Τρίτη 15 Ιουνίου 2010

Η Δυσκολία του να είσαι Αριστερός


Η ελληνική αριστερά πρέπει να έχει αξιοθαύμαστες ικανότητες. Οι άνθρωποί της δηλαδή.


Θυμάστε, λίγο πριν από το Πάσχα που σάς ρώταγα να μου πείτε πόσες ακριβώς είναι οι συνιστώσες του Σύριζα; Θα θυμάστε επίσης πως λίγοι ήταν αυτοί που απάντησαν σωστά χωρίς να κάνουν την πονηριά και να καταφύγουν στα σκονάκια της Wikipedia και της ιστοσελίδας του κόμματος. Δυο και κάτι μήνες πριν, οι συνιστώσες είχαν βρεθεί 11.


Άσχετο αν στο ενδιάμεσο, δυο απ’ αυτές διασπάστηκαν και ο συνολικός αριθμός τους ανέβηκε στο 13. Όπως και ο πληθωρισμός. Πέντε δραχμές το γιαούρτι το πρωί, 10 το μεσημέρι, 15 το βράδυ. 11 συνιστώσες ο Σύριζα το πρωί, 13 το μεσημέρι κι έχουμε και λέμε ίσαμε να ‘ρθει το βραδάκι.


Επειδή αν έκανα το ίδιο κουίζ για την Ανταρσύα, πάλι θα κάνατε τους έξυπνους και θα τρέχατε για σκονάκια στα γνωστά σημεία, αυτή τη φορά είπα να το κάνω μόνη μου. Έτσι από την επίσημη ιστοσελίδα του κόμματος, οι αναγραφόμενες μέχρι πριν από λίγα λεπτά, συνιστώσες ανέρχονταν στις 10. Βέβαια για του λόγου το αληθές, θα περιμένω το δελτίο διασπάσεων των κομμάτων που ανανεώνεται ανά ημίωρο, ώστε να μην γράψω κάτι λάθος και εκτεθώ.


Αν λάβουμε υπ’ όψιν μας και τις τάσεις εντός του ΣΥΝ, που άντε να τις πούμε, βαριά, βαριά ότι είναι πέντε, τότε οι διάφορες συνιστώσες-τάσεις στο χώρο της αριστεράς, αυτής που τέλος πάντων φαίνεται, είναι 28. Γιατί υπάρχουν κι άλλες τόσες παρά όξω που δεν φαίνονται με την πρώτη.


Άντε να προσθέσουμε και το ΚΚΕ, που παραμένει αρραγές, συμπαγές, ενιαίο και γρανιτένιο, οπότε η σούμα μάς κάνει: 29.


Έτσι λοιπόν σκέφτομαι ότι για να υπάρχουν όλες αυτές οι διαφορετικές συνιστώσες, θα πει ότι η κάθε μια παρουσιάζει σημαντικές διαφορές από την άλλη. Αλλιώς τι στο καλό; Γιατί να ξεχωρίζουν και να ταλαιπωρούνται; Αυτό όμως τι πρακτικά σημαίνει;


Ότι το μέλος κάθε μιας από τις 29 συνιστώσες, τάσεις, κόμμα, θα πρέπει να γνωρίζει και να θυμάται τι είναι αυτό ή αυτά που την κάνουν να διαφέρει από τις υπόλοιπες 28. Αυτό ήδη συνιστά ένα πολύ μεγάλο όγκο πληροφορίας που κάθε αριστερός θα πρέπει να κουβαλάει μέρα νύχτα στο κεφάλι του.


Αλλά το πιο οδυνηρό δεν είναι αυτό. Είναι, όταν κάποιος, ο οποίος δεν έτυχε μέχρι τώρα να ενταχθεί στην αριστερά, να θελήσει σώνει και καλά να το κάνει από δω και πέρα. Για να κάνει λοιπόν σωστά τη δουλειά και να επιλέξει τη συνιστώσα-τάση-κόμμα που του ταιριάζει, θα πρέπει να γνωρίζει, όχι μόνο τι αντιπροσωπεύει η κάθε μια από αυτές, αλλά και τι τις χωρίζει από τις υπόλοιπες, ώστε να έχει ακόμα πιο σφαιρική άποψη. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι θα πρέπει ν’ απομνημονεύσει όλα τα sets με τις διαφορές ανάμεσα σε δυο τυχαίες συνιστώσες, τάσεις και κόμμα. Δηλαδή, θα πρέπει να ξέρει απ’ έξω κι ανακατωτά στο τι διαφέρει η Κ συνιστώσα από την Χ, ή η Δ τάση από την Π συνιστώσα. Δύσκολη στ’ αλήθεια δουλειά, γιατί ο αριθμός των διαφορετικών sets δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητος, μιας και ισούται με 406.


Αν πούμε, με μια πολύ μετριοπαθή εκτίμηση ότι κάθε set διαφορών καταλαμβάνει τουλάχιστον μια σελίδα βιβλίου, τότε, όπως αντιλαμβάνεστε, κάθε αριστερός της ελληνικής αριστεράς θα πρέπει ανά πάσα στιγμή να ψάχνει και ν’ ανακαλεί το περιεχόμενο 406 τουλάχιστον σελίδων!

Γιαυτό και έγραψα στην αρχή-αρχή ότι είναι μέγα κατόρθωμα να είσαι σήμερα αριστερός!


Κυριακή 13 Ιουνίου 2010

Οι Αιτίες Κατάρρευσης των Ταμείων


Αν κάποιος βγει μια βόλτα στο δρόμο και ρωτήσει έτσι στην τύχη γιατί μακελεύουν τις συντάξεις, τη μία και μοναδική απάντηση, που θα πάρει, θα είναι ότι τα λεφτά των Ταμείων απλά φαγώθηκαν. Μέχρις εδώ καλά. Αν όμως προχωρήσει λίγο παρακάτω και ρωτήσει ποιοι τα φάγανε τα λεφτά, εκεί οι απαντήσεις διίστανται.


Α. ΕΚΔΟΧΗ

Οι πιο πολλοί θα κοιτάξουν πάλι γύρω τους και θ’ αρχίσουν να απαριθμούν περιπτώσεις γειτόνων, συγγενών, γνωστών και φίλων που είτε βγήκανε στη σύνταξη νωρίς για τον άλφα ή βήτα λόγω, είτε εκμεταλλεύτηκαν τρύπες του νόμου για να εισπράξουν συντάξεις που δεν τις δικαιούνταν. Θα θυμηθούν, για παράδειγμα, τη γυναίκα που βγήκε στα 50 με ανήλικο παιδί, θα θυμηθούν το μπατζανάκη που βγήκε κι εγώ δεν ξέρω στα πόσα, λόγω αναπηρίας, θα θυμηθούνε την Μαρίκα που έφυγε απ’ τον ΟΤΕ με εθελούσια, ή από την Αττικής, πάλι με εθελούσια στα σαρανταφεύγα, θα φέρουν στη μνήμη τον τάδε στρατιωτικό, μια χαρά τζόβενο στα σαραντακάτι του, που είναι τώρα κι αυτός στη σύνταξη και κάνει βάρδια τα πρωινά σε ταξί, κ.ο.κ


Και οι περιπτώσεις αρχίζουν να σωρεύονται μες’ το μυαλό και να το πνίγουν. Αν κατορθώσει όμως να διατηρήσει για λίγο την ψυχραιμία του, θα διαπιστώσει ότι οι περισσότερες απ’ αυτές που ανακάλεσε, δεν ήταν περιπτώσεις απατεωνιάς, αλλά χρήσεις καθ’ όλα νόμιμων δικαιωμάτων πρόωρης συνταξιοδότησης. Δικαιωμάτων, που είτε είχαν σαν στόχο την ελάφρυνση ορισμένων κατηγοριών εργαζομένων, είτε την ελάφρυνση των ίδιων των κρατικών υπηρεσιών από πλεονάζον προσωπικό.


Γίνεται λοιπόν φανερό, ότι αυτό που ενοχλεί δεν είναι η κατάχρηση, αλλά αυτό το ίδιο το κοινωνικό δικαίωμα, το περιεχόμενο του οποίου, μέσα σε μια περίοδο μερικών δεκαετιών έχει πλέον απολέσει αρκετές από τις πρότερες ποιότητές του, ώστε κάτι που παλιότερα αναγνωριζόταν σαν τέτοιο, σήμερα να προσλαμβάνεται σαν κατάχρηση, ανευθυνότητα και αντικοινωνική συμπεριφορά.


Και εδώ νομίζω ότι είναι το ζουμί της όλης ιστορίας, η μετάλλαξη δηλαδή, και το ξέφτισμα των αισθημάτων αλληλεγγύης της κοινωνίας, που αποτελούν και τη μαγιά για να «πιάσουν» οι κοινωνικές πολιτικές. Η αναγκαιότητα ύπαρξης κοινωνικού κράτους, κατεδαφίζεται μεν στην πράξη, από την άλλη όμως έχει ουσιαστικά κατεδαφιστεί και στη συνείδηση αρκετών, παρά τα περί αντιθέτου λεγόμενα. Διότι ναι μεν κοινωνικές πολιτικές συνεχίζουν να υφίστανται, υφίστανται όμως με διαφορετικό πρόσωπο, όπου το κράτος αντί να παρέχει και να αναγνωρίζει δικαιώματα, παρέχει κατά το δοκούν φιλευσπλαχνία, την οποία μπορεί και να αίρει χωρίς να λογοδοτεί και να δεσμεύεται. Εύγλωττο παράδειγμα των διαχωριστικών γραμμών μεταξύ δικαιώματος και φιλευσπλαχνίας αποτελούν 1) η πρόσφατη άρση της καταβολής της δεύτερης δόσης του επιδόματος αλληλεγγύης στις αδύναμες ομάδες, αυτοστιγμεί και παραχρήμα, χωρίς δεύτερη κουβέντα δηλαδή και 2) η μετατροπή της 13ης και 14ης σύνταξης και μισθού σε επιδόματα, τα οποία και, σύμφωνα με το προηγούμενο παράδειγμα, καθόλου δεν αποκλείεται να έχουν την ίδια με αυτό τύχη.


Μιας και σήμερα, περισσότερο από ποτέ, αυτά τα δυο συγχέονται, τεχνηέντως και σκοπίμως θα πρόσθετα, μια ανοιχτή συζήτηση περί της φύσεως του κοινωνικού κράτους θα ήταν παραπάνω από απαραίτητη. Δύσκολοι καιροί για κάτι τέτοιο, μιας και η κοινωνία σαν τέτοια δεν ήταν ποτέ της σε χειρότερες στιγμές.


Β. ΕΚΔΟΧΗ

Ας πάμε τώρα και στην άλλη, τη μικρότερη πληθυσμιακή κατηγορία, η οποία στην ερώτηση ποιοι τα φάγανε τα λεφτά των Ταμείων, θα απαντούσε ότι τα λεφτά φαγώθηκαν «αλλιώς». Σ’ αυτό λοιπόν το «αλλιώς» προτίθεμαι να αφιερώσω κάποιες παραπάνω γραμμές, παρουσιάζοντας την πονεμένη ιστορία των Ταμείων ήτις ξεκινάει ήδη από το 1950.


Κατ’ αρχήν, οι παράγοντες που θεωρητικώς επηρεάζουν την υγεία των ασφαλιστικών ταμείων, κατά σειρά παρουσίασης και όχι σπουδαιότητας, είναι οι ακόλουθοι:

  1. Οι εθελούσιες έξοδοι,
  2. Το δημογραφικό,
  3. Η αύξηση της ανεργίας,
  4. Η εισφοροδιαφυγή και οι ανείσπρακτες εισφορές από

4α) ανασφάλιστη εργασία και

4β) διαγραφές και ευνοϊκές ρυθμίσεις οφειλών,

  1. H μη απόδοση οφειλών από το κράτος
  2. O τζόγος.


Προς το παρόν και πριν αρχίσουμε την εξιστόρηση, ας αφήσουμε στην άκρη τις εθελούσιες εξόδους και το δημογραφικό, παράγοντες, προφανώς, πέραν της βούλησης των εργαζομένων.


Με την επιβάρυνση των ταμείων λόγων των εθελουσίων εξόδων δεν πρόκειται ν’ ασχοληθώ στο παρόν σημείωμα, λόγω έλλειψης στοιχείων, αλλά και διάθεσης να ψάξω περαιτέρω.


Για το δημογραφικό έχω υπ’ όψιν μου τα εξής δεδομένα.

Πρώτα την έκθεση της ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, η οποία δια στόματος Ρομπόλη αποφαίνεται (2007), ότι το δημογραφικό δεν θα αποτελέσει πρόβλημα, παρά σε 20 από τώρα χρόνια. (Περιοδικό Αντί, Οκτώβρης 2007).


Και δεύτερον, τη δημοσίευση του Θ. Μαριόλη με τίτλο «Το Υποτιθέμενο και το Πραγματικό Πρόβλημα του Ασφαλιστικού Συστήματος» που αναρτήσαμε εδώ, στην οποία η κρίση των Ταμείων περιγράφεται κατά κύριο λόγο ως κρίση ταμειακή, λόγω εισφοροδιαφυγής και ανασφάλιστης εργασίας, μιας και η αναλογία ανέργων και συνταξιούχων ανά εργαζόμενο, της τάξης του 0.63, είναι αφενός, αισθητά μικρότερη από το 2, που αποτελεί και το όριο κατάρρευσης του ασφαλιστικού, και, αφετέρου, απολύτως αντίστοιχη με αυτήν που ισχύει σε άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες (π.χ. Γερμανία, Ισπανία, Φινλανδία, όπου κυμαίνεται ανάμεσα στο 0.57 και το 0.67).


Επιπλέον, λόγω της διαφαινόμενης οικονομικής επιβράδυνσης εξ αιτίας των νέων μέτρων, είναι περισσότερο από σίγουρο ότι το προσδόκιμο ζωής των ελλήνων είτε θα μειωθεί κάτω από τα σημερινά επίπεδα, είτε θα υπάρξει επιβράδυνση του ρυθμού αύξησής του, παράγοντες οι οποίοι αναμένεται να μεγαλώσουν κι άλλο το λόγο εργαζομένων προς συνταξιούχους, υπό την προϋπόθεση ότι ο αριθμητής θα παραμείνει σταθερός. Το ότι δεν θα παραμείνει, αλλά θα μειωθεί, όπως καταλαβαίνετε είναι ένα ζήτημα που δεν μπορεί να χρεωθεί στο δημογραφικό.


Η αύξηση της ανεργίας, αναμένεται να επιδεινώσει την κατάσταση των Ταμείων, αλλά δεν μπορούμε να χρεώσουμε κι αυτό στους εργαζόμενους. Το αντίθετο μάλιστα.


Ας πάμε τώρα στους υπόλοιπους, 4 έως 6, παράγοντες που αποτελούν και την καρδιά του προβλήματος.

Τα Ταμεία χάνουν πολλά χρήματα από την αδήλωτη και εντελώς ανασφάλιστη εργασία, την οποία ο Σ. Ρομπόλης υπολογίζει στο 25% των εργαζομένων, δλδ, σε 1,100,000 εργαζόμενους. Σχετικά με τη μερικώς ασφαλισμένη εργασία, τα στοιχεία δείχνουν ότι ένας έλληνας που απασχολείται για 25 ημέρες ασφαλίζεται κατά μέσο όρο για 17 μέρες, ενώ ένας αλλοδαπός, για 14. Σύμφωνα με το Υπ. Εργασίας (11/1/2010) η εισφοροδιαφυγή αγγίζει το 30%, όταν στην ΕΕ κυμαίνεται μεταξύ 5-10%. Ανέρχεται δε σε 8 δις ευρώ το χρόνο, και οι ανείσπρακτες εισφορές σε άλλο τόσο (7,5 δις ευρώ), την ώρα που το οργανικό έλλειμμα του ΙΚΑ βρίσκεται στα 1,200 δις, που αντιστοιχεί στο 1/13 των οφειλών προς αυτό.


Η αδήλωτη και ανασφάλιστη εργασία αποτελούν τον ένα πόλο της εισφοροδιαφυγής. Ο άλλος, είναι οι διαγραφές χρεών οφειλετών προς τα Ταμεία και οι πολύ ευνοϊκές ρυθμίσεις για μεγάλου ύψους οφειλόμενες εισφορές. Σύμφωνα με τον πρόεδρο των εργαζομένων του ΙΚΑ για το 2007, η εισφοροδιαφυγή ξεπερνούσε τα 2 δις ευρώ, με τον ένα στους 6 εργαζόμενους να είναι ανασφάλιστοι και με τη μία στις 7 επιχειρήσεις να μην γνωρίζουν κατά πού πέφτει το ΙΚΑ. Μόνο από τα χρέη των τραπεζών στα πέντε ταμεία των τραπεζοϋπαλλήλων που εντάχθηκαν πρόσφατα στο ΙΚΑ, το ταμείο επιβαρύνθηκε με 405,6 εκατ. ευρώ. Οι οφειλές 263 φαρμακευτικών εταιρειών μόνο για την τελευταία 4ετία ανέρχονται σε 350 εκατομμύρια ευρώ. Συνολικά 39.000 επιχειρήσεις (το 18% του συνόλου) που δήλωσαν ότι απασχολούν προσωπικό το 2009, δεν πλήρωσαν καθόλου εισφορές. Από αυτές, 850 χρωστούν διαπιστωμένα από το ίδιο ΙΚΑ, πάνω από 500.000 ευρώ η κάθε μία. Κι όλα αυτά λόγω της ηθελημένης ή μη αδυναμίας ελέγχου, με τα 13 ειδικά ελεγκτικά κέντρα να μην λειτουργούν ή να υπολειτουργούν.


Αν τα στοιχεία περί εισφοροδιαφυγής που έδωσε ο ΥΠΟΙΚ για το 2010, (8 δις), και ο πρόεδρος των εργαζομένων του ΙΚΑ για το 2007, (2 δις), είναι σωστά, παρατηρούμε στην τριετία μια ιλιγγιώδη αύξηση, της τάξης των 300%. Παρά ταύτα ανείσπρακτες εισφορές είναι αρκετά δύσκολο να υπολογιστούν με ακρίβεια, οπότε καλό είναι να διατηρούμε μερικές επιφυλάξεις. Για παράδειγμα σε κάποιο άλλο άρθρο, ο Ρομπόλης τις ανεβάζει για το έτος 2007 στα περίπου 4 δις. Κατά κανόνα δε το κράτος από το 1955 κατορθώνει και εισπράττει μόνο το 10-12% των οφειλών.


Ας δούμε τώρα και ποια είναι η στάση του κράτους απέναντι στα Ταμεία. Όχι μόνο σήμερα, αλλά διαχρονικά. Ας είναι καλά ο Γ. Δραγασάκης ο οποίος σε άρθρο του στην ΑΥΓΗ της 6/5/2007 κάθισε και υπολόγισε την αφαίμαξη της περιουσίας τους από το 1950 και εντεύθεν, μέχρι το 2006.


Χοντρικά, διακρίνει 3 φάσεις.

α) τη φάση της παθητικής διαχείρισης από το 1951-1993, την οποία και ονομάζει τη φάση της μεγάλης κλοπής,

β) τη φάση από το 1994-2004, την οποία ονομάζει φάση του ενεργητικού τζόγου και

γ) την τελευταία φάση των δομημένων ομολόγων και του τζόγου.


Αναλυτικά:

η φάση α) χαρακτηρίζεται από αρνητικές αποδόσεις, εξανέμιση των όποιων πλεονασμάτων, και αφαίμαξη μεγάλου μέρους των εισφορών των εργαζομένων. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι, όπως επέβαλε ο αναγκαστικός νόμος 1611/1950, τα διαθέσιμα των ταμείων κατετίθεντο υποχρεωτικά στην Τράπεζα της Ελλάδος στην οποία τοκίζονταν με ένα επιτόκιο που καθοριζόταν από τη Νομισματική Επιτροπή. Μέχρι και το 1993, η αναφερόμενη στον πίνακα "απόδοση" δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας επενδυτικής ή άλλης ενεργητικής διαχείρισης, αλλά ταυτίζεται με το εκάστοτε διοικητικά οριζόμενο επιτόκιο. Για το μεγαλύτερο μέρος αυτής της περιόδου το επιτόκιο αυτό οριζόταν σε επίπεδα χαμηλότερα από το τρέχον επιτόκιο ταμιευτηρίου καθώς και από τον πληθωρισμό, με αποτέλεσμα την αρνητική απόδοση και τη μείωση της πραγματικής αξίας των καταθέσεων.


Ενδεικτικό είναι ότι τα τελευταία χρόνια της δικτατορίας το επιτόκιο έμεινε στο 4%, ενώ ο πληθωρισμός εκτινάχθηκε στο 15,5% το 1973 και στο 26,8% το 1974. Μόνο στα δύο αυτά έτη τα πλεονάσματα των ταμείων έχασαν το 1/3 της αξίας τους. Η αφαίμαξη όμως συνεχίστηκε για όλη την περίοδο με ελάχιστες εξαιρέσεις τόσο επί κυβερνήσεων Ν.Δ. όσο και επί κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ.


Το πιο σκανδαλώδες είναι ότι, ενώ την περίοδο αυτή οι δανειακές ανάγκες του κράτους αυξάνονταν, δεν επετράπη στα ταμεία να επενδύουν τα διαθέσιμά τους σε τίτλους του δημοσίου. Έτσι, πέραν της απώλειας λόγω του πληθωρισμού και των χαμηλών επιτοκίων, τα ταμεία είχαν μεγάλα διαφυγόντα κέρδη λόγω της μη επένδυσής τους σε ομόλογα του Δημοσίου, τα οποία, μάλιστα, τότε είχαν πολύ υψηλά επιτόκια.


Η φάση β) χαρακτηρίζεται από μια πρώτη προσπάθεια ενεργητικής διαχείρισης της περιουσίας των ταμείων. Ήδη, με τους νόμους που είχαν ψηφιστεί επί Ν.Δ. (ν. 2042/92) είχε επιτραπεί στα ταμεία να επενδύουν μέχρι 20% των διαθεσίμων τους σε μετοχές και ακίνητα, ενώ για τους τίτλους του δημοσίου δεν υπήρχαν περιορισμοί. Αυτή όμως η προσπάθεια επιχειρείται χωρίς σαφή στρατηγική και χωρίς τις θεσμικές και άλλες υποδομές που μια τέτοια πολιτική προϋποθέτει για να είναι ασφαλής και αποδοτική για τα ταμεία.


Το καθεστώς των κομματικών διοικήσεων διατηρείται, τα ταμεία μένουν ανοργάνωτα, ακόμη και χωρίς ισολογισμούς, ενώ το σύστημα υποστήριξης των ταμείων, όπως και εκείνο της εποπτείας τους παραμένει διάτρητο, η αναγκαία κατάρτιση εξειδικευμένων στελεχών δεν υλοποιείται.


Σα να μην έφτανε αυτό, την ώρα που η χρηματιστηριακή φούσκα ωρίμαζε και πολλοί θεσμικοί παράγοντες, όπως η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ανησυχούσαν, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ επιλέγει εκείνη ακριβώς τη στιγμή για να αυξήσει το όριο επενδύσεων σε μετοχές από 20% στο 23% (ν.2676/99), ενώ επιτρέπει με ευκολία την υπέρβαση και του ορίου αυτού. Η "ενεργητική διαχείριση", δηλαδή, προσδέθηκε σε μια λογική "τζόγου" και η χειραγώγηση από την κυβέρνηση συμπληρώνεται πλέον από μια νέα χειραγώγηση από τις αγορές.


Μέρος των πλεονασμάτων των ταμείων αξιοποιήθηκε για την "τόνωση της κεφαλαιαγοράς" και για τη διευκόλυνση των ιδιωτικοποιήσεων. Αυτός ο δίδυμος στόχος συνοψίζει την πολιτική των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ εκείνης της περιόδου. Οι κυβερνήσεις της περιόδου ανέχθηκαν ή και καλλιέργησαν χρηματιστηριακές κερδοσκοπικές αυταπάτες, αντί να προστατεύσουν τα ταμεία απ' αυτές. Έτσι, πολλά ταμεία ενεπλάκησαν σε κερδοσκοπικά παιχνίδια ερήμην των μελών τους. Και όσα ταμεία από ανάγκη ή από φόβο πούλησαν τις μετοχές τους στη φάση της κατάρρευσης του χρηματιστηρίου κατέγραψαν μεγάλες ζημιές.


Στη φάση γ) τα Ταμεία, χωρίς ειδική τεχνογνωσία, διαφάνεια και δημοκρατική συγκρότηση εμπλέκονται ακόμα περισσότερο σε επενδυτικούς κινδύνους με τα γνωστά αποτελέσματα των δομημένων ομολόγων και της μεγάλης χασούρας.


Η πρόσφατη οικονομική κρίση, έτσι αδύναμα όπως τα βρίσκει από την περιπέτεια του χρηματιστηρίου, στο οποίο χάθηκαν γύρω στα 3.5 δις ευρώ, έρχεται και τα αποτελειώνει. Συγκεκριμένα, η εικόνα τους στο τέλος του 2008 δεν είναι ιδιαίτερα καλή. Οι απώλειες των επενδεδυμένων κεφαλαίων σε μετοχές που υπέστησαν καθίζηση, κατά ~82% τραπεζικές, αγγίζουν περίπου το 80%, εντός ενός έτους, ή αλλιώς τα 3,8 δις ευρώ. Τα αμοιβαία κεφάλαια σημειώνουν απώλειες της τάξεως του 32%, ενώ τα δομημένα ομόλογα που διατηρούν τα Ταμεία στα χαρτοφυλάκιά τους εμφανίζουν απώλειες της τάξεως του 40%.


Οι δε συνολικές απώλειες μέχρι τον Φεβρουάριο του 2009 ήταν της τάξης των 5,5 δις ευρώ. Σκεφτείτε λοιπόν τι γίνεται σήμερα.


Στο ασφαλιστικό μας σύστημα οι εισφορές προέρχονται από τρεις διαφορετικές μεριές, από τους ασφαλισμένους, από τους εργοδότες και από το κράτος. Το τελευταίο είναι υποχρεωμένο να καταθέτει ποσό ίσαμε το 1% του ΑΕΠ στα ασφαλιστικά ταμεία. Αν τα είδατε βέβαια ποτέ εσείς, να μάς το πείτε. Για παράδειγμα στον Προϋπολογισμό του 2008, το ποσό της κρατικής επιχορήγησης που εγγράφεται για το ΙΚΑ είναι μόνο 1.900 δισ. ευρώ, αντί των 3.386 δισ. που είναι υποχρεωμένο βάσει το Νόμου (άρθρο 4 παρ. 1α Ν.3029/2002) να δώσει.


Το πόσα έχουν χάσει τα Ταμεία μόνο από το κράτος δεν το γνωρίζω, και αμφιβάλω αν κανείς το γνωρίζει έστω και στο περίπου. Με στοιχεία του ΠΑΣΟΚ οι οφειλές του κράτους προς τα ταμεία αυξήθηκαν από 2,7 δις το 2003 σε 11 δις ευρώ το 2008, (αύξηση 307%). Αντιστοίχως η ιατροφαρμακευτική δαπάνη αυξήθηκε κατά 120%. Οι οφειλές των Ταμείων προς τα νοσοκομεία εκτοξεύθηκαν κατά 417%, ενώ δραματικές αυξήσεις εμφανίζουν τα ελλείμματα των μεγάλων Ταμείων. Μόνο το έλλειμμα στον Οργανισμό Ασφάλισης Ελεύθερων Επαγγελματιών από 35 εκατ. το 2003 έφθασε πέρυσι τα 600 εκατ. ευρώ.


Για να δούμε το μέγεθος της καταστροφής των ταμείων από το κράτος, ας αντιστοιχίσουμε τις οφειλές του για το 2008 (11 δις) με το ολικό ποσό που πρέπει να καταβάλει για συντάξεις, (23 δις). Και αν δούμε το σύνολο των εισφορών των εργαζομένων που είναι πάλι 23 δις, βλέπουμε τότε καθαρά την αιτία που τα ταμεία αυτή τη στιγμή έχουν τεράστια ελλείμματα και τα οποία προφανώς αγνοούν όσοι δηλώνουν υπέρμαχοι της εκδοχής Α, ότι δηλαδή τα λεφτά των ταμείων φαγώθηκαν από την Μαιρούλα, την Καιτούλα, και τον μπαρμπα Μήτσο.


Παρασκευή 11 Ιουνίου 2010

Τα Νέα Συνταξιοδοτικά Προγράμματα

Ακόμα δεν τον θάψαμε τον μακαρίτη και ήρθανε και πλάκωσαν οι ύαινες. Δυο τηλεφωνήματα δέχτηκα χθες και ένα προχθές από ισάριθμες τράπεζες που είχαν την ευγενή καλοσύνη να συμπαρασταθούν εμπράκτως στο πένθος μου.


Καλημέρα σας. Λέγομαι Τάδε Ταδόπουλος και θα ήθελα, αν μου επιτρέπατε, να σάς ενημερώσω για τα νέα μας προϊόντα.


Ευχαριστώ, καλέ μου, αλλά και σάβανο έχουμε, μετάξι φίνο από την προίκα μου, και φέρετρο και νεκροφόρα εφτάμετρη με δαντελένια κουρτινάκια φωνάξαμε, και τέσσερα νταβραντισμένα παλικάρια νοικιάσαμε να το σηκώσουν, και καπέλο με βέλο παραγγείλαμε στην καπελού, και δάνειο πήραμε για τα θαφτικά, όχι δεν ενδιαφερόμαστε.


Μα, για περιμένετε λίγο. Με παρεξηγήσατε. Δεν εννοώ για τώρα, αλλά για το μετά. Τώρα που έφυγε - ο θεός να τον συχωρεί τον συχωρεμένο - τώρα που σάς έφαγε όλα τα λεφτά και σάς άφησε χωρίς δεκάρα τσακιστή στην τσέπη, τώρα που δεν θα ‘χετε πού την κεφαλή κλίναι, εμείς είμαστε εδώ να σας φροντίσουμε. Αν θέλετε, σάς φέρνω ακόμα και στο σπίτι το δειγματολόγιο με τα νέα μας μοντελάκια, το «Προσθέτω» για παράδειγμα, ή το «Smile Σύνταξη» για τις πολύ θλιμμένες, ή το «Super Συνταξιοδοτικό», για τις super χήρες, μπορεί το Value και Flexi αν είστε απρόβλεπτη και άστατη, το «Προγραμματισμός Σύνταξη» αν είστε νοικοκυρεμένη και οικονόμα, το Τ.Τ., το MF, το IMF, το Ε.Ε., ή τέλος τέλος το "Συνταξιοδοτικό Plus" αν προτιμάτε κάτι τις σε large και ενισχυμένο.


Όχι, καλέ μου. Δεν μου κάνουνε αυτά. Το «Άι στα τσακίδια» πρόγραμμα το έχετε;


Όχι, μου απάντησε αφού έμεινε για λίγο σκεφτικός. Ίσως στην καινούργια μας παραλαβή, πρόλαβε να ψελλίσει σαστισμένος, πριν μου κλείσει ευγενικά το τηλέφωνο.

Τετάρτη 9 Ιουνίου 2010

Τα Σκουπίδια του ΣΚΑΙ



Αυτή τη στιγμή, πρώτο θέμα στις ειδήσεις του ΣΚΑΙ:

Η κ. Κ. Ακριβοπούλου, τής, σύμφωνα με την ¨Ε¨, ανεπαίσθητης αριστερής χροιάς, όψιμη αναλύτρια του δελτίου των 8, και στο πόδι του Mέγα Αναλυτή Πάσχου, αναρωτιόταν πριν από λίγο γιατί άραγε τα ΜΑΤ δεν την πέφτουν στους τραμπούκους του ΠΑΜΕ και της ΠΝΟ, που αποκλείουν τα λιμάνια, επιφυλλάσοντάς τους με τον τρόπο αυτό ιδιαίτερη και προνομιακή μεταχείριση, ενώ το κάνουν για ψύλλου πήδημα όταν για παράδειγμα κάποιοι άλλοι κλείνουν μια χωματερή.

Έλα ντε!

Κι εγώ αναρωτιέμαι γιατί αυτό το σκουπίδι δεν έχει ακόμα βρει τη θέση του σε καμιά από τις πολλές χωματερές της Αττικής.


Μεγάλη διαδήλωση κατά της κρίσης σε αλληλεγγύη με την Ελλάδα στη Γερμανία στις 12.06


ΠΡΟΩΘΕΙΣΤΕ ΤΟ

Μεγάλη διαδήλωση κατά της κρίσης σε αλληλεγγύη με την Ελλάδα στη Γερμανία στις 12.06:

"Από την Αθήνα μέχρι το Βερολίνο την κρίση να πληρώσoυν οι τράπεζες και οι πολυεθνικές. Είμαστε όλοι Έλληνες"

Από την περσινή χρονιά έχει δημιουργηθεί μια πλατιά πλατφόρμα συντονισμού εργατικών συνδικάτων, όλου του φάσματος της γερμανικής αριστεράς, της αυτονομίας,του αντιφασιστικού κινήματος κα, με κεντρικό σύνθημα και στόχο την πάλη ενάντια στην καπιταλιστική κρίση "Δε θα πληρώσουμε την κρίση τους". Φέτος, η κεντρική αιχμή για το συντονισμό είναι το ζήτημα της Ελλάδας.

"Από την Αθήνα μέχρι το Βερολίνο την κρίση να πληρώσoυν οι τράπεζες και οι πολυεθνικές. Είμαστε όλοι Έλληνες", είναι το σύνθημα της διαδήλωσης, αναδεικνύοντας το γεγονός ότι η σημερινή πραγματικότητα των εργαζομένων στην Ελλάδα δεν είναι μακριά από αυτό που ζουν και θα ζήσουν εργαζόμενοι και νεολαία στη Γερμανία.

Στις 12 Ιούνη έχουν καλεστεί διαδηλώσεις σε Βερολίνο και Στουτγάρδη!

ΔΕ ΘΑ ΠΛΗΡΩΣΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΣΑΣ!

Η Ελλάδα ήταν μόνο η αρχή. Σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση, κυβερνήσεις και επιχειρήσεις προσπαθούν να επιβάλουν πολιτική δραστικών περικοπών. Μια μέρα μετά τις εκλογές στο κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας – Βεστφαλίας, η γερμανική κυβέρνηση εξήγγειλε πολιτική σκληρής λιτότητας: Στόχος είναι να μειωθούν εις βάρος των εργαζομένων και των ανέργων, της υγείας, της παιδείας και των δήμων τα αυξημένα κρατικά χρέη, που διογκώθηκαν από την κρίση και τα πακέτα διάσωσης των τραπεζών!

Για την κρίση, αντί να κληθούν να πληρώσουν οι τράπεζες και οι επενδυτές των χρηματαγορών, καλείται να πληρώσει ο απλός κόσμος: με περικοπές συντάξεων, ιδιωτικοποιήσεις δημόσιων υπηρεσιών, μειώσεις μισθών και απολύσεις. Αυτό είναι το «πρόγραμμα διάσωσης» της Ελλάδας. Δεν πρόκειται παρά για αναδιανομή του πλούτου υπέρ των εχόντων! Ωστόσο ο κόσμος στην Ελλάδα αγωνίζεται ενάντια στην επίθεση που δέχεται η ζωή του. Γι’ αυτό, η αντίσταση των ελλήνων πολιτών πρέπει να αποτελέσει για μας στη Γερμανία πρότυπο και χρειάζεται την αλληλεγγύη μας!

Με το πακέτο διάσωσης των 750 δις δεν πληρώνουμε ούτε «για τους Έλληνες» ούτε για τη σωτηρία της Ευρώπης, αλλά μονάχα για τη σωτηρία των τραπεζών και των επενδυτών, που έχουν στοιχηματίσει στην πτώχευση του ελληνικού κράτους και κερδίζουν από τα ελληνικά χρέη.

Ο κόσμος στην Ελλάδα όχι μόνο δεν ευθύνεται για την κρίση του ευρώ, αλλά αντίθετα αποτελεί τον αποδιοπομπαίο τράγο της γερμανικής κυβέρνησης και των γερμανικών ΜΜΕ για την ανεπίλυτη κρίση του καπιταλισμού. Γι’ αυτόν τον λόγο μόνο με αντίσταση σε πανευρωπαϊκό επίπεδο θα μπορέσουμε να εμποδίσουμε την πολιτική που ασκείται προς όφελος των τραπεζών και των πολυεθνικών!

Τα πακέτα διάσωσης δεν μπορούν να καταπολεμήσουν την κρίση, γιατί δεν αντιμετωπίζουν τις αιτίες της. Από τα πακέτα διάσωσης και τα υψηλά επιτόκια για τα κρατικά δάνεια κερδίζουν μόνο οι τράπεζες. Το κεφάλαιο των πλουσίων και τα κέρδη των πολυεθνικών, με τα οποία κερδοσκοπούν στις χρηματοπιστωτικές αγορές, παραμένουν άθικτα. Η εξίσωση προς τα κάτω των μισθών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που οδήγησε στην κρίση, προωθείται προπάντων από τον «παγκόσμιο πρωταθλητή των εξαγωγών», τη Γερμανία, και οδηγεί άλλα κράτη της ΕΕ σε κρίση και δημοσιονομική κατάρρευση.

Όχι στα «πακέτα διάσωσης»

Την κρίση να πληρώσουν οι τράπεζες και οι πολυεθνικές!

Απαιτούμε:

· Αύξηση της φορολογίας του κεφαλαίου και των κερδών του.

· Έλεγχο και συρρίκνωση των χρηματοπιστωτικών αγορών: άμεση, υψηλή φορολόγηση των χρηματαγορών. Απαγόρευση των επενδύσεων υψηλού ρίσκου (hedge funds) και των κερδοσκοπικών χρηματοπιστωτικών δραστηριοτήτων.

· Εθνικοποίηση των τραπεζών και δημιουργία ενός δημόσιου τραπεζικού τομέα υπό κοινωνικό έλεγχο.

· Διαγραφή του χρέους της Ελλάδας και άλλων βαριά χρεωμένων χωρών της ΕΕ. Να πληρώσουν οι πιστωτές!

Αλληλεγγύη στον αγώνα των Ελλήνων!

Στην κρίση της ΕΕ απαντάμε ενωμένοι ζητώντας:

· Κατάργηση της Συνθήκης της Λισαβόνας, που ανοίγει τον δρόμο στην κερδοσκοπία και στην προς τα κάτω εξίσωση των μισθών. Ευθυγράμμιση προς τα πάνω των μισθών και των κοινωνικών υπηρεσιών στην Ευρώπη! Θέσπιση κατώτατου μισθού ενάντια στη φτώχεια στην Ευρώπη – 10 ευρώ/ώρα στη Γερμανία!

· Όχι στην πολιτική της εξαθλίωσης. Εδώ και τώρα αύξηση του επιδόματος ανεργίας στα 500 ευρώ! Όχι στην καταπίεση των ανέργων!

· Αντί για μαζική ανεργία, μείωση του χρόνου εργασίας χωρίς μείωση των μισθών. Όχι στη σύνταξη στα 67!

· Δημιουργία θέσεων εργασίας με κοινωνικό και οικολογικό χαρακτήρα, με επέκταση του δημόσιου τομέα σε παιδεία, υγεία και με οικολογικά μέσα συγκοινωνίας!

Δεν θα πληρώσουμε εμείς την κρίση σας! Ενωμένοι ενάντια στην ανεργία, την κοινωνικά άδικη, έμμεση φορολόγηση και την απορρύθμιση της εκπαίδευσης σε όλο τον κόσμο!

Όλες και όλοι στην πορεία στις 12 Ιουνίου στη Στουτγάρδη και το Βερολίνο !

Από την Αθήνα ως το Βερολίνο,

την κρίση να πληρώσουν οι τράπεζες κι οι πολυεθνικές!

Για κοινωνικές και οικολογικές εναλλακτικές στον καπιταλισμό!

Στις διαδηλώσεις καλούν περισσότερες από 100 οργανώσεις και πρωτοβουλίες, όπως η Attac, συνδικάτα όπως η ve.rdi, η NGG (Σωματείο Σερβιτόρων – Μαγείρων), τομεακές της Γενικής Συνομοσπονδίας Γερμανικών Συνδικάτων (DGB), το κόμμα της Αριστεράς DIE LINKE, τοπικές συμμαχίες για την κρίση, η DIDF (Ομοσπονδία Δημοκρατικών Εργατικών Σωματείων), η συμμαχία Aktionsbündnis Sozialproteste, το Φόρουμ Ανέργων, αντικαπιταλιστικές πρωτοβουλίες.

Πληροφορίες: http:// www.kapitalismuskrise.org

Τρίτη 8 Ιουνίου 2010

Οι Νέοι Καλβινιστές


Κάνοντας μια σύντομη ιστορική αναδρομή, θα υπενθυμίσω ότι ο Καλβίνος ήταν ένας γάλλος θεολόγος που γύρω στο 1530 τα έσπασε με την καθολική εκκλησία και εξ αιτίας του γεγονότος αυτού μετακόμισε στην Ελβετία αποφασισμένος να βρει το φάρμακο της σωτηρίας του καινούργιου αναγεννησιακού ανθρώπου. Μπορεί σήμερα αυτή η εμμονή να φαντάζει αξιοπερίεργη, αλλά δεν πρέπει να λησμονούμε ότι για πολλούς πολλού αιώνες οι άνθρωποι κοιμόντουσαν και ξυπνούσαν με μια μονάχα έγνοια στο κεφάλι τους: αν θα σωθούν, πώς θα σωθούν από το προπατορικό αμάρτημα και πώς θα κληρονομήσουν τη βασιλεία των ουρανών.


Ο Καλβίνος δεν χρειάστηκε να σκεφτεί και πολύ. Γύρω του είχε αρχίσει ήδη να παίρνει σάρκα και οστά αυτό που αιώνες αργότερα θα έφτανε ως εμάς με το όνομα καπιταλισμός. Κόσμος πήγαινε κι ερχόταν, καράβια φόρτωναν και ξεφόρτωναν στα λιμάνια, τράπεζες στήνονταν και ξεστήνονταν και η μυρωδιά του χρήματος απλωνόταν μεθυστική στον αέρα. Το γιατροσόφι της σωτηρίας, που μέσα σ’ αυτή τη νέα παραζάλη διέκρινε ο Καλβίνος ήταν λοιπόν η Εργασία. Επειδή ήταν νωρίς ακόμα να την προσδέσει στο άρμα της Οικονομίας, συνδέοντας ποσοτικά τις ώρες αποδοτικής εργασίας με το βαθμό της αναμενόμενης σωτηρίας, μιας κι εκείνη την εποχή η Οικονομική δεν είχε ακόμα προλάβει να συστηματοποιηθεί και να περάσει στα πανεπιστήμια, ο Καλβίνος την συνέδεσε με ό,τι ήταν σε μεγάλη υπόληψη εκείνη την εποχή, δηλαδή με τη Θεολογία.


Το νέο δόγμα που άνθισε στις αυλές της Ελβετίας ήταν ότι η πολυπόθητη θεία χάρις είχε πολλές πιθανότητες να απονεμηθεί σε αυτούς που τιμούσαν την εργασία με αυταπάρνηση και τιμιότητα και ότι μια απτή ένδειξη ότι είχε επιτέλους απονεμηθεί στον τυχερό, ήταν το βιός του που αυγάτιζε. Ο δουλευταράς, που με τον τίμιο μόχθο του είχε κατορθώσει να πλουτίσει είχε στην πραγματικότητα λάβει μια «κλήση» θεϊκή για την εκπλήρωση αυτής της αποστολής. Καθόλου λοιπόν περίεργο που η λέξη «κλήση» ή «αγγελία» βρίσκεται στη ρίζα όλων των λέξεων που αναφέρονται στο επάγγελμα, στις γλώσσες των χωρών που με τον έναν ή άλλο τρόπο επηρεάστηκαν από τον προτεσταντισμό. Στα αγγλικά το επάγγελμα λέγεται και Calling, από το call, στα γερμανικά Beruf από το ρήμα rufen (φωνάζω, καλώ), στα γαλλικά vocation, στα σουηδικά Kall, στα ολλανδικά Beroep κ.ο.κ. Ακόμα και σε μας αν προσέξετε θα διαπιστώσετε ότι η λέξη επάγγελμα περικλείει μέσα της την «αγγελία» και το κάλεσμα. Παράξενη στ’ αλήθεια σύνδεση, μιας κι εμείς ήμασταν ανέκαθεν ορθόδοξοι χωρίς να έχουμε ποτέ μας τσαλαβουτήσει σε αλλότρια θρησκεύματα και δη καλβινιστικά.


Η όποια σχέση είχαμε εμείς παραδοσιακά με την εργασία, ποτέ δεν περνούσε μέσα από τη θρησκεία και το ιερό. Η εργασία, είτε λίγη , είτε πολύ παρέμενε μια κοσμική δραστηριότητα, η οποία ήταν αναγκαία για να εξασφαλίζει κάποιος τα προς το ζην. Ήταν επίσης το μέσο κοινωνικοποίησης και αυτοπραγμάτωσης, όπως μας πληροφόρησαν οι κοινωνιολόγοι αργότερα, αφ’ ότου δηλαδή συγκροτήθηκαν κι αυτοί όπως και οι οικονομολόγοι σε επιστημονικό σώμα. Μπορεί οι ορθόδοξοι έλληνες να επιζητούν τη μεσολάβηση του Χριστού και της Παναγίας ώστε να πάνε καλά οι δουλειές τους, αλλά αυτό αποτελεί μια κίνηση που φέρνει τον θεό στην εργασία και όχι το αντίθετο, όπως στους καλβινιστές, όπου η εργασία είναι αυτή που φέρνει τον θεό στον άνθρωπο.


Τα τελευταία χρόνια, βοήθησε βέβαια και η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία που έσπρωξε τον εργαζόμενο στα όριά του, και βάλθηκαν όλοι να μας κάνουν από ορθόδοξους, «καλιβινιστές», να αποδώσουν δηλαδή στην εργασία μια σημασία και ένα περιεχόμενο πάνω και πέρα από τα γνωστά που προαναφέραμε.


Σύμφωνα με το νέο αυτό μετασχηματισμό, την εργασία δεν θα έπρεπε πια να την αντιλαμβάνονται οι εργαζόμενοι σαν σημείο κοινωνικής διαφοροποίησης, όπως γινόταν ανέκαθεν, ή σαν μέσο προσωπικής ικανοποίησης και αυτοπραγμάτωσης, ή σαν τόπο ανάδειξης ικανοτήτων και διεξόδου της δημιουργικότητας, αλλά σαν σημάδι ηθικής ανωτερότητας και διαφοροποίησης από την υπόλοιπη, την καθηλωμένη στα οθωμανικά πρότυπα, μάζα που απλώς δούλευε αλλά που όμως δεν παθιαζόταν με το ότι απλά δούλευε. Το νέο λοιπόν πρότυπο του εργαζόμενου δεν ήταν ότι έκανε καλύτερη δουλειά, αλλά ότι δούλευε πολύ, ότι ήταν δηλαδή εργασιομανής, κάπως σαν το νεοφιλελεύθερο αντίστοιχο του σταλινικού σταχανοβίτη. Ο σταχανοβίτης τιμάται όχι για τη συγκεκριμένη εργασία που κάνει, αλλά για το ότι δουλεύει ασταμάτητα και υπερβολικά.


Αυτάρεσκα αγχωμένη και υπερκινητική, η περιφερόμενη αγέλη των νεο-γιάπηδων, με μια κούπα του καφέ μονίμως στο χέρι, φαντασιώνεται τα γραφεία της Κηφισίας ή της Συγγρού σαν τα αντίστοιχα γραφεία της Wall Street, του City ή της Silicon Valley, και βλέπει τον εαυτό της σαν τη γενιά των εκλεκτών, που κλήθηκε ακριβώς λόγω της εργασιομανίας της να περάσει τις πύλες του καπιταλιστικού παραδείσου. Δεν έχουν ποτέ χρόνο για τίποτα και για κανέναν, ούτε για σένα, ούτε για τους γονείς, ούτε για τα παιδιά, δεν χαλαλίζουν χρόνο για να σ’ ακούσουν, πού να ζητήσεις και να σ’ επισκεφτούν, αντλούν σπουδαιότητα από την υπερ-απασχόληση, από τα πολλά χιλιόμετρα, από τα πολλά τηλεφωνήματα.


Προσόν τους, η έλλειψη χρόνου. Επιδίωξή τους η νεύρωση και το άγχος. Αποτέλεσμα, η αποκτήνωση.


Κυριακή 6 Ιουνίου 2010

ΑΝΘΡΩΠΟΦΑΓΙΑ...

Φαντάζομαι ότι ο περισσότερος κόσμος έχει την εντύπωση ότι δεν έχει δει ποτέ του φασίστα από κοντά. Ότι ο φασίστας είναι ένα συγκεκριμένο ανθρωποειδές, με συγκεκριμένη περιβολή και κόμη, με μόρφωση πολύ πιο κάτω του μετρίου, που κατοικοεδρεύει σε λαϊκές γειτονιές, πάντα μακριά φυσικά από τις δικές του, και ο οποίος εφορμά με ξίφη και πελέκεις σε άλλες εξ ίσου λαϊκές γειτονιές εναντίον άλλων λαϊκών ανθρώπων, έχοντας σαν δικαιολογίες το διαφορετικό αίμα, και τις δουλειές που τού τις παίρνουν. Δεν χρειάζεται να τονίσουμε ότι φασίστες δεν υπάρχουν για παράδειγμα στην Εκάλη, ούτε έχει περάσει ποτέ απ’ το μυαλό τους να εκστρατεύσουν κατά κει.


Ο φασισμός αναγεννάται πάντα σε περιόδους κρίσης, αναδουλειάς και φτώχειας, σε περιόδους όπου ανθίζει η αβεβαιότητα και η απελπισία, η απελπισία που μετατρέπεται σε μίσος, και το μίσος που στρέφεται ενάντια σε ομοίους, με τους οποίους δεν χωρίζει τίποτε άλλο παρά η δουλειά που λείπει. Όλες οι υπόλοιπες διαφορές εφευρίσκονται στο δρόμο. Πολύ κοντόθωρη στ’ αλήθεια λογική, να μην μπορείς να εντοπίσεις τον εχθρό που κάνει τις δουλειές και λείπουν, αλλά είπαμε, λείπει η μόρφωση, η καλλιέργεια και η παιδεία. Δεν χρειάζεται καμιά ιδιαίτερη εγκεφαλική επιδεξιότητα για ν’ αρχίσεις να κατηγορείς τον πλησίον που σε ανταγωνίζεται, ενώ, πώς να το κάνουμε, χρειάζεται μια κάποια στοιχειώδης νοητική ικανότητα για να μπορείς να φανταστείς κάποιες αιτιακές σχέσεις που πάνε λίγο πιο μακριά απ’ τον πλησίον.


Οι κοινωνικές συνθήκες σήμερα δεν είναι και πολύ διαφορετικές απ’ ότι στη Γερμανία του ‘30. Τα ίδια ποιοτικά κοινωνικά χαρακτηριστικά που συναντάμε εκεί, τα βλέπουμε και σήμερα μπροστά μας. Είναι κοινοτοπία να πούμε ότι φασίστας δεν γεννιέσαι, αλλά γίνεσαι, όπως και κοινοτοπία είναι να πούμε ότι φασίστας δεν γίνεσαι από τη μια στιγμή στην άλλη. Το μίσος είναι σαν ένας ιός (πού είσαι Χριστάκη με τα δίκτυά σου να το μελετήσεις), που διασπείρεται από ομάδα σε ομάδα, ταυτόχρονα με τον κοινωνικό υποβιβασμό και την εκπτώχευση της κάθε μιας. Όσο και νέα στρώματα θα κατακρημνίζονται από τη θέση τους και όσο θα χάνουν τη σιγουριά που απολάμβαναν, τόσο και ο ιός του φασισμού θα βρίσκει πρόσφορο έδαφος να θεριεύει και να εξαπλώνεται. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που ένα από τα πρώτα θύματα των κρίσεων είναι και η Δημοκρατία, η οποία αλώνεται τόσο από τους κυβερνώντες που ολισθαίνουν προς τον ολοκληρωτισμό, όσο και από τους πολίτες οι οποίοι όλο και πιο πολλοί τείνουν να υποκύπτουν στο δέλεαρ του μίσους και μέσω αυτού, του φασισμού. Οι Γερμανοί της Βαϊμάρης που συναινούσαν στο διωγμό των αλλοφύλων δεν ήταν όλοι τους περιθωριακοί και απόβλητοι, αλλά μια χαρά οικογενειάρχες, που μέχρι πρότινος είχαν και αρχές και αξίες. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζαν.


Εμείς οι έλληνες είχαμε την ψευδαίσθηση ότι δεν ήμασταν ρατσιστές και μισάνθρωποι, μέχρι τη στιγμή που οι πρώτες βάρκες ξέβρασαν στις ακτές μας τους πρώτους σκουρόχρωμους μετανάστες Δεν χρειάζεται να το αρνούμαστε πλέον, τα γεγονότα τα ίδια και οι μετανάστες οι ίδιοι, καθημερινά μάς διαψεύδουν.


Η καχυποψία, και η μνησικακία έχουν αρχίσει να θεριεύουν εδώ και καιρό στην πολιτεία μας. Δύσκολο πια να το κρύψεις ότι οι γλώσσες του μίσους, όπως οι φλόγες της φωτιάς που εξαπλώνονται αβίαστα στα διπλανά χωράφια, έχουν αρχίσει ήδη να γλύφουν και κάποια παραπάνω στρώματα, τα οποία σπεύδουν πανικόβλητα να βρούνε τον εχθρό που τούς απειλεί στο διπλανό τους, στον συνάδελφο και τον γείτονα. Μια ο γείτονας απ’ απέναντι που τους κλέβει στο ζύγι, μια ο γείτονας από κάτω που αγόρασε καινούργιο αυτοκίνητο, μια η γειτόνισσα που δεν δουλεύει σαν σκυλί γιατί προτίμησε να κάνει παιδιά, μια η άλλη γειτόνισσα που βγήκε στη σύνταξη νωρίς γιατί έχει ανήλικα παιδιά να φροντίσει, και ξάφνου ο αέρας πάνω από την πόλη γέμισε δηλητήριο και οι κήποι μας οχιές. Φαρμάκι στάζουν τα στόματα, κι οι πένες βιτριόλι.


Κακό πράγμα η ανασφάλεια, κακό πράγμα να κινδυνεύεις να χάσεις τη δουλειά σου, αλλά βρε διάολε ας σηκώσουμε το αλλήθωρο βλέμμα μας, που μας το κόντυνε κι αυτό η τηλεόραση μαζί με το μυαλό μας, και ας στοχεύσουμε λίγο μακρύτερα και ας ψάξουμε να βρούμε εκεί τον εχθρό που μας απειλεί. Δεν υπάρχει καλύτερο λίπασμα από το μίσος για να θεριέψει ο φασισμός. Και τέτοιο υπάρχει μπόλικο στις μέρες μας, κι όχι από κάποιους περιθωριακούς σε κάποια χαμόσπιτα στην περιφέρεια, αλλά από κάποιους καθ’ όλα ευυπόληπτους στις καθ’ όλα ευπρεπείς γειτονιές μας.


ΥΓ. Για τον "Εθνολαικισμό" και τη Μνησικακία, δείτε μια ανάλυση στο blog: nosferatos

Σάββατο 5 Ιουνίου 2010

Ποιοι Μισθοί;


Είναι αστείο να μιλάμε για πάγωμα μισθών στον ιδιωτικό τομέα για το χρόνο που έρχεται,


είναι αστείο να μιλάμε για το μέγα κατόρθωμα της διασφάλισης του 13ου και 14ου μισθού,


όταν αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει ούτε μια επιχείρηση η οποία


όταν δεν απολύει,


όταν δεν εξαναγκάζει σε υποχρεωτική 4-ήμερη ή 3-ήμερη εργασία με επακόλουθες περικοπές,


όταν δεν πληρώνει υπερωρίες, παρά τις μετατρέπει σε αναγκαστικά ρεπό,


καλεί εκβιαστικά έναν έναν τους εργαζόμενους στο γραφείο του αφεντικού να αποδεχτούν


μειώσεις μισθών από 10%, σε 20% και βάλε...


Με περικοπή 20% που είναι και το σύνηθες, κάθε πεντάμηνο αντιστοιχεί και σε ένα μισθό.


Πάνω στο χρόνο λοιπόν περικόπτονται, και ο 13ος και ο 14ος και ο μισός 12ος.


Αυτά για να ξέρουμε που πατάμε.

Πέμπτη 3 Ιουνίου 2010

ΑΣΦΥΞΙΑ...


Από τα μικράτα μου θυμάμαι έντονα δυο σκηνές, από δυο διαφορετικές ταινίες. Από τίτλο, ηθοποιούς και τα ρέστα, μην κάνετε τον κόπο να ρωτήσετε. Ασπρόμαυρες ήταν κι οι δυο, και με θεματική γύρω από κάποιους ήρωες φανταστικούς, μεσαιωνικών μυθιστορημάτων ή παραμυθιών. Θα σάς γελάσω. Κοινό τους σημείο ο εγκλωβισμός και η ασφυξία. Όχι ο συμβολικός, αλλά ο φυσικός.


Στη μια, που μπορεί να λεγόταν και «Το Σιδηρούν Προσωπείον», ο ήρωας, του οποίου το κεφάλι έχουν εγκλωβίσει οι «κακοί» σε μια σιδερένια μάσκα, από την οποία δεν μπορεί ν’ απαλλαγεί, πεθαίνει τελικά από ασφυξία, όταν τα γένια του μεγαλώνουν αρκετά για να τον πνίξουν.


Στην άλλη, ο ήρωας βρίσκεται φυλακισμένος σ’ ένα δωμάτιο με κινούμενους σιδερένιους τοίχους, που πλησιάζουν προοδευτικά, ώσπου κάποια στιγμή έρχονται τόσο κοντά που τον συνθλίβουν. Άσχετο αν τον ήρωα στο τέλος μπορεί και να τον γλιτώνει κάποιος από μηχανής θεός, αμφότερες οι σκηνές μεταδίδουν παρ’ όλα αυτά, με τον πιο ζωντανό τρόπο το συναίσθημα του αναπόδραστου, της ασφυξίας, της φυλακής, της αδυναμίας διαφυγής και αντίδρασης, της σύνθλιψης, της συντριβής.


Έτσι ακριβώς αρχίζω να αισθάνομαι κι εγώ μέσα στη χώρα μου. Παγιδευμένη στον κλοιό που έστησε γύρω μου μια δράκα ξετσίπωτων που μ’ εξαπάτησε, μού πέρασε κολάρο στο λαιμό και με σέρνει. Με κάθε τους απόφαση, μέρα τη μέρα, μου κλείνουν κι από μια πόρτα διαφυγής, μου φράζουν τον όποιο δρόμο τραβήξω για να γλιτώσω, μου σφραγίζουν λίγο λίγο τα ρουθούνια, με στριμώχνουν στη γωνία, με χτυπούν, με συκοφαντούν, και μ’ αφοπλίζουν.


Πώς να φωνάξεις πια, όταν αυτός ο ίδιος που σε κακοποιεί έρχεται δίπλα σου λέγοντας ότι έχεις δίκαιο; Πώς να διαμαρτυρηθείς όταν πριν ακόμα προλάβεις να κάνεις ένα βήμα ένας πάνοπλος στρατός σού φράζει το δρόμο, σε χτυπάει με λύσσα στα τυφλά και σε τυφλώνει με τόνους δακρυγόνων; Πώς να διαμαρτυρηθείς όταν μπλοκάρουν το δρόμο κι αυτής της απεργίας, συκοφαντώντας την;


Κοντολογίς, όλο και πιο δύσκολο γίνεται σ’ αυτή τη χώρα και να διαδηλώσεις, και να απεργήσεις.


Το βλέπετε πια στις πορείες σε σχέση με προηγούμενες χρονιές. Το σκηνικό επαναλαμβάνεται κάθε φορά και πιο άγριο. Σε κάποια στιγμή, ο Χρυσοχοϊδης αμολάει στο πλήθος τα αφιονισμένα του σκυλιά, κόβουν αναίτια την πορεία στη μέση και με την παραμικρή διαμαρτυρία, σκούντημα ή πέταγμα μπουκαλιών μετατρέπουν το δρόμο σε πεδίο μάχης, με καταιγισμό βομβών, με ρίψη χημικών κατ’ ευθείαν στο πλήθος, με ανελέητο ξύλο, με τραυματισμούς και με συλλήψεις. Είναι τόσο αλήθεια πως κινδυνεύουν, όσο αλήθεια είναι ότι και ο στρατός του Ισραήλ κινδυνεύει από ένα καράβι ξεβράκωτων στα διεθνή ύδατα. Διαισθάνομαι ότι κάτω από το κοινό τους δόγμα, τού «καμία ανοχή», αυτοί οι δυο αρχίζουν και μοιάζουν.


Μετά, το ίδιο σκηνικό και με τις απεργίες. Απαξίωση, συκοφαντίες, μίσος και ανάθεμα. Ακόμα είναι στα λόγια, δεν είναι μακριά ο καιρός που δεν θα στέκονται μόνο σ’ αυτά. Μετά το λόγο, η ράβδος, και μετά τη ράβδο, το κελί. Σαν να μην είναι η απεργία το μόνο νόμιμο εργαλείο που έχει ο εργαζόμενος για να κάνει ζημιά, αμυνόμενος. Απεργία χωρίς ζημιά δεν νοείται. Αλλιώς θα ήταν άδειο σακί, φίδι δίχως δηλητήριο, σκυλόψαρο δίχως δόντια.


Πίσω από το αστραφτερό χαμόγελο, βλέπω ήδη τη σειρά με τα σάπια δόντια, πίσω από το φρέσκο δέρμα, βλέπω ήδη τις βαθιές ρυτίδες της γριάς, πίσω από το φωτεινό βλέμμα, βλέπω ήδη το γυάλινο μάτι, πίσω από το φτιασιδωμένο προσωπείο της εξουσίας, βλέπω ήδη το αποκρουστικό πρόσωπο της μέδουσας. Και κάτω από το καλοραμμένο κουστούμι, υπάρχει μόνο ο σκελετός.


Τρίτη 1 Ιουνίου 2010

Η Μπότα που Χορεύει


Το παραμύθι με τον ταλαίπωρο άνθρωπο, που ο λυσσασμένος αέρας, όσο κι αν φυσά, αποτυγχάνει να τού αρπάξει το παλτό, ενώ ο καλοσυνάτος ήλιος το καταφέρνει μ' ένα και μόνο ζεστό χαμόγελο, το θυμάμαι ακόμα και σήμερα και το ‘χω μάλιστα και για παράδειγμα όταν αρχίζω τα νταλαβέρια με δύσκολους ανθρώπους.


Πείτε με όσο θέλετε αφελή, αλλά ακόμα πιστεύω ότι σε κάθε άνθρωπο υπάρχει ένα κουμπί, μια χορδή ευαισθησίας που όταν την βρεις και την αγγίξεις μπορεί και να τον κάνεις να λυθεί. Να αναλογιστεί έστω και στιγμιαία το μάταιο της ζωής του, να θυμηθεί ότι πριν πέσει στο βάλτο είχε γύρω του και κάποιους ανθρώπους που ένοιωθαν γι αυτόν αγάπη, ότι δεν μπορεί, κάπου θα βρίσκεται μια μάνα που ίσως ακόμα τα βράδια να στέκεται πίσω από την πόρτα και ν’ ανησυχεί, κάπου μπορεί να έχει και μια όμορφη γυναίκα που θα τον χαϊδεύει και θα τον αγκαλιάζει. Τι στο καλό, άνθρωποι είμαστε. Δεν γίνεται, όσο κι αν απομακρυνθεί κανείς από τη φύση του, σε κάποια κόγχη της ψυχής, κάπου μπορεί ακόμα να φωλιάζει μια ανάμνηση.


Αυτά σκέφτομαι κάθε φορά που βλέπω την αγέλη των ΜΑΤ, να μετατρέπεται για ψύλλου πήδημα σε αγριεμένη αγέλη λύκων, που θαρρείς τους είχαν στερημένο το φαΐ για έναν ολόκληρο χειμώνα. Μπουμπουλωμένοι πίσω από τις παραγεμισμένες τους στολές, με τις περικνημίδες και τα αλεξίσφαιρα γιλέκα, τα κράνη, τις ασπίδες και τα λοιπά εργαλεία, φαντάζουν σαν εξωγήινα τέρατα, με δυνάμεις υπεράνθρωπες και υπερφυσικές. Καμιά φορά στις πορείες μού ‘ρχεται στα ξαφνικά να τους φωνάξω δυνατά, "βρε παιδιά, τι κάθεστε εκεί απέναντι; δεν έρχεστε μαζί μας;". Παιδιά είναι τα περισσότερα, μπορεί και να ‘τανε δικά μου, σκέφτομαι. Κι έτσι, παραμυθιάζομαι, πως αν το φωνάξω από καρδιάς, πως αν τα κοιτάξω στα ίσα, στα μάτια, αυτά θα έρθουν. Βέβαια ούτε μπορούν ν’ ακούσουν, ούτε μπορούνε να δουν, μ’ όλα αυτά που έχουν φορτώσει στα κεφάλια τους, κι έτσι απογοητεύομαι ότι ματαιοπονώ.


Τους κοιτούσα χθες τ’ απόγευμα από κοντά, πριν μεταμορφωθούν και αγριέψουν, κι όταν ακόμα ήταν ήρεμοι και κατά τι πιο χαλαροί. Είχα την ίδια παρόρμηση. Πρόσωπα δεν μπορούσα να διακρίνω, παρατηρούσα όμως τα μπράτσα τους, που οι κοντομάνικες μπλούζες τα άφηναν γυμνά και τους επρόδιδαν. Δεν ήταν όλα μπράτσα στιβαρά αυτά που έβλεπα, παρά ανάμεσα ήτανε και κάποια αδύναμα χεράκια, που θα ΄ταν, δε θα ΄ταν εικοσάχρονα. Αγύμναστα, και τεμπέλικα, σχεδόν εφηβικά.


Ο κόσμος δίπλα φώναζε συνεχώς συνθήματα. «Λε-φτε-ριά, λε-φτε-ριά στην Πα-λαι-στί-νη» και πάλι «Λε-φτε-ριά, λε-φτε-ριά στην Πα-λαι-στί-νη». Κάποια παιδιά ανέμιζαν σημαίες της πατρίδας τους, τα μακάριζα για τους άξιους γονείς τους, που είχαν καταφέρει να τα βγάλουν έξω από τη φρίκη, νωρίς. Ήμουν ακόμα κοντά στη διμοιρία χαζεύοντας μια αυτούς, και μια το πλήθος. Κάτι τράβηξε κάποια στιγμή την άκρη του ματιού μου. Μια κίνηση, ένα ρυθμικό ανεβοκατέβασμα, ένα βαρύ πέλμα, μια μπότα, που στο «Λε» πήγαινε πάνω, και στο «φτε» κατέβαινε κάτω, που στο «ριά» ξανα-ανέβαινε, και στο «Λε» ξανακατέβαινε και προσγειωνόταν στην άσφαλτο, και πάλι μια πάνω, μια κάτω, πάνω το πέλμα στο «Πα», κάτω στο «λαι», έβλεπα μια μπότα που ακολουθούσε ασυναίσθητα το ρυθμό που τής έδιναν οι εκατοντάδες φωνές από δίπλα, αυτές οι φωνές που σε λίγο βίαια θα έσπευδε να τις σιγήσει.

Λες, να υπάρχει ελπίδα;