Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2007

Η Σημειολογία του Πάχους

Αν ανατρέξουμε στο παρελθόν και συγκεκριμένα στη περίοδο της βιομηχανικής επανάστασης, ας πούμε στο τέλος του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα και λίγο αργότερα, θα δούμε ότι υπάρχει μια συγκεκριμένη αντιστοιχία ανάμεσα στις κοινωνικές διαστρωματώσεις και τις σωματικές αναπαραστάσεις των μελών τους. Έτσι το πρωτοεμφανιζόμενο εργατικό προλεταριάτο προσλαμβάνεται σαν υπερβολικά καχεκτικό, ενώ οι ανώτερες τάξεις σαν υπερβολικά ευτραφείς. Οι αντιστοιχίσεις αυτές δεν είναι μακριά από την πραγματικότητα, μιας και η τροφή, η οποία δεν ήταν ποτέ ικανοποιητική σε ποσότητα τα προηγούμενα χρόνια ακόμα και για τους ευγενείς, συνέχισε να αποτελεί αγαθό σε σπάνη για τους φτωχούς της περιόδου εκείνης, ενώ κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε πλέον στα ανώτερα αστικά στρώματα. Κατά συνέπεια το πάχος αποτελούσε όντως σύμβολο κοινωνικού status.

Τα πράγματα άλλαξαν κάπου στα μέσα του 20ου αιώνα, όταν για πρώτη φορά η ανθρωπότητα βάδιζε πλέον στην εποχή της μετα-σπάνης. Η ραγδαία ανάπτυξη που παρατηρήθηκε στις χώρες της Δύσης μετά τον δεύτερο μεγάλο πόλεμο εξασφάλισε πλεόνασμα τροφής για όλο το δυτικό κόσμο. Έτσι η χωρίς φειδώ κατανάλωση τροφής έπαψε να αποτελεί σημαντικό κοινωνικό διακριτικό στοιχείο, αφού όλοι πια είχαν πρόσβαση σ’αυτή, η δε παχυσαρκία προσέλαβε πολύ αρνητικά χαρακτηριστικά.

Τα πράγματα ακολούθησαν εφ’ εξής μια τέτοια δυναμική, ώστε σήμερα οι αντιστοιχήσεις ανάμεσα στην θέση που κατέχει κάποιος στην κοινωνική κλίμακα και στο σωματικό βάρος του να έχουν πλήρως αναστραφεί. Ενώ τα παλαιά στερεότυπα συνεχίζουν λόγω αδράνειας λίγο πολύ να υφίστανται, η πραγματικότητα είναι τέτοια ώστε συνεχώς τα διαψεύδει. Εξετάζοντας τις ποικίλες εικόνες ανθρώπων του βιομηχανικού κόσμου, με τις οποίες καθημερινά μας κατακλύζει ο έντυπος και ηλεκτρονικός τύπος, διαπιστώνουμε ότι η παχυσαρκία και η σωματική πλαδαρότητα δεν προσδιορίζουν πλέον τα ανώτερα εισοδηματικά στρώματα, αλλά μάλλον το αντίθετο. Οι εύπορες τάξεις, όσο περισσότερο εύπορες γίνονται τόσο περισσότερο στρέφονται σε λιτότερη διατροφή. Τό πρώτο μέλημα κάποιου που ανέρχεται στην κοινωνική ιεραρχία είναι να στραφεί προς το σώμα του, να αδυνατίσει, να γυμναστεί, και ν’ αρχίσει τον ανηλεή αγώνα ενάντια στις θερμίδες, τα λιπαρά και τα σάκχαρα. Μ’ αυτό το τρόπο θεωρεί ότι ενσωματώνεται καλλίτερα στη νέα του τάξη.

Πώς έγινε λοιπόν και άλλαξαν τα πρότυπα της ομορφιάς, διότι περί αυτού πρόκειται τελικά, από το ευτραφές, πλαδαρό γυναικείο σώμα της Αναγέννησης με τις πολλές καμπύλες και τις απανωτές διπλώσεις, στο ακραία μονοδιάστατο σώμα της Τουίγκι?

Οι προνομιούχες τάξεις ανέκαθεν καθόριζαν τα κοινωνικά πρότυπα τα οποία διαχέονταν προς τις υποδεέστερες τάξεις που έτειναν να τα οικειοποιηθούν, και κατά συνέπεια αυτές οι ίδιες καθόριζαν και το πρότυπο της ομορφιάς. Επειδή ένα αδύνατο σώμα προϊδέαζε για μεγαλύτερη επιρρέπεια σε ασθένειες, για την αιτιολογία των οποίων δεν γνώριζαν τότε και πολλά, τούτο το πρότυπο δεν ήταν δυνατόν να υιοθετηθεί. Επί πλέον, επειδή μόνον οι εύπορες τάξεις είχαν τη δυνατότητα να εκτρέφουν και να συντηρούν ένα μεγάλο σώμα, δεν ήταν δύσκολο να το επιβάλλουν σαν δικό τους διακριτικό στοιχείο και, στη συνέχεια, ως πρότυπο ομορφιάς και σε όλα τα κατώτερα στρώματα.

Στη σημερινή εποχή, η κυρίαρχη κουλτούρα, εφ’ όσον εξέλιπε η διάκριση λόγω τροφής, διακατέχεται, αντιθέτως από το πρότυπο ενός νεανικού, καλογυμνασμένου και καλοσχηματισμένου σώματος, οι δε εξωτερικές συγκυρίες οι οποίες συνέβαλλαν στην επικράτηση του προτύπου αυτού μπορούν να συνοψιστούν σχηματικά στα παρακάτω κύρια σημεία:

Πρώτον, στο ξεπέρασμα του κατοχικού συνδρόμου. Οι κοινωνίες δεν έχουν πλέον ανάγκη, όπως είδαμε, να φετιχοποιούν τη τροφή, και οι άνθρωποι δεν χρειάζονται ενστικτωδώς να τη συσσωρεύουν εν είδη λίπους, όπως πολλά θηλαστικά, για να τη χρησιμοποιήσουν όταν οι σοδιές τύχει να καταστραφούν από τον κακό καιρό, την επέλαση του Αννίβα ή τη μήνι του Θεού.

