Δευτέρα, 31 Μαρτίου 2008

Η ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ της ΜΟΝΑΧΙΚΟΤΗΤΑΣ: ΑΠΟΡΡΟΙΑ της ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΣ


Έχω την εντύπωση ότι η φιλολογία περί Μοναξιάς/Μοναχικότητας βρίσκεται σε πλήρη άνθηση την τελευταία δεκαετία, και σε αναντιστοιχία με το μέγεθος των αλλαγών που έχουν επέλθει στις συνθήκες της ζωής μας, ώστε να δικαιολογούν αυτή την έξαρση. Παρατηρώ συχνά τους ανθρώπους να παραπονιούνται περί μοναξιάς, αν και κάτι τέτοιο δεν δικαιολογείται με την πρώτη ματιά από το πλήθος των δραστηριοτήτων και των συναναστροφών τους. Φαντάζομαι λοιπόν ότι κάπου τα πράγματα έχουν χάσει τις σωστές αναλογίες τους.

Η Μοναξιά είτε ακούσια είτε εκούσια επιλογή, (αν και εδώ επιτρέψτε μου να αμφιβάλλω περί της γνησιότητας της «εκουσιότητας» και συγχωρέστε μου τον λεκτικό ακτιβισμό), είχαν μεγάλη πέραση στην υπαρξιστική λογοτεχνία, χαρακτηριστικά παραδείγματα της οποίας έδωσα σε προηγούμενο κείμενο με τίτλο «Το Μυθιστόρημα του Μοναχικού Ανθρώπου» μέσα από την παρουσίαση των κύριων έργων του Σαρτρ, του Έσσε, του Κάφκα, του Καμύ, του Ρίλκε.

Η σταδιακή αλλαγή των συνθηκών ζωής των ανθρώπων στη νεωτερικότητα από πολυμελείς οικογένειες ενταγμένες σε ευρύτερες κοινότητες, σε πυρηνικές οικογένειες, η αλλαγή των συνθηκών εργασίας, η υιοθέτηση τρόπων ψυχαγωγίας μέσα από την κατανάλωση υλικών και πολιτισμικών προϊόντων, υπηρεσιών, θεαμάτων κ.λ.π. κατ’ ιδίαν και κατά μόνας, σαν συνειδητή επιλογή πλέον και όχι σαν έξωθεν επιβολή, είχαν σαν συνέπεια την αποξένωση και την βίωση δυσάρεστων συναισθημάτων εξ αιτίας αυτής της αποξένωσης.





Πριν αρχίσω τους αναθεματισμούς, θα ήθελα να σκιαγραφήσω με νηφαλιότητα, το πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάσσεται το κοινωνικό φαινόμενο της Μοναξιάς/Μοναχικότητας.

Πρώτον, η απόσυρση του ατόμου στην ιδιωτική σφαίρα δεν έγινε ακούσια, αλλά επιδιώχθηκε κιόλας, μιας και με την άνοδο του βιοτικού επιπέδου προτιμούσε πλέον να επιλέγει πιο ιδιωτικούς τρόπους διασκέδασης, (όπως home cinema), μεταφοράς (όπως με ιδιόκτητο ΙΧ), διακοπών, (μόνος κάπου μακριά από τα πολύβουα θέρετρα), κατοικίας, (ακόμα και στις πολυκατοικίες τα διαμερίσματα σχεδιάζονται με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ανεξαρτησία από τα διπλανά τους), κ.λ.π., σαν σημάδια οικονομικής, κοινωνικής και πολιτισμικής ανύψωσης, υπεράνω της πλέμπας και της μάζας.

Η ιδιωτικότητα ανακηρύχθηκε σε μεγάλη αξία την οποία έσπευσαν να εναγκαλιστούν όλα τα μεσοστρώματα, όλα όσα τελικά διέθεταν και τους ανάλογους πόρους για να την εξυπηρετήσουν. Κάτω, λοιπόν από αυτές τις επιλογές δεν είναι παράξενο που το άτομο άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι σταδιακά αποκοβόταν από τους άλλους.

Δεύτερον, η έννοια της μοναξιάς και του μοναχικού ατόμου, σαν ισχυρά ρομαντικά κατάλοιπα, ασκούν ακόμα και σήμερα αρκετή έλξη και σαγήνη. Ομοίως, τα συναισθήματα που απορρέουν από τις αντίστοιχες καταστάσεις είναι δύσκολο να απεμποληθούν, μιας και το άτομο τείνει στο να μειώνει, εκουσίως, κάποιες από τις αντιστάσεις του μπροστά στην γλυκιά παραίτηση και στη βύθιση σε μια ελεγχόμενη παρακμή που προκύπτουν και συνοδεύουν τα συναισθήματα αποξένωσης.

Τρίτον, υπάρχει έντονη φιλολογία και μιντιακός βομβαρδισμός περί απάνθρωπων πόλεων κ.λ.π. που καλλιεργούν στα άτομα το ανέφικτο της διαφυγής από την απομόνωση και μια ειδεχθή εν τέλει μοίρα. Προσεκτικότερη όμως εξέταση των συνθηκών αποκαλύπτει ότι αν και οι μεγάλες πόλεις είναι εν γένει απάνθρωπες, από την άλλη μεριά όμως προσφέρουν πάρα πολλές δυνατότητες κοινωνικοποίησης, δημιουργικής απασχόλησης, συνεύρεσης και διαφυγής. Στις μεν μικρές πόλεις οι δυνατότητες είναι μικρότερες αλλά οι συνευρέσεις επιτυγχάνονται ευκολότερα, ενώ στις μεγαλουπόλεις συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο.

Τέταρτον, από τα προηγούμενα, θα ήθελα να πιστεύω ότι η Μοναξιά/Μοναχικότητα λειτουργεί ως ένα μεγάλο βαθμό σαν φετίχ και λιγότερο σαν αντικειμενικό πρόβλημα του μεγέθους που παρουσιάζεται. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι τα άτομα δεν βιώνουν αυτά τα δυσάρεστα συναισθήματα, ότι τα άτομα δεν παραιτούνται, ότι τα άτομα αδυνατούν να δούνε τις σωστές διαστάσεις του προβλήματος.


Ποιοι είναι λοιπόν οι λόγοι που δίνεται σήμερα μια ΔΥΣΑΝΑΛΟΓΗ έμφαση στην Μοναξιά; Γιατί οι άνθρωποι θεωρούν ότι είναι παραπάνω μόνοι από ότι παλιότερα; Κάπου τείνω να θεωρήσω ότι υπάρχει και καλλιεργείται μια «κουλτούρα περί μοναξιάς», με τρόπο παρόμοιο που υπάρχει και καλλιεργείται και μια «Κουλτούρα του Φόβου», όπως αναπτύξαμε σε προηγούμενο κείμενο επίσης.


Εδώ νομίζω ότι έρχεται και κολλάει η Νεοφιλελεύθερη Ιδεολογία η οποία έχει συνεισφέρει στο φαινόμενο με τις εξής πρακτικές της.

1. Έχει καταφέρει να καλλιεργήσει αρκετή ΗΤΤΟΠΑΘΕΙΑ στα άτομα αποστερώντας τους τη δυνατότητα αντίδρασης.

Η αδυναμία αυτή προκύπτει από
α) την απαξίωση της πολιτικής σαν μέσου δρομολόγησης αλλαγών, και σε τούτο βοηθούν και οι ίδιοι οι πολιτικοί οι οποίοι ενσαρκώνουν στο έπακρο το μοντέλο του άρπαγα νεοφιλελεύθερου ανθρώπου,

β) την απαξίωση της αριστεράς, των κινημάτων, ή όποιας άλλης εναλλακτικής λύσης,

γ) την καλλιέργεια του ατομικού μοντέλου επιβίωσης, μοντέλου που συνάδει με τον άνθρωπο καταναλωτή που χρειάζεται το σύστημα για να βρίσκεται σε συνεχή επέκταση και άνοδο,

δ) την καλλιέργεια της εντύπωσης ότι οι νεοφιλελεύθερες επιλογές αποτελούν και τις μοναδικές από όλες τις δυνατές και τις καλύτερες.

2.
Έχει καταφέρει, να καλλιεργήσει στα άτομα την ιδέα ενός μοναδικού και παντοδύναμου ΕΓΩ, (το οποίο το χρειάζεται η ίδια για να μπορεί να το εκτρέφει, να το υπερτρέφει μέσω κατανάλωσης πλειάδας εγω-τονωτικών προϊόντων), ενός ΕΓΩ ασυμβίβαστου, υπερτροφικού, πολυπαινεμένου και εν τέλει άρρωστου και έωλου, το οποίο αδυνατεί να χωρέσει σε κάποιου είδους συλλογικότητα, διότι ακριβώς έχει πειστεί ότι είναι μοναδικό και ασυμβίβαστο και ότι έτσι κινδυνεύει να απορροφηθεί και να εξαερωθεί.

Από την άλλη μεριά ενώ καλλιεργεί εγωτικές αυταπάτες, φροντίζει ταυτόχρονα να τις αδρανοποιεί και να τις εξουδετερώνει, όταν το ίδιο ΕΓΩ που του καλλιεργεί την ιδέα της παντοδυναμίας αρχίζει να προβάλλει αντιρρήσεις και διεκδικήσεις επί της ουσίας της ύπαρξής του. Το άτομο βιώνει την αντίφαση και τη μηδαμινότητά του και αποτραβιέται. Αποκτά δηλαδή μια κουλτούρα ΗΤΤΑΣ από την οποία πηγάζει και η αίσθηση αδυναμίας και μοναξιάς.

