( .....Συνέχεια της Δεύτερης Μέρας)
Ο μεγάλος, πάλι, κάθεται σ' αναμμένα κάρβουνα. Δεν λέει τίποτα. Μα, όλο ανταριασμένος είναι. Με κοιτάει με νόημα, αλλά μιλιά δεν βγάζει. Δεν ξέρει τι να αποκάμει. Οσμίζεται τη βρώμα εδώ μέσα, αλλά υπάρχει πατέρας, σου λέει. Ας αναλάβει αυτός. Εμένα παιδί πράμα δεν μου πέφτει ακόμα λόγος. Ας το διάολο που βρήκα και γεννήθηκα!
Σκατά, και που υπάρχει πατέρας. Τι μ’ αυτό. Μόνο βάρος είναι εδώ μέσα. Ας ψοφήσει, ας τον πατήσει κάνα αυτοκίνητο να τελειώνουμε με δαύτονα μια κι έξω. Τι τόνε θέλουμε. Ακόμα και να φύγει και να πάει στις παστρικιές του, πάλι εδώ θα στριφογυρίζει, μπορεί όχι η κοιλιά του, αλλά όλο και την κουβέντα του θα έχουμε, όλο και κάποιος θα τον πιάνει στο στόμα του, όλο και θα μας ανακατώνει τα έντερα. Γιαυτό σου λέω, ας ψοφήσει καλύτερα, να γλιτώνουμε απ’ αυτόν μια για πάντα, να το πάρουμε απόφαση. Να κλείσει επί τέλους ο λογαριασμός. Θα τον κλάψουμε μια, δυο βδομάδες. Όχι παραπάνω. Άντε κάντο μπόλικο και βάλε τρεις. Μετά θα τον ξεχάσουμε και θα ησυχάσουμε.
Και θα έχω το ταξί ολόδικό μου. Φαντάσου, τη Φροσάρα! Δεν θα το δώσω ούτε στον μεγάλο. Το ξέρω που το χαλβαδιάζει. Νομίζει ότι μια μέρα θα πάρει το μισό μερίδιο και θα κάνει αυτός κουμάντο. Αμ δε. Να πάει να βρει άλλη δουλειά. Όχι να κάθεται ο μπάσταρδος όλη μέρα μες τα πόδια μας και να περιμένει σαν την ύαινα να ορμήξει και να κατασπαράξει απ’ τα έτοιμα. Κοπρίτης του κερατά, ανεπρόκοπος κιαυτός σαν τον πατέρα του. Σόι πάει το βασίλειο, παιδί μου. Ούτε το σχολείο δεν μπόρεσε να τελειώσει. Ήταν πολύ έξυπνος γι αυτό, ο Αινστάιν μου! Εγώ μάνα, έλεγε, είμαι για μεγάλα πράγματα. Δεν τις αντέχω τις βλακείες, και τους ηλίθιους. Θα κάνω τούτο θα κάνω τ’ άλλο, μη με φοβάσαι εμένα. Θάβομαι σαυτά τα κωλοχανεία τα σχολεία. Θα βγάλω λεφτά. Θα δεις.
Μ' έπνιξε στη μπαρούφα όλα αυτά τα χρόνια και κοίτα τον ακόμα μες τα πόδια μου μπλέκεται. Είναι τώρα τρία χρόνια που δεν κάνει τίποτε, παρά μόνο καμιά δουλειά του ποδαριού όταν παρασφίξουνε οι κώλοι. Κάθεται κοιτώντας το ταβάνι και κάνει σχέδια λέει για τις μεγάλες δουλειές. Κατά τα άλλα, ξεκουμπίζεται τ’ απογεύματα στις καφετέριες, είναι και μια ψόφια που τον τριγυρνάει. Το μαλακισμένο, δεν βλέπει με ποιον έχει μπλέξει. Ανόητα γυναικάρια. Θα τον φορτωθείς μωρή και μετά θα τον ταΐζεις μια ζωή. Κι αυτός ακόμα θα σου πιπιλίζει το μυαλό για τα σχέδια και τις μεγάλες δουλειές που θα κάνει. Και θα τρέχεις να ξεπληρώνεις τα χρέη του. Και δεν θα μπορείς να τον ξεφορτωθείς τον μορφονιό τον γιό μου, γιατί θα σούχει σπείρει και κάνα δυο μούλικα και κανένα άλλο σίγουρα στην κοιλιά. Και θάρχεσαι μετά σε μένα να μυξοκλαίς και να ζητάς κάνα γάλα τουλάχιστον για το παιδί. Έτσι θα λες. Και θα με βρίζεις κι από πάνω που θα σε διώχνω. Βρε, άκου θράσος. Τα κάνετε όπως τα κάνετε, βουτάτε το κεφάλι σας μες τα σκατά, και μετά τρέχετε δεξιά κι αριστερά για βοήθεια και όταν βρίσκετε τις πόρτες κλειστές, βρίζετε κι από πάνω, σαν να φταίνε όλοι οι άλλοι για την κατάντια σας. Άκου να δεις απαιτήσεις που έχουν τα μπάσταρδα!.
Δεν πας να φας το κεφάλι σου κορίτσι μου! Εμένα με συμφέρει. Κουβέντα δεν θα σου πω. Από το να φάει το δικό μου, καλύτερα να φάει μιας αλληνής. Σιγά μην τρέξω να σου ανοίξω τα μάτια και να σε σώσω. Όπως έστρωσες ας κοιμηθείς. Ας πρόσεχες κορίτσι μου. Εγώ το ταξί δεν το δίνω σε κανέναν, αν νομίζετε ότι θα πέσει στο κεφάλι σας σαν το μάννα και θα σας ξελασπώσει. Κλείστε μόνο τα καπάνια σας, μπας και χάψτε καμιά μύγα αντίς γι' άλλα.
Το ταξί θα το κρατήσω εγώ. Εγώ έχω τα χαρτιά. Έχω και δίπλωμα. Θα πάρω και το επαγγελματικό, θα μάθω κι από μηχανές. Δεν τα λέω αυτά στα κουτουρού. Μπορώ να το δουλέψω και μόνη μου. Δεν με ξέρετε καλά εμένα. Καλά πόσες ταξιτζούδες βλέπω πάνω-κάτω στους δρόμους, δεν λέγεται. Όλες περιποιημένες, με το μαλλί βαμμένο στην τρίχα, θαρρείς πως μόλις βγήκανε απ’ το κομμωτήριο, και το ταξί καθαρό και περιποιημένο σαν την κούκλα. Κυρίες! Κανείς δεν τολμάει να τους πει κουβέντα. Τις σέβονται τις γυναίκες στο τιμόνι. Σκληρή δουλειά, για. Εγώ, πάντως, τους βγάζω το καπέλο.
Θα οργώνω πάνω-κάτω την Αθήνα, κόσμος θα μπαίνει κόσμος θα βγαίνει, θα βάζω και στο ράδιο τα λαϊκά κι αν τυχαίνει και κάνας πελάτης μερακλής, μπορεί να λέμε παρέα και από καμιά στροφή. Όλο και καμιά κουβέντα θα πιάνουμε, όλο και κάποιος πικραμένος θα ναι που θα θέλει να ξεφορτωθεί τον πόνο του. Ελάτε, βρε, στη Φροσάρα. Ανοίξτε την καρδιά σας και πέστε τα όλα να ξαραχνιάσετε τις γωνιές της ψυχής σας, να ξελαμπικάρει το μέσα σας, να δείτε τη ζωή αλλιώς! Όλοι μια παρέα είμαστε, δεν το καταλαβαίνετε βρε κωθώνια και ξεσκίζεστε αναμεταξύ σας και χαλάτε τις καρδιές σας για σαχλαμάρες. Ένα μεγάλο ταξί είναι ο κόσμος μας. Εκεί μέσα, όλοι μαζί βρεθήκαμε τσουβαλιασμένοι και πάμε, ανάθεμά μας αν ξέρουμε και που πάμε. Όλοι νομίζουν, ο καθένας νομίζει ότι πάει και κάπου αλλού, ξέχωρα απ’ τον άλλον. Μπούρδες. Όλοι στον ίδιο διάολο πάμε.
Ας το καλό, πάλι παρασύρθηκα και πέταξα. Εγώ θα το κάνω μια μέρα αυτό. Να το δεις. Θα γίνω το πρώτο ταξί της Αθήνας. Γιατί έχω καρδιά εγώ, που όσο και να με πριόνισαν όλοι αυτοί οι αναθεματισμένοι, εγώ κάθομαι τα βράδια και την μαντάρω, τη φέρνω πάλι στα συγκαλά της. Πώς τα καταφέρνω! Α!
Με τη «Σεχραζάτ»!




