Δεύτερον, στην επικράτηση και εμπέδωση της εξατομίκευσης, γεγονός που ευνοεί τη στροφή και την ενασχόληση περισσότερο με τον εαυτό και λιγότερο με τον άλλον ή τους άλλους. Μέσα στα ίδια πλαίσια, η ενασχόληση με το σώμα συνοδεύεται επίσης από την ενασχόληση με την ψυχή, με το πνεύμα (σπανιότερα), έως και με τον ομφαλό (συχνότερα).

Τρίτον, στην ανάδυση και εδραίωση του μετα-βιομηχανικού καπιταλισμού, με την μετατόπιση που έχει κάνει από την βιομηχανική παραγωγή στις υπηρεσίες και την έμφαση που έχει δώσει στην κατανάλωση. Μέσα στα πλαίσια αυτά, το σώμα και η ενασχόληση με αυτό έχουν εμπορευματοποιηθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να συντηρούν μια τεράστια βιομηχανία υπηρεσιών με ασύλληπτα κέρδη. Το σώμα έχει κατατμηθεί σε δεκάδες επί μέρους σημεία, κάθε ένα από τα οποία εξυπηρετείται και από μια ανάλογη εξειδικευμένη υπηρεσία.

Ο δε συνεχιζόμενος εντοπισμός της παχυσαρκίας, ενδεικτικά, στα κατώτερα στρώματα, μπορεί να αναζητηθεί στον παραδοσιακότερο τρόπο της κοινωνικής τους οργάνωσης, κυρίως για οικονομικούς λόγους, αλλά και στην μικρότερη διεισδυτικότητα που έχει η σύγχρονη μορφή του καπιταλισμού, μαζί με τις πρακτικές και την κουλτούρα που τον συνοδεύει, στους κόλπους τους.

H XAMENH TIMH ΤΟΥ ΓΙΑΤΡΟΥ ΤΟΥ Ε.Σ.Υ.

Αγαπητέ κ. Εκδότα,

Θα θυμάστε, φαντάζομαι, την Αμαλία, την γλυκιά και θαρραλέα κοπέλα που μας άφησε χρόνους τον περασμένο Μάιο, ταλαιπωρημένη για δεκαοχτώ και βάλε χρόνια από τον καρκίνο, την γραφειοκρατία και τους αλμπάνηδες γιατρούς. Οι περιπέτειές της με το Εθνικό Σύστημα Υγείας που κατέγραφε καθημερινά στο μπλογκ της συγκίνησαν το πανελλήνιο και πολλοί ορκίστηκαν ότι η Αμαλία, και όλες οι Αμαλίες αυτού του τόπου θα έπρεπε κάποια στιγμή, επί τέλους να δικαιωθούν.

Να δικαιωθούν από τί; Από τους γιατρούς μας, κύριε Εκδότα μου, από την ασχετοσύνη τους, την αδιαφορία τους, την αρπακτικότητά τους. Από την γραφειοκρατία μας, κύριε Εκδότα μου, που δοκιμάζει την αντοχή και την αξιοπρέπεια ανθρώπων, κατά κύριο λόγο ανήμπορων και άρρωστων, με την παράλογη και αντιφατική νομοθεσία της, με τους ανίδεους, πωρωμένους και προκλητικούς υπαλλήλους της, τους διορισμένους και αυτούς όπως και πλείστους άλλους μέσα από σκοτεινά και ύποπτα σημειώματα.

Παρά τα δάκρυα και τους όρκους όμως, η Αμαλία ξεχάστηκε, άντε να τη θυμηθούμε πάλι, κατά Μάιο μεριά, στην πρώτη «επέτειο» του θανάτου της και άντε να ανανεώσουμε τις υποσχέσεις μας ότι δεν θα ησυχάσουμε αν δεν καθαρίσουμε τη βρώμα από κει που έχει σωρευτεί, τόσα χρόνια τώρα.

Πώς τα θυμήθηκα όλα αυτά, τώρα Χριστουγεννιάτικα, θα με ρωτήσετε. Το φακελάκι, κύριε Εκδότα μου, η φακελάρα δηλαδή, που έσκασε πρόσφατα μπροστά μου. Ένας φάκελος άσπρος-άσπρος και παχύς που άλλαξε χέρια. Από ένα γέρικο ξερακιανό που έτρεμε, σ’ ένα άλλο γιομάτο σφρίγος, σταθερότητα, λαιμαργία και χαμέρπεια. Χωρίς τσίπα, χωρίς αιδώ, χωρίς αναστολές, χωρίς μια τόση δα σπίθα φόβου στο μάτι, έτσι για τους τύπους, βρε αδελφέ. Στο κάτω κάτω, δεν είναι και το ίδιο όπως όταν παίρνεις αντίδωρο. Το έχωσε κάτω από ένα μάτσο χαρτιά που βόσκανε αδέσποτα στο γραφείο, είπε δυο-τρεις σοφίες, (σαν ξόρκια μοιάζανε πιο πολύ για το κακό, παρά σαν οδηγίες ιατρού), δώσανε τα χέρια σαν να επικυρώνανε τη συναλλαγή και χωρίσανε μαφιόζικα, με μένα από πίσω να παρακολουθώ την απόλυτη πτώση και των δυονών τους.

Το φακελάκι, κύριε Εκδότα μου, αποτελεί έναν πολύ ευρηματικό θεσμό, που ευδοκιμεί σε πολλές τρικοσμικές χώρες καθώς και στη χώρα μας που, ως γνωστόν, συγγενεύει με αυτές. Είναι ένας ωραίος και ευγενής τρόπος 1) να αυξάνονται τα εισοδήματα ορισμένων εργαζομένων, (αυτά που κανονικά θα έπρεπε να τους τα εξασφαλίζει το κράτος, εφ’ όσον επέλεξαν να πληρώνονται από αυτό), 2) να απαλλάσσεται το κράτος από την καταβολή αξιοπρεπών μισθών, ώστε να μπορεί να προσφέρει απλόχερα στα λαμόγια, 3) να αναδεικνύονται τα αλληλέγγυα αισθήματα της κοινωνίας προς τους αναξιοπαθούντες συνανθρώπους τους, που στο ΕΣΥ σαν κρατικοδίαιτοι φυτοζωούν, και 4) επί πλέον, να δίνεται η δυνατότητα στις κυβερνήσεις, οποιαδήποτε μέρα και ώρα να εκβιάζουν τους «φακελο-λήπτες», έχοντας πρώτα φροντίσει να τους καταστήσουν συνεργούς τους στη διαφθορά. Αχ! Τι όμορφος κόσμος, αγγελικά πλασμένος, κύριε Εκδότα μου!

«Ό,τι δεν μας δίνει το κράτος, το αρπάζουμε μόνοι μας από την κοινωνία».

Αυτό το νέο σύνθημα, που απ’ ότι μαθαίνω σπάει ταμεία, έχει πια επεκταθεί σε όλους τους επαγγελματικούς χώρους, στην Παιδεία για παράδειγμα, στην Πολεοδομία, στην Εφορία, και σε πολλά άλλα ευαγή ιδρύματα τα οποία αδυνατώ να απαριθμήσω λόγω στενότητας χώρου.
Για να μαθαίνετε, κύριε Εκδότα μου, το «Εθνικό μας Φακελάκι» προς τους Εθνικούς μας ιατρούς αποτιμάται στα 194.5 εκατ. ευρώ ετησίως, (Θ. Λιακοπούλου, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 23/9/2007), ενώ η συνολική παραοικονομία στον τομέα της Υγείας, κυρίως για αμοιβές χωρίς αποδείξεις, ανέρχεται στα 1.8 δις. ευρώ, τουτέστιν στο 0.4 του ΑΕΠ. Και εάν νομίζετε ότι αυτοί που «φακελώνονται» είναι μόνο οι ολίγοι, οι ποταποί και οι δακτυλοδεικτούμενοι, διαπράττετε σφάλμα ολέθριο, διότι το ίδιο άρθρο σαφώς αναφέρει ότι μόνο το 4% των ιατρών αρνήθηκαν την άτυπη αυτή προσφορά και το χειρότερο όλων, μόνο το 4% των ασθενών, (μπράβο στους Γενναίους!), δεν έδωσαν φακελάκι ενώ τους ζητήθηκε, δηλαδή αν αφαιρέσουμε το 4 από το 100 μας μένει ένα 96% που έδωσε και παραέδωσε, αλλά και δεν κατέδωσε. Όχι, δηλαδή, που θα το ρίσκαρε!
Δικαίως θα διερωτηθείτε, κύριε Εκδότα μου, για το ποσοστό των ιατρών που διώχθηκαν για φοροδιαφυγή, δωροληψία, φακελάκι κ.λ.π. Το άρθρο δεν αγγίζει διόλου αυτή την εκδοχή, πιθανότατα λόγω στρογγυλοποίησης προς το μηδέν ενός στατιστικώς ασήμαντου ποσοστού. Όπως διαπίστωσα πρόσφατα κατά την επίσκεψή μου σε δημόσιο νοσοκομείο, οι ασθενείς πληροφορούνται από πινακίδες αναρτημένες σε περίοπτη θέση, ότι «ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΜΕΝΟΙ να πληρώνουν για τις ιατρικές υπηρεσίες που τους παρέχονται στον συγκεκριμένο χώρο». Όπερ σημαίνει, ότι άμα σώνει και καλά θέλουν να πληρώσουν οι χριστιανοί, τρελοί είμαστε να το απαγορέψουμε? Φυσικά μια πιο έντιμη Πολιτεία θα διατύπωνε διαφορετικά την πρόταση, όπως, για παράδειγμα, ότι «οι ασθενείς ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ να πληρώνουν για τις ιατρικές υπηρεσίες που τους παρέχονται στον συγκεκριμένο χώρο». Βλέπετε τώρα τη διαφορά? Πείτε μου λοιπόν, είναι αυτή η Πολιτεία συνεργός, ή όχι?

Από την άλλη μεριά, όμως, η καλή μας Πολιτεία έχει θεσπίσει και το άρθρο 77 του Ν. 2071/ 1992 σύμφωνα με το οποίο διώκονται πειθαρχικά «Η δωροληψία και ιδίως η λήψη αμοιβής και η αποδοχή οποιασδήποτε άλλης περιουσιακής παροχής, για την προσφορά οποιασδήποτε ιατρικής υπηρεσίας», εννοείται για τους ιατρούς του ΕΣΥ.

Και τί θα γίνει, κύριε Εκδότα μου, για πόσο καιρό ακόμα θα συνεχίζουμε να πηγαίνουμε σ’ αυτούς τους χώρους, που εκ των πραγμάτων προσερχόμαστε όντας σε θέση μειονεκτική, με το κεφάλι κάτω, τσακισμένοι, ατιμασμένοι, περιφρονημένοι, και επί πλέον γδαρμένοι? Ξέρεις κανένα γιατρικό και την χαμένη μας τιμή να ξαναβρούμε και την τσέπη μας να διαφυλάξουμε στους χαλεπούς καιρούς που ζούμε?

Ο Εκδότης, έξυνε και παραέξυνε το κεφάλι του αδυνατώντας να βρει κάποια λύση. Και όταν είχε περάσει πια η διορία που του είχα δώσει και που από το πολύ ξύσιμο κινδύνευε να μείνει στο τέλος καραφλός, αναγκάστηκα να αποταθώ σε φίλους Γερμανούς, Σουηδούς, Νορβηγούς, Ελβετούς και Λουξεμβουργιάνους, ρωτώντας τους πώς οι χώρες τους, οι μέχρι χθες βουτηγμένες μέχρι τα μπούνια στη ρεμούλα, το πλιάτσικο και τη διαφθορά είχαν κατορθώσει να απαλλαγούν από το μίασμα που μάστιζε τη χώρα τους και να εξαγνιστούν. Οι οδηγίες τους, που δεν άργησαν να φτάσουν, ήταν πανομοιότυπες και σαφείς :

─Θα μπορούσατε, για αρχή, έλεγαν, να κρεμάγατε έξω από επιλεγμένα δημόσια νοσοκομεία, στα πλαίσια κάποιων, τέλος πάντων πολιτιστικών εκδηλώσεων, καλαίσθητα πανό φιλοτεχνημένα από γνωστούς ζωγράφους της χώρας σας με συνθήματα και φλογερές διακηρυχτικές αρχές του τύπου, «Το Νοσοκομείο ΑΜΑΛΙΑ δεν δέχεται φακελάκια» ή «ΑΜΑLIA, Fakelaki-Free Zone» για τους αλλοδαπούς επισκέπτες σας. Δεν νομίζω ότι θα υπήρχε ζωγράφος που θα αρνιόταν την τιμή που θα του κάνατε. Ποιος θα έχανε την ευκαιρία να προσφέρει κοινωνικό έργο αλλά και ταυτόχρονα να προβάλλει και το δικό του? Ας πάρουμε, για παράδειγμα, πρώτον και καλύτερο τον Φασιανό. Νομίζετε ότι θα τ’ αρνιότανε? Εδώ λεωφορεία ανέλαβε να ζωγραφίσει, τα νοσοκομεία θα τον πείραζαν? Και, ποιος κοινός θνητός, ποιος ασφαλισμένος του ΙΚΑ, του ΤΣΑ του ΤΕΒΕ, του ΝΑΤ δεν θα πέταγε μ’ έξαλλη χαρά την τραγιάσκα του στον αέρα, φωνάζοντας μ’ όση δύναμη του απέμεινε, «ζήτω», σαν τα πρωτοαντίκρυζε? Πόση ανακούφιση θα ένοιωθε όταν θα μάθαινε την απαλλαγή του από τα 1.8 δις. ευρώ, με τα οποία, μέχρι πρότινος ήταν αναγκασμένος, χρόνο το χρόνο, να ταΐζει τα αδηφάγα τέρατα με τα Cherokee! Επί πλέον, ποιο κανάλι, θα αρνιόταν να καλύψει το πανηγύρι, ποιος φιλάνθρωπος χορηγός θα έβγαζε την ουρά του απ’ έξω?

Όπως ευκόλως μπορείτε να εννοήσετε, κάτω από αυτές τις συνθήκες, τη λαϊκή υποστήριξη, δηλαδή, και τη δημοσιότητα που θα είχατε εκ των προτέρων εξασφαλίσει, η προσφυγή στη δικαιοσύνη εκ μέρους των διοικήσεων των νοσοκομείων για ρύπανση ή συκοφαντική δυσφήμηση δεν θα επρόκειτο να τελεσφορήσει εξ αιτίας έλλειψης εύλογων νομικών ερεισμάτων. Πού ακούστηκε κάποιο νοσοκομείο να θεωρεί ότι δυσφημείται επειδή δεν παίρνει φακελάκια? Ή ότι ρυπαίνεται η πρόσοψή του από έργα διασήμων ζωγράφων. Θου, Κύριε...! Άσε, δε, που αν δυσκολέψουνε και πιο πολύ τα πράγματα, θα μπορούσατε να επιστρατεύσετε και τον πάλαι ποτέ γείτονά σας, τον Κρίστο, για να πακετάρει με τα ως άνω συνθήματα, καμιά ντουζίνα νοσοκομεία επί της Βας. Σοφίας, και να επισύρετε έτσι την προσοχή και των διεθνών μέσων σ’ αυτή την ελληνική ιδιομορφία ή μάλλον, δυσμορφία, απόστημα και αποφορά.

Σαν δεύτερο μέτρο, συνέχισαν, θα προτείναμε τη συγκρότηση ομάδων ασθενών-κομάντος με καθήκον να κολλούν τις νύχτες έξω από τα γραφεία των ιατρών των νοσοκομείων σας αυτοκόλλητα με συνθήματα του τύπου, «Φακελάκι? Όχι, ευχαριστώ», ή «Fakelaki? No Thanks» για τους αλλοδαπούς επισκέπτες σας, με τον ίδιο τρόπο, για παράδειγμα, που αποπυρηνικοποιούνταν παλιότερα οι δήμοι και οι κοινότητες της χώρας σας. Έχετε παράδοση, βλέπουμε σ’ αυτό. Επίσης, κρυφές κάμερες θα φωτογράφιζαν αυτούς που θα έκαναν το μοιραίο λάθος να τα ξεκολλήσουν, τεκμηριώνοντας τοιουτοτρόπως, με τα ίδια τους τα χεράκια την ενοχή τους. Ποιος θα τολμούσε, λοιπόν να το κάνει?
Αυτά προς το παρόν και καλή επιτυχία.

«Τί λέτε, κύριε Εκδότα μου?» Ρώτησα με αγωνία. «Θα πιάσουν τα μέτρα?»
«Μην είσαι αφελής», μου απάντησε, παίρνοντας μάλιστα το σοβαρό του ύφος. «Και βέβαια, θα αποτύχουν. Κανείς δεν πρόκειται να βάλει το χέρι του στην κοπριά, γιατί πώς να το κάνουμε τη συνηθίσαμε τόσα χρόνια, τη βρίσκουμε ωραία, μυρωδάτη, αφράτη και ζεστή. Επίσης, ο καθένας μας έχει φτιάξει και από ένα χοιροστάσιο και βολεύεται, τα δίνει στον ένα, τα παίρνει απ’ τον άλλο. Όλη η κοινωνία μια κολεγιά βρώμικης συνενοχής γινήκαμε. Άστα, καημένη. Φωτιά θέλει το μαγαζί και ξαναχτίσιμο! ».
«Άντε, καληνύχτα».
«Καληνύχτα και καλή τύχη».

Το "Συγχωράδικο"


Κατεβαίνοντας τις προάλλες, την Μεσογείων με κατεύθυνση την Αθήνα, λίγο πριν από το τέρμα της και συγκεκριμένα στο κομμάτι που πάει να σμίξει με τη Φειδιππίδου, πιάστηκε η άκρη του ματιού μου από την έντονη αντανάκλαση μιας αστραφτερής πρόσοψης από λευκό, επιμελώς κατεργασμένο μάρμαρο, που φάνταζε είναι αλήθεια, λίγο παράταιρη ανάμεσα σε κτίρια γκρίζα, ατημέλητα και ελαφρώς μελαγχολικά. Μετά το πρώτο ξάφνιασμα, μια δεύτερη στα γρήγορα, ματιά εντόπισε στο επιστέγασμα της πρόσοψης επιγραφή γραμμένη με φροντισμένους βυζαντινοπρεπείς χαρακτήρες, που είχε την επωνυμία 'Συγχωράδικο'.


Δίχως αμφιβολία, επρόκειτο για ένα ακόμη από εκείνα τα καταστήματα κοινωνικών, (ή κάπως έτσι), εξυπηρετήσεων, όπως επικράτησε τα τελευταία χρόνια χάριν ευφημισμού να αποκαλούνται τα Γραφεία Τελετών. Καθωσπρέπει, αλλά και δοκιμασμένες από χρόνια επωνυμίες, όπως 'Βυζαντινό', 'Γαλήνη', 'Μιστράς', 'Αχέροντας', κ.λ.π., εν πολλοίς συναφείς και αντάξιες της σοβαρότητας των υπηρεσιών που προσέφεραν και προσφέρουν οι συμπαθείς και απαραίτητες αυτές επιχειρήσεις, ξαφνικά φάνταζαν παρωχημένες, προβλέψιμες, συμβατικές.


Η πολύ ταιριαστή συνήχηση που κάνει η λέξη 'Συγχωράδικο' με λέξεις όπως 'Βαρελάδικο΄, 'Σιδεράδικο', 'Τσιπουράδικο', κ.λ.π, αλλά και με την πρώτη διδάξασα ‘Σκυλάδικο’, της οποίας τα κάθε είδους ‘Βαρελάδικα’, ‘Σιδεράδικα’ κ.λ.π. δεν αποτελούν παρά πιο ευπρεπισμένες εκδοχές, αντίστοιχες της πρόσφατης νεοελληνικής πολιτισμικής μετάλλαξης προς πολιτικώς ορθότερες μορφές έκφρασης, δείχνει σαφώς το πνεύμα κάτω από το οποίο διακατεχόταν ο εμπνευστής αυτής της επωνυμίας,


Για όσους έχουν ασθενική μνήμη, υπενθυμίζουμε ότι οι λέξεις 'Βαρελάδικο', και 'Σιδεράδικο' παραπέμπουν μονοσήμαντα σε ονομαστά 'ευαγή ιδρύματα', γενικής ευωχίας και ξεσαλώματος, που επικρατούσαν την προηγούμενη δεκαετία στο στερέωμα της νυχτερινής Αθήνας. Στο ίδιο μήκος κύματος, άλλωστε, αλλά στο πιο light, κινούνται και οι λέξεις 'Τσιπουραδικο' και 'Φαγάδικο'.


Ενώ, λοιπόν, εκ πρώτης όψεως, το θέμα της λέξης 'Συγχωράδικο' είναι καθ’ όλα σύμφυτο με το κλίμα ενός Γραφείου Τελετών, ( μιας, τόσο η ‘Συγχώρεση’ σαν έννοια, όσο και οι φράσεις 'Καλό Συχώριο', 'Συχωρεμένος ο μακαρίτης' κ.λ.π. δεν αποτελούν παρά κοινοτοπίες σε τέτοιου είδους χώρους), η προσθήκη της ιδιότυπης κατάληξης ‘-αδικο’ είναι αυτή που δημιουργεί τη μεγάλη σύγκρουση με το να εκχυδαΐζει και να αφαιρεί από τη πράξη της Συγχώρεσης το μεγαλείο που της ανήκει.


Δεν ήταν όμως αυτός ο μοναδικός συνειρμός που μου γεννήθηκε. Μέσα από την 'υβριστική' χρήση της λέξης αυτής, θα μπορούσε να διαπιστώσει κανείς την άρνηση κυρίως μιας κοινωνίας να αποδεχτεί και να κατονομάσει τον θάνατο per se σαν ένα από τα ουσιαστικά της στοιχεία. Σε μια μεταμοντέρνα, ναρκισσιστική και εθελοτυφλούσα κοινωνία, που προσπαθεί ν΄ αγκιστρωθεί σ’ έναν πρόσκαιρο ευδαιμονισμό και τη λατρεία του εφήμερου, το μέλλον, ο πόνος, το πένθος και πόσο μάλλον ο θάνατος δεν έχουν θέση. Και επειδή αυτές είναι καταστάσεις αναπόφευκτες που δεν μπορεί να τις προσπεράσει, τους αλλάζει το όνομα με διάφορα λεκτικά τεχνάσματα και ανόσιες μίξεις, για να τις εκφορτίσει από δυσάρεστες συνδηλώσεις και να τις φέρει έτσι πιο κοντά στα δικά της μέτρα. Έτσι, τα Γραφεία Τελετών τείνουν σιγά-σιγά να μετονομάζονται τα τελευταία χρόνια σε 'Γραφεία Εξυπηρετήσεως', ενώ η πρωτοτυπία του εν λόγω επιχειρηματία της οδού Μεσογείων είναι ότι πάνω στην προηγούμενη μετάλλαξη παρέταξε και μία δεύτερη.

Τώρα, κατά πόσον αυτό το εγχείρημα μπορεί να αυξήσει τον τζίρο του καταστήματος, μάλλον θα πρέπει να περιμένουμε στο τέλος του χρόνου τη δημοσίευση του ισολογισμού του. Αυτός ο τελευταίος ίσως δείξει, εν είδη στατιστικής, κατά πόσον και με ποια σπουδή οι νεοέλληνες είναι πρόθυμοι να ανταλλάξουν τα συναισθήματα θλίψης και να ξεφορτωθούν το πένθος τους με μια τελετή που δεν θα διαφέρει και πολύ από απροσχημάτιστο γλέντι, όχι τόσο από χαρά για το ξεφόρτωμα του εκλιπόντα, όσο από διάθεση εξορκισμού και ανώδυνου προσπεράσματος του συντελεσθέντος θανάτου. Και ποιος ξέρει, ίσως στο μέλλον όλα αυτά να λαμβάνουν χώρα σ’ ένα νέου τύπου 'Βαρελάδικο΄ το οποίο ο ίδιος ευφάνταστος επιχειρηματίας δεν θα δίσταζε να στήσει δίπλα ακριβώς στο 'Συγχωράδικο'.

Τρίτη 11 Δεκεμβρίου 2007

Η Φιλοσοφία ως Επάγγελμα

Πολλές φορές έχω αναρωτηθεί ποιο είναι τελικά το επάγγελμα με το οποίο θα βρεθούν να κερδίζουν τα προς το ζην, μετά από δέκα ας πούμε χρόνια, οι απόφοιτοι των Πανεπιστημίων μας, με δεδομένα αφ’ ενός μεν την ανεργία, αφ’ ετέρου δε το μεγάλο ποσοστό ετεροαπασχόλησης σε αντικείμενα αλλότρια και μακράν των αρχικών σπουδών.

Απ’ όλα όμως τα παραδείγματα πανεπιστημιακών σχολών που παράγουν κατά κανόνα ανέργους και στην καλλίτερη περίπτωση ετεροαπασχολούμενους, αυτό που πάντοτε κέντριζε το ενδιαφέρον και την περιέργειά μου ήταν το πώς απασχολούνται οι απόφοιτοι ας πούμε των σχολών Φιλοσοφίας.

Τι μπορεί να κάνει άραγε ένας ‘φιλόσοφος’ χωρίς να χρειαστεί να καταφύγει από ανάγκη στο ΑΣΕΠ, ή σε μια διαφημιστική εταιρία, για παράδειγμα? Τι από αυτά που έχει διδαχτεί και εντρυφήσει μπορούν να επιστραφούν σε μια κοινωνία όπου, άλλωστε, η ίδρυση των σχολών αυτών δεν έγινε ερήμην της, αλλά κατ’ απαίτησή της, μιας και κανένα Πανεπιστήμιο πολιτισμένης χώρας δεν μπορεί να σταθεί χωρίς τη φιλοσοφική του σχολή; Παρ’ όλες τις δημόσιες διακηρύξεις και τις καλές προθέσεις, φαίνεται ότι οι πολιτισμένες και ανεπτυγμένες χώρες μπορεί να επαίρονται για το πλήθος και την ποιότητα των φιλοσοφικών τους σχολών, καμιά τους όμως δε φαίνεται να χρειάζεται τους φιλοσόφους που αυτές εκπαιδεύουν. Γιατί όμως;

Οι φιλόσοφοι, εξ’ ορισμού, δεν μπορούν να ενταχθούν στην παραγωγική διαδικασία και να εμπλακούν σε οικονομικές δραστηριότητες διότι πραγματεύονται άϋλες ποσότητες και αξίες. Τα διανοητικά τους προϊόντα, που από τη φύση τους δεν συνδέονται άμεσα με κάποιου είδους αύξηση της κερδοφορίας του οργανισμού που θα τους προσλάμβανε, δεν βρίσκονται σε ζήτηση. Επί πλέον, το κατ’ εξοχήν πεδίο δραστηριοποίησης της φιλοσοφίας, που σχηματικά είναι ο στοχασμός, η κριτική και η αναζήτηση της αλήθειας, βρίσκεται στη σκιά και εκτός του οπτικού πεδίου των σύγχρονων κοινωνιών, οι οποίες παραμένουν περιχαρακωμένες σφιχτά στο παρόν, αποστρέφονται ο,τιδήποτε απαιτεί διανοητική προσπάθεια, βρίσκουν δε πολύ βολικές και επαρκείς τις στερεότυπες εξηγήσεις που παρέχει ο πολτός της μαζικής κουλτούρας.

Παρ’ όλα αυτά οι φιλόσοφοι αντιστέκονται με δύναμη και φαντασία τόσο στην ανεργία όσο και στην κοινωνική απαξίωση!

Παράδειγμα Πρώτο. Πριν από αρκετά χρόνια, έτυχε να πέσει στα χέρια μου αγγελία καταχωρημένη σε γερμανική εφημερίδα, όπου ωραίες και καλλίγραμμες νεαρές κυρίες προσέφεραν σε κατάλληλα εκπαιδευμένους άρρενες αποδέκτες, ταυτόχρονα με τα κάλλη τους και όλα τα διανοητικά συμφραζόμενα από ένα πτυχίο έγκυρης σχολής Φιλοσοφίας, υποσχόμενες τοιουτοτρόπως, ένα εκρηκτικό μείγμα πνευματικής και σωματικής απόλαυσης.

Παράδειγμα Δεύτερο. Χαζεύοντας στους πάγκους των βιβλιοπωλείων, κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι βιβλία πρακτικής φιλοσοφίας με τίτλους όπως «Πλάτωνας και όχι Πρόζακ», ή «Πώς η φιλοσοφία μπορεί ν’ αλλάξει τη ζωή σας», (σαφώς επηρεασμένα από ομόλογα πονήματα αυτοβοήθειας αμερικανών κυρίως αστέρων του New Age), άρχισαν να καταλαμβάνουν όχι μόνο καλύτερες θέσεις στα ράφια, αλλά και να χτυπάνε πρωτιές στις λίστες των ευπωλήτων.
Δεν θα ήταν παράτολμο ν’ αναζητήσουμε τα αίτια του φαινομένου αυτού, εν μέρει στο κύμα του νεο-φιλελευθερισμού, που ήδη από την εποχή της Θάτσερ και του Ρέηγκαν άρχισε να σαρώνει τα πανεπιστήμια του Αγγλοσαξωνικού πρωτίστως κόσμου. Στο όνομα της (οικονομικής) ανταποδοτικότητας, αποτελεσματικότητας, χρηστικότητας και όποιας άλλης –ότητας, πολλές σχολές ανθρωπιστικών σπουδών οδηγήθηκαν στη διάλυση, με προεξάρχοντα θύματα αυτά των φιλοσοφικών σχολών. Το αν οι φιλόσοφοι-συγγραφείς των ως άνω «πρωτοπόρων» βιβλίων, και άλλων τόσων που παρέλειψα ν’ αναφέρω, έκαναν αυτή τη στροφή αφού παρέμειναν επί μακρόν άνεργοι, ή πρόλαβαν να σώσουν τη σχολή τους επειδή ακριβώς έκαναν αυτή τη στροφή, δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω. Το αποτέλεσμα όμως, που είναι το ίδιο, ανοίγει ένα καινούργιο δρόμο για τον κοινωνικό ρόλο του φιλοσόφου, σαφώς ξένου προς αυτόν που επιτέλεσαν και συνεχίζουν να επιτελούν, έστω και από το υπερπέραν, πολύ αξιότεροι συνάδελφοί τους.

Παράδειγμα Τρίτο. Κι αν, ορθώς νομίζετε ότι η χώρα μας είναι έξω απ’ αυτό το χορό, και ότι οι φιλόσοφοι εδώ δεν είναι αναγκασμένοι να μοιράζουν πίτσες, είναι γιατί έχουν στραφεί σε προσφορότερες επαγγελματικές αναζητήσεις, όπως μια αγγελία που δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ, πριν από αρκετό καιρό, και την οποία αναδημοσιεύω από το τρίτο τεύχος του περιοδικού Cogito, δείχνει:
«... Φιλοσοφική συμβουλευτική. Ένας νέος τρόπος να αντιμετωπίσετε προσωπικά, επαγγελματικά, οικογενειακά προβλήματα. Εφαρμόστε φιλοσοφικά εργαλεία για διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Τηλ. 210- 0000000 »
Σπεύσατε και περαστικά!

«Τυρί, Γάλα, Καφές, Γιουρσενάρ...»

Η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα στον κόσμο όπου ξεκινάς το πρωί να πας στην Έβγα της γειτονιάς σου να πάρεις γάλα και φεύγεις και μ’ έναν Προυστ στη σακούλα. Έτσι, με το καλημέρα σας και με τη τσίμπλα στο μάτι!


Αν κάποιος εξωγήινος κατέβαινε στη χώρα αυτή τα Σαββατοκύριακα και έπαιρνε μάτι στις εφημερίδες που κυκλοφορούν στην Αθήνα, θα έβγαζε το συμπέρασμα ότι είμαστε εκ του μακρόθεν ο πιο κουλτουριάρικος λαός της γης να μην πω και της ιστορίας γενικώς και ότι παίζουμε την υψηλή τέχνη στα δάχτυλα. Το τι Κάλας κυκλοφορεί, το τί φον-Κάραγιαν, το τι όπερες σε παλιές και νέες εκδόσεις, τι Βάγκνερ, τι Μότσαρτ, τι Σοπέν κ.λ.π. από άποψη μουσικής, τι Μπονιουέλ, τι Αντονιόνι, τι Γκοντάρ, από άποψη σινεφιλίας και τι υψηλή λογοτεχνία δίπλα-δίπλα με τα γαριδάκια, τα πατατάκια και τις τσιχλόφουσκες, δεν περιγράφεται.

Είναι η μοναδική χώρα, θα σκέφτεται, που κατάφερε να συγκεράσει το υψηλό με το χαμηλό, ή πιο σωστά το υψηλό να εκθρονίσει το χαμηλό, να ομογενοποιήσει τους χώρους της υψηλής τέχνης με τους χώρους καθημερινής αφόδευσης, να μετατρέψει τα περίπτερα σε γκαλερί, τα ψιλικατζίδικα σε ναούς της κουλτούρας.

Είναι κρίμα που ο καημένος ο εξωγήινος δεν θα προλάβει να γνωρίσει την κυρία Θώδη, τον κύριο Μπουγά, την κυρία Στανίση και άλλους τινούς αοιδούς που μεσουρανούσαν, το πάλαι ποτέ, πριν η νέα πολιτιστική επανάσταση σαρώσει τη χώρα, στις σελίδες και τις προσφορές του πολιτιστικού περιοδικού «Πίστα» ειδικευμένο στις ακουστικές τέχνες, καθώς επίσης και των περιοδικών «Hello» και «Σοκ» ειδικευμένων αντίστοιχα στις εικαστικές. Δυστυχώς οι καιροί αυτοί έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί. Τώρα ο κόσμος θέλει άλλα, δεν συμβιβάζεται με τίποτε λιγότερο, τίποτε περισσότερο από Τζόις, για να δώσουμε ένα πρόχειρο παράδειγμα.

Το φαινόμενο είναι αξιοζήλευτο και η πολιτιστική άνοδος των συμπολιτών μας αξιοσημείωτη αν αναλογιστούμε ότι γενιές ολόκληρες και της γενιάς της δικής μου συμπεριλαμβανομένης, γαλουχήθηκαν στην ποίηση μέσα από φτηνά στιχάκια στα οπισθόφυλλα των ημερολογίων τοίχου, στη λογοτεχνία μέσα από τους καζαμίες και στο τραγούδι μέσα από τους αδελφούς Κατσάμπα.

Από πού ξεπήδησε λοιπόν αυτή η δίψα, αυτό το γούστο, αυτή η εκλέπτυνση, αυτός ο εκλεκτικισμός για το ευγενές, το υψηλό και το ωραίο? Θα έλεγα, δίχως άλλο, από την Παιδεία μας, από τα σχολεία μας, από την τηλεόρασή μας, από τους Υπουργούς μας του Πολιτισμού. Τόσα χρόνια ξόδεμα και να τώρα ήρθε η ώρα της συγκομιδής! Όπως θα διαπιστώσει και ο εξωγήινος, η χώρα μας έχει περάσει σε άλλη διάσταση. Τα βιβλία για παράδειγμα, λόγω της τεράστιας ζήτησης έχουν εισβάλει πλέον στα supermarkets, εξορίζοντας από τα ράφια παραδοσιακά προϊόντα. Η παλιά διαφήμιση, «τυρί, γάλα, καφές, Καμπάς..», μην έχοντας πια νόημα, έχει αντικατασταθεί από το «τυρί, γάλα, καφές, Γιουρσενάρ...». Στα ψαράδικα, οι πωλητές φτιάχνουν ανθοδέσμες με τσιπούρες τυλιγμένες στις σελίδες του «Μόμπυ Ντικ», ενώ στα χασάπικα περιμένοντας στην ουρά για καμιά σπαλομπριζόλα, μπορείς να ξεφυλλίζεις άνετα τα πιο πρόσφατα τεύχη του «Times Literary Supplement», ή να εντρυφείς στις σελίδες του «New Yorker».

Γιατί όμως, όλα αυτά φέρνουν στο νου του εξωγήινου το παλιό καλό ανέκδοτο με τον Μπόμπο, ο οποίος βλέποντας τη γιαγιά του μια μέρα, πουρνό-πουρνό, να παίρνει τις πλαγιές πάνω από τα Σούρμενα με τους “Financial Times” του Λονδίνου υπό μάλης, το πρώτο που σκέφτηκε ήταν ότι, προφανώς, πήγαινε για χέσιμο; Έλα ντε!

Οι βλαβερές συνέπειες του 13ου μισθού


Όλο και με τρώει, τελευταία, να δώσω κάποια εξήγηση στο γεγονός, ότι ενώ τα Χριστούγεννα, η επέτειος δηλαδή της γέννεσης ενός θεού, (για όσους τον πιστεύουν ακόμα, αλλά και για όσους δεν τον πιστεύουν), αποτελεί από θρησκευτική σκοπιά την αποθέωση του λιτού και του ταπεινού, η ανάμνηση αυτή και ο εορτασμός της στις 25 του Δεκέμβρη κάθε χρονιάς, λαμβάνει στις κοσμικές της εκδηλώσεις, τα χαρακτηριστικά της πιο κακόγουστης και κραυγαλέας επιθεώρησης, του θεατρικού, δηλαδή, εκείνου είδους το οποίο περισσότερο από τα άλλα χαρακτηρίζεται από χοντροκοπιά και κακό γούστο και το οποίον, επί πλέον είναι, επιρρεπές στο να εγκαλεί, να κολακεύει και να αναδεικνύει τα πιο ευτελή, ατελή, αγροίκα και ανόητα στοιχεία των καιρών και των ανθρώπων.

Ο σκοπός του σημειώματος αυτού δεν είναι ούτε η περιγραφή, ούτε ο αναθεματισμός της κιτσάτης αυτής παράστασης που τις μέρες αυτές στήνεται σε δρόμους, πλατείες, καταστήματα και σπίτια, αλλά η κατανόηση τού γιατί η επιζητούμενη μέθεξη στο θείο όπως το απαιτούν οι μέρες, επιχειρείται μέσα από μια φρενίτιδα αναγκαστικής κατανάλωσης λάμψης, υπερβολής και ευτέλειας, με λαμπιόνια, στρας, παγιέτες, πούλιες, φωταψίες, μπουκώματα κ.λ.π., κλιμακούμενης σε όλο και περισσότερες «κιλοβατώρες» όσο η επιθυμητή μέθεξη αρνείται να χτυπήσει την πόρτα μας και να μας κατοικήσει.

Όσο, λοιπόν, το σκέφτομαι το πράγμα, τόσο και πιο πολύ αποδίδω την αύξηση του επιπέδου κατανάλωσης που παρατηρείται, στη συγκυρία της γέννησης του θεανθρώπου στον τελευταίο μήνα του έτους, στον 12ο δηλαδή, εκεί όπου εδώ και πολλά χρόνια είθιστε το κράτος, κάτω από το κράτος περισσής γενναιοδωρίας και φιλαλληλίας, να μοιράζει σε πιστούς και απίστους έναν παραπανίσιο μισθό, τον επονομαζόμενο και 13ο. Όπως αντιλαμβάνεστε, οι επιλογές που έχει στη διάθεσή του να ασκήσει την φιλανθρωπία του σε άλλον, πέραν του 12ου μήνα, δεν είναι και πολλές, μιας και τέτοιος μήνας δεν υπάρχει. Κατά συνέπεια, η απόδοση γίνεται αναγκαστικά τον Δεκέμβρη, ο οποίος και ατυχώς συμπίπτει με τον μήνα των Χριστουγέννων.

Η βασική συνέπεια του 13ου μισθού είναι ο πιστός να βρίσκεται ξαφνικά κάτοχος ενός μεγάλου ποσού το οποίο αδυνατώντας να διαχειριστεί με σύνεση και ορθολογικότητα, σπεύδει να καταθέσει σε οτιδήποτε του «γυαλίσει το μάτι», εξ ου και η υπερβολική σημασία που δίνεται τις μέρες αυτές στο φως, τη λάμψη και τη γυαλάδα.

Καταλήγω, λοιπόν, στο συμπέρασμα ότι ο κύριος ένοχος της αποπνευματικοποίησης των χριστουγέννων είναι η εκμαυλιστική ιδιότητα του 13ου μισθού. Για να μην κατηγορηθώ, όμως, για αντεργατικά αισθήματα, προσπάθεια κατάργησης των κεκτημένων και σπορά καινών δαιμονίων και μάλιστα σε εποχές που παραείναι επιρρεπείς στην υιοθέτηση τέτοιων προτάσεων, αλλά και για να διαφυλαχτεί η αγιοσύνη των ημερών και να προστατευτούν οι χριστιανοί από τους πειρασμούς που φέρνει ο πακτωλός των χρημάτων, θα πρότεινα ο 13ος μισθός να
1) αποσυνδεόταν από τα χριστούγεννα,
2) να άλλαζε οπωσδήποτε όνομα και
3) να δινόταν σε κάποιο μήνα ουδέτερο, ας πούμε τον Μάρτιο, ή ακόμα καλύτερα τον Σεπτέμβριο, τότε που θα έπιανε και περισσότερο τόπο, όταν οι νοικοκυραίοι θα γυρνάγανε ταπί από τις διακοπές του καλοκαιριού.

Επειδή όμως η αποσύνδεση του 13ου μισθού από τα Χριστούγεννα ενέχει τον κίνδυνο καταποντισμού των φιλανθρωπων πράξεων, οι οποίες ήταν ανέκαθεν συνυφασμένες με το πνεύμα της Γέννησης, θα πρότεινα η άσκησή τους να γίνεται εφεξής με θεσμοθετημένο τρόπο, μέσα από την τακτική κατακράτηση ενός τμήματος του μισθού των χριστιανών υπέρ των αδυνάτων και αναξιοπαθούντων. Και επειδή, ευλόγως θα αναρωτηθείτε, πώς είναι δυνατόν να ξεχωρίσουμε τους χριστιανούς από τους άλλους τους γκιαούρηδες και τους αλλόθρησκους, θα προσυπόγραφα την αναγραφή του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες, υπό την προϋπόθεση ότι η διάκριση αυτή θα χρησιμοποιείτο για λόγους εισπρακτικούς, δίνοντας έτσι διέξοδο στα φιλάνθρωπα αισθήματα του 99,99999% των συμπατριωτών μας χριστιανών οι οποίοι μένοντας αχαρακτήριστοι θα δυσκολεύονταν να τα εξασκήσουν.