3. Έχει καταφέρει να καλλιεργήσει από την άλλη μεριά, έναν άκρατο ατομικισμό, και αξίες ανταγωνιστικότητας που αποξενώνουν το άτομο από τον άλλον, τον οποίον ενδόμυχα βλέπει σαν ανταγωνιστή και εχθρό.

Όταν σπάει έτσι η κοινωνία σε μονάδες ασυντόνιστες, εχθρικές και ανταγωνιστικές, όταν απαξιώνονται οι συλλογικότητες οι οποίες είναι και οι μόνες μέσα στις οποίες μπορούν να τραφούν οράματα, να εξευρεθούν λύσεις, να αναπτυχθούν τα άτομα σε στιβαρές και υπεύθυνες προσωπικότητες και να γίνουν αγώνες, ΠΩΣ περιμένουμε τα πράγματα να είναι διαφορετικά;

Το θέμα της Μοναξιάς στο μεγάλο του μέρος πιστεύω ότι είναι θέμα ιδεολογικό και απορρέει από την διάχυτη κουλτούρα και τις αξίες του νεοφιλελευθερισμού που την υποβάλλουν και την υποθάλπουν. Η χρονική σύμπτωση των δυο αυτών περιόδων της επικράτησης του νεοφιλελευθερισμού και της έξαρσης της φιλολογίας ΠΕΡΙ Μοναξιάς/Μοναχικότητας νομίζω ότι είναι ένα καλό σημείο εκκίνησης για να εντοπισθούν οι ρίζες του φαινομένου.

Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2008

Το Νεοφιλελεύθερο Μοντέλο Εκπαίδευσης


Το παρόν άρθρο αποτελεί συνέχεια των δυο προηγούμενων, εδώ και εδώ, σχετικά με την ιδιωτικοποίηση της Ανώτατης Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης (ΑΤΕ), διαδικασία η οποία σε μικρό ή μεγάλο βαθμό έχει ήδη αρχίσει και προχωράει ολοταχώς στα πανεπιστήμια του Αγγλοσαξονικού κόσμου αλλά και σε χώρες του λεγόμενου Τρίτου, ή κάνει τα πρώτα της δειλά βήματα και αλλού, στη δική μας μη εξαιρουμένης.

Βασική μου θέση είναι ότι ο επιδιωκόμενος και συντελούμενος μετασχηματισμός στην Εκπαίδευση είναι σύμφυτος με το Νεοφιλελεύθερο Μοντέλο διάρθρωσης της κοινωνίας, το οποίο και αποτελεί το επικρατούν σχήμα τις τελευταίες τρεις δεκαετίες.

Σαν εισαγωγή στο θέμα θα αναφερθώ επιγραμματικά, για λόγους πληρότητας και μόνον, στα βασικά συστατικά στοιχεία του μοντέλου αυτού, το οποίο εμφανίστηκε στο προσκήνιο την περίοδο που συμπίπτει με τις τελευταίες ώρες της Σοβιετικής Ένωσης (από το 1980 και μετά), και ύστερα από αρκετά χρόνια κυριαρχίας της σοσιαλδημοκρατίας, όχι φυσικά συνεχώς, αλλά εναλλασσόμενης στην εξουσία με δεξιές κυβερνήσεις. Σήμερα η σοσιαλδημοκρατική εκδοχή έχει πάψει να λειτουργεί σαν αυτόνομη εναλλακτική λύση, μιας και τα επονομαζόμενα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα δεν διαφέρουν στο ελάχιστα από εκείνα τα οποία εφαρμόζουν νεοφιλελεύθερες πολιτικές.


Το ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

Για να μην υπάρξει περαιτέρω παρεξήγηση θα πρέπει να τονίσω, αν και έχει ειπωθεί κατά κόρον, ότι είναι άλλο πράγμα ο Φιλελευθερισμός και άλλο ο Νεοφιλελευθερισμός, με τον Νεοφιλελευθερισμό να μην αποτελεί μια απλή μετεξέλιξη ή βελτίωση του προηγούμενου.



Βασικές αρχές του αποτελούν:

1. η υποχώρηση των ορίων του κράτους, στη βάση ότι ο χωρίς ρυθμίσεις καπιταλισμός της αγοράς θα επιφέρει αποτελεσματικότητα, ανάπτυξη και γενική ευημερία. Γενικώς, «ό,τι ιδιωτικό καλό, ό,τι δημόσιο κακό»,

2. η επικράτηση του οικονομισμού και της επιχειρηματικής κουλτούρας, δηλαδή η επιβολή και υιοθέτηση από την κοινωνία και τα άτομα αξιών της αγοράς, όπως κτητικός ατομικισμός, αποτελεσματικότητα, ανταγωνιστικότητα, κερδοφορία,

3. η θεοποίηση των «αγορών», σαν των μοναδικών χώρων δια μέσου των οποίων μπορούν να παραχθούν και να διανεμηθούν από διαρκή αγαθά, μέχρι πνευματικές αξίες, από κεφάλαια μέχρι κοινωνική δικαιοσύνη,

4. η απορύθμιση των εργασιακών σχέσεων

5. η άκρατη ιδιωτικοποίηση αγαθών νοούμενων ως δημόσιων

6. η σταδιακή κατάργηση της έννοιας του Δημόσιου Αγαθού

Με κύριες συνέπειες

1. την αντικατάσταση των πολιτικών ελευθεριών από ελευθερίες σχετιζόμενες με καταναλωτικές επιλογές, την αντικατάσταση της ιδιότητας του πολίτη από αυτή του καταναλωτή,

2. την αποσάθρωση του δημόσιου χώρου σαν χώρου πολιτικής αντιπαράθεσης και διαμόρφωσης συλλογικοτήτων και ταυτότητας, την αδυναμία μετάφρασης ατομικών δυσπραγιών σε συλλογική πάλη,

3. την πλήρη απολιτικοποίηση και απαξίωση της πολιτικής δράσης

4. τη δημιουργία παθητικών πολιτών, που κοινώς δεν ξέρουν τι τους γίνεται, που πιθηκίζουν ένα χαρμάνι από μυστικιστικά, ανατολικά και εταιρικά λεξιλόγια,

5. την κοινωνική αποσάθρωση λόγω μεγέθυνσης των ανισοτήτων και της αυξανόμενης περιθωριοποίησης όλο και περισσότερων κοινωνικών στρωμάτων και μάλιστα αυτών της μεσαίας τάξης, τα οποία στα προηγούμενα μεταπολεμικά χρόνια είχαν συμβάλει καθοριστικά στο οικονομικό θαύμα της Ευρώπης και στα «χρυσά χρόνια» της ανάπτυξης.


Το ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

Οι βασικές του παραδοχές, συνεπείς προς τις νεοφιλελεύθερες αρχές όπως παρουσιάστηκαν παραπάνω είναι ότι:

1. η παροχή της εκπαίδευσης θα πρέπει να λειτουργεί με βάση την ανταποδοτικότητα και με θετικούς ισολογισμούς,

2. τα πανεπιστήμια, σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης θα πρέπει να γίνουν ανταγωνιστικά και να συνδεθούν με επιχειρήσεις για την εξεύρεση πόρων,

3. η εκπαίδευση είναι ένα οποιοδήποτε προϊόν με ανταλλακτική αξία

4. η εκπαίδευση δεν αποτελεί Δημόσιο Αγαθό,

5. ο έλεγχος της απόδοσης να γίνεται με τυποποιημένους μηχανισμούς και με μετρήσιμες ποσότητες,

6. η εκπαίδευση να προσανατολίζεται σε δεξιότητες που υπαγορεύονται από την αγορά και τις επιχειρήσεις,

7. το σύστημα να πριμοδοτεί και να επιβραβεύει τους νικητές ενώ θα αφήνει πίσω τους χαμένους και τους απροσάρμοστους,

Οι παραπάνω προγραμματικές, τρόπον τινά αρχές μεταφράζονται σε συγκεκριμένες ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ όπως


1. Το κλείσιμο σχολών που παρέχουν γενική παιδεία και δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες των επιχειρήσεων

2. Το άνοιγμα και χρηματοδότηση σχολών είτε από τις επιχειρήσεις τις ίδιες εντός των πανεπιστημίων, είτε από τα πανεπιστήμια με μόνο σκοπό την εξυπηρέτηση στενών επιχειρηματικών αναγκών,

3. Αποδυνάμωση ή συκοφάντηση του παιδευτικού ρόλου της διδασκαλίας με την υιοθέτηση μεθόδων computer learning και distance learning όπου τα μαθήματα προσφέρονται τυποποιημένα εν είδη κονσέρβας, και προφανώς αποκλείουν το διάλογο και την κριτική αποτίμηση.


ΣΧΟΛΙΑ - ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Εφ όσον τα νεοφιλελεύθερα ιδεολογήματα αποτελούν τα νέα πρότυπα, τους κοινούς τόπους, τα νέα αυτονόητα και ενέχουν θέση θέσφατων, ιστορικής αναγκαιότητας ή ακόμη και νόμων της φύσης, που έχουν εμποτίσει τη σκέψη των ανθρώπων, είναι λογικό να περιμένουμε ότι η νέα αυτή αντίληψη για την ουσία, τη δομή και τον ρόλο της εκπαίδευσης δεν μπορεί παρά να καθρεφτίζει τη γενικότερη τάση στην κοινωνία.

Πιστεύω ότι, όπως έχουν σήμερα τα πράγματα η νεοφιλελεύθερη σκέψη αποτελεί μονόδρομο παγκοσμίως, παρά τις όποιες αντιστάσεις προβάλλονται και ότι η εξέλιξη αυτή θα αναχαιτιστεί μόνο με την συνειδητοποίηση και προβολή συντονισμένης αντίστασης σε ποικίλα κοινωνικά μέτωπα και όχι μόνο στο συγκεκριμένο. Ακόμα θεωρώ σαν πρωταρχικό μέλημα

1) να αναλύσουμε και να ξεσκεπάσουμε τις ιδεολογικές μεταμφιέσεις του νεοφιλελευθερισμού που μολύνουν τη σκέψη και παρασέρνουν το μυαλό, ώστε να θεωρεί σαν τη μόνη λογική, τη λογική και τις αξίες των επιχειρήσεων,

2) να επεξεργαστούμε και να σκιαγραφήσουμε εναλλακτικά μοντέλα εκπαίδευσης και να προβάλλουμε επιτυχημένες πρωτοβουλίες σε διάφορα μέρη του κόσμου,

3) να ξαναστήσουμε στα πόδια της μια ουμανιστική παιδεία


Η υποστήριξη θέσεων ότι η Ιδιωτική Εκπαίδευση αποτελεί δικαίωμα επιλογής νομιμοποιημένο από τις κλασικές φιλελεύθερες αξίες φαντάζει ΑΦΕΛΗΣ σε συνθήκες άγριου και ανεξέλεγκτου καπιταλισμού. Αμάν εσείς οι φιλελεύθεροι, σε ποιον κόσμο νομίζετε πια ότι ζείτε;

A. Για να δώσω μόνο ένα παράδειγμα, φανταστείτε ότι το κράτος εκχωρεί σε κάποια επιχείρηση τη διαχείριση και την εκμετάλλευση ενός αριθμού δημόσιων σχολείων. Ποια θα ήταν η πρώτη κίνηση που θα έκανε η εν λόγω επιχείρηση; Θα απαιτούσε δια της δικαστικής οδού τον τερματισμό της κρατικής επιχορήγησης στα υπόλοιπα σχολεία για να μη νοθευτεί ο ανταγωνισμός της αγοράς. Το παράδειγμα της ΟΛΥΜΠΙΑΚΗΣ, γιατί να είναι διαφορετικό;

B. Ένα άλλο επιχείρημα που κυκλοφορεί περί της ανωτερότητας της ιδιωτικής ανώτατης εκπαίδευσης ή των κρατικών πανεπιστημίων που λειτουργούν όμως με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια (Αγγλία, Αμερική) είναι ότι βρίσκονται πρώτα στις λίστες των καλύτερων πανεπιστημίων του κόσμου.

Πράγματι, όπως έχω γράψει τόσες φορές, το θέμα δεν είναι ποιο πανεπιστήμιο πληροί ποια κριτήρια, αλλά ΠΟΙΟΣ βάζει τα κριτήρια και ΤΙ ΕΙΔΟΥΣ ΚΡΙΤΗΡΙΑ είναι αυτά. Είναι λογικό ότι αυτός που βάζει τα κριτήρια να έχει και τις μεγαλύτερες προϋποθέσεις και πιθανότητες να τα ικανοποιήσει. Το «καλό» δεν είναι μια έννοια για την οποία όλοι συμφωνούν, αλλά προκύπτει από κριτήρια ιδεολογικά προσδιορισμένα.

Έτσι, αν κοιτάξουμε τις εν λόγω λίστες βλέπουμε ότι στα 100 καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου φιγουράρουν 58 αγγλοσαξονικά και μόνο 3 γερμανικά. Και όταν το έτοιμο επιχείρημα είναι ότι τα Γερμανικά πανεπιστήμια έχουν «χαλάσει», αυτό να ξέρετε ότι μεταφράζεται ότι τα γερμανικά πανεπιστήμια δεν λειτουργούν σύμφωνα με τα αγγλοσαξονικά, δηλαδή με τα νεοφιλελεύθερα κριτήρια.

Γ. Ένας άλλος Μύθος είναι αυτός των υποτροφιών που τα καλά ιδιωτικά (το ‘καλά’ εδώ εξυποννοεί ότι υπάρχουν και κακά ιδιωτικά) διαθέτουν στους καλούς, αλλά φτωχούς φοιτητές. Η θέσπιση ενός ποσοστού υποτροφιών που θα δοθούν τί άλλο μπορεί να σημαίνει παρά το ότι αυτοί οι οποίοι διαθέτουν τις υποτροφίες ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΝ την ίδια στιγμή, βάζουν δηλαδή πλαφόν, και για το ποσοστό κοινωνικής κινητικότητας από τα κατώτερα στα ανώτερα στρώματα;

ΘΑ ΕΠΑΝΕΛΘΩ!

Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2008

Φύση και Λειτουργία της Ιδεολογίας: Από τον Marx στον Althusser



1. ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

Δεν είναι δυνατόν να ασχοληθεί κάποιος με την φύση και λειτουργία της Ιδεολογίας, χωρίς να αναφερθεί στη μαρξιστική παράδοση, στην οποία και κατέχει κεντρική θέση. Σύμφωνα λοιπόν με το κλασσικό μαρξιστικό σχήμα, Βάση/Εποικοδόμημα, η Ιδεολογία αποτελεί άμεση αντανάκλαση της Βάσης, δηλαδή του οικονομικού τρόπου παραγωγής. Έτσι, διαφορετικά παραγωγικά συστήματα θα παράγουν και διαφορετικές ταυτότητες, λογοτεχνίες, θρησκείες κ.λ.π, σαν συστήματα-φορείς ιδεολογίας.

Η διατήρηση και αναπαραγωγή των παραγωγικών σχέσεων βασίζεται στην ύπαρξη της ιδεολογίας, η οποία αποτελεί και την ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης, αυτής δηλαδή που κατέχει τα μέσα παραγωγής. Η ψευδής συνείδηση δημιουργείται από την εσωτερίκευση της κυρίαρχης ιδεολογίας από εκείνους των οποίων τα πραγματικά οικονομικά συμφέροντα δεν αντανακλώνται σ’αυτή και οι οποίοι την εκλαμβάνουν σαν τη μόνη και αυτονόητη αλήθεια, (όπως η δημιουργία της κοινής γνώμης, για παράδειγμα). Όλες οι άλλες αντιλήψεις οι οποίες διαφέρουν από τη νόρμα, εκλαμβάνονται σαν αιρετικές και οι φορείς τους περιθωριοποιούνται κοινωνικά.

Σύμφωνα με τον Marx, η Ιδεολογία είναι μια ψευδής αναπαράσταση του πραγματικού κόσμου, δηλαδή εξυπηρετεί στη παραμόρφωση των πραγματικών παραγωγικών σχέσεων και αντιθέσεων στη κοινωνία. Η Ιδεολογία έρχεται, για παράδειγμα να συσκοτίσει την πραγματική (χαμηλών απολαβών) οικονομική θέση που έχει κάποιος μέσα στο παραγωγικό σύστημα, με το να την αντισταθμίζει με ιδέες περί κοινωνικού status, κοινωνικής χρησιμότητας, σπουδαιότητας, περί ηθικών ανταμοιβών, κ.λ.π. τη στιγμή που οι οικονομικές συνθήκες ύπαρξής του ατόμου αυτού παραπέμπουν στο πόσο ασήμαντο και άχρηστο στην πραγματικότητα είναι.

Στο ερώτημα γιατί οι άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονται τον πραγματικό κόσμο, ο Marx αντιπαραθέτει την έννοια της αλλοτρίωσης, σύμφωνα με την οποία οι υλικές συνθήκες παραγωγής στον καπιταλισμό είναι τόσο κακές, που οι άνθρωποι στην αδυναμία τους να τις αντιμετωπίσουν κατασκευάζουν ή είναι πρόθυμοι να δεχτούν έτοιμες ωραιοποιημένες αναπαραστάσεις για τον κόσμο, οι οποίες στη συνέχεια τούς αποξενώνουν ακόμα περισσότερο από την πραγματικότητα και τους καθιστούν αδύναμους να επαναστατήσουν.

Η Ιδεολογία αποτελεί συνεπώς το δρόμο μέσα από τον οποίο ματαιώνονται οι ταξικοί αγώνες, διότι αποκρύπτεται η οικονομική βάση των κοινωνικών διαφορών και συγκρούσεων.


2. Η ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ του Louis ALTHUSSER

Αντίθετα με τον Marx, o Althusser δεν θεωρεί ότι υπάρχει πραγματικός κόσμος τον οποίο μπορούμε να γνωρίσουμε, και τούτο λόγω του διαμεσολαβητικού ρόλου της γλώσσας. (Έτσι ξεκίνησαν όλα από τον Lacan!)

Η Ιδεολογία είναι κάτι το ΑΝΑΠΟΦΕΥΚΤΟ, από την οποία δεν μπορούμε να ξεφύγουμε. Όταν μια ιδεολογία πεθάνει, αυτόματα αντικαθίσταται από μια άλλη! Διαφορετικές Ιδεολογίες δεν είναι παρά διαφορετικές προσπάθειες σύλληψης της κοινωνικής ‘πραγματικότητας’. ΔΕΝ είναι δυνατόν να υπάρχουν πραγματικές αναπαραστάσεις του πραγματικού κόσμου.

Οι επί μέρους ιδεολογίες, είτε πρόκειται για πολιτικές, για κοινωνικές, για θρησκευτικές, ηθικές, αισθητικές, κ.λ.π., όλες έχουν ενιαία δομή και φύση. Ο Althusser είναι μεν μαρξιστής, αλλά δομικός, (όσο και αν φαίνεται το όλο σχήμα οξύμωρο, καθότι το δομικό συνεπάγεται ανιστορισμό και αντιανθρωπισμό)˙ δεν ενστερνίζεται τον οικονομικό ντετερμινισμό του μαρξισμού, δεν πιστεύει ότι το εποικοδόμημα καθορίζεται αποκλειστικά από την οικονομική βάση, αλλά αντίθετα ότι μπορεί να λειτουργεί αυτόνομα και να επιδρά το ίδιο πίσω στη βάση. Επί πλέον δεν θεωρεί ότι ο άνθρωπος είναι αυτόνομος και αυτόβουλος (αντι-ανθρωπισμός).

Δεν υιοθετεί την κλασσική οικονομική ανάλυση του Marx για την Ιδεολογία, σαν ψευδή δηλαδή αναπαράσταση του πραγματικού κόσμου, αλλά θεωρεί ότι οι ιδεολογίες ‘αναπαριστούν τη φανταστική σχέση του ατόμου με τις πραγματικές συνθήκες ύπαρξής του’, τις επινοημένες σχέσεις του με τις σχέσεις παραγωγής.

Δηλαδή, η Ιδεολογία αναπαριστά όχι τον κόσμο per se, αλλά τη σχέση μας μ’ αυτόν˙ το πώς τον βιώνουμε και τον αισθανόμαστε. Ο κόσμος είναι το προϊόν των σχέσεών μας μ’ αυτόν. Η ύπαρξη ψευδούς συνείδησης κατά τον Marx, αυτόματα εξυποννοεί την δυνατότητα ύπαρξης ‘αληθούς΄ συνείδησης, κάτι με το οποίο δεν συμφωνεί όπως είδαμε, ο Althusser.

Η σημαντική, όμως συμβολή του στην ανάλυση του ιδεολογικού φαινομένου, είναι η θέση ότι η Ιδεολογία υποστασιοποιεί τα υποκείμενα, ότι δηλαδή μετασχηματίζει τα άτομα σε κοινωνικά υποκείμενα, οδηγώντας τα να συλλάβουν, (ή πιο σωστά να ‘φανταστούν’), τους εαυτούς τους σαν ‘αυτόνομους’ παράγοντες, οι οποίοι όμως βρίσκονται κάτω από την επήρεια της Ιδεολογίας. Η λέξη υποκείμενο στον Althusser έχει διττή σημασία. Αφ΄ ενός σημαίνει διακριτά και συγκεκριμένα άτομα, αφ’ ετέρου δηλώνει άτομα υποκείμενα, υποδουλωμένα στην Ιδεολογία.

Δηλαδή η υποκειμενοποίηση, η απόκτηση ταυτότητας μέσω της ιδεολογίας περνάει αναγκαστικά μέσα από ιδεολογικά συστήματα και από την ακούσια υποδούλωση του ατόμου σ’ αυτά.

Πώς όμως γινόμαστε υποκείμενα μέσω ιδεολογίας και πώς δεν το αναγνωρίζουμε; Πώς γίνεται να πιστεύουμε ότι οι δικές μας πεποιθήσεις είναι οι μόνες πραγματικές και όλων των άλλων πλάνες; Ο Althusser απαντάει με την εισαγωγή της έννοιας της ‘Προσωπικής Έγκλησης’. Όλες οι απειράριθμες κατηγορίες υποκειμένων, όπως ξανθός, έξυπνος, εργατικός, όμορφος, φτωχός κ.λ.π. υπάρχουν γενικώς και περιμένουν καθέναν από μας να τις ‘γεμίσουμε’, δηλαδή να ταυτιστούμε με κάποια απ’ αυτές μέσω συγκεκριμένων ατομικών πρακτικών (εξ ου και η υλική υπόσταση της Ιδεολογίας).

Η δημιουργία υποκειμένων (καταναλωτών) μέσα από την Ιδεολογία της κατανάλωσης συμβαίνει καθημερινά με τις διαφημίσεις οι οποίες είναι σχεδιασμένες στο να απευθύνονται στον καθέναν από μας προσωπικά. Αν υπάρξει ανταπόκριση, δηλαδή αν αγοραστεί στη συγκεκριμένη περίπτωση το προϊόν, τότε ο αγοραστής γίνεται μέρος, (υποκείμενο) του αντίστοιχου ιδεολογικού συστήματος που πρεσβεύει η διαφήμιση αυτή. Αν η διαφήμιση π.χ. αφορά κάποιο αυτοκίνητο που απευθύνεται σε εύπορα και δυναμικά άτομα, τότε με την απόκτησή του αποκτώ και την συμπεριφορά εύπορου και δυναμικού ατόμου και δρω αναλόγως.

Άλλο παράδειγμα˙ η ιδεολογία της αξιολόγησης του εκπαιδευτικού συστήματος λέει ότι τα άτομα με τη δική τους ‘βούληση’, υπόκεινται στη διαδικασία της βαθμολόγησης. Αν πάρουν καλούς βαθμούς, τότε έχουν το δικαίωμα να ονομάσουν τους εαυτούς τους έξυπνους, επιμελείς, επιτυχημένους κ.λ.π. Για να μπορέσουν όμως να πάρουν αυτό το status πρέπει να υποταχθούν στο απρόσωπο σύστημα βαθμολόγησης. Οι συγκεκριμένοι μαθητές τότε ‘εγκαλούνται’. Τους δίνεται η δυνατότητα να υποστασιοποιήσουν τις κατηγορίες ‘έξυπνος’, ‘επιμελής’, ‘επιτυχημένος’ μόνο αν ΄αναγνωρίσουν’ το εξεταστικό σύστημα. Το όλο σύστημα ενώ φαίνεται φυσιολογικό και αυτονόητο στηρίζεται σ’ ένα μύθο. Η πραγματικότητα είναι ότι έτσι εξασφαλίζεται και αναπαράγεται ο καταμερισμός εργασίας, που είναι από τα βασικά συστατικά της καπιταλιστικής λειτουργίας.

O Alhtusser με τις θέσεις του αυτές δεν αφήνει χώρο γιά αντίσταση, μιας και θεωρεί ότι το διακύβευμα δεν είναι ανάμεσα στο πραγματικό (το οποίο θα μπορούσε κατά συνέπεια να διεκδικηθεί) ή στο ιδεολογικό, αλλά ανάμεσα σε ανταγωνιστικές ιδεολογίες.


3. ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟΙ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΙ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ
Η συμβολή του Althusser στην μαρξιστική θεωρία του κράτους περί εξουσιαστικών καταπιεστικών μηχανισμών φυσικής βίας είναι η επισήμανση των Ιδεολογικών Μηχανισμών του Κράτους (ΙΜΚ), οι οποίοι εξασκούν βία (συμβολική) με κυρίαρχο στοιχείο την Ιδεολογία.

Οι ΙΜΚ εμφανίζονται με τη μορφή διακριτών και ειδικευμένων θεσμών, όπως
Οι θρησκευτικοί,
Οι σχολικοί,
Οι οικογενειακοί,
Οι πολιτιστικοί,
Το νομικό σύστημα,
Το πολιτικό,
Το συνδικαλιστικό,
Τα Μ.Μ.Ε.

Και ότι η κυρίαρχη τάξη δεν μπορεί να συνεχίσει να κατέχει την εξουσία αν συγχρόνως δεν κατέχει ηγεμονική θέση μέσα στους ΙΜΚ.


ΥΓ. Το παραπάνω κείμενο γράφτηκε πριν από χρόνια, όταν ήμουν μικρή και άπειρη, και θα μου συγχωρήσετε το γεγονός ότι δεν θυμάμαι από ποια άρθρα τα ξεσήκωσα αυτά που έγραψα, πέρα βέβαια από το κλασσικό βιβλίο του Αλτουσέρ: ΘΕΣΕΙΣ.

Δευτέρα, 24 Μαρτίου 2008

Ας μιλήσουμε για "Ιδεολογία"



ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ; (Μερικοί γενικοί και εύκολοι ορισμοί)

Είναι μία κοσμοαντίληψη, ένα συστηματοποιημένο σύνολο ιδεών, κρίσεων και επιχειρημάτων, μύθων, συμβόλων, δογμάτων και αναπαραστάσεων που παρέχει ολιστικές ερμηνείες για την κατανόηση και προσδιορισμό των πολιτικών, κοινωνικών ή πολιτιστικών τεκταινομένων, καθώς επίσης και αρχές και κατευθύνσεις συμπεριφοράς, έτσι ώστε η Ιδεολογία να καθίσταται η συνεκτική ύλη μίας ομάδας ατόμων, ή μιας κοινωνίας. Π.χ. τόσο η θρησκεία, όσο και η πολιτική σαν επί μέρους ιδεολογίες αποτελούν μεν πλάνη, παρέχουν δε σε μεγάλα σύνολα ανθρώπων θετικά κίνητρα δράσης, κανονιστικά πλαίσια συμπεριφοράς και συμβάλλουν στην ενίσχυση του κοινωνικού ιστού.


Επίσης η Ιδεολογία μπορεί να ειδωθεί σαν ένα σύστημα επιβολής κυριαρχίας για να υπερασπίσει τα συμφέροντα μιας ομάδας, να υποστηρίξει τα μέλη της και να διασφαλίσει την περαιτέρω ανάπτυξή τους.


Η Ιδεολογική ερμηνεία του κόσμου προέρχεται κατ’αρχήν από το γεγονός ότι δεν είναι δυνατόν να οριστεί μια ερμηνεία καθολικά αποδεκτή λόγω της μεγάλης πολυπλοκότητας των φυσικών και κοινωνικών συστημάτων. Αυτό έχει σαν συνέπεια να διατυπώνονται διάφορες θεωρίες προς την κατεύθυνση αναζήτησης της αλήθειας, σύμφωνα πάντα με συγκεκριμένους κανόνες ώστε να θεωρηθεί μια θεωρία δομικά έγκυρη. Όταν όμως οι θεωρίες αρχίζουν να διεκδικούν αξιωματικά τα πρωτεία και το αλάθητο, να φετιχοποιούνται, και να επεκτείνουν το πεδίο εφαρμογής τους επί παντός επιστητού, τότε υποβιβάζονται σε Ιδεολογίες.

ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ: Η Ιδεολογία στο Στόχαστρο

Η Ιδεολογία αποτελεί το αντίθετο της Αλήθειας και το αντίθετο της Επιστήμης.

Είναι η μετατροπή μιας Θεωρίας σε –ισμό.

Η Ιδεολογία οδηγεί στην πράξη, σε αντίθεση με τη Θεωρία.

Είναι προϊόν κατανάλωσης για τις μεγάλες μάζες.

Οι ιδέες που εμπεριέχει λειτουργούν γενικευτικά και κατηχητικά. Οι Ιδεολογίες είναι πάντα εύκολες, απλές και διαφημιστικές.

Αποκτούν τον χαρακτήρα Πίστης. Δεν είναι διαλογισμός, παρά μια ψευδαίσθηση.

Σε αντίθεση με την Επιστήμη, η οποία βρίσκεται σ’ενα διαρκές γίγνεσθαι προς αντικειμενικά όρια, οι Ιδεολογίες τείνουν να αποκρυσταλλωθούν, και σε μερικές περιπτώσεις να συνυφασθούν με τις υπάρχουσες πολιτιστικές και εθνικές παραδόσεις, ο διαχωρισμός από τις οποίες καθίσταται εξαιρετικά δύσκολος, μιας και η απάρνηση μιας ιδεολογίας θα συνεπαγόταν αυτόματα και την απάρνηση, ας πούμε μιας ταυτότητας.

Οι Ιδεολογίες στο αποκορύφωμά τους είναι εκλαϊκευμένα δόγματα. Οι Ιδεολογίες εμμένουν σε μερικά σχήματα και τείνουν να διατηρηθούν ανέπαφες και μ’ αυτή την έννοια είναι συντηρητικές. Οι ιδεολογικές πολώσεις αντέχουν ακόμα και όταν οι πραγματικότητες που τις ανέδειξαν έχουν περάσει.

Η Ιδεολογία είναι μια φιλοσοφία εκλαϊκευμένη, απλοποιημένη, γενικευμένη, δραματοποιημένη, εξαγνισμένη μια ψευδοϊδέα, ένας λόγος γελοιοποιημένος και διεφθαρμένος από μια έντονη προσπάθεια μαζοποίησης.
Οι Ιδεολογίες έχουν άκαμπτο και ολοκληρωτικό χαρακτήρα. Σε αντίθεση με τον επιστημονικό στοχασμό, δεν έχουν την επιθυμία να βρουν την αλήθεια, αλλά να χειραγωγήσουν, να ενσωματώσουν και να εξουσιάσουν, στοιχεία τα οποία αποτελούν κεντρικά χαρακτηριστικά της Πολεμικής Φύσης της Ιδεολογίας.


Στην επόμενη ανάρτηση θα παρουσιάσω δύο κεντρικές πολιτικές προσεγγίσεις του Ιδεολογικού φαινομένου, την Μαρξιστική, που κρατάει αρνητική στάση, και αυτή του L. Althousser, που είναι ουδέτερη.

Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2008

Η Αβάσταχτη Ανοησία του Μεταμοντέρνου: Υπόθεση Sokal (revisited)



Η Υπόθεση Sokal είναι πάνω από δέκα χρόνια παλιά, αλλά ο τρόπος σκέψης που παρώδησε ακόμα ζει και βασιλεύει στα κοινωνικά πολιτισμικά πράγματα. Για το λόγο αυτό θεωρώ ότι είναι παραπάνω από ποτέ επίκαιρη και με χαρά την επαναφέρω στο προσκήνιο.




ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ


Το 1996, ο καθηγητής θεωρητικής φυσικής του πολιτειακού πανεπιστημίου της Ν. Υόρκης, Alan Sokal υπέβαλε προς δημοσίευση στους εκδότες του αριστερών αποχρώσεων εγκυρότατου πολιτισμικού/φιλοσοφικού περιοδικού «Social Text», με τον πολύ κ. Fredric Jameson (Το Μεταμοντέρνο, εκδ. Νέφέλη ) στο editorial board, (τότε), άρθρο-παρωδία με τίτλο “Transgressing the Boundaries-Towards a Transformative Hermeneutics of Quantum Gravity”, (Παραβιάζοντας τα όρια - Προς μια Μετασχηματιστική Ερμηνευτική της Κβαντικής Βαρύτητας), το οποίο πέρασε απαρατήρητο από τους εκδότες και εγκρίθηκε προς δημοσίευση. Το άρθρο ήταν σκοπίμως γραμμένο με τρόπο ώστε να κολακεύει τις ιδεολογικές προκαταλήψεις των εκδοτών και πασπαλισμένο με το ειδικό μεταμοντέρνο λεξιλόγιο των πολιτισμικών σπουδών, μια γεύση του οποίου πήρατε ήδη στο άρθρο «Η Πραγματικότητα της Ανοησίας».

Ο Sokal ύστερα από λίγο καιρό αποκάλυψε με άρθρο του στο περιοδικό "Lingua Franca" τους λόγους που τον ώθησαν να το κάνει, τα επίμαχα σημεία του αρχικού άρθρου και ότι το κείμενο δεν ήταν παρά μια παρωδία σχεδιασμένη να αποκαλύψει την χρεοκοπία των μεταμοντέρνων ιδεών. Η αποκάλυψη αυτή σήκωσε θύελλα αντιδράσεων σε ολόκληρο τον κόσμο και καλύφτηκε από τα μεγαλύτερα περιοδικά και εφημερίδες της Αμερικής αλλά και της Ευρώπης.

ΤΑ ΚΙΝΗΤΡΑ

«...Ο κύριος στόχος είναι οι σύγχρονοί μου αυτοί, οι οποίοι από ευσεβείς πόθους και μόνον έχουν οικειοποιηθεί συμπεράσματα της φιλοσοφίας της επιστήμης θέτοντάς τα στην υπηρεσία κοινωνικών και πολιτικών θεμάτων όπου, δυστυχώς, τα συμπεράσματα αυτά δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστούν. Ένας εσμός περίεργων όπως φεμινίστριες, θρησκευόμενοι απολογητές και άλλοι έχουν βρει αρκετό πρωτογενές υλικό στην κατ’ ομολογία αδυναμία σύγκρισης των φυσικών με τις κοινωνικές επιστήμες. Ο παραμερισμός της αντίληψης ότι αυτά που μετράνε είναι τα γεγονότα και τα αποδεικτικά στοιχεία τα ίδια, από την ιδέα ότι όλα ανάγονται σε υποκειμενικά συμφέροντα και προοπτικές, είναι η πλέον φανερή ένδειξη του αντι-διανοουμενισμού του καιρού μας...».


«....Δεν έγραψα αυτό το άρθρο παρωδία», λέει ο Sokal, « για τους λόγους που νομίζετε. Ο σκοπός μου δεν ήταν να προστατεύσω την επιστήμη από τις βαρβαρικές ορδές των λογοτεχνικών κριτικών ή της κοινωνιολογίας. Γνωρίζω πολύ καλά ότι οι κυριότεροι εχθροί της επιστήμης σήμερα είναι οι πολιτικοί και οι εταιρίες που κάνουν περικοπές στη χρηματοδότηση και όχι μια χούφτα μεταμοντέρνων ακαδημαϊκών. Ο σκοπός μου μάλλον, ήταν να υπερασπιστώ αυτό που μπορεί να ονομαστεί επιστημονική κοσμοθεώρηση, δηλαδή το σεβασμό για τα αποδεικτικά στοιχεία και τη λογική, και για την αδιάκοπη σύγκριση των θεωριών με τον πραγματικό κόσμο: εν ολίγοις για το λογικό επιχείρημα έναντι των ευσεβών πόθων, έναντια στη δεισιδαιμονία και τη δημαγωγία. Όπως επίσης, και για την προσπάθειά μου να υπερασπιστώ τη θέση μου ότι αυτές οι παλιές καλές ιδέες είναι κατά κύριο λόγο πολιτικές.


Είμαι πραγματικά ανήσυχος για τη τάση της αμερικανικής αριστεράς, ιδιαίτερα εδώ στην academia, να απομακρύνεται από την διατύπωση μιας προοδευτικής κοινωνικής κριτικής και να οδηγεί έξυπνους και αφοσιωμένους ανθρώπους σε κενού περιεχομένου διανοητικές μόδες. Να υπονομεύει ακόμα και τις προοπτικές για μια τέτοια κριτική και να προωθεί τον υποκειμενισμό και τις σχετικιστικές φιλοσοφίες που κατά τη γνώμη μου δεν συνάδουν με μια ρεαλιστική ανάλυση της κοινωνίας....».


«...Η έγνοια μου είναι η διάδοση του ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟΥ τρόπου σκέψης στην διανοητική και πολιτική ζωή. Ό,τι με προβληματίζει είναι η εξάπλωση, όχι της ίδιας της ανοησίας και του ακατάστατου τρόπου σκέψης per se, αλλά αυτό το ιδιαίτερο είδος ανοησίας, αυτής που αρνείται την ύπαρξη ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΩΝ πραγματικοτήτων. Υπάρχει πραγματικός κόσμος, οι ιδιότητές του δεν είναι κοινωνικές κατασκευές, τα γεγονότα και τα αποδεικτικά στοιχεία πραγματικά μετράνε. Αρκετή από τη σημερινή ακαδημαϊκή θεωρία προσπαθεί να συσκοτίσει αυτές τις αυτονόητες αλήθειες. Με το να δημοσιεύσουν το άρθρο μου, οι εκδότες επιβεβαιώνουν το γεγονός ότι η μεταμοντέρνα φιλολογική θεωρία έχει φτάσει σε ένα λογικό εξτρεμισμό.


Η ακατανοησία μετατρέπεται σε αρετή, οι υπαινιγμοί οι μεταφορές και τα λογοπαίγνια αντικαθιστούν την ανάγκη για απόδειξη και τη λογική. Πολιτικά, είμαι θυμωμένος γιατί όλη αυτή η ανοησία πηγάζει από την επονομαζόμενη Αριστερά, η οποία στο παρελθόν είχε ταυτιστεί με την Επιστήμη και ήταν εναντίον του σκοταδισμού. ..»





ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ
ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ

Ήδη, στην πρώτη-πρώτη παράγραφο ο Sokal αναφέρεται απαξιωτικά στο «ΔΟΓΜΑ» του ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ που λίγο-πολύ κάθισε σαν κατάρα πάνω στα διανοητικά μας πράγματα με το να μας επιβάλλει «ΣΚΟΤΑΔΙΣΤΙΚΕΣ» αντιλήψεις του τύπου:

1. «..ότι υπάρχει εκεί έξω ένας αντικειμενικός κόσμος του οποίου οι ιδιότητες είναι ανεξάρτητες από τον άνθρωπο, ότι οι ιδιότητες αυτές είναι εγγεγραμμένες σε αιώνιους φυσικούς νόμους και ότι τα ανθρώπινα όντα μπορούν να γνωρίσουν. Έστω και ατελώς αυτούς τους νόμους με το να καταφεύγουν σε δήθεν αντικειμενικές μεθόδους που ονομάζονται, αδίκως, επιστημονικές..».

Οι κ.κ. κριτές λοιπόν με τη δημοσίευση του άρθρου αυτού, φαίνεται να εγκρίνουν και να επαυξάνουν την ύπαρξη ενός μη αντικειμενικού κόσμου.


Συνεχίζοντας ο Sokal, στη δεύτερη παράγραφο υπογραμμίζει χωρίς να προβάλλει το ελαχιστότατο επιχείρημα ότι:


2. «...η φυσική πραγματικότητα είναι μια κοινωνική και ΓΛΩΣΣΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ..»

3. «...ότι οι ψυχοαναλυτικές μέθοδοι του Lacan έχουν επιβεβαιωθεί από πρόσφατες εργασίες της Κβαντικής Βαρύτητας...»


4. «...ότι το αξίωμα της ισότητας στη μαθηματική θεωρία συνόλων είναι κατά κάποιο τρόπο ανάλογο με την ομώνυμη αρχή της φεμινιστικής πολιτικής.

Πέρα από το διασκεδαστικό αυτό απάνθισμα που παρουσιάσαμε, η κεντρική θέση που θέλει να προβάλει και να υποστηρίξει ο συγγραφέας είναι ότι η κβαντική βαρύτητα σε μια απειροστή περιοχή της τάξης του 10^(-43) για παράδειγμα, έχει σημαντικές πολιτικο-κοινωνικές συνέπειες, οι οποίες προφανώς είναι και προοδευτικές.
Όλο το υπόλοιπο άρθρο κινείται προς την κατεύθυνση υποστήριξης της θέσης αυτής , η οποία είναι ακόμα πιο παράλογη από αυτές που γεννάει ένας random post-modern text generator.

Ακόμα ένα πιο νόστιμο:
5. «...Η Κβαντική Φυσική είναι εντελώς σύμφωνη με την μεταμοντέρνα επιστημολογία...»

Κατόπιν ανακατεύει Ντεριντά και Γενική Σχετικότητα, Λακάν και Τοπολογία, όλα αυτά συνδεδεμένα μεταξύ του με πομπώδεις εκφράσεις περί μη-γραμμικότητας, ενδο-συνδετότητας, ροής κ.λ.π. για να καταλήξει στην ύπαρξη μιας «Μεταμοντέρνας Επιστήμης».


6. «.. Η επιστήμη για να δράσει απελευθερωτικά, πρέπει να υποταχθεί στις πολιτικές στρατηγικές...», και « ...ότι για τον σκοπό αυτό πρέπει να αλλάξει ο κανόνας των μαθηματικών..»


Μιλαάει κατόπιν για τα «χειραφετητικά μαθηματικά» προσθέτοντας ότι «η catastrophe theory, (που όντως υπάρχει), με τη διαλεκτική της έμφαση στην συνέχεια/ασυνέχεια, και μεταμόρφωση/ξεδίπλωμα θα παίξει σημαντικό ρόλο στα μαθηματικά του μέλλοντος...».


Τελειώνοντας, θεωρώ περιττό να κάνω οποιοδήποτε άλλο σχόλιο, μιας και η προφάνεια της ασυναρτησίας είναι αντιληπτή και από τον πιο άσχετο στα μαθηματικά και τη φυσική.

Πέμπτη, 20 Μαρτίου 2008

ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ ΣΥΣΚΟΤΙΣΗ....


Αφιερωμένο "εξαιρετικά" στους απεργούς της ΔΕΗ

Μόλις έσβησαν τα φώτα στην κουζίνα και βεβαιώθηκα ότι πουθενά αλλού στο σπίτι δεν υπήρχε φως, ούτε και τριγύρω στη γειτονιά, ούτε και πιο πέρα στην πολιτεία ίσαμε εκεί που έφτανε το μάτι, στην άκρη του λιμανιού, αναπήδησα σαν σούστα και με την καρδιά να χτυπάει γοργά έτρεξα στo σερβάν για να πάρω τις μπλε κόλλες που η μάνα φυλούσε για τα παράθυρα, τις ώρες της συσκότισης όταν άρχιζαν να βουίζουν οι σειρήνες αναγγέλλοντας μια συνηθισμένη αεροπορική επιδρομή.

Τι κάνεις μωρή Κερασούλα, μου έβαλε τις φωνές. Ξέχασες ότι τέλειωσε πια η κατοχή κι ο πόλεμος; Τι αλάφιασες έτσι σαν το ζουλάπι που είδε τον κυνηγό φαντάρο; Αμάν κόρη μου έλα κούρνιασε πια, ησύχασε επί τέλους. Δεν είναι τίποτε. Κάνα π'λι θάκατσε σε κάνα σύρμα, θάρθε και καμιά ζόρικια θηλυκιά για παρέα, θα παρακουνήθηκαν τα καλώδια, και να, πολύ νομίζεις θέλ’ να γενεί η ζημιά;

Πήγαμε στο σαλόνι, τραβήξαμε τις κουρτίνες, για να δούμε επί τέλους τον ουρανό και κάτσαμε παρέα στις ντιβανοκασέλες γύρω-γύρω από το τραπεζάκι. Ο πατέρας σε μια γωνιά καθότανε αμίλητος, και κάπνιζε. Η καύτρα, μοναδική φωτεινή πηγή στο δωμάτιο, μαγνήτιζε τα βλέμματα ολονών μας έτσι που την κινούσε ράθυμα, μια προς τα πάνω στο στόμα και μια προς τα κάτω στο τασάκι ή να αιωρείται στο κενό. Η μητέρα είχε αφήσει το πλεχτό στην άκρη και σταύρωσε τα χέρια της μην έχοντας τίποτα να κάνει. Τόσα χρόνια τώρα, που αυτά τα χέρια δεν κόπασαν ποτέ να δουλεύουν και να δέρνουν, να δέρνουν παιδιά και μετά εγγόνια. Τα εγγόνια είναι αλήθεια με μικρότερη δύναμη, γιατί είχαν περάσει και τα χρόνια.

Ευλογημένη απραξία. Η γιαγιά κούρνιασε στη γωνία, κάρφωσε τα μάτια στον ουρανό, παρασύρθηκε από τα φως ενός αστεριού που τρεμόπαιζε στον ορίζοντα, και με το βλέμμα καρφωμένο εδώ και ώρα στην ίδια κατεύθυνση αποκοιμήθηκε. Τον παππού τον είχαμε χάσει πριν από καιρό, κάτω από συνθήκες που κανείς δεν ήθελε να μιλάει πια γι’ αυτές. Κυρίως η γιαγιά, που όταν της το θυμίζανε έλεγε πάντα ότι ο παππούς γλίστρησε μια σκοτεινή βραδιά στο μουσκεμένο σοκάκι με τις γυαλισμένες πέτρες και έφαγε το κεφάλι του. Η αλήθεια όμως ήταν άλλη, την είχα μισακούσει από μισόλογα στο μπακάλικο του κυρ-Ανέστη, ότι τον παππού μου τάχατες τον φάγανε οι πουτάνες, που μια νύχτα, εκείνη τη νύχτα ειδικά, του πέταξαν τα μάτια έξω και τον σχόλασαν μιας δια παντός και εις τον αιώνα των αιώνων αμήν.

Ο Νάσος ήταν ο μόνος που δεν μπορούσε να βολευτεί στην ομήγυρη. Πήγε ήρθε, πήγε ήρθε κάμποσες φορές και μετά κουράστηκε, παλουκώθηκε κιαυτός σε μια γωνιά και βυθίστηκε στον εαυτό του. Τέλος ήρθε κι η ριρίκα η ψιψίνα για να συμπληρώσει την εικόνα της ευτυχισμένης μας οικογένειας.

Μην έχοντας άλλο τι να κάνουμε, αφουγκραστήκαμε στην αρχή ο ένας τις ανάσες του άλλου, πρόσεξα ότι ο μπαμπάς ανάσανε περίεργα, έβγαζε έναν αστείο, λίγο βραχνό συριγμό, μετά υπήρχε παύση και ύστερα μια πολύ βαθιά ανάσα για να μαζέψει όσον αέρα δεν είχαν τη δύναμη να μαζέψουν οι προηγούμενες δυο. Στο μισόφως, με ό,τι φως ερχόταν από τις άλλες περιοχές του σύμπαντος, τις φωτεινές, είδα το πρόσωπο της μάνας, γερασμένο. Οι ρυτίδες είχαν χαλάσει το περίγραμμά που τώρα διαγραφόταν ακανόνιστο και με άτσαλες ασυνεχείς γραμμές. Τα χέρια της δε, τώρα που 'ταν ακίνητα, πρόσεξα ότι έτρεμαν και μάλιστα πολύ. Άντε, πάει κιαυτή για σχόλασμα σκέφτηκα. Άντε να βαστήξει για κάνα δυο-τρια ακόμα πουλόβερ.


Η γιαγιά θαρρείς άντεχε περισσότερο. Την είχαμε ξεγραμμένη εδώ και πολύ καιρό, όταν πρωτόπεσε και είχαμε αρχίσει να προετοιμαζόμαστε για τα σχετικά, αλλά μετά σταμάτησε την κατηφόρα έπιασε ισιάδα και έτσι πάει καμιά δέκα χρόνια τώρα.

Η πόλη ήταν ακόμα βυθισμένη στο σκοτάδι και η τηλεόραση άδειο κουφάρι στεκόταν στη γωνιά βουβή και άχρηστη. Θαρρείς με το σκοτάδι σκοτείνιασαν κι οι θόρυβοι. Οι άνθρωποι αφήκαν τους δρόμους, από πίσω ακολούθησαν και οι σκιές και μαζεύτηκαν στις τρύπες τους, όπως εμείς καλή ώρα. Η γιαγιά κάποια στιγμή πετάχτηκε αλαφιασμένη απ’ τον ύπνο, μουρμούρισε κάτι ακαταλαβίστικα χωρίς ν’ ανοίξει τα μάτια, κάπως της χάιδεψε την πλάτη η μάνα και η γιαγιά ξαναγύρισε στον κόσμο της. Όχι, όχι, δεν ήρθαν σήμερα τ’ αεροπλάνα. Κοιμήσου. Κανείς δεν σκοτώθηκε απόψε. Ούτε αύριο θα σκοτωθεί. Μην ανησυχείς.

Ο πατέρας ήταν καρφωμένος στο ίδιο σημείο, μόνο κάπνιζε και ανέπνεε βαριά. Η καύτρα σαν σημαδούρα τον πρόδιδε ότι ήταν ακόμα εκεί. Η μάνα γύρισε και τον κοίταξε με ανησυχία. Τελείως άλλο πρόσωπο από αυτό που πρωταντίκρυσα. Αλλοιωμένο, απόκοσμο, λειψό. Κάθε δεκαετία και ένα άλλο στρώμα πάνω στο προηγούμενο. Ως πότε; Κάποια στιγμή ένα από αυτά θα 'ναι και το τελευταίο. Μέσ’ το σκοτάδι έμοιαζε με άγιο. Η μάνα ακούμπησε τα μάτια της επάνω του και δάκρυσε. Μεσ’ το σκοτάδι δεν την πήραμε χαμπάρι.

Οι ώρες περνούσαν με μας βυθισμένους στην θαλπωρή ενός αργοκίνητου χρόνου.
Ακόμα να φύγει το π'λι; Αναρωτήθηκε η μάνα.

Έφυγαν, έφυγαν ξεφώνισε ο Νάσος, όταν μια λάμψη στο βάθος του απέσπασε την προσοχή. Και μετά μια άλλη δεξιότερα και μια άλλη ζερβότερα, κι ύστερα σαν πυγολαμπίδες άρχισαν να ξεπετάγονται ένα, ένα τα φώτα σε κάθε μεριά όπου κι αν γύριζες το κεφάλι. Σε ένα δυο δευτερόλεπτα ένα φωτεινό κύμα πέρασε από πάνω μας και μας ταρακούνησε. Το δωμάτιο σκόρπισε με μιας και ο καθένας γύρισε στις δουλειές του και στον δικό του χρόνο.

Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2008

Περί Ιδιωτικών Πανεπιστημίων, (συνέχεια)



Βλέποντας το ενδιαφέρον που προκάλεσε η χθεσινή ανάρτηση για την Ιδιωτική Ανώτατη Εκπαίδευση στην Τουρκία και τις ποικίλες γνώμες και αντιδράσεις που εκφράστηκαν στα σχόλια, θα ήθελα να δώσω ακόμα μια ευκαιρία στο διάλογο μέσα από το συμμάζεμα τρόπον τινά όλων όσων ειπώθηκαν και σχολιάστηκαν χθες, χωρίς να αποκρύπτω το γεγονός ότι για πολλά πράγματα προβληματίστηκα αρκετά. Το ευχάριστο ήταν ότι αμφότερες οι αντιδιαμετρικές απόψεις επί του θέματος αντιπροσωπεύτηκαν εξ ίσου, πράγμα που ελπίζω ότι έκανε τον διάλογο πιο περιεκτικό και γόνιμο.

Για το θέμα της Ιδιωτικής Ανώτατης Εκπαίδευσης, κάθε συνειδητός πολίτης νομίζω ότι οφείλει να ξεκαθαρίσει μέσα του δυο πράγματα:

Πρώτον, σχετικά με τη στάση που θα κρατήσει στο πρόβλημα της Ιδιωτικοποίησης της Ανώτατης Παιδείας γενικώς, που είναι θέμα θεωρητικό και ιδεολογικό,

Δεύτερον, στο κατά πόσον θεωρεί ότι η Ιδιωτική Ανώτατη Εκπαίδευση είναι εφικτή στη χώρα μας, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα ελληνικά δεδομένα και ιδιαιτερότητες.

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ;

Το Πανεπιστήμιο συναρτάται από πολλές σχολές όπου θεραπεύονται πολλές ειδικότητες θετικών και θεωρητικών σπουδών και όχι γκρουπούσκουλα διασπαρμένα σε διάφορα χωράφια και με λειψές σχολές, ως επί το πλείστον επαγγελματικού περιεχομένου.

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΟ;

Πρωταρχικό μέλημα νομίζω είναι να ξεκαθαρίσουμε τι ακριβώς εννοούμε με τον όρο ΙΔΙΩΤΙΚΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑ (Γενικώς), διότι φάνηκε χθες καθαρά ότι υπήρχε μεγάλη ασυνεννοησία ως προς τον ορισμό.

Για παράδειγμα,
Α) Θα ονομάζαμε «ΙΔΙΩΤΙΚΑ» όλα τα πανεπιστήμια ανεξαιρέτως, εφ όσον χρεώνουν δίδακτρα; Κατά τη γνώμη μου όχι. Τα πανεπιστήμια στην Αγγλία χρεώνουν δίδακτρα, είναι διοικητικά αυτόνομα, αλλά ανήκουν στο κράτος, επιδοτούνται από το κράτος και δεν είναι περιουσία κανενός. Τα δίδακτρα δε αυτά (για τις προπτυχιακές πάντα σπουδές μιλάμε) δεν τα πληρώνουν οι Άγγλοι και EU φοιτητές, παρά μόνον μετά το πέρας των σπουδών τους και εφ όσον έχουν εξασφαλίσει ικανοποιητική εργασία.

Β) Από την άλλη μεριά υπάρχουν ιδιωτικά πανεπιστήμια τα οποία ανήκουν σε συγκεκριμένους επιχειρηματίες όπως μερικά ιδιωτικά τουρκικά, για παράδειγμα το πανεπιστήμιο Κοτς της γνωστής μεγάλης οικογένειας ή άλλα που ανήκουν στη εκκλησία, για παράδειγμα υπάρχουν και τέτοια στην Γαλλία. Τα τουρκικά ιδιωτικά επιδοτούνται από το κράτος, έως και 50% της επιδότησης των αντίστοιχων κρατικών.

Γ) Υπάρχουν και τα μεγάλα ιδιωτικά Πανεπιστήμια της Αμερικής, Χάρβαρντ, Πρίνστον, ΜΙΤ τα οποία χρεώνουν κολοσσιαία δίδακτρα, αλλά επιδοτούνται από το κράτος έως και 80% του προϋπολογισμού τους. Και επί πλέον οι φοιτητές εισάγονται με βάση το βιογραφικό τους και την επιτυχία τους στα tests, ανεξάρτητα της οικονομικής τους κατάστασης. Βέβαια εισάγονται και αυτοί οι οποίοι μπορούν και πληρώνουν, ανεξαρτήτως προσόντων.

Ας συγκρατήσουμε αυτό το σημείο για να το χρησιμοποιήσουμε σαν επιχείρημα σχετικά με την άνιση πρόσβαση στο εκπαιδευτικό αγαθό.

Θα αποτολμήσω την εξής πρόταση:

« Αν ένα Πανεπιστήμιο
ήταν όντως Πανεπιστήμιο,
με πολλές σχολές,
επάρκεια καθηγητών και προσφερόμενων μαθημάτων,
αν κάλυπτε τα έξοδα διαβίωσης και τα δίδακτρα σε φοιτητές που θα πληρούσαν τα θεσπισμένα κριτήρια εισαγωγής,
αν εποπτευόταν από έναν αδιάβλητο εξωτερικό μηχανισμό που θα το αξιολογούσε περιοδικά,
τότε θα είχαμε αντίρρηση να υπάρχει ανεξαρτήτως του ιδιοκτησιακού του καθεστώτος; »

Νομίζω πως ΟΧΙ!!

Γιατί όμως αντιδρούμε; Είναι απλώς ιδεολογικό κόλλημα και οπισθοδρόμηση ή απλώς η δελεαστική αυτή παρουσίαση του ιδιωτικού πανεπιστημίου όπως έγινε παραπάνω δεν αποτελεί παρά μια άκρως ΙΔΕΑΛΙΣΤΙΚΗ περιγραφή; Διότι ως γνωστόν ΑΓΝΟΣ και ΑΜΟΛΥΝΤΟΣ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ (τύπου ΛΟΚ και ΜΙΛΛ) δεν υπάρχει, παρά μόνον στα ωραία γραπτά των ως άνω ωραίων ανθρώπων. Και όλα αυτά μάλιστα εν μέσω της ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΛΑΙΛΑΠΑΣ!!! Καλά δουλευόμαστε;

Υπάρχει κανείς που να βλέπει πουθενά να λειτουργεί αυτός ο ωραίος φιλελευθερισμός; Υπάρχει έστω και ΕΝΑΣ που να πιστεύει ότι θα λειτουργήσει ΞΑΦΝΙΚΑ στην Ελλάδα μόλις εγκαθιδρυθούν τα αγγελικά Ιδιωτικά Πανεπιστήμια, από αγγελικούς επιχειρηματίες;;;

Νομίζω ότι γίνεται ένα ΜΕΓΑΛΟ ΛΑΘΟΣ.
Διότι αυτοί οι οποίοι επικροτούν τα ιδιωτικά αισθάνονται ότι βρίσκονται σε άλλο πλανήτη και ότι τα πανεπιστήμια αυτά ΔΕΝ θα εξυπηρετούν τα συμφέροντα των ιδιοκτητών τους και τις κερδοσκοπικές τους ορέξεις, παρά μόνον τα αγαθά και φιλάνθρωπα αισθήματά τους: Α! Θα μου πείτε ότι είναι ΜΗ –ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΙΚΑ. Καλά. Πάλι εθελοτυφλούμε. Όσο οι ΜΚΟ είναι «εθελοντικές», άλλο τόσο θα είναι και μη-κερδοσκοπικά αυτά τα οποία θα ονομαστούν Ιδιωτικά Μη Κερδοσκοπικά.

Σχετικά με το κατά πόσον η ΙΔ. ΑΝ. Εκπαίδευση είναι όντως εφικτή στην Ελλάδα αρνούμαι να καταπιαστώ με το θέμα σαν εντελώς αυταπόδεικτο και τετριμμένο. Αν σας τρώει όμως δείτε το κείμενο του Χ. Κάτσικα στο ΒΗΜΑ:

Επομένως Ιδιωτικά Πανεπιστήμια δεν είναι αυτά τα οποία λειτουργούν με το παραπάνω σχήμα. Διότι αλλιώς δεν θα διέφεραν από τα κρατικά. Άρα λειτουργούν διαφορετικά.

Η κυριότερη αντίρρηση την οποία έχω για την λειτουργία του Ιδιωτικού Πανεπιστημίου ακόμα κι αν λειτουργεί με όλες τις καλές προϋποθέσεις είναι ότι

Το παρακολουθούν κατά κύριο λόγο αυτοί οι οποίοι μπορούν και να πληρώσουν τα υπέρογκα δίδακτρα. Άρα οι έχοντες και κατέχοντες, οπότε ΠΑΥΕΙ να λειτουργεί η Εκπαίδευση σαν μηχανισμός ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΚΙΝΗΤΙΚΟΤΗΤΑΣ, όπως πρέπει να είναι σε μια δημοκρατική κοινωνία.

Και μην αναφέρεστε στην καραμέλα των υποτροφιών, διότι αυτές στην μεγίστη πλειονότητα των περιπτώσεων αποτελούν ένα μικρό ποσοστό μόνο για να κρατηθεί, για τα μάτια μόνο, ο δημοκρατικός χαρακτήρας του Πανεπιστημίου αυτού και όχι σε όλα τα πανεπιστήμια. Τα καλά Ιδιωτικά Πανεπιστήμια είναι τα Πανεπιστήμια τηε ΕΛΙΤ. Δίνουν και κανένα ψίχουλο από όσα περισσεύουν.

Ας αναρωτηθούμε το εξής:

Από ποιά πανεπιστήμια αποφοίτησαν οι κατέχοντες οποιασδήποτε μορφής εξουσία;

Από τα οχτώ γνωστά αμερικανικά της Ivy League. Και μην τολμήσετε να μου πείτε ότι ήταν οι καλύτεροι γιαυτό και πήγαν σε αυτά τα πανεπιστήμια γιατί ...θα σας φάει ο μαύρος φίδης!

Επίσης θα ήθελα να ξεκαθαρίσω ότι, δεν συζητώ καν αν η Παιδεία είναι ΔΗΜΟΣΙΟ ΑΓΑΘΟ. Τέτοιοι προβληματισμοί είναι εκ του πονηρού και αρνούμαι να συμμετάσχω στη συζήτηση αυτού του τύπου παρά μόνο σε στενό φιλικό κύκλο. έτσι για να περνάει η ώρα!

Μια ενδιαφέρουσα άποψη για τον μηχανισμό λειτουργίας του ΙΔ. Πανεπιστημίου εν είδη παραβολής θα βρείτε ΕΔΩ:


Τρίτη, 18 Μαρτίου 2008

Η Ιδιωτική Ανώτατη Εκπαίδευση στην Τουρκία και η «Καθημερινή»


Τον τελευταίο καιρό η «Καθημερινή» συνεχώς με εκπλήσσει εμμένοντας στον εκθειασμό των εκσυγχρονιστικών και καινοτόμων εγχειρημάτων που συντελούνται στη γείτονα χώρα Τουρκία. Την προηγούμενη Κυριακή, (9/3/08), ο θαυμασμός της στρεφόταν στην επιτυχημένη εκμετάλλευση από πράκτορες πολυτελούς τουρισμού, διάσημων αρχαιολογικών χώρων, όπως της Έφεσου για παράδειγμα, σαν χώρων υψηλής γαστριμαργίας απευθυνόμενης σε αναλόγου διαμετρήματος πορτοφόλια με αναλόγου διαμετρήματος πολιτισμικές ανησυχίες.

Αυτή την Κυριακή σε σχετικό άρθρο της με τίτλο «Μια άλλη πρόκληση απ’ την Τουρκία», η εφημερίδα ασχολείται με την υψηλή παιδεία που παρέχεται στη γείτονα χώρα από αγγλόφωνα ιδιωτικά πανεπιστήμια μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα και τα οποία, αδιαμφισβήτητα όπως ισχυρίζεται, συμβάλλουν τα μάλα στην αναβάθμιση της ανώτατης εκπαίδευσης.

Τόσο το παράδειγμα αυτό, όσο και το προηγούμενο, κατακλύζονται από παροτρύνσεις προς την Ελλάδα να πράξει το ίδιο, έχοντας σαν στόχο την ανάληψη ενός νέου ηγετικού ρόλου στην περιοχή, εκμεταλλευόμενη το συγκριτικό πλεονέκτημα που παρέχουν αφ’ ενός η πληθώρα αρχαιολογικών χώρων, αφ’ ετέρου ένα καλά εκπαιδευμένο ανθρώπινο δυναμικό το οποίο δεν μπορεί παρά να προέλθει από μια «ανταγωνιστική» ιδιωτική ανώτατη παιδεία.

Η επίκληση και στις δυο περιπτώσεις της Τουρκίας ως προτύπου στα εκσυγχρονιστικά άλματα κάθε άλλο παρά αθώα μπορεί να είναι. Και τούτο για δυο λόγους.

Πρώτον, σε ολόκληρο το δυτικό και ανεπτυγμένο κόσμο η ιδιότυπη αυτή χρήση των αρχαιολογικών χώρων συναντάει μεγάλο σκεπτικισμό, (δείτε το σχετικά πρόσφατο παράδειγμα του Βρετανικού Μουσείου και της χρήσης των Ελγινείων μαρμάρων ως σκηνικού σε υψηλού επιπέδου συμπόσια, πράγμα που αναμφιβόλως θα είχε προκαλέσει και την μήνη του κ. Παπαχελά) και δεν νομίζω ότι έχει αποτολμηθεί αλλού. Λογικά λοιπόν προστρέχει η εφημερίδα στην Τουρκία διότι, απλώς, δεν υπάρχουν άλλα διαθέσιμα παραδείγματα.

Δεύτερον, όμως και πιο σημαντικό, είναι ότι παρουσιάζοντας την Τουρκία (το αιώνιο αντίπαλο δέος) σαν χώρα πιο καινοτόμο και προοδευτική από την