Σάββατο 15 Μαρτίου 2008

ΤΡΙΤΗ ΜΕΡΑ ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΗ: Η Φρόσω


( .....Συνέχεια της Δεύτερης Μέρας)

Με τη δυσκοιλιότητα βρήκα την υγειά μου. Ήταν ό,τι έπρεπε για να ξεφεύγω και να κλείνομαι κάπου με την ησυχία μου. Τραβάω το σύρτη και τ' αφήνω όλα πίσω. Μακριά από τις φωνές και τα μάτια τους. Αυτά δεν είναι μάτια, μαχαίρια που σφάζουνε είναι, σαΐτες που τρυπάνε, κακόχρονο νάχουν. Κάθε ματιά και μια πληγή. Εκτός απ’ τα μικρά. Αυτά τα δόλια δεν πολυκαταλαβαίνουν το κακό τους ριζικό, παρά μόνο γκρινιάζουν. Γκρινιάζουν χωρίς λόγο τα μυξιάρικα, ώρες, ώρες μούρχεται να τα σαβουρντίσω κάτω και να τα λιώσω.

Ο μεγάλος, πάλι, κάθεται σ' αναμμένα κάρβουνα. Δεν λέει τίποτα. Μα, όλο ανταριασμένος είναι. Με κοιτάει με νόημα, αλλά μιλιά δεν βγάζει. Δεν ξέρει τι να αποκάμει. Οσμίζεται τη βρώμα εδώ μέσα, αλλά υπάρχει πατέρας, σου λέει. Ας αναλάβει αυτός. Εμένα παιδί πράμα δεν μου πέφτει ακόμα λόγος. Ας το διάολο που βρήκα και γεννήθηκα!

Σκατά, και που υπάρχει πατέρας. Τι μ’ αυτό. Μόνο βάρος είναι εδώ μέσα. Ας ψοφήσει, ας τον πατήσει κάνα αυτοκίνητο να τελειώνουμε με δαύτονα μια κι έξω. Τι τόνε θέλουμε. Ακόμα και να φύγει και να πάει στις παστρικιές του, πάλι εδώ θα στριφογυρίζει, μπορεί όχι η κοιλιά του, αλλά όλο και την κουβέντα του θα έχουμε, όλο και κάποιος θα τον πιάνει στο στόμα του, όλο και θα μας ανακατώνει τα έντερα. Γιαυτό σου λέω, ας ψοφήσει καλύτερα, να γλιτώνουμε απ’ αυτόν μια για πάντα, να το πάρουμε απόφαση. Να κλείσει επί τέλους ο λογαριασμός. Θα τον κλάψουμε μια, δυο βδομάδες. Όχι παραπάνω. Άντε κάντο μπόλικο και βάλε τρεις. Μετά θα τον ξεχάσουμε και θα ησυχάσουμε.

Και θα έχω το ταξί ολόδικό μου. Φαντάσου, τη Φροσάρα! Δεν θα το δώσω ούτε στον μεγάλο. Το ξέρω που το χαλβαδιάζει. Νομίζει ότι μια μέρα θα πάρει το μισό μερίδιο και θα κάνει αυτός κουμάντο. Αμ δε. Να πάει να βρει άλλη δουλειά. Όχι να κάθεται ο μπάσταρδος όλη μέρα μες τα πόδια μας και να περιμένει σαν την ύαινα να ορμήξει και να κατασπαράξει απ’ τα έτοιμα. Κοπρίτης του κερατά, ανεπρόκοπος κιαυτός σαν τον πατέρα του. Σόι πάει το βασίλειο, παιδί μου. Ούτε το σχολείο δεν μπόρεσε να τελειώσει. Ήταν πολύ έξυπνος γι αυτό, ο Αινστάιν μου! Εγώ μάνα, έλεγε, είμαι για μεγάλα πράγματα. Δεν τις αντέχω τις βλακείες, και τους ηλίθιους. Θα κάνω τούτο θα κάνω τ’ άλλο, μη με φοβάσαι εμένα. Θάβομαι σαυτά τα κωλοχανεία τα σχολεία. Θα βγάλω λεφτά. Θα δεις.

Μ' έπνιξε στη μπαρούφα όλα αυτά τα χρόνια και κοίτα τον ακόμα μες τα πόδια μου μπλέκεται. Είναι τώρα τρία χρόνια που δεν κάνει τίποτε, παρά μόνο καμιά δουλειά του ποδαριού όταν παρασφίξουνε οι κώλοι. Κάθεται κοιτώντας το ταβάνι και κάνει σχέδια λέει για τις μεγάλες δουλειές. Κατά τα άλλα, ξεκουμπίζεται τ’ απογεύματα στις καφετέριες, είναι και μια ψόφια που τον τριγυρνάει. Το μαλακισμένο, δεν βλέπει με ποιον έχει μπλέξει. Ανόητα γυναικάρια. Θα τον φορτωθείς μωρή και μετά θα τον ταΐζεις μια ζωή. Κι αυτός ακόμα θα σου πιπιλίζει το μυαλό για τα σχέδια και τις μεγάλες δουλειές που θα κάνει. Και θα τρέχεις να ξεπληρώνεις τα χρέη του. Και δεν θα μπορείς να τον ξεφορτωθείς τον μορφονιό τον γιό μου, γιατί θα σούχει σπείρει και κάνα δυο μούλικα και κανένα άλλο σίγουρα στην κοιλιά. Και θάρχεσαι μετά σε μένα να μυξοκλαίς και να ζητάς κάνα γάλα τουλάχιστον για το παιδί. Έτσι θα λες. Και θα με βρίζεις κι από πάνω που θα σε διώχνω. Βρε, άκου θράσος. Τα κάνετε όπως τα κάνετε, βουτάτε το κεφάλι σας μες τα σκατά, και μετά τρέχετε δεξιά κι αριστερά για βοήθεια και όταν βρίσκετε τις πόρτες κλειστές, βρίζετε κι από πάνω, σαν να φταίνε όλοι οι άλλοι για την κατάντια σας. Άκου να δεις απαιτήσεις που έχουν τα μπάσταρδα!.

Δεν πας να φας το κεφάλι σου κορίτσι μου! Εμένα με συμφέρει. Κουβέντα δεν θα σου πω. Από το να φάει το δικό μου, καλύτερα να φάει μιας αλληνής. Σιγά μην τρέξω να σου ανοίξω τα μάτια και να σε σώσω. Όπως έστρωσες ας κοιμηθείς. Ας πρόσεχες κορίτσι μου. Εγώ το ταξί δεν το δίνω σε κανέναν, αν νομίζετε ότι θα πέσει στο κεφάλι σας σαν το μάννα και θα σας ξελασπώσει. Κλείστε μόνο τα καπάνια σας, μπας και χάψτε καμιά μύγα αντίς γι' άλλα.

Το ταξί θα το κρατήσω εγώ. Εγώ έχω τα χαρτιά. Έχω και δίπλωμα. Θα πάρω και το επαγγελματικό, θα μάθω κι από μηχανές. Δεν τα λέω αυτά στα κουτουρού. Μπορώ να το δουλέψω και μόνη μου. Δεν με ξέρετε καλά εμένα. Καλά πόσες ταξιτζούδες βλέπω πάνω-κάτω στους δρόμους, δεν λέγεται. Όλες περιποιημένες, με το μαλλί βαμμένο στην τρίχα, θαρρείς πως μόλις βγήκανε απ’ το κομμωτήριο, και το ταξί καθαρό και περιποιημένο σαν την κούκλα. Κυρίες! Κανείς δεν τολμάει να τους πει κουβέντα. Τις σέβονται τις γυναίκες στο τιμόνι. Σκληρή δουλειά, για. Εγώ, πάντως, τους βγάζω το καπέλο.

Θα οργώνω πάνω-κάτω την Αθήνα, κόσμος θα μπαίνει κόσμος θα βγαίνει, θα βάζω και στο ράδιο τα λαϊκά κι αν τυχαίνει και κάνας πελάτης μερακλής, μπορεί να λέμε παρέα και από καμιά στροφή. Όλο και καμιά κουβέντα θα πιάνουμε, όλο και κάποιος πικραμένος θα ναι που θα θέλει να ξεφορτωθεί τον πόνο του. Ελάτε, βρε, στη Φροσάρα. Ανοίξτε την καρδιά σας και πέστε τα όλα να ξαραχνιάσετε τις γωνιές της ψυχής σας, να ξελαμπικάρει το μέσα σας, να δείτε τη ζωή αλλιώς! Όλοι μια παρέα είμαστε, δεν το καταλαβαίνετε βρε κωθώνια και ξεσκίζεστε αναμεταξύ σας και χαλάτε τις καρδιές σας για σαχλαμάρες. Ένα μεγάλο ταξί είναι ο κόσμος μας. Εκεί μέσα, όλοι μαζί βρεθήκαμε τσουβαλιασμένοι και πάμε, ανάθεμά μας αν ξέρουμε και που πάμε. Όλοι νομίζουν, ο καθένας νομίζει ότι πάει και κάπου αλλού, ξέχωρα απ’ τον άλλον. Μπούρδες. Όλοι στον ίδιο διάολο πάμε.

Ας το καλό, πάλι παρασύρθηκα και πέταξα. Εγώ θα το κάνω μια μέρα αυτό. Να το δεις. Θα γίνω το πρώτο ταξί της Αθήνας. Γιατί έχω καρδιά εγώ, που όσο και να με πριόνισαν όλοι αυτοί οι αναθεματισμένοι, εγώ κάθομαι τα βράδια και την μαντάρω, τη φέρνω πάλι στα συγκαλά της. Πώς τα καταφέρνω! Α!

Με τη «Σεχραζάτ»!

Παρασκευή 14 Μαρτίου 2008

Δεύτερη Μέρα Χωρίς Ανάρτηση: Η Πεθερά


( .....Συνέχεια της Πρώτης Μέρας)

Ποια νομίζει ότι είναι η αναθεματισμένη; Για πολύ έξυπνη περνιέται εδώ μέσα. Νομίζει ότι κι εγώ τρώω κουτόχορτο. Μην βλέπετε που δεν μιλάω. Όλα τα ξέρω, με το νι και με το σίγμα, για το τι γίνεται μέσα σ’ αυτό το κωλοχανείο. Αλλά κρατάω το στόμα μου κλειστό για τον έρμο τον γιο μου που πήγε κι έμπλεξε μαζί της. Άμα μιλήσω, αυτός είναι ικανός να τη σκοτώσει στο ξύλο. Και δεν πάει να τη ξεκάνει! Χαρά θα μου δώσει, τη μόνη χαρά που θα πάρω πριν κλείσω τα μάτια μου. Αλλά αυτά τα στόματα τι θ’ απογίνουν; Το ξέρει η πουτάνα, και εκεί πατάει. Αλλά δεν θα μεγαλώσουν; Θα δει αυτή. Έξω στο δρόμο, σαν το σκυλί θα την πετάξει. Και αν δε το κάνει αυτός, θα το κάνω εγώ. Ο μουρόχαυλος! Μαλθακός σαν τον μακαρίτη τον πατέρα του είναι. Κάθεται ένα πουτανί σαν τη Φροσάρα, να τον ξεζουμίζει και να τον κερατώνει κι από πάνω.



Σιγά καλέ, που η μεσαία η Ανθούλα, είναι κόρη του κι εγγόνα μου. Καλά δε βλέπεις τί μαυροτσούκαλο είναι; Γυφτάκι σκέτο. Φτυστός ο Παντελής ο μπακάλης, ο άντρας της κυρά Πιπίνας. Άγια γυναίκα αυτή, απ’ εκκλησία σε εκκλησία έτρεχε. Τώρα όμως δυσκόλεψε και δεν μπορεί. Ε! Πήγε κι έγινε σα τη ντουλάπα την τετράφυλλη, απ’ το μάσα μάσα δεν χώραγε πια να περάσει απ’ την πόρτα. Καλό κουμάσι ελόγου του, ο Παντελής. Άρχισε να λοξο-κοιτάει στη γειτονιά τριγύρω. Κι έπεσε η δικιά μας σαν ώριμο φρούτο. Χρόνια τώρα τραβάει η δουλειά. Νομίζουν πως δεν τους βλέπω που κλείνονται στη αποθήκη, τάχατες έρχεται ο Παντελής να κουβαλήσει τα ψώνια που δεν μπορεί η κυρά μας η Φροσάρα γιατί όλο και την πονεί η μέση της. Δεν έχω προσέξει νομίζετε και τη σοκολάτα που πάει και αφήνει στην μικρή, την κόρη του. Και πώς τον αγαπάει αυτό, κι ας μην ξέρει τίποτε. Βρε παιδί μου, το αίμα, το αίμα, τι στο διάολο έχει και τραβάει;



Ο μεγάλος, κάτι έχει υποψιαστεί για τον Παντελή και τη μάνα του. Αν είναι να τη σκοτώσει αυτός, καλύτερα να τη σκοτώσει ο γιος μου. Μην κάνει καμιά κουτουράδα ο μικρός και πάνε και τον κλείσουνε σε καμιά φυλάκα. Αμάν, αμάν αυτή η κατάρα που βρέθηκε στη στράτα μας!



Και τί πάει και κλείνεται η καταραμένη τόσες ώρες στον καμπινέ; Τι σκαρώνει η αναθεματισμένη; Κι έρχεται κιαυτό το άλλο το τσουλί, η Νότα, κάτι της δίνει, τα διπλώνει μετά αυτή στην τσάντα της και ύστερα την κλείνει προσεχτικά. Να δεις που της δίνει ξόρκια, μάγια κάνουνε αυτές του γιόκα μου. Δεν ντρέπεται στην ηλικία της να έχει το μισό κώλο και την μισή κοιλιά έξω; Και να φουμέρνει το ένα μετά το άλλο, η βρώμα. Όλο σκυμμένες στην κουζίνα, λένε, λένε και δεν τα σώνουνε. Κάτι κακό σχεδιάζουνε, οι διαολεμένες. Αχ Παναγία μου, μην και μας βρει καμιά συφορά, μόνο. Φύλαγέ μας απ’ αυτά τα φίδια.



Ξέρω πως θέλει να με ξεφορτωθεί, δεν είμαι χαζή. Αλλά εγώ προσέχω. Δεν τρώω τίποτε απ’ τα χέρια της. Φτιάχνω το δικό μου φαί και το κρατώ κλειδωμένο στην κάμαρή μου. Καμιά φορά κάνω κι από κανένα ψυχικό και ταΐζω κι από κανένα μικρό, που όλη τη μέρα στην ψωμόλυσσα τα έχει. Τι να σου κάνω, σκέβρωσα δεν με βαστούν τα πόδια να στέκομαι στην κουζίνα και να μαγειρεύω για τόσα στόματα. Αλλά και να μπορούσα πάλι δεν θα τόκανα. Να της κάνω τη χάρη, να συργιανίζει αυτή ανενόχλητη; Για όνομα του θεού. Ποτέ.



Ο γιος μου ξενοβολεύεται. Αυτόν δεν τον φοβάμαι. Πάντα βρίσκει από ένα πιάτο φαί κι ένα μουνί να τον περιμένουν. Υπομονή για λίγα ακόμα χρόνια. Να ξεπεταχτεί και το μικρό και μετά θα δει η κυρα-Φροσάρα που θα πάει. Πίσω στη μάνα της, και με τα ρούχα που φοράει μόνο.



Μας κουνιέται κιόλας ότι μας κρατάει στο χέρι με το ταξί. Κούνια που την κούναγε. Και αυτός ο βλάκας ο γιος μου τσιμπάει. Ξεχνάει φαίνεται ότι το οικόπεδο της μάνας της ήταν κλειστό. Το είχε υποθηκεύσει για να πληρώσει τα χρέη του αγαπητικού της, του αγύρτη, που μόλις τσέπωσε το παραδάκι έγινε μπουχός. Και ποιος έβαλε τα λεφτά για να φύγει η υποθήκη; Ο ανεπρόκοπος ο γιος μου, που νόμισε ότι άλλη σαν την αφεντομουτσουνάρα της δεν θα ξανάβρισκε στην Τρούμπα. Λευτερώθηκε το οικόπεδο, μετά από χρόνια πουλήθηκε, αλλά ξεχνάει η αχάριστη, σε ποιον τα χρωστάει. Άκου δικό της το ταξί! Έχω χαρτιά, εγώ! Τίποτε δεν θα πάρει, η αναθεματισμένη.



Α!. Την ακούω που έρχεται. Κάτσε να πάω στη γωνιά μου και να πάρω τη θέση μου. Δεν θέλω να καταλάβει τίποτε. Σιγά μην περιμένω τόσα χρόνια να μεγαλώσουν τα μικρά. Ας είναι καλά το λοστάρι που έχω φυλαγμένο εδώ στην καρέκλα μου. Με την πρώτη ευκαιρία, τσακ!, πίσω στο σβέρκο, σαν το κουνέλι θα πάει. Και ας πάνε όλα στο διάολο. Πιο διάολο από τώρα αποκλείεται να γίνουν.
Υ.Γ. Ο πινακας έχει τίτλο " A Grotesque Old Woman" και αποδίδεται στoν Quinten MASSYS , 1465 - 1530.

Πέμπτη 13 Μαρτίου 2008

Πρώτη Μέρα Χωρίς Ανάρτηση: Η Φρόσω


Σήμερα είπα δεν θα κάνω ανάρτηση. Σιγά μην κλάψω. Δεν μπορώ άλλο αυτό το βάσανο. Μέρα τη μέρα, νύχτα τη νύχτα να πρέπει να στύβω το μυαλό μου μπας και κατεβάσω καμιά εξυπνάδα. Τέρμα το σακούλι. Έπιασε πάτο. Ότι ήταν να ανασύρω το ανέσυρα.

Είναι κιόλας, που κοντεύω ν’ αφήσω και τα παιδιά στο δρόμο. Έξι στόματα είναι αυτά. Αφήνω στον μεγάλο παραγγελία να φροντίσει τα μικρότερα. Δύσκολο όμως να νταντεύει άλλα πέντε. Όλο στο ντελίβερι τα έχει, αντις να κάτσει να τους μαγειρέψει τίποτε. Μούρχεται να τον παλουκώσω που δε με συντρέχει αλλά μετά λέω, παιδί είναι κιαυτό. Θέλει να ξεσκάσει. Τι χρωστάει αν η μάνα του έμπλεξε με το κακό;

Προχθές μου άφησε ένα σημείωμα στο ψυγείο.
«Μάνα, θα μου κλείσεις το σπίτι
θα με κάνεις αλήτη,
θα στα βάλω φωτιά
γιαυτό κάτσε καλά».

Τρόμαξα, θα χάσω το παιδί είπα, μ’ αυτά τα blogs που πήγα κι έμπλεξα, η δόλια. Μου πίνουν το αίμα, μου ρουφάνε το μεδούλι, μου ρημάζουν το σπιτικό. Έξι παιδιά στο δρόμο. Καλά κι ο πατέρας τους, ο άχρηστος, ο ανεπρόκοπος, αυτός μια ζωή στο δρόμο ήτανε. Μια με το ταξί, μια με τις τσούλες που τις μπαινόβγαζε στα 3ΧΧΧ της Αθήνας και της περιφέρειας.

Τώρα πάλι εξαφανισμένος είναι. Ευτυχώς, για να μην μπλέκεται κιαυτός στα πόδια μου. Θα βρήκε καμιά σκυλού φαίνεται και όλα είναι μέλι-γάλα στο σπίτι. Δεν προσέχει τις στοίβες τα ρούχα, τα άπλυτα, τα βρακιά που είναι πεταμένα στο σαλόνι μαζί με τις κάλτσες, τους εμετούς της μικρής στη μοκέτα, τα μανταρίνια που μούχλιασαν και τις κατσαρίδες που στήνουνε χορό στην κουζίνα.

Μόνο αυτή τη σκρόφα την πεθερά μου έχω να μου τα πρήζει. Μισότυφλη, μισόκουφη, ένα σκεβρωμένο κουφάρι, αλλά το δηλητήριο στην άκρη της γλώσσας το έχει η οχιά.
«Πάλι στην αποθήκη ήσουνα; Καλά αυτή η βέρα ακόμα να βρεθεί; Σε πόσα πια σακιά αλεύρι θα πρέπει να ψάξεις;»

Δεν μ’ αφήνει λεπτό χωρίς να με καρφώνει με το γυάλινο το μάτι της. Μ’ εμένα τάχει. Δεν κοιτάει τον χαραμοφάη το γιο της!

Παρά ταύτα, βρίσκω τρόπο και της ξεφεύγω. Κάνω τη δυσκοίλια και κλείνομαι με τις ώρες στην τουαλέτα και γράφω. Μετά έρχεται η φίλη μου η Νότα δήθεν για καφέ και της δίνω τα πάκα με τα γραφτά και αυτή μετά τα δίνει στην Τασούλα, η οποία έχει έναν ανιψιό που τέλειωσε τα ΤΕΙ Καρδίτσας στην πληροφορική, ο οποίος και τα περνάει αυτός στο blog μου, που το έχω ονομάσει «Σεχραζάτ».

Καμιά φορά με βοηθάει και ο Παντελής, ο έρμος μ’ αγαπάει, μου δίνει κι από κανένα λουλουδικό στα κλεφτά να μην πάρει μυρωδιά αυτό το χτικιό που έχω στο σπίτι και πάει και τα ξεράσει στον άλλον. Λέω θα τα παρατήσω και θα φύγω μαζί του, αλλά η κακούργα η γυναίκα του δεν του δίνει διαζύγιο και θέλει να κρατήσει και το πανωσήκωμα, γιατί λέει ο αέρας ήταν προίκα της. Μπερδέματα. Άστον, καλός άνθρωπος, αλλά δειλός. Ο Αναστάσης μού φαίνεται πιο σόι. Αυτός λέει ότι το διαζύγιο το έχει στο τσεπάκι του. Για να δούμε...

Φούντωσα, πάλι που τα θυμήθηκα όλα αυτά. Άσε, το μετάνιωσα. Θα πάω πάλι στην τουαλέτα να κάνω καμιά ανάρτηση να ξεθυμάνω.

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2008

Για ένα «Wow!» ρε Γαμώτο!



Εκτιμώ ιδιαίτερα την εφημερίδα «Καθημερινή», όμως την Κυριακή που μας πέρασε την εκτίμησα ακόμα περισσότερο. Είναι μια εφημερίδα που νοιάζεται για τον πολιτισμό, όπως το αποδεικνύουν τα ειδικά ένθετα που φιλοξενεί, αλλά μόλις χθες άφησε να διαφανεί το πάνω όριο αυτού του νοιαξίματος. Και, έκτοτε δεν μπορώ να κρύψω τη χαρά και την περηφάνια μου.

Στο ειδικό ένθετο «Τέχνες και Γράμματα» της Κυριακής 9 Μαρτίου, 2008, και μάλιστα στην πρώτη-πρώτη σελίδα οι συντάκτριες κ.κ. Επτακοίλη και Πουρνάρα ανακοίνωναν με περισσό ενθουσιασμό τρόπους για την ανάδειξη της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Πράγματι, κάτι τέτοιο είναι έγνοια όλων μας, δηλαδή όλοι μας προσδοκούμε να εκμεταλλευτούμε το «πολιτιστικό πλεονέκτημα» της χώρας μας και να προσελκύσουμε αλλοδαπούς για να μας θαυμάζουν. Κουραστήκαμε τόσα χρόνια να αυτοθαυμαζόμαστε. Ποιος δεν θα το ήθελε, να πάρει κάποτε και κάποιος άλλος τη σκυτάλη!

Διαβάζοντας όμως προσεκτικότερα αντιλήφθηκα ότι η «εκμετάλλευση» αναφερόταν με την κυριολεκτική της έννοια, δηλαδή αυτό που προτεινόταν τελικά, εμμέσως πλην σαφώς, ήταν η «ανάδειξη» των ενδόξων μας μνημείων, έναντι αδράς φυσικά αμοιβής, σε ρόλο ντεκόρ ή σκηνικού σε περισπούδαστους γάμους, ή σ’ εκλεκτές οινοποσίες εύθραυστων οισοφάγων, κομπάρσων σε ρομαντικά γεύματα λεπτεπίλεπτων δεσποινίδων, σαν τόπους εκτέλεσης ιδιωτικών συναυλιών και σε εξαιρετικές περιπτώσεις σαν χώρους τέλεσης γάμων, βαπτίσεων και μνημοσύνων. Και σαν καλές δημοσιογράφες που είναι πρόκαναν να αναφέρουν και τα οικονομικά οφέλη αυτού του εγχειρήματος, τα οποία ούτε λίγο ούτε πολύ θα ανέρχονταν σε 1000 ευρώ το κεφάλι για γεύμα με ρετσίνα και τζατζίκι, 1200 αν είχε και παστίτσιο σπιτικό, ενώ αν σερβιριζόταν και αθερίνα μπορεί ν’ ανέβαινε η ταρίφα μέχρι και το διχίλιαρο. Και από την ευχαρίστηση για την περιποίηση οι υψηλοί μας ξένοι μας θα ρεύονται, θα κλάνουν και τρισευτυχισμένοι θα φωνάζουν «Wow»!

Εμ!, ολόκληρη Ακρόπολη να πάει στράφι; Πόσα στρέμματα να ’ναι το μαγαζί. Πόσα τραπεζάκια άραγε να χωράει ο Παρθενώνας; Γέμισε του Zonars απ’ απέναντι, καιρός ν’ ανοίξουμε και την Ακρόπολη, ν’ αποσυμφορηθεί η περιοχή. Κάθεται τ’ απογεύματα και τις νύχτες ανεκμετάλλευτη και το φεγγάρι από κει πάνω στράφι πάει κι αυτό, χωρίς να βρίσκεται κανένας στα ψηλά να το θαυμάζει.

Και γιατί, παρακαλώ, κυρίες μου τόσος ελιτισμός; Γιατί μόνο για τους έχοντες και κατέχοντες; Άσχετες που είστε στα οικονομικά! Βάλτε κάτω τα νούμερα, τις προσθέσεις, τις διαιρέσεις, τους πολλαπλασιασμούς, τα τετραγωνικά και τα τραπεζάκια, να δείτε ότι με το πόπολο το μαγαζί αφήνει παραπάνω, παρά με δυο-τρεις δυσκοίλιους τζιτζιφιόγκους. Και με μια ψησταριά εκεί στην ακρίτσα, με τ’ αεράκι να φουντώνει τα κάρβουνα, το «σουβλάκι Ακρόπολις» θα χτυπάει νούμερα στα διεθνή χρηματιστήρια. Και μετά η Επίδαυρος, στο κόλπο κιαυτή, και το Μπούρτζι και η Δωδώνη και η Μεθώνη και οι Φίλιπποι, ευλογημένος ο τόπος μας, ευλογημένοι κι αυτοί που τα έφτιαξαν για να χαίρονται του κόσμου οι «πεινασμένοι» του πολιτισμού και ‘μεις να τα ‘κονομάμε, έστω και με υποδομές ξένες, υποδομές που φτιάχτηκαν εδώ και 2000 χρόνια!

Και όχι μόνο αυτό, αλλά και οι καθηγητάδες , όσοι απ’ αυτούς ξεπερίσσεψαν απ’ το think tank του Βενιζέλου, στο πόδι κιαυτοί, συνοδοί και ιδιωτικοί ξεναγοί των υψηλών τουριστών μας στις ακροπόλεις, στα κάστρα και τα μουσεία μας.

«Ο πολιτισμός είναι η αιχμή του δόρατος γα τον πολυτελή τουρισμό», απεφάνθη η κ. Κάρεν Φεντόρκο Σεφέρ, διευθύντρια σημαντικού γραφείου πολυτελούς τουρισμού και παράδειγμα προς μίμηση, κατά πως φαίνεται, από τις αντίστοιχες ημεδαπές κυρίες Κάρεν.

Και, ως εκ του θαύματος, σαν μια φλασιά, είδα ολόφωτες μπροστά μου ν’ ακτινοβολούν η ίδια η ουσία και πεμπτουσία του Πολιτισμού, αυτήν ακριβώς που μέρα-νύχτα τόσοι και τόσοι νοματαίοι σ’ αυτήν εδώ την ιστοκόγχη ματαίως προσπαθούσαμε ν’ ανακαλύψουμε.

Ουφ! Ησύχασα επί τέλους!

Τρίτη 11 Μαρτίου 2008

Τα Φωτισμένα Παράθυρα



Για πολλά χρόνια, τα Σάββατα το ‘χα συνήθειο ν’ ανεβαίνω στο κάστρο, κατά το απομεσήμερο το χειμώνα, κάνα δυο με τρεις ώρες πριν τη δύση, το καλοκαίρι. Τότε που άρχιζε κάπως να σπάει η ζέστη και να δροσερεύει. Κάθε φορά έλεγα ν’ ανέβω κι από ένα καινούργιο δρομάκι, από μια διαφορετική πλευρά του λόφου. Δεν ήταν δα κι αμέτρητα. Ο λόφος, λοφί ήτανε, μια σταλιά πράμα, κι όχι κανένα βουνό. Όπως όμως ήταν φυσικό, οι εναλλακτικές λύσεις εξαντλούνταν σχετικά γρήγορα και έτσι άρχιζα πάλι από κάποιο μέρος, γνώριμό μου ήδη από τα πριν. Κι όμως υπήρχαν φορές που όλο και κάτι ανακάλυπτα που μου ‘χε ξεφύγει. Πότε μια σκάλα, πότε κάποιο στενάκι, πότε κάποιο κρυφό αδιέξοδο. Ο στόχος, όπως πάντα ήταν το κάστρο και το έπαθλο το αγνάντι στο πέλαγος που ανοιγόταν απλόχερα μπροστά, σημαδεύοντας τον ορίζοντα και στα τρία του σημεία.

Πότε από καμιά πολεμίστρα, πότε από καμιά κορφή, πότε από κάνα ψηλό κατάρτι, το μάτι θέλει που και που να λευτερώνεται απ’ τα κοντινά που το κρατούν αιχμάλωτο και το θολώνουν. Λαίμαργο όπως είναι για απλωσιές, καταπίνει τον χώρο, καταβροχθίζει ξέφρενο σαν άλογο που αφήνιασε μίλια και θάλασσες, κοπανιέται σε βουνά, ξοστρακίζεται στις κοιλάδες, ρεμπελεύει στις εσχατιές, φλερτάρει με τα μακρύτερα και χορτασμένο πια κατά το σούρουπο, γυρνάει ήρεμο στην τρύπα του να ξαποστάσει, σαν τα κυνηγάρικα σκυλιά που αφέθηκαν λεύτερα μετά από μια μέρα ολάκερη δεμένα στο λουρί.

Και μαζί παρασέρνει και την ψυχή που λαχταράει η δόλια τα πετάγματα στα άγνωστα, τα στροβιλίσματα και τους ιλίγγους.

Όταν πήγαινε να σουρουπώσει κι αφού με κόπο μάζευα ψυχή και μάτια απ’ τους πέντε ανέμους, έπαιρνα ανάλαφρη και χαλαρή το δρόμο της επιστροφής αφήνοντας το βάρος από μόνο του να με τσουλήσει στις κατηφόρες, φέρνοντάς με καμιά φορά ίσαμε κάτω στις πλάκες πάνω απ’ το νερό.

Όλος ο λόφος, μια γειτονιά. Χαμόσπιτα. Τα πιο πολλά απ’ τις αρχές του αιώνα, το ένα πάνω στ’ άλλο, με αυλές που συγκοινωνούν, με πόρτες που γειτονεύουν, με παιδιά που μπαινοβγαίνουν απ’ το ένα σπίτι στ’ άλλο, με μυρωδιές που ανακατεύονται, με φωνές και τραγούδια διασταυρούμενα και σε σύγχυση, με μπουγάδες μονίμως φουσκωμένες, τενεκέδες φυτεμένους με γεράνια, γάτες στα περβάζια και τα παρτέρια και γριές, -φιγούρες σκεβρωμένες απ’ την αλμύρα και τις έγνοιες -, που κάθονται ακίνητες πίσω από μισοτραβηγμένες κουρτίνες ρίχνοντας θηλιές στις βελόνες και βελόνα τη βελόνα να μετρούν το χρόνο και να σπρώχνουνε τις ώρες.

Το καλοκαίρι που όλη η ζωή μεταφέρεται ξεγύμνωτη στις αυλές, αποφεύγω να κοιτάζω προς τα κει. Κατεβάζω το κεφάλι και προχωρώ. Κάποιες κλεφτές ματιές μόνο. Άλλωστε τόσα βλέμματα στραμμένα πάνω μου με βαραίνουν και με αποτρέπουν. Το χειμώνα όμως που όλοι είναι κλεισμένοι μέσα, απελευθερώνομαι. Περιφέρομαι ανενόχλητη στα σοκάκια, σα σκιά και εξ ίσου ανενόχλητα αφήνω το μάτι να δρασκελίσει λαίμαργα τα φωτισμένα παράθυρα, να παραμερίσει τις κουρτίνες και να θρονιαστεί σε κάποιο από τα ξένα δωμάτια.


Δεν ξέρω τι είναι αυτό που με τραβάει στις φωτισμένες κάμαρες. Πιθανόν το ίδιο αταβιστικό αίσθημα που τραβάει και τις πεταλούδες στη φλόγα, η ψευδαίσθηση της σελήνης, τότε που αποτελούσε και τη μόνη πηγή φωτός τη νύχτα.

Όχι, όχι δεν είναι όμως αυτό. Δεν είναι το φως. Είναι τα πρόσωπα και οι σκηνές που ξετυλίγονται σε κίνηση αργή μπροστά μου, είναι ένα γίγνεσθαι που αποτυπώνεται σε χρόνο πραγματικό. Είναι η ζωή η ίδια πάνω σε μια σκηνή, φωτισμένη όπως στο θέατρο και εγώ θεατής εκεί έξω αποστασιοποιημένη, αποκομμένη από τους ήχους και τα λόγια, τα περιττά και τ’ ανόητα που συσκοτίζουν κι αποσπούν, μόνη, παρατηρώ εκστατική, μα πιο πολύ φαντάζομαι, τα πρόσωπα και τις χειρονομίες κάποιων ανθρώπων που δεν ξέρω, την κίνηση των χεριών και των δακτύλων σε όλο το μήκος της τροχιάς τους, τα γυρίσματα και τις κλίσεις του κεφαλιού, την μετακίνηση του σώματος, τα άσκοπα βήματα, τις γκριμάτσες και τις συσπάσεις του προσώπου καθενός χωριστά, αλλά και την αλληλουχία, το μπέρδεμα ή τον συντονισμό των μεταξύ τους συναλλαγών, κι όλα αυτά δεμένα σε μια θεσπέσια αυτοσχέδια και αρχέγονη χορογραφία της πιο απλής και ανεπιτήδευτης καθημερινότητας που πνιγμένη καθώς είναι μέσα σε μια λιπαρή πραγματικότητα, συνεχώς διαστρεβλώνεται, απαξιώνεται, υποτιμάται και μας διαφεύγει.

Συνήθως τους πετυχαίνω γύρω από κάποιο τραπέζι και μάλιστα στην κουζίνα. Σ’ αυτές τις γειτονιές τα σπίτια ποτέ δεν είναι άδεια. Και το κλειδί μονίμως στην εξώπορτα κι από την έξω μεριά. Τις ώρες αυτές κάποιοι θα πίνουν καφέ, κάποια γειτόνισσα θα μπαινοβγαίνει γυρεύοντας προφάσεις για να σκοτώσει τις ώρες της πλήξης, κάποιο παιδί θα γκρινιάζει και θα απαιτεί, μια γυναίκα θα περιφέρεται και θα μαζεύει, ένας άνδρας θα κάθεται, θα χειρονομεί ή θα βαριέται.

Ένας γοητευτικός βουβός θίασος που πρωταγωνιστεί στο έργο της δικής του ζωής, σε μια παράσταση αυθόρμητη και γοητευτική. Ένας κόσμος όμως, που μέσα από το κάδρο τού φωτισμένου παραθύρου, σα στο θέατρο ή το σινεμά, φαντάζει άλλος, ιδανικός και μακιγιαρισμένος, γιομάτος ψεύτικη θαλπωρή, έγνοια και φροντίδα, γλυκός και στοργικός, στα ψέματα όμως, ένας κόσμος γέννημα της φαντασίας και της επιθυμίας αποκλειστικά, κι όχι αληθινός, ένας κόσμος που επινοήσαμε, ένας κόσμος που νομίσαμε ότι κάποτε τον είχαμε και από τότε τον αναζητάμε.

Κι η συγκίνηση που νοιώθω μπροστά σ’ αυτά το φωτισμένα παράθυρα δεν είναι γι αυτό που φαντάζομαι ότι βλέπω, αλλά γι αυτό που νομίζω ότι έχασα ή ποτέ δεν είχα, κι ούτε θα αξιωθώ ποτέ να έχω, αλλά και που πολύ λίγοι τελικά τo αξιώθηκαν.

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2008

Η Κβαντική Φύση του Κειμένου!


Σ’ αυτό τον κόσμο είναι κάποια πράγματα που δεν ησυχάζουν ποτέ. Η φύση για παράδειγμα. Έτσι λένε. Ο κυματισμός της θάλασσας. Η καρδιά. Μια σταματάει εδώ, μια άλλη κάπου αλλού, παίρνει μπρος και χτυπάει. Το σύμπαν, εκρηκτικό καταπίνει βουλιμικά τον χώρο συντομεύοντας το δρόμο προς το άπειρο. Και άλλα πολλά, που άμα ησυχάσουμε για λίγο θα μας έρθουν εύκολα στο νου.

Ένα από αυτά είναι και τα κείμενα.

Το παρατηρώ σχεδόν πάντα. Εκεί που νομίζω ότι έχω ξεμπερδέψει, εκεί που θεωρώ ότι η τελεία είναι και οριστική, νάσου και κάποια λέξη πιάνω ν’ αργοσαλεύει, να μαζεύεται, να τεντώνεται, να σκουντάει ενοχλητικά τη διπλανή της, να τρυπώνει την ουρά της σε κάποια σειρά από κάτω και να παρενοχλεί, τέλος πάντων να μου κάνει σινιάλο με όλους τους δυνατούς τρόπους ότι εκεί που την έβαλα, απλά αισθάνεται άβολα και δυσανασχετεί. Και μετά κι άλλες λέξεις να παρασύρονται σε άλλα σημεία του κειμένου, μέρη μιας ανταρσίας που εξαπλώνεται γοργά, που απειλεί να μου τινάξει το κείμενο στον αέρα και που πρέπει να καταστείλω πάραυτα πριν γενικευτεί.

Έτσι ώστε, παρά το ατέλειωτο πήγαινε-έλα των διορθώσεων και των διορθώσεων επί των ήδη διορθωμένων, ποτέ να μην μπορώ να ησυχάσω και να νοιώσω ότι κάτι επί τέλους έχει ολοκληρωθεί. Να χαλαρώσω τέλος πάντων και ν’ αφεθώ στη χαρά της συντελεσθείσης δημιουργίας και στο χάζι του νέου μου παιδιού.

Οι διορθώσεις, η ένταση και ο ρυθμός τους μου θυμίζουν τις ολοένα φθίνουσες ταλαντώσεις ενός εκκρεμούς που πάει να ησυχάσει στην ισορροπία, ή την πορεία μιας διαταραχής που πάει να σβήσει. Στην αρχή οι επανακατατάξεις του κειμένου (διαταραχή) είναι τεράστιες. Ολόκληροι παράγραφοι φεύγουν, άλλες έρχονται στη θέση τους και ο κορμός του κειμένου δέχεται σοβαρότατες αλλοιώσεις. Κατόπιν, σε μια δεύτερη επέλαση, οι διορθώσεις χάνουν σε έκταση και ένταση, έως ότου μετά από επανειλημμένα στρώματα παρεμβάσεων το κείμενο να παίρνει την τελική του μορφή.

Είναι όμως έτσι; Όχι φυσικά. Σε μια προσεχτικότερη αποτίμηση, την πράξη της διόρθωσης θα την κατέτασσα σ’ ένα κβαντικό παρά σε ένα κλασσικό σύμπαν, με την έννοια ότι ποτέ το κείμενο δεν ησυχάζει, ότι ποτέ, δηλαδή, δεν βρίσκεται σε κατάσταση ύπνωσης. Και τούτο, γιατί δεν υπάρχει περίπτωση ο συγγραφέας να τύχει κάποια στιγμή να το διαβάσει χωρίς να προβεί ταυτόχρονα και σε κάποια μικρή, ανεπαίσθητη διόρθωση. Και αυτό μπορεί να συμβαίνει ad-infinitum.

Απ’ όλα όσα προηγήθηκαν, λοιπόν, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ακινησία που νομίσαμε ότι έχει επέλθει δεν είναι παρά φενάκη. Αυτή η αδιάκοπη κίνηση και ανακατάταξη δεν είναι ίδιον παρά ενός κβαντικού μικρόκοσμου και εξ αυτού και ο χαρακτηρισμός.
Τώρα, το πόσο με έχουν επηρεάσει οι παρέες με τους μεταμοντέρνους, ώστε να προβαίνω σε τέτοιου είδους συσχετίσεις, μόνο ο χρόνος μπορεί να το δείξει!

Κυριακή 9 Μαρτίου 2008

Ο γελοίος κ. Μποντριγιάρ


Δεν είναι λίγες οι φορές που καταφέρθηκα εναντίον της τακτικής των επονομαζόμενων μεταμοντέρνων κοινωνιολόγων και φιλοσόφων (Ντεριντά, Κρίστεβα, Ντελέζ, Φουκώ, Μποντριγιάρ κ.α.) να χρησιμοποιούν φύρδην-μύγδην έννοιες δανεισμένες από τη φυσική, κατά προτίμηση από τα πιο δυσνόητα και μοντέρνα πεδία της, τα οποία επειδή ακριβώς δεν είναι προσιτά και κατανοητά, όπως είναι εύλογο στους μη-ειδικούς, θεωρούνται, με αρκετή δόση αλαζονείας και αυθαιρεσίας, ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως ερμηνευτική πλατφόρμα οποιουδήποτε περίπλοκου κοινωνικού ή πολιτισμικού φαινομένου.


Η υπερβάλλουσα αυτοπεποίθηση με την οποία φαίνονται να χρησιμοποιούν τις έννοιες αυτές σε περιβάλλοντα εντελώς ξένα από αυτά της φυσικής και η αδυνατότητα να παράξουν νόημα, έστω και με μεταφορικό τρόπο, πράγμα που δείχνει την ογκώδη άγνοια και την αδιαφορία τους επί πλέον να μάθουν στοιχειωδώς τι περίπου οι φυσικές αυτές έννοιες αντιπροσωπεύουν, δημιουργούν τέτοιο γελοίο αποτέλεσμα που μόνο τον οίκτο μπορεί να γεννήσει για την αμετροέπεια, την περιττολογία και την κενότητα των ανθρώπων αυτών.

Έτσι στο βιβλίο «Η Διαφάνεια του Κακού», εκδ. Εξάντας-Νήματα, 1996, του Monsieur Baudrillard, θεωρητικού κοινωνιολόγου, στο πρώτο-πρώτο κεφάλαιο με τον ελκυστικό τίτλο «Μετά το Όργιο», μέσα σε λίγες σελίδες υφιστάμεθα ένα καταιγιστικό όντως όργιο κατάχρησης εννοιών από κάθε πεδίο της φυσικής και βιολογίας, όπως:

στη σελίδα 11,
[...Παίρνοντας κάποια απόσταση μπορούμε να πούμε ότι αναπόφευκτη κατάληξη κάθε απελευθέρωσης είναι να υποθάλπει και να τροφοδοτεί τα δίκτυα. Τα πράγματα που απελευθερώνονται προορίζονται για την ακατάπαυστη μετατροπή/αντιμετάθεση, και άρα για την αύξουσα ακαθοριστία και την αρχή της αβεβαιότητας...]

Στην ίδια σελίδα αναφερόμενος στην εξαφάνιση των πάντων όχι από τον θάνατο και το τέλος αλλά από τον πολλαπλασιασμό και την επιδημία προσομοίωσης λέει: [ Δεν υπάρχει πια μοιραίος τρόπος εξαφάνισης, αλλά μορφοκλασματικός (fractal) τρόπος διασποράς]. Γαμώ τα πτυχία μου!!!

Πάντα στην ίδια σελίδα, μια γραμμή παρακάτω από πριν έχουμε [την ιώδη (viral) τώρα διασπορά των δικτύων], την [..κεντρομόλα ώθηση και την εκκεντρότητα των συστημάτων].

Στη σελίδα 12,
ορίζοντας την τριλογία της αξίας, δηλαδή, την αξία χρήσης, την ανταλλακτική αξία και την αξία-σημείο (?), ξαφνικά εισάγει από το πουθενά και το τέταρτο στάδιο αξίας, το μορφοκλασματικό ή και ιώδες ή και ακτινοβολούν. (Θεέ μου, Θεέ μου!!!). Στο δε μορφοκλασματικό στάδιο της αξίας δεν υπάρχει κανένας νόμος της αξίας, αλλά ένα είδος επιδημίας της αξίας, καθολική μετάσταση της αξίας, πολλαπλασιασμός και κυβευτική(???) διασπορά.
Συνεχίζοντας το παραλήρημα ορίζει μάλιστα αυτό το τέταρτο στάδιο κάτι σαν το φυσικό ανάλογο ενός καινούργιου σωματιδίου, τα οποία όπως διατείνεται παράγονται καθημερινά και με τη σέσουλα από τους φυσικούς. Άκουσον, άκουσον!!

Στη σελίδα 13,
[...To κακό δεν κείται πια καθέτως προς το καλό, τίποτε δεν τίθεται πια σε τεταγμένες και τετμημένες. Κάθε σωματίδιο ακολουθεί τη δική του κίνηση, κάθε αξία λάμπει για μια στιγμή στον ουρανό της προσομοίωσης κι έπειτα χάνεται στο κενό ακολουθώντας μια τεθλασμένη γραμμή που μόνο κατ’ εξαίρεση συναντά τη γραμμή των άλλων. Αυτό είναι ακριβώς το σχήμα του μορφοκλασματικού, (του fractal), το τωρινό σχήμα της κουλτούρας μας].


Έλεος, κ. Μποντριγιάρ μας!
Επειδή η δόση ασυναρτησίας και γελοιότητας που πήραμε σε δυο μόνο σελίδες είναι παραπάνω από αρκετή, θεωρώ ότι δεν έχει νόημα να προχωρήσω παραπέρα. Ο Monsieur Baudrillard δεν είναι ένας τυχαίος άνθρωπος, διετέλεσε καθηγητής διαφόρων πανεπιστημίων στο Παρίσι, όπως στα Université de Paris-X Nanterre και Université de Paris-IX Dauphine, απέκτησε μεγάλη φήμη, έγραψε πλειάδα βιβλίων και έγινε ένας από τους φιλοσόφους του γαλλικού star system, ένας απ’ αυτούς που εκτρέφουν και λατρεύουν οι Γάλλοι. Πέθανε πριν ένα ακριβώς χρόνο.


Όσο ο κ. Μποντριγιάρ διατηρούσε κάποια επαφή με τη γη και τον Μαρξ μπορώ να πω ότι είχε μια σημαντική συνεισφορά. Η "Καταναλωτική Κοινωνία" κάνει ενδιαφερούσες αναλύσεις και ελκύει ακόμα και σήμερα. Με το πέρασμά του στην άλλη όχθη του μεταμοντέρνου και της αχαλίνωτης ασυναρτησίας το νόημα άρχισε πια να γίνεται δυσεύρετο. Ας ελπίσουμε ότι το παρόν βιβλίο ήταν το ατυχέστερο όλων της περιόδου αυτής του συγγραφέα.

Παρασκευή 7 Μαρτίου 2008

Το Ισοζύγιο των Ζωών


Συνήθως κάνω βάρδια νυχτερινή, απ’ τις 11 ως τις 7 το πρωί. Σκατοώρα, αλλά τα λεφτά καλά, ειδικά αν πέσεις σε αργία ή Σαββατοκύριακα. Πάνω από 100. Μήπως με νοιάζει που είναι αργία; Ούτε ακόμα κι η ώρα. Σάμπως έχω παιδιά να νταντέψω ή κανέναν να με περιμένει; Μεγαλωμένα πια, δεν με χρειάζονταν, πήρα και ‘γω των ομματιών μου και την έκανα για το Νότο. Είμαι περίπου δέκα χρόνια σ’ αυτό τον τόπο, έχω χαρτιά, έχω ασφάλεια, δεν έχω πρόβλημα. Έβαλα και κάτι στην άκρη, άμα θέλει ο θεός τα δίνω μπροστάντζα για καμιά γκαρσονιέρα και μετά εμένα ποιος με πιάνει . Κεραμίδι, ομπρέλα, όπως και να το πεις, όλοι τελικά το ίδιο πράγμα εννοούμε.

Δεν λέω, είναι βρομοδουλειά. Δεν μου πάει όμως και να λουφάρω. Τον βλέπεις τον άλλον ότι πονάει, βρε αδελφέ, βογκάει, δυσανασχετεί. Μια κουρνιάζει, μια πετάγεται πάνω, μια φέρε αυτό, μια φέρε το άλλο, μια διψάει, μια ζεσταίνεται, μια κρυώνει. Μετά βρίζει αν μπορεί, όχι πάντα, μετά σταυροκοπιέται, όλα μαζί αξεδιάλυτα, στριφογυρνάει σαν σβούρα, μια τυλίγεται στο σεντόνι, μια το πετάει καταγής. Κανένας δεν κλείνει μάτι το βράδυ στα νοσοκομεία.

Δε βαριέσαι πολύς πόνος εκεί μέσα. Τον συνηθίζεις όμως. Αλίμονο αν δεν γινόταν έτσι. Κρατιέσαι μακριά, δεν μπλέκεσαι, μόνο κάνεις μηχανικά αυτά που είναι να κάνεις. Δηλαδή όλα, όσα σου ζητήσει. Θα πεις και τον καλό το λόγο, θα του δώσεις και θάρρος, θα του βρέξεις τα χείλια με βαμβάκι, θα προσέχεις τον ορό, τα σωληνάκια να μην στρίψουνε, θα έχεις τα μάτια σου ανοιχτά αν βγάζει ούρα, θα τον πλύνεις να δροσερέψει ο καψερός. Δεν είμαι δα και τελείως πετσί. Δεν μου πάει να κάθομαι σαν κάτι άλλα κουμάσια που στρώνουν τον κώλο τους σε μια καρέκλα, αρπάζουν κι από ένα σινερομάντσο και μην τον είδατε τον Παναγή. Κι ας τον άρρωστο να βουρλίζεται. Κοπρομηχανές του κερατά!

Είναι δεν είναι πέντε η ώρα. Δεν έχει ακόμα αρχίζει να χαράζει, αλλά βρε παιδί μου το οσμίζεσαι το πράγμα ότι πάει να γίνει μέρα, να ξανοίξει ο ουρανός, κι όχι να σκουρύνει άλλο. Το βλέπεις παντού στην ατμόσφαιρα, ακόμα και γύρω από την Κηφισίας. Παράξενο, αλλά ακούω πουλάκια, και καμιά φορά, μην με κοροϊδέψετε, πιάνει τ’ αφτί μου κι από κανένα πετεινάρι. Ναι ξέρω, έχω δει κάτι χαμόσπιτα εκεί πίσω απ' το Υγεία, από κει πρέπει να έρχεται το λάλημα.
Σήμερα έτυχε και σχόλασα πιο νωρίς. Συμβαίνει καμιά φορά. Δεν ήταν όμως κάτι που δεν το περίμενα. Φαινόταν απ’ την αρχή ότι δεν θα την έβγαζε καθαρή ο άμοιρος. Νέος άνθρωπος. Είχε χάσει κάθε επαφή με το περιβάλλον και είχε αρχίσει εκείνη την απεγνωσμένη πάλη, την τελευταία, για να στραγγίξουν τα πνευμόνια έστω και μια σταγόνα απ' τον αέρα. Κάποια στιγμή κουράστηκε και τα παράτησε. Ήρθαν αμέσως οι νοσοκόμοι, τον μάζεψαν στο λεπτό και τον κατέβασαν στο υπόγειο. Να μην βλέπουν και οι διπλανοί για πολύ και σαλτάρουν.

Μ’ αρέσει αυτή η ώρα, ιδίως τα καλοκαίρια, όπως τώρα δα. Σήμερα φυσάει και το αεράκι όπως είναι ελαφρύ και δροσερό με ξανανιώνει. Νοιώθω τόσο ωραία, η κίνηση δεν έχει ακόμα αρχίσει, άσε θα περπατήσω, θα πιάσω όλον τον κατήφορο της Κηφισίας μέχρι την Αλεξάνδρας και μετά θέλω δεν θέλω κάνα δεκάλεπτο για το σπίτι. Την ώρα αυτή ο δρόμος αρχίζει να γίνεται πιο φιλικός σε σχέση με λίγο πρωτύτερα. Μπορείς να δεις κάμποσους ανθρώπους μεροκαματιάρηδες να προσπερνούν μηχανικά, με το κεφάλι κάτω, με τη συνείδηση βυθισμένη ακόμα σ’ έναν ύπνο που κόπηκε βίαια. Μια μυρωδιά έντονη από φρεσκοψημένο καφέ μου τρυπάει τα ρουθούνια. Δεν χάνω καιρό, μπαίνω μέσα και κάθομαι σ’ ένα τραπεζάκι δίπλα στο παράθυρο.

Βλέπω ένα κύριο μπροστά μου μ’ ένα φλιτζάνι που αχνίζει, στο χέρι. Κοντός, κακομούτσουνος. Φέρνει προς ταξιτζή, ή μάλλον σε διασταύρωση μαϊμού με ταξιτζή. Μεγάλα πεταχτά αφτιά με τις άκρες στρογγυλεμένες. Όπως του χιμπατζή. Και με βαθιές, αλλά καλοσχηματισμένες ρυτίδες στο πρόσωπο. Σαν τον ήρεμο κυματισμό της βαθιάς θάλασσας. Στο αυτί του πιότερο κι από σκουλαρίκι στραφταλίζει το εμφύτευμα ενός blue tooth. Χιμπατζής Hi-Tech, σκέφτομαι. Πεντέμισι η ώρα το πρωί σ’ ένα άδειο καφέ στην Κηφισίας.

Η αντίθεση τόσο χτυπητή που με τραβάει. Αφήνω το μάτι να γλιστρήσει προς τα κάτω. Φοράει χοντρό βραχιόλι, όχι όμως απ’ αυτά τα κραυγαλέα χρυσά που λογικά θα περίμενε κανείς να δει στο χέρι ενός νταβατζή, ή ενός μπουζουκόβιου γκαραζίστα, θαμώνα της παραλιακής. Ή εκείνου που τον δείχνει η διαφήμιση να συντονίζει το ραδιόφωνο στον σταθμό του Derti-Fm. Κολλάω στο βραχιόλι από μασίφ ασήμι με τις περίεργες χαράξεις. Θα μπορούσε άνετα να στόλιζε το χέρι κάποιου φρικιού από άλλες εποχές. Τις νοσταλγώ, αν και δεν τις έζησα, παρά μόνο από εικόνες, διηγήσεις και πιο πολύ με τη φαντασία μου. Τα ζεστά κλίματα, πάντα μου άρεζαν, το ίδιο και η μποέμικη ζωή. Στο άλλο χέρι, δύο δαχτυλίδια της ιδίας κοπής. Το ένα στον παράμεσο και το άλλο στον μικρό. Ασημένια, χοντρά με μεγάλες πέτρες σαν κιαυτά που φαντάζομαι ότι θα πουλιούνται κατά κόρον στις ακτές της Γκόα, στην Ινδία. Όλη του η φιγούρα ένα μυστήριο. Τόπος διασταυρούμενων σημείων.

Με αντιλαμβάνεται που τον κοιτάζω και μου χαμογελά. Χαμογελάει ωραία και ένας απαλός κυματισμός απλώνει φως σ’ όλο το πρόσωπο. Οι ρυτίδες παίρνουν να γλυκαίνουν και να χάνονται. Το χαμόγελο τον φέρνει πίσω στα ανθρώπινα πάλι. Τον βλέπω πως θέλει να έρθει προς το μέρος μου αλλά διστάζει. Τον ενθαρρύνω μ’ ένα νεύμα.

Δεν βαριέσαι, σήμερα κάποια έχασε έναν άνθρωπο. Όμως εγώ κέρδισα έναν άλλον. Τί σημασία έχει; Το ισοζύγιο παρέμεινε σταθερό και ο Θεός ευχαριστημένος. Τίποτε δεν άλλαξε. Τα πάντα είναι ίδια όπως και πριν.

Πέμπτη 6 Μαρτίου 2008

ΒΡΕΘΗΚΕ ΒΕΡΑ!!!


Ανοιχτή επιστολή στον Διευθυντή του καταστήματος

Αγαπητέ κύριε,
Μέρες τώρα επισκέπτομαι το κατάστημά σας και αυτή εδώ η αγγελία λες και έχει στοιχειώσει την είσοδο. Πολύ καλά κάνατε και την βάλατε. Έτσι προστάζουν οι κανόνες για κάτι που χάνεται. Και σεις σαν πολιτισμένοι άνθρωποι τους ακολουθήσατε. Εύγε σας!

Αλλά εσείς το παρακάνατε. Δυο, τρεις μέρες φτάνουν, είναι αρκετές. Είναι ανάγκη, τόσο καιρό τώρα να της το θυμίζετε; Έχει περάσει πια βδομάδα. Να της το τρίβετε στη μούρη με τέτοιο εξαναγκασμό; Να την πιάνετε απ’ το σβέρκο κάθε φορά που περνάει το κατώφλι σας; Να την γεμίζετε με τύψεις και ενοχές; Να την κάνετε να υποφέρει από διλήμματα και υψηλούς πυρετούς τη νύχτα; Να την κάνετε τελικά να το μετανιώσει; Μήπως αυτό επιδιώκετε; Μήπως θα είστε εσείς τελικά υπεύθυνοι αν κάποια μέρα κάνει τίποτε το απονενοημένο; Τί γυρεύετε τέλος πάντων; Ποιος σας όρισε προστάτη των διαλυμένων οικογενειών; Υποπτεύομαι ότι θέλετε να την σπρώξετε να γυρίσει πίσω. Γιατί θέλετε να της κάνετε τέτοιο κακό;

Έλεος πια! Μην παρενοχλείτε άλλο την κυρία, κύριε manager μου. Αφήστε την ήσυχη να χαρεί την ελευθερία της. Γιατί σαφώς περί κυρίας πρόκειται. Αυτές πετούν τις βέρες και δεν ξαναγυρνούν. Οι κύριοι, όσοι από δαύτους τις πετούν, τις ξαναβάζουν καινούργιες σε χρόνο ρεκόρ. Μην ανησυχείτε για κανέναν. Και κυρίως για τις κυρίες. Και ακόμα, μην αρχίσετε να ψάχνετε μετά μανίας πίσω απ’ τα μαρούλια και τα σπανάκια. Μην ξεκατινιάζεστε. Αφήστε την, τη βέρα. Ρόδα είναι, όπου κύλησε, κύλησε. Ποιος ξέρει πού πήγε και τρύπωσε; Ποιος άραγε θα την ξανάβρει και ποιο δάχτυλο θα στολίσει; Αφήστε την τύχη να κάνει τη δουλειά της και μην στερείτε τον κόσμο από μελλοντικές εκπλήξεις!

Ποιος το περίμενε ότι θα διάλεγε η μοίρα αυτό εδώ το supermarket, για να γίνει ο τάφος των χαμένων ονείρων μιας ψυχής, και τα καφάσια με τα κρεμμύδια, [ίσως αυτά, ίσως τα διπλανά με τις πατάτες], το εφαλτήριο για μια νέα ζωή;

Λες κι οι ζωές να γίνηκαν τόσο ρηχές που λίγοι πόντοι βάθος, όσο σ' ένα τελάρο, ν’ αρκούν να θάψουν μια ζωή; Οι μανάδες μας παλιά τον πιο βαθύ ωκεανό να τις πετάξουνε έψαχναν και πάλι δεν ήταν αρκετός. Νέοι καιροί, νέα ήθη.

Τετάρτη 5 Μαρτίου 2008

Η Κουλτούρα του Φόβου


Η ΑΓΟΡΑ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ

Δεν μπορεί, κάποια φορά θα έτυχε να σας πάρει στο τηλέφωνο κάποιος φαινομενικά ευγενής υπάλληλος Ασφαλιστικής Εταιρίας με σκοπό να σας «ενημερώσει» για τα «Νέα Προϊόντα» έναντι κάποιου καινοφανούς και λίαν σημαντικού κινδύνου. Συνήθως τα σενάρια είναι πανομοιότυπα και κακοφτιαγμένα. Ο υπάλληλος ξεκινάει με μια ελαφριά υπόμνηση και επισήμανση των κινδύνων που καιροφυλακτούν, για να ξεσπαθώσει ασυγκράτητος στη συνέχεια, σείοντας ενδιάμεσα μαύρες σημαίες παρελθόντων και μελλοντικών κινδύνων, απειλώντας, κινδυνολογώντας, αφηνιάζοντας, εκφοβίζοντας σκαιά και εν τέλει εκβιάζοντας, τόσο πιο έντονα, όσο η άλλη πλευρά δείχνει να κρατάει σθεναρή αντίσταση και να καθιστά σαφές ότι εν τέλει δεν «μασάει».

Το ίδιο πάνω-κάτω σενάριο ξεπατικώνουν και αρκετές διαφημίσεις κατασκευάζοντας, διογκώνοντας και εγκαλώντας κινδύνους που ξεπηδούν από το μικροσκοπικό βασίλειο των βακτηριδίων, των μυκήτων, των ιών και των αμοιβάδων, προωθώντας προϊόντα με ανάλογες –κτόνες ιδιότητες σε υποχόνδριες μαμάδες.

Μια πολύ μεγάλη μερίδα στην αγορά του φόβου, διογκούμενη με ταχύτατους ρυθμούς, κατέχει και ο τομέας της Υγείας, στην προκειμένη περίπτωση της ιδιωτικής. Αρκεί μια βόλτα σε όλο το μήκος της Κηφισίας και το αφύσικο μποτιλιάρισμα τις Δευτέρες και τις Τετάρτες, για να καταλάβει κανείς τον τζίρο της νέας αυτής υστερίας που λέγεται «Πρόληψη» και βεγγέρα στα Διαγνωστικά Κέντρα.

Ανάλογου μεγέθους μερίδιο διεκδικεί και ο τρόμος της μόλυνσης του περιβάλλοντος, μεταφραζόμενος σε πλειάδα επιχειρήσεων πάσης φύσεως «πράσινων» προϊόντων και τροφίμων.

Ο φόβος του εγκλήματος, δυσανάλογα μεγάλος σε σχέση με την πραγματικότητα επίσης τροφοδοτεί μια μεγάλη αγορά αντικλεπτικών και άλλων συσκευών, για σπίτια, αυτοκίνητα, φρουρές, περιπολίες, ακόμα και αποκλεισμό ολόκληρων περιοχών με κατοικίες.

Ο δε φόβος για τσουνάμι στη Ελλάδα προικοδότησε με αρκετά εκατομμύρια ευρώ, αν δεν απατώμαι, ομάδα στο Αστεροσκοπείο Αθηνών για εκπόνηση μελέτης σχετικά με τη δυνατότητα πρόβλεψή τους μετά από σεισμό.

Το κοινό σημείο όλων αυτών των «επιχειρηματιών του φόβου» είναι να μετατρέπουν τις αγωνίες μας για τη ζωή σε απτούς ΕΞΑΓΟΡΑΣΙΜΟΥΣ φόβους με τη βοήθεια του τάδε ή δείνα προϊόντος ή υπηρεσίας.

Από όλα αυτά γίνεται φανερό ότι ο Φόβος δεν συμβαίνει απλώς αυθορμήτως, αλλά κατασκευάζεται από τους εμπόρους του Φόβου οι οποίοι και επωφελούνται χειραγωγώντας την κοινωνία.

Η ΔΙΑΧΥΣΗ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ

Τα τελευταία χρόνια, η μυρωδιά ενός μεγάλου, αλλά αόριστου κινδύνου πλανιέται απ’ άκρου εις άκρον στην ατμόσφαιρα, στοιχειώνοντας το μυαλό και την ψυχή των ανθρώπων. Κανένας δεν τον βλέπει, όλοι όμως τον οσμίζονται, όλοι τον νοιώθουν να τους διαπερνά και να τους κυριεύει.

Με την αυγή του 21ου αιώνα, όλο και περισσότεροι κοινωνικοί χώροι της καθημερινής ζωής μολύνονται απ’ τον ιό του φόβου και χάνουν την αθωότητα και την ανεμελιά τους, δρασκελίζοντας το κατώφλι ενός άλλου σύμπαντος γκρίζου, αγχώδους, φοβικού και απειλητικού.

Το σώμα και κάθε του όργανο εκλαμβάνονται σαν ο πιθανός τόπος φωλιάσματος μιας τρομακτικής ασθένειας, όχι το κέλυφος που τροφοδοτεί τη ζωή, αλλά ο θύλακας που κάποια στιγμή θα μας ξαποστείλει. Ο έρωτας εκλαμβάνεται σαν μια εν δυνάμει απειλή, ο ήλιος το ίδιο, το νερό επίσης, η φύση στην ολότητά της δεν ξεφεύγει και αυτή. Τα τρόφιμα, τα φυσικά και τα επεξεργασμένα, δεν βιώνονται σαν γεύση, σαν απόλαυση του ουρανίσκου και των οφθαλμών, αλλά σαν ένας στρατός από Ε, υποψήφιους φονιάδες. Υπάρχει ακόμα ο φόβος του Άλλου, ο φόβος τρομοκρατικών επιθέσεων, ο φόβος για το Μέλλον, ο φόβος της μοναξιάς, ο φόβος του εγκλήματος, ο φόβος της μόλυνσης, ο φόβος του φόβου και άλλα πολλά.

Σύμμαχοι στη διόγκωση και συντήρηση των προαναφερθέντων φοβικών συνδρόμων είναι δίχως άλλο τα Μ.Μ.Ε. και οι κάθε λογής εξουσίες, όπως επιχειρήσεις, οργανισμοί υγείας, ακόμα και περιβαλλοντολογικά σωματεία οι οποίοι έχουν κάθε λόγω να διογκώνουν τους κινδύνους, καθ’ όσον απ’ αυτούς εξαρτάται και η επιβίωσή τους. Αρκεί να δείτε το χρόνο που αφιερώνουν, αλλά και τον στόμφο με τον οποίο παρουσιάζονται στα δελτία ειδήσεων περιθωριακές εγκληματικές δραστηριότητες ή άλλοι κίνδυνοι όπως περιβαλλοντικές καταστροφές ή επιδημίες δημιουργώντας έτσι την αίσθηση μιας μεγάλης επικείμενης και αναπόδραστης απειλής.

Η ΥΦΗ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ

Είναι γνωστός στους κοινωνιολόγους και ψυχολόγους ο τρόπος που δρα η δημιουργία κλίματος φόβου στις συμπεριφορές των ανθρώπων με το να καθίστανται όλο και περισσότερο πειθήνιοι, άβουλοι και χειραγωγήσιμοι. Το είχε πρώτος-πρώτος διατυπώσει ο Μακιαβέλι, (ο θεμελιωτής της πολιτικής φιλοσοφίας), θεωρώντας ότι έναν άρχοντα είναι καλύτερο να τον φοβούνται παρά να τον αγαπούν. Κι όμως τίποτε δεν θα συνέβαινε αν δεν υπήρχε και το αντίστοιχο ψυχολογικό υπόστρωμα ώστε όλη αυτή η διάχυτη κινδυνολογία να βρει έδαφος και να συντονιστεί με τον καθ’ ένα από μας χωριστά. Ο άνθρωπος σήμερα, νομίζω περισσότερο από ποτέ, μεταφράζει και μεταφέρει τις απάνθρωπες κοινωνικές δομές σε ατομικές προσωπικές λειτουργίες και δυσλειτουργίες. Η μετατόπιση από την βίωση του Φόβου σαν προερχόμενου από μια αισθητή, συγκεκριμένη και Υπαρκτή εξωτερική απειλή, συνδεδεμένη με μια συγκεκριμένη εμπειρία, σε κάτι αόριστο και διάχυτο, η ΕΣΩΤΕΡΙΚΕΥΣΗ δηλαδή, του φόβου σαν τέτοιου, νομίζω ότι αποτελεί τον κομβικό μετασχηματισμό στη νέα χιλιετία.



Το συγκεκριμένο αυτό είδος Φόβου, το οποίο εκλαμβάνεται σαν ατομική παθολογία και το ξεπέρασμά του, σαν δουλειά του ψυχοθεραπευτή, νομίζω ότι αποτελεί εκδήλωση μειωμένων κοινωνικών αντανακλαστικών, χαμηλής αυτοεκτίμησης και σημάδι παραίτησης στην αγκαλιά των εξουσιαστικών μηχανισμών χειραγώγησης. Ο άνθρωπος έρμαιο των μηχανισμών αυτών, αδυνατεί να ξεχωρίσει την πηγή της διασποράς και την αιτία ανάπτυξης των προαναφερθέντων φοβικών συνδρόμων.

Οι αιτίες δε αυτού του νέου είδους φόβου μπορούν εύκολα ν’ αναγνωριστούν στο διάχυτο αίσθημα ανημπόριας του κατακερματισμένου ατόμου απέναντι σε παντοδύναμους οργανισμούς τους οποίους θεωρεί (και γιαυτό παραιτείται) ότι δεν μπορεί να ελέγξει. Ακόμα και η πιο περιορισμένη άσκηση ατομικής επιλογής εμφανίζεται να αναχαιτίζεται από το σκληρό καθεστώς της αβεβαιότητας που βιώνει ο καθένας σε σχέση με τη μελλοντική του εξέλιξη.

Εδώ και 2000 χρόνια ο φόβος, το λογικό αυτό συναίσθημα προστασίας του ανθρώπου απέναντι στο άγνωστο, εκδηλωνόταν κάτω από συνθήκες ανεξήγητων και απρόβλεπτων αλλαγών όπως εκρήξεις ηφαιστείων, εκλείψεις του ήλιου, θάνατος, πείνα, πόλεμος, για να αναφέρουμε μερικές. Επίσης ο φόβος απέναντι σε μια απολυταρχική εξουσία ήταν απόλυτα νομιμοποιημένος, με την έννοια ότι εύκολα θα μπορούσε ο καθένας να πέσει θύμα των αυθαιρεσιών της. Ο φόβος, δηλαδή είχε μια άμεση σύνδεση με την εμπειρία, σε αντίθεση με σήμερα που αυτονομήθηκε και αποσυνδέθηκε από οποιοδήποτε αντικείμενο. Για παράδειγμα, ο φόβος της πείνας είναι τελείως διαφορετικός από τον φόβο που έχει κάποιος να μην χοντρύνει.

Οι κοινωνίες έχουν χάσει σήμερα την πίστη στον εαυτό τους και την ικανότητά τους να ελπίζουν στο μέλλον. Αντίθετα, κατακερματισμένες όπως είναι, σπάνια βιώνουν τον κίνδυνο σαν μια συλλογική απειλή, αλλά σαν ατομική ιδιωτική εμπειρία. Νοιώθουν αδύναμες, ευάλωτες και σε συνεχή διακινδύνευση. Δεν είναι τυχαίο ότι ο όρος «τρωτότητα» μιας κοινωνικής ομάδας εισήχθη στο λεξιλόγιο μόλις πρόσφατα, γύρω στο 1980 και έκτοτε ολοένα και περισσότερες ομάδες πληθυσμού εισέρχονται στην κατηγορία αυτή, παιδιά, άνεργες ή ανύπαντρες μητέρες, ηλικιωμένοι, ανάπηροι κ.ο.κ.

Πόσο άραγε μακριά, μπορεί να πάει μια κοινωνία δεμένη χειροπόδαρα κάτω από ένα μόνιμο καθεστώς απειλής; Τί πρωτοβουλίες μπορεί να πάρει όταν και για τη σκιά της ακόμα υπάρχει πρόγραμμα διαχείρισης ενδεχόμενου κινδύνου, (Risk Management);
Υ.Γ1. Περισσότερα θα βρείτε στην περιεκτικότατη ιστοσελίδα του Frank Furedi, Prof. of Sociology, Uni. of Kent
Y.Γ2. Ο πρώτος πίνακας είναι του Yahnin Oleg.

Τρίτη 4 Μαρτίου 2008

ΠΟΛΙΤΙΚΗ: μερικοί ορισμοί στην ξεπέτα


Από το αμέσως προηγούμενο άρθρο μου με τίτλο «Ατομική Καλυτέρευση / Κοινωνική Αλλαγή;», καθώς επίσης και από τα σχόλια που κάνατε και για τα οποία σας ευχαριστώ, νομίζω ότι έμειναν κάπως ξεκρέμαστα δυο κυρίως πράγματα: Πρώτον, το τί εστί Πολιτική και δεύτερον, το τί σημαίνει Καλυτέρευση γενικώς». Λέω «κάπως ξεκρέμαστα» διότι έδωσα έναν ορισμό της Πολιτικής, λίγο πολύ στο πόδι είναι αλήθεια, τον οποίον στη συνέχεια επεξέτεινα σε κάποιο σχόλιο, επίσης στο πόδι. Έλεγα λοιπόν στο κείμενο ότι Πολιτική είναι «Η συλλογική δράση με στόχο την αλλαγή ή βελτίωση των θεσμών» και στο σχόλιο ότι Πολιτική είναι κάτι σαν διαπραγμάτευση με διάφορους κοινωνικούς εταίρους.


Τέλος υπάρχει και ένα τρίτο θεωρητικό ζήτημα, αυτό της συνάρθρωσης του Ιδιωτικού με το Δημόσιο και το ρόλο της κοινωνίας των πολιτών, καθώς και ένα τέταρτο σχετικά με τη συνάρθρωση Ηθικής και Πολιτικής, αλλά θα τα αφήσω για το μέλλον, γιατί αλλιώς θα πάει μακριά η βαλίτσα.

Μιας και μου αρέσουν οι παστρικές δουλειές, αποφάσισα να συμβουλευτώ κάποιον πιο έγκυρο και κατατοπισμένο από μένα και συγκεκριμένα τον κ. Andrew Heywood καθηγητή πολιτικής επιστήμης στο Orpington College και συγγραφέα του ογκώδους βιβλίου «Εισαγωγή στην Πολιτική», εκδ. ΠΟΛΙΣ, 2006. Ολόκληρο το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου είναι αφιερωμένο στην εξέταση του «Τί είναι Πολιτική» και η ανάλυση καταλαμβάνει γύρω στις 26 σελίδες, πολλές για να τις αναπαράγω, επομένως θα τσιμπολογήσω ό,τι νομίζω ότι είναι πιο διαφωτιστικό.

Η πρώτη-πρώτη πρόταση αρχίζει με το ότι «η Πολιτική είναι συναρπαστική επειδή οι άνθρωποι διαφωνούν» για το πώς πρέπει να ζουν, για το ποιος πρέπει να παίρνει τις αποφάσεις, για το ποιος παίρνει τι, για το πώς πρέπει να διανέμεται η εξουσία, για το αν η κοινωνία πρέπει να βασίζεται στην σύγκρουση ή τη συνεργασία, για το πόσο επιρροή δικαιούται να έχει ένα άτομο, για το πώς πρέπει να επιλύονται ζητήματα διαφωνίας, και άλλα πολλά.

Πολιτική είναι η δραστηριότητα εκείνη μέσω της οποίας τα ανθρώπινα όντα προσπαθούν να βελτιώσουν τη ζωή τους και να δημιουργήσουν την αγαθή κοινωνία, (κατά Αριστοτέλη).

Η πολιτική είναι «συντονισμένη δράση» (κατά Hannah Arendt), διότι για να επηρεάσουν κάποιες μερίδες τους κανόνες του παιχνιδιού ή να εξασφαλίσουν την ισχύ τους πρέπει να ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΟΥΝ. Πολιτική είναι συνεπώς η διαδικασία διευθέτησης των συγκρούσεων σε μια κοινωνία με πολλές αντιτιθέμενες απόψεις, επιθυμίες και ανάγκες.

Ο ορισμός δε που προτείνει ο συγγραφέας για το τι είναι πολιτική είναι αρκετά ευρύς και αναφέρεται στον «ορισμό, τήρηση και τροποποίηση των γενικών κοινωνικών κανόνων. Αν συγκρίνεται τον δικό μου ορισμό με όσα ελέχθησαν μέχρις εδώ, πέφτω κάπου ανάμεσα στην Arendt και τον Heywood. Not bad για αρχάρια!!

Κατόπιν εξετάζονται και αναλύονται τέσσερις διαφορετικές απόψεις περί πολιτικής, τις οποίες θα παρουσιάσω μόνον επιγραμματικά, για να πάρουμε μια μυρωδιά μόνο, οι εξής:

Η πολιτική ως η τέχνη του κυβερνάν
Η πολιτική ως η ενασχόληση με τα κοινά
Η πολιτική ως συμβιβασμός και συναίνεση
Η πολιτική ως εξουσία και διανομή πόρων.

Σχετικά τώρα με το πεδίο εφαρμογής της πολιτικής γίνεται αρκετός λόγος. Η συμβατική άποψη θέλει την πολιτική στενά εννοούμενη να περικλείει θεσμούς και δρώντες που ενεργούν σε μια δημόσια σφαίρα ασχολούμενη με την συλλογική οργάνωση της κοινωνικής ζωής. Όταν όμως η πολιτική γίνεται κατανοητή με όρους εξουσιαστικά δομημένων σχέσεων, μπορεί να θεωρηθεί ότι επενεργεί εξ ίσου και στην ιδιωτική σφαίρα.


Ερωτήματα που θέτει ο συγγραφέας και τα οποία βρίσκω πολύ ενδιαφέροντα.
  • Αν η πολιτική είναι κοινωνική δραστηριότητα γιατί δεν είναι όλες οι κοινωνικές δραστηριότητες πολιτικές;

  • Είναι η πολιτική αναπόφευκτη; Θα μπορούσε να φτάσει σε κάποιο τέλος; (Αμάν αυτοί οι τελισμοί τέλος πάντων!)

  • Είναι δυνατόν να μελετήσει κανείς την πολιτική αντικειμενικά και χωρίς προκαταλήψεις;

Μέχρις εδώ ασχοληθήκαμε επί τροχάδην με την έννοια της πολιτικής. Το επόμενο θέμα που πρέπει να ξεκαθαρίσω είναι σχετικά με το τι εννοώ λέγοντας "καλυτέρευση της κοινωνικής ζωής". Φυσικά, για να είναι καλύτερη η συμβίωση με τους άλλους θα πρέπει να έχουν την πρέπουσα «κοινωνική συμπεριφορά» που να βασίζεται στην ατομική υπευθυνότητα και την αναγνώριση των ορίων της ελευθερίας και δράσης του καθενός από εμάς, όπως πολύ σωστά θίχτηκε στα σχόλια. Παρά ταύτα, καλυτέρευση της κοινωνίας για μένα σημαίνει άλλα πράγματα, όπως μείωση εισοδηματικών ανισοτήτων, δικαιότερη διανομή του πλούτου, εξασφάλιση εργασίας και κοινωνικών παροχών σε όλους, και άλλα πολλά που είναι γνωστά. Σύμφωνα λοιπόν με αυτόν τον ορισμό νομίζω ότι μια μόνο διέξοδος υπάρχει, αυτή της πολιτικής συλλογικής δράσης.

Δευτέρα 3 Μαρτίου 2008

Ατομική Καλυτέρευση / Κοινωνική Αλλαγή;


Είναι διαδεδομένη η πεποίθηση ότι οι ατομικές προσπάθειες «καλυτέρευσης» αποτελούν το κύριο όχημα «καλυτέρευσης» της κοινωνίας, πράγμα που είναι και το κοινό ζητούμενο. Αυτό που εξυπονοείται με την παραπάνω θέση, η οποία και αποτελεί το θεμέλιο για τη δικαιολόγηση της ιδιωτείας, είναι ότι αν σε μια κοινωνία αθροίσουμε όλες τις ατομικές καλυτερεύσεις, τότε αυτόματα θα επέλθει και η συνολική καλυτέρευση της κοινωνίας, μιας και φαντάζει αυτονόητο να θεωρήσουμε την κοινωνία σαν το απλό άθροισμα των ατόμων που την συγκροτούν.

Στο σημείο όμως αυτό θα ήθελα να παραθέσω κάποιες σκέψεις. Η πρώτη σκέψη / αντίρρηση έχει να κάνει με το κατά πόσον οι κοινωνίες είναι όντως το άθροισμα των μελών τους, ενώ η δεύτερη, με το τι ακριβώς εννοούμε «καλυτέρευση».

Σχετικά, με το πρώτο σημείο η άποψή μου είναι ότι οι κοινωνίες αποτελούν οντότητες πολύ διαφορετικές από το μέσο όρο των χαρακτηριστικών των ατόμων που τις απαρτίζουν. Και τούτο, διότι κάθε κοινωνία χαρακτηρίζεται από «ποιότητες» οι οποίες αναφέρονται στο συλλογικό και οι οποίες δεν θα ήταν δυνατόν ν’ ανθίσουν σε ατομικό επίπεδο. Πάρτε για παράδειγμα τη θρησκεία και τη γλώσσα. Τόσο ο ένας όσο και ο άλλος θεσμός δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν έξω και πριν από την κοινωνική συγκρότηση των ατόμων. Με το ίδιο σκεπτικό επίσης δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν και κοινωνικές αλλαγές, με επαναστατικό ή μη τρόπο, χωρίς συλλογική δράση, χωρίς δηλαδή το συντονισμό των προσπαθειών πολλών υποκειμένων προς ένα επιθυμητό σκοπό. Σκοπό όμως, ο οποίος άπαξ και επιτευχθεί θα πρέπει να αποκρυσταλλώνεται σε πολιτικούς θεσμούς. Η συλλογική δράση με στόχο την αλλαγή ή βελτίωση των θεσμών ονομάζεται Πολιτική.

Δηλαδή προϋποθέσεις για κοινωνική αλλαγή αποτελούν α) η συλλογική δράση και β) η αποτύπωση των αποτελεσμάτων της δράσης αυτής σε νέους θεσμούς οι οποίοι πλέον θα νομιμοποιούνται να ρυθμίζουν την κοινωνία από εδώ και πέρα με τρόπο σύμφωνο των σκοπών για τους οποίους συνεργάστηκαν, συντονίστηκαν και έδρασαν τα άτομα. Οι θεσμοί δεν αλλάζουν από μόνοι τους, χωρίς δηλαδή συλλογική δράση και συμμετοχή. Και αντίστροφα, αν η συλλογική δράση δεν πετύχει τους σκοπούς της, τότε δεν αλλάζουν και οι θεσμοί. Μιλάμε πάντα για ουσιαστικές δημοκρατίες.



Ας υποθέσουμε τώρα, ότι κάθε άτομο χωριστά επιδιώκει να «βελτιώσει» τον στενό ατομικό του πυρήνα σύμφωνα με τις δικές του επιθυμίες. Στην περίπτωση αυτή οι ατομικές δράσεις δεν έχουν καμία επίδραση επί των κοινωνικών θεσμών, για το λόγο ότι δεν υπάρχει συντονισμός και ο καθένας δρα μόνος του. Με τις ατομικές δράσεις αυτό που επιτυγχάνουν τα άτομα είναι να προσαρμόζονται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στο υπάρχον θεσμικό πλαίσιο και τον υπάρχοντα τρόπο λειτουργίας της κοινωνίας, πράγμα εντελώς θεμιτό για το ατομικό ευ ζην, αλλά χωρίς προοπτικές ουσιαστικής κοινωνικής αλλαγής, εάν υπάρχει ανάγκη.

Ακόμη και αν μου φέρετε σαν αντιπαράδειγμα τον ξεχωριστό άνθρωπο ο οποίος από μόνος του καταφέρνει να αλλάξει τον ρουν της ιστορίας, η γνώμη μου είναι, ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν αποτελούν παρά καταλύτες, ή ότι βρέθηκαν την κατάλληλη στιγμή στο σταυροδρόμι των μεγάλων αλλαγών, αλλαγές οι οποίες ήδη κυοφορούνταν επί μακρόν και οι οποίες θα ενσαρκώνονταν είτε έτσι είτε αλλιώς στο πρόσωπο του ενός ή του άλλου ξεχωριστού ανθρώπου, φορέα και διεκπεραιωτή των αλλαγών, αδιάφορα τίνος.

Αυτό που πρόκειται να υποστηρίξω εδώ ( και σας παρακαλώ να μη με δείρετε γι’ αυτό) είναι ότι το ατομικό καλό, όποιο και να είναι αυτό, δεν συναρτάται με το «κοινό καλό». Οι ατομικές συμπεριφορές δεν παράγουν κοινωνικές συμπεριφορές. Αλλιώς προσδιορίζονται τα άτομα και αλλιώς οι κοινωνίες. Το ατομικό καλό επιβάλλεται και αξιολογείται με όρους ΗΘΙΚΟΥΣ, ενώ το «κοινό καλό» με όρους ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ.


Έτσι, η καλυτέρευση ενός ατόμου εμπεριέχει ηθικές κατηγορίες, ενώ η καλυτέρευση μιας κοινωνίας πολιτικές. Δεν μιλάμε π.χ. για καλές ή κακές κοινωνίες, αλλά για ολοκληρωτικές ή δημοκρατικές κοινωνίες. Αλλά ακόμα κι αν χρησιμοποιούμε τους αξιολογικούς αυτούς όρους, αυτό που εννοούμε είναι ότι πρόκειται για κοινωνίες θεσμισμένες, δηλ. για κοινωνίες που έχουν εγκαθιδρύσει και λειτουργούν βάσει δίκαιων και σταθερών θεσμών, όπως δικαιϊκοί κανόνες, συντάγματα, κοινοβούλια κ.λ.π. Τόσο οι ολοκληρωτικές, όσο και οι δημοκρατικές, τόσο οι σοσιαλιστικές, όσο και οι καπιταλιστικές κοινωνίες αποτελούνται τόσο από καλούς όσο και από κακούς (με ηθικούς όρους) ανθρώπους στον ίδιο περίπου βαθμό. Έτσι λοιπόν πιστεύω, ότι ο βαθμός ηθικότητας ενός εκάστου είναι πολύ σημαντικός για την ιδιωτική του σφαίρα, αλλά δεν παίζει σπουδαίο ρόλο στην πολιτική σφαίρα. Πολλοί καλοί και φιλάνθρωποι χριστιανοί μπορεί να υποστηρίζουν την ακροδεξιά που κάθε άλλο παρά προάγει το κοινό καλό, ενώ πολλοί καλοί συνειδητοί πολίτες μπορεί να δέρνουν τις γυναίκες τους και από την άλλη μεριά να ξεσηκώνουν τις μάζες.

Για παράδειγμα, ας φανταστούμε έναν άνθρωπο ο όποίος επιδιώκει να είναι δίκαιος στις προσωπικές του σχέσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι συναινεί και για κοινωνική δικαιοσύνη, διότι είναι πολύ πιθανόν να υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων. Άλλο πράγμα η δικαιοσύνη στις προσωπικές σχέσεις και άλλο η συναίνεση για ένα κοινωνικά δίκαιο πολιτικό σύστημα το οποίο θα επαγγελόταν άλλου τύπου μοίρασμα του κοινωνικού πλούτου, με μεγαλύτερη λ.χ. φορολογία ή απαλλοτρίωση μεγάλης ιδιοκτησίας κ.λ.π. Πώς είστε βέβαιοι ότι θα συναινούσε; Μάλλον όχι.

Κοντολογίς, οι δύο σφαίρες, η προσωπική και η δημόσια λειτουργούν ξεχωριστά. Η Πολιτική δεν συναρτάται με την Ηθική. Η Ηθική αλλάζει πρωτίστως τα άτομα, η Πολιτική πρωτίστως τις κοινωνίες.



Και για να μη γίνει καμιά παρεξήγηση, εδώ δεν εξυποννοώ τη χριστιανική ή κάποιου άλλου είδους ηθική που εκπηγάζει από θρησκευτικά συστήματα, αλλά εννοώ οποιοδήποτε κανονιστικό σύστημα που εφαρμόζεται για να ρυθμίζει την ανθρώπινη συμπεριφορά και το οποίο σύστημα μπορεί να παράγεται από ένα σύνολο νομιμοποιητικών αρχών. Για παράδειγμα, η ιουδαίο-χριστιανική ηθική νομιμοποιείται με αποκαλυπτικό τρόπο από τον Μωσαϊκό Νόμο, ενώ το ηθικό σύστημα του Kant είναι βασισμένο στην κατηγορική προσταγή, δηλ. «πράττε με τέτοιο τρόπο, έτσι ώστε η πράξη σου να μπορεί να καταστεί καθολικός νόμος» και «να χρησιμοποιείς τον άλλον όχι σαν μέσο, αλλά σαν σκοπό».

Τα ηθικά συστήματα και οι εσωτερικευμένοι ηθικοί κανόνες συμπεριφοράς συμβάλλουν στη συνοχή των κοινωνιών με τον ίδιο τρόπο άλλωστε που λειτουργούν και οι νόμοι. Οι ηθικές αξίες της προσωπικής σφαίρας δεν ταυτίζονται με τις αξίες που βρίσκονται πίσω από τη θέσπιση των νόμων. Οι νόμοι, των νεωτερικών χρόνων βασίζονται σε αξίες όπως ισότητα, δικαιοσύνη, ελευθερία, διαφύλαξη της ατομικής αξιοπρέπειας, ιδιοκτησίας και ζωής. Αλτρουισμός, καλοσύνη, ευγένεια, κατανόηση, αλληλοβοήθεια κ.α. είναι αξίες που διατρέχουν τη προσωπική σφαίρα.

Σάββατο 1 Μαρτίου 2008

Η ΘΕΡΜΟΔΥΝΑΜΙΚΗ ΤΗΣ ΔΙΑΦΘΟΡΑΣ


Όσο πιο πολύ στέκομαι στο θέμα της διαφθοράς σ’ αυτήν εδώ τη χώρα, τόσο πιο πολύ πείθομαι ότι αποτελεί την πλέον θεμελιώδη παράμετρο σταθερότητας του συστήματος και της κοινωνίας.

Ένα σύστημα πολλών μεταβλητών, όπως είναι σίγουρα η κοινωνία, θα μπορούσε να θεωρηθεί σε θερμοδυναμική ισορροπία αν όλα του τα μεγέθη και οι συμπεριφορές ακολουθούσαν μια προβλέψιμη, χωρίς εκπλήξεις, ομαλή στατιστική κατανομή σύμφωνα με γνώριμους και καλά επεξεργασμένους κανόνες. Φαντάζομαι ότι μια καλώς κυβερνώμενη πολιτεία, θα είχε γνώριμες μόνο, και μικρές αποκλίσεις από κάποιες μέσες τιμές, τόσο στα οικονομικά της όσο και στις ατομικές συμπεριφορές των πολιτών της. Αντίθετα, μια πολιτεία με ανώμαλες κατανομές των μεγεθών στα οποία αναφέρθηκα προηγουμένως, με μεγάλες αποκλίσεις από τις μέσες τιμές και χωρίς μεγάλες πιθανότητες εξομάλυνσης σε κάποιο λογικό χρονικό διάστημα, θα περιμέναμε να μην επιβίωνε και να διαλυόταν στο χρόνο.

Παρά ταύτα είναι γνωστό ότι σε ορισμένα ανοιχτά και ακόμα πιο πολύπλοκα θερμοδυναμικά συστήματα, με ισχυρές αποκλίσεις τιμών σε κάποια χαρακτηριστικά μεγέθη τους, όπως π.χ. εισόδημα, αναπτύσσονται κάποιες δυνάμεις, γνωστές και ως θερμοδυναμικές δυνάμεις, οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν το σύστημα σε σταθερές καταστάσεις, εκτός όμως ισορροπίας. Τέτοια παραδείγματα είναι οι κυκλώνες, η λειτουργία του laser, αλλά και το φαινόμενο της ζωής.

Τώρα, πώς συνδέονται όλα αυτά με τη διαφθορά; Χωρίς να επιδιώκω ή να υπαινίσσομαι κάποιου είδους ερμηνείας των κοινωνικών φαινομένων βάσει φυσικών νόμων, και έχοντας πλήρη επίγνωση του επιχειρούμενου ατοπήματος, θα αποτολμήσω, ποιητική αδεία, τον ανόσιο παραλληλισμό της κοινωνίας σε καθεστώς πλήρους αποσύνθεσης και διαφθοράς με ένα εκτός ισορροπίας θερμοδυναμικό σύστημα, το οποίο φαίνεται να λειτουργεί μεν, ασταθώς και επικινδύνως, δε.

Πιστεύω λοιπόν ότι η κινητήριος δύναμη της τρέχουσας νεοελληνικής κοινωνίας και ο μοχλός σταθερότητάς της είναι η ύπαρξη μιας αρραγούς αλυσίδας διεφθαρμένων στρωμάτων, πεπλεγμένων σε μια συνεχώς τροφοδοτούμενη αλληλεξάρτηση, και ευρισκόμενων σε μια ασταθή κατάσταση ισορροπίας. Που σημαίνει ότι η αντοχή και η επιβίωση του ιδιότυπου αυτού καθεστώτος οφείλεται στη γενικευμένη εμπλοκή στην αλυσίδα αυτή όλο και περισσότερων σωμάτων/στρωμάτων με όλο και μεγαλύτερες αλληλεξαρτήσεις. Αν κάπου η αλυσίδα σπάσει και σταματήσει η εξαρτώμενη αλληλοτροφοδότηση, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος κατάρρευσης του συστήματος.

Ξεκινώντας από τα πλέον εκβιαστικά και νταβαντζίδικα κοινωνικά στρώματα, που ας υποθέσουμε χωρίς μεγάλο σφάλμα ότι είναι οι γιατροί, (φυσικά υπάρχουν και οι εξαιρέσεις όπως παντού, ας μη το κάνουμε θέμα λοιπόν), καθ’ όσον διαχειρίζονται ζωτικά συμφέροντα των πολιτών όπως η φυσική τους επιβίωση, βλέπουμε ότι η υφιστάμενη και ανυπέρβλητη (από τα φακελάκια) οικονομική ζημιά μεγάλης μερίδας συνανθρώπων μας, μεταβιβάζεται (trickling down) σε άλλες υπο-κείμενες και εξαρτώμενες κοινωνικές μερίδες.

Οι τρόποι μεταβίβασης προς τα κάτω της οικονομικής ζημιάς είναι με παρόμοιες τεχνικές. Είτε απαιτώντας παράνομα ζεστό χρήμα αν δουλεύουν σε ζωτικούς τομείς του Δημοσίου, όπως πολεοδομίες, εφορίες, υπουργείο συγκοινωνιών, κ.λ.π., είτε αισχροκερδώντας αν είναι έμποροι, είτε φοροδιαφεύγοντας ανοιχτά και ξεδιάντροπα αν είναι φροντιστές της Κατώτερης/Μέσης Εκπαίδευσης, υδραυλικοί, ηλεκτρολόγοι, βοθροκαθαριστές, ή άλλες συμπαθείς μερίδες εργαζομένων συμπολιτών μας που χρεώνουν κατά το δοκούν και μάλιστα χωρίς απόδειξη, είτε κάνοντας οτιδήποτε άλλο που δεν έχω αρκετή φαντασία να συλλάβω.

Έτσι, για μια ακόμα φορά το λαϊκό αισθητήριο, ενάντια στις θεωρίες των σοφών και ακαδημαϊκών δασκάλων βρήκε από μόνο του τη λύση στο πρόβλημα της ανισοκατανομής, εφαρμόζοντας σε παγκόσμιο επίπεδο μια πρωτότυπη διορθωτική μέθοδο, επονομαζόμενη και η μέθοδος του «ο κλέψας του κλέψαντος».

Νομίζω λοιπόν ότι έχει γίνει κατανοητό από όλους ότι η πάταξη της διαφθοράς ενέχει σοβαρούς κινδύνους για την επιβίωση της κοινωνίας και ημών των ιδίων.

ΖΗΤΩ ΛΟΙΠΟΝ Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΔΙΑΦΘΟΡΑ!