομίες των κρατών από ένα σημείο και μετά θαρρείς και είχαν βρει τη λυδία λίθο της καλής λειτουργίας τους, που δεν ήταν άλλη από το μηχανισμό των αξιολογήσεων. Είτε παιδεία ήταν αυτή, είτε υγεία, είτε δημόσια οικονομικά, είτε ολόκληρος ο δημόσιος τομέας, είτε κομμάτια του ιδιωτικού, τίποτε απ’ όλα αυτά, είχαμε πειστεί, ότι δεν θα μπορούσε να κερδίσει την εμπιστοσύνη των πολιτών, των επενδυτών, των αγορών, αν προηγουμένως δεν είχε να επιδείξει κάποιο συγχωροχάρτι από κάποιον υπεράνω υποψίας αξιολογητή, που εν πολλοίς ήταν και αυτοδιοριζόμενος.


Γιατί κάτω από ποιους μηχανισμούς, κάτω από ποιες διαδικασίες, και με τις ψήφους και τη σύμφωνη γνώμη ποιών, ερχόταν ο τάδε και ο δείνα οργανισμός για να αξιολογήσει τα πανεπιστήμια, τα κράτη και τις οικονομίες ακόμα και την τύχη των λαών του κόσμου όλου; Φυσικά και δεν υπήρχε καμιά διαφανής και κάτω από κανένα λαϊκό έλεγχο διαδικασία.


Και εδώ έρχεται το ερώτημα. Αν υποτεθεί ότι ολόκληρο το σύστημα στηρίζεται στις γνώμες μιας μικρής κάστας αξιολογητών, δεν θα έπρεπε να έχουν στηθεί και ανάλογοι θεσμοί οι οποίοι θα είναι επιφορτισμένοι με το καθήκον αξιολόγησης των αξιολογητικών μηχανισμών;


Και μετά, δεν θα έπρεπε, για λόγους διαφάνειας και εδραίωσης εμπιστοσύνης, να υπάρχει και κάποιος άλλος θεσμός από πάνω, που θα αξιολογεί και αυτούς τους ίδιους τους αξιολογητές των αξιολογητών; Και μετά ακόμα ένας άλλος από παραπάνω, και πάει λέγοντας;


Το αδιέξοδο λοιπόν είναι φανερό. Το οποίο και προκύπτει από το γεγονός ότι καμιά εμπιστοσύνη και διαφάνεια δεν μπορούν να οικοδομηθούν αν στις διαδικασίες αυτές δεν συμπεριληφθεί ο λαϊκός παράγοντας και έλεγχος. Γι αυτό, όσοι αξιολογητικοί μηχανισμοί και να στηθούν, όσα πιστοποιητικά και να εκδώσουν, το σύστημα θα εξακολουθεί να βουλιάζει μες’ τα σκατά ανυπόληπτο, αν και θετικά αξιολογημένο.

Σάββατο 30 Απριλίου 2011

Γεωπολιτικές ανακατατάξεις και σενάρια πολέμου


Οι ομοιότητες ανάμεσα στην περίοδο που προηγήθηκε της πρόσφατης οικονομικής κρίσης, και στη δεκαετία του ’20, που οδήγησε στο χρηματιστηριακό κραχ του 1929 και στην μετέπειτα, μέχρι τον πόλεμο, μεγάλη οικονομική ύφεση, είναι αρκετά εντυπωσιακές ώστε να περάσουν απαρατήρητες. Όχι τόσο για το παρόν, που αυτό έτσι κι αλλιώς συμβαίνει, όσο για το μέλλον και την πιθανή κατάληξη που θα μπορούσε να έχει η παρούσα παγκόσμια οικονομική, πολιτική και κοινωνική αναταραχή.

Αν θέλουμε να κωδικοποιήσουμε τα αίτια που οδήγησαν στη μεγάλη ύφεση του ’30, σε Ευρώπη και Αμερική, αυτά θα συνοψίζονταν στην υπερπαραγωγή, στην χρηματιστικοποίηση της οικονομίας, στον υπερδανεισμό και στη μεγάλη ανισότητα στην κατανομή του πλούτου, συστατικά τα οποία συναντάμε σε πλήρη ανάπτυξη και στην παρούσα φάση.


Ενδεικτικά, βλέπουμε ότι το 1930, το 99% των κεφαλαίων στην ηπειρωτική Ευρώπη, με επίκεντρο τη Γερμανία, ήταν ήδη εγκατεστημένο στη χρηματοπιστωτική σφαίρα, ενώ μόνο το 1% παρέμενε στην παραγωγή. Σχετικά με την ανισοκατανομή, αυτή είχε φτάσει σε εκρηκτικά επίπεδα. Για παράδειγμα, μέχρι το 1929, το πλουσιότερο 1% κατείχε το 40% του πλούτου της Αμερικής, κι ενώ η παραγωγικότητα ανάμεσα στο 1919 και 1929 είχε αυξηθεί κατά 43%, τα κέρδη από την αύξηση αυτή κατευθύνονταν σταθερά προς τα υψηλά εισοδήματα, που αυγάτιζαν με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Παράλληλα, ο ανώτερος φορολογικός συντελεστής είχε φτάσει στο χαμηλότερο δυνατό σημείο, στο 25%, διευρύνοντας ακόμα περισσότερο το άνοιγμα στα εισοδήματα.


Η παγκόσμια οικονομία ουσιαστικά εξήλθε από τη μεγάλη ύφεση μόνο με το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, το 1945, γεγονός που αυτόματα οδηγεί και στο ερώτημα για το αν ο πόλεμος αυτός, ως η κατάληξη των ταραγμένων χρόνων του ’30, ήταν όντως αναπόδραστος. Αν αναλογιστούμε τις συνθήκες που επικρατούσαν στην προπολεμική Γερμανία τότε μένει να δεχτούμε ότι μια βαθιά και παρατεταμένη οικονομική ύφεση δεν μπορεί παρά να οδηγεί σε πολιτική και κοινωνική αναταραχή, από την οποία με μια αλληλουχία συμβάντων ενίοτε προκύπτουν και παγκόσμιοι πόλεμοι.


Σήμερα, το σκηνικό μοιράζεται αρκετά χαρακτηριστικά με το ‘30. Η ύφεση με τ’ αποτελέσματά της, που το κυριότερο είναι η υψηλή ανεργία, ταλανίζει σχεδόν όλο τον δυτικό κόσμο, το πολιτικό προσωπικό φαίνεται εντελώς ανίκανο να διαχειριστεί την κρίση, ή μάλλον τη διαχειρίζεται με τρόπο που την επιτείνει, οι ΗΠΑ βρίσκονται σε τροχιά παρακμής εδώ και μια δεκαετία τουλάχιστον, η Ευρώπη διαλύεται και δεν διαλύεται, ενώ οι κοινωνίες είναι ανάστατες, αγριεμένες και στα πρόθυρα εμφυλίου. Εξ αυτού, παρατηρείται όξυνση των ρατσιστικών αισθημάτων και τα ακροδεξιά κόμματα βρίσκονται σε άνοδο σχεδόν παντού. Το ηθικό είναι χαμηλό, όραμα δεν υπάρχει, η κοινωνική συνοχή έχει πάψει από καιρό να υφίσταται, τα εισοδήματα μαζί και η μεσαία τάξη καταρρέουν, και οι κοινωνίες λίγο ακόμα και δεν θα δίσταζαν να ακολουθήσουν τον πρώτο δημαγωγό που θα υποσχόταν δουλειές.


Παράλληλα, έχουμε τις αραβικές εξεγέρσεις, που αλλάζουν το χάρτη και τις ισορροπίες σε Μ. Ανατολή και Β. Αφρική, την «περίπου» εισβολή στη Λιβύη, ενώ στις άλλες μεριές του πλανήτη, νέες δυνάμεις, όπως Κίνα, Ρωσία, Τουρκία, και τα υπόλοιπα μέλη των BRICS ανεβαίνουν με αυτοπεποίθηση στη σκηνή του κόσμου, με την προσδοκία ότι κάποια απ’ αυτές, ουσιαστικά δηλαδή η Κίνα, θα παίξουν σύντομα πρωταγωνιστικό ρόλο στη γεωπολιτική σκακιέρα.


Σ’ ένα σενάριο λοιπόν, όπου η κρίση στη Δύση θα συνέχιζε να πλαταίνει και να βαθαίνει, και οι κοινωνίες να αποψιλώνονται, πόσο ρεαλιστικό θα ήταν το τέλος του να υπογραφόταν από έναν γενικευμένο πόλεμο; Ποιες αιτίες θα μπορούσαν να βρεθούν; Ποιες θα ήταν τότε οι δυνάμεις που θα αντιπαρατίθεντο; Κι αν υποτεθεί ότι οι δυνάμεις αυτές θα ήταν οι ΗΠΑ και Κίνα, πώς θα διαμορφώνονταν τα αντίπαλα στρατόπεδα, κι από ποιες δυνάμεις θα πλαισιώνονταν;


Οι ΗΠΑ, όπως γράψαμε και αλλού, συνεχίζουν να χάνουν σε οικονομική ισχύ, αν και συνεχίζουν να διατηρούν τη στρατιωτική. Αλλά, η Κίνα φαίνεται ν’ απειλεί και σ’ αυτόν τον τομέα, αν λάβουμε υπ’ όψιν μας την πρόσφατη απόφασή της ν’ αυξήσει κατά 12.7%, τον προϋπολογισμό για στρατιωτικές δαπάνες, στα 65 δις ευρώ, και να εγκρίνει ευρύ πρόγραμμα αναμόρφωσης των ενόπλων δυνάμεων. Παρά το γεγονός ότι προς το παρόν οι αντιπαραθέσεις μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ είναι σε επίπεδο εμπορικό και νομισμάτων, εν τούτοις, έχοντας κατά νου ότι μια σοβαρότερη εμπλοκή θα μπορούσε να τις οδηγήσει και σε στρατιωτική αντιπαράθεση, έχουν ήδη αρχίσει να κάνουν στρατηγικής σημασίας κινήσεις για καλυτέρευση θέσεων, μια από τις οποίες είναι και η προσπάθεια ελέγχου των ενεργειακών πεδίων και των πρώτων υλών σε Ασία και Αφρική. Η εμπλοκή των ΗΠΑ στη Λιβύη, θα μπορούσε να ειδωθεί και κάτω από αυτό το πρίσμα, να ανακόψουν δηλαδή, μέσω και της απόπειρας εγκατάστασης στρατιωτικών βάσεων της AFRICOM σε αφρικανικό έδαφος, την αυξανόμενη διείσδυση της Κίνας τόσο στα πετρέλαια της Λιβύης όπου απασχολεί γύρω στους 30,000 εργαζόμενους, όσο και στις αφρικανικές αγορές. Οι εμπορικές συναλλαγές μεταξύ Κίνας και Αφρικής, για παράδειγμα, ενώ το 2001 ανέρχονταν στα 10 δις δολάρια, το 2008 είχαν φτάσει στο δεκαπλάσιο.


Η Ρωσία από την άλλη μεριά, με την ενίσχυση του ρόλου του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης, στο οποίο συμμετέχουν η Κίνα και άλλες τέσσερις πετρελαιοπαραγωγές χώρες της Ασίας, επιχειρεί να αποτελέσει αντίβαρο στην αμερικανική επιρροή στην Κεντρική Ασία, αλλά και παγκοσμίως, ιδίως στο βαθμό που θα διευρυνόταν με τις συμμετοχές Ινδίας και Ιράν.


Είναι λοιπόν φανερό ότι τα νέα συμμαχικά στρατόπεδα αρχίζουν ήδη να παίρνουν σάρκα και οστά. Από τη μια μεριά είναι το παρακμάζον αγγλοσαξονικό, το οποίο θα προσπαθήσει να διατηρήσει με νύχια και με δόντια την πρωτοκαθεδρία και τον έλεγχο, και από την άλλη, το μεγάλο μέτωπο Κίνας-Ρωσίας, είτε σαν BRICS είτε σαν Σύμφωνο Σαγκάης.


Κι η Ευρώπη; Όπως δείχνουν τα πράγματα ο συνεκτικός ιστός δεν φαίνεται και πολύ ισχυρός. Αλλά ούτε και υπάρχει ιδιαίτερη διάθεση να ισχυροποιηθεί, παρά μόνο στα λόγια. Πολλοί θα ήθελαν να είχαν ξεφορτωθεί την περιφέρεια και ειδικά το Νότο, και με αυτή την προοπτική η Γερμανία, που δεν θα επιθυμούσε να χάσει ένα ικανό κομμάτι των ευρωπαϊκών αγορών της, έχει αρχίσει ήδη να κοιτάει έντονα προς ανατολάς, προωθώντας διμερείς εμπορικές σχέσεις με την Κίνα. Με τη Ρωσία, έτσι κι αλλιώς διατηρεί μακροχρόνιες εμπορικές σχέσεις, κυρίως στον ενεργειακό τομέα, οπότε σε ενδεχόμενη μελλοντική σύρραξη, θα ήταν αρκετά πιθανό να βρισκόταν στο αντίπαλο, του αγγλοσαξονικού, στρατόπεδο.


Φυσικά, όλα τα παραπάνω, δεν αποτελούν παρά σενάρια, ενός μέλλοντος μακρινού και όχι του παρόντος, με τη χρησιμότητά τους να εξαντλείται στην υπόμνηση ότι με την κρίση να σοβεί και με τους γεωπολιτικούς συσχετισμούς να αλλάζουν δραματικά, τίποτε κατ’ αρχάς δεν θα μπορούσε να αποκλειστεί, ακόμα και ένας πόλεμος.



Τρίτη 26 Απριλίου 2011

ΗΠΑ: Απ’ το κακό στο χειρότερο



Πριν από δέκα περίπου μέρες, η S&P, το γνωστό μέλος της οικογένειας των οίκων αξιολόγησης, αφού κουράστηκε να μοιράζει αφειδώς υποτιμητικά ραβασάκια στις γνωστές και μη εξαιρετέες χώρες της περιφέρειας της Ευρώπης, αποφάσισε να κάνει την αποφασιστική κίνηση και να στείλει ακόμα ένα, στην κυβέρνηση της υπερδύναμης, αυτή τη φορά. Τίποτα το σπουδαίο, μόνο ένα ελαφρό τράβηγμα τ’ αυτιού, μια προειδοποίηση μελλοντικής καθόδου από το χρυσό βάθρο του τριπλού ΑΑΑ, που μέχρι τώρα απολάμβανε. Και μάλιστα βρήκε την ώρα και τη στιγμή, εν μέσω του μεγάλου πολέμου που έχει ξεσπάσει τόσο στο κοινοβούλιο, όσο και στην κοινωνία, με αφορμή τη φορολογία των πολύ πλουσίων, και το ύψος και την κατανομή των περικοπών των δημοσίων δαπανών, με τους μεν ρεπουμπλικάνους να απαιτούν όλο και μεγαλύτερες, πέραν των 38 δις δολαρίων που αποφασίστηκε πρόσφατα, - εν όψει κήρυξης στάσης πληρωμών από το αμερικανικό κράτος - , τους δε δημοκρατικούς να προσπαθούν να διατηρήσουν ένα ελάχιστο από το έτσι κι αλλιώς αναιμικό κοινωνικό κράτος.


Εν ολίγοις, οι ΗΠΑ, με έλλειμμα γύρω στα 1.4 τρις δολάρια, (περίπου 10% του ΑΕΠ), με ένα δεκαπλάσιο δημόσιο χρέος, με ένα δολάριο που ολοένα χάνει την αξία του, με σημαντικό εμπορικό έλλειμμα, και με τις χώρες BRICS να αποφασίζουν σε πρόσφατη σύνοδο να ανεξαρτητοποιηθούν από το αμερικάνικο νόμισμα, προφανώς δεν είναι και στα καλύτερα τους.


Ενώ το μαχαίρι αναμένεται να μπει βαθιά στα προγράμματα παιδείας και υγείας, τα πολύ υψηλά εισοδήματα παραμένουν φορολογικώς ανέγγιχτα. Η κοινωνία, από την άλλη, θορυβημένη από την αφαίμαξη των εισοδημάτων της, την ανεργία, και το διογκούμενο δημόσιο χρέος, το οποίο είναι ήδη μια ανάσα κοντά στο νομικά κατοχυρωμένο ανώτατο όριο, δείχνει καθαρά την κατεύθυνση μείωσης των ελλειμμάτων, που είναι η φορολόγηση των εχόντων και κατεχόντων. Πράγματι, η διαφορά των φορολογικών συντελεστών ανάμεσα στα υψηλότερα (~35%) και χαμηλότερα (~20%) εισοδηματικά στρώματα εμφανίζεται ως η χαμηλότερη δυνατή από την εποχή του κραχ. Σε πρόσφατη παν-αμερικανική δημοσκόπηση, ένα 64% των ερωτηθέντων απάντησε θετικά υπέρ της αύξησης των φόρων των μεγάλων εισοδημάτων, με το μεγαλύτερο ποσοστό να προέρχεται από τις τάξεις των δημοκρατικών και των ανένταχτων. Σύμφωνα πάλι με την ίδια δημοσκόπηση, ένα 80% των ψηφοφόρων αντιτίθεται στις περικοπές των προγραμμάτων υγείας Medicare και Medicaid για τους ηλικιωμένους και άπορους αντίστοιχα, ένα ανησυχητικό 54%, στις περικοπές των στρατιωτικών δαπανών, ενώ ένα 69% θεωρεί ότι δεν πρέπει ν’ αυξηθεί, όπως συζητείται σε κυβερνητικούς κύκλους, το όριο για το μέγιστο επιτρεπτό ποσό δανεισμού του κράτους.


Ενώ η τρέχουσα νεοφιλελεύθερη λογική υπαγορεύει ότι η χαμηλότερη φορολόγηση των υψηλών εισοδημάτων θα ενθαρρύνει τις επενδύσεις με συνέπεια τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, εν τούτοις από την εποχή που η εν λόγω πολιτική άρχισε να ισχύει, (δεκαετία του 1980 και μετά), άρχισε ταυτόχρονα ν’ ανεβαίνει σταδιακά και το μερίδιο του εθνικού πλούτου που καρπώνεται το υψηλότερο 1%, 0.1% και 0.01% των εισοδημάτων. Ενδεικτικό είναι ότι στην περίοδο1979-2005, το κατώτερο 5% είδε τα εισοδήματά του ν’ αυξάνονται κατά μέσο όρο, κατά τι λιγότερο του 10%, ενώ το υψηλότερο 1%, κατά 175%!


Από την άλλη μεριά, οι μεγάλες εταιρίες της χώρας συνεχίζουν να φοροδιαφεύγουν ασύστολα. Ένα από τα τελευταία δημοσιεύματα φέρουν την General Electric να έχει αποφύγει να εκπληρώσει το φορολογικό της καθήκον, παρά την υψηλή κερδοφορία της, ανερχόμενη την τελευταία πενταετία σε 26 δις δολάρια. Στον κατάλογο των 10 μεγαλύτερων φοροφυγάδων, που κατάρτισε ο ανεξάρτητος γερουσιαστής του Vermont, Bernie Sanders, περιλαμβάνονται εκτός της προηγούμενης, η Exxon Mobil, η οποία με κέρδη 19 δις δολαρίων, όχι μόνο δεν πλήρωσε δεκάρα, αλλά πήρε και επιστροφές 156 εκατ., η Bank of America, η οποία με κέρδη 4.4 δις, και βοήθεια από τη Fed ενός περίπου τρις, πήρε επιστροφές 2 περίπου δις, η Chevron, η οποία με κέρδη 10 δις, έλαβε πίσω 19 εκατ., η Goldman Sachs, η οποία πλήρωσε φόρο μόνο για το 1% των εσόδων της, η Boeing, με παρόμοιες πρακτικές, η Citigroup, η Conoco Phillips, και πάει λέγοντας...


Παρ’ όλα τα προηγούμενα, οι ίδιες αυτές εταιρίες συνεχίζουν να μεταφέρουν δουλειές από τις ΗΠΑ στο εξωτερικό, και δη στην Ασία. Για παράδειγμα, σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal, την τελευταία μόνο δεκαετία, μείωσαν το εργατικό τους δυναμικό στις ΗΠΑ κατά 2.9 εκατ., το οποίο και αντικατέστησαν με 2.4 εκατ. στο εξωτερικό. Οι λόγοι; Η μείωση των λειτουργικών εξόδων και τελευταία η κρίση, η οποία και επέτεινε τη μεγάλη φυγή. Δεν είναι λοιπόν να απορεί κανείς πώς η ανεργία παραμένει σε τόσο υψηλά επίπεδα στις ΗΠΑ. Αλλά ακόμα μεγαλύτερης απορίας άξιον είναι, πώς ακόμα συνεχίζουν να πιστεύουν ότι η πολιτική της φορολογικής αμνηστίας και ελάφρυνσης, θα τις ξαναφέρει πίσω...


ΥΓ. Υπάρχει κάποιος αντίστοιχος πίνακας με τις δέκα πρώτες σε φοροδιαφυγή εταιρίες επί ελληνικού εδάφους; Ίσως κάποιο κόμμα, κάποιο ινστιτούτο να έκανε τον κόπο να τον συντάξει. Με το φοροκυνηγητό, πραγματικό ή εικονικό, των πέριξ της πλατείας Κολωνακίου, επαγγελματιών, μάς έχει δημιουργηθεί η εντύπωση ότι στον τόπο μας η φοροδιαφυγή αφορά μόνο φυσικά πρόσωπα και όχι νομικά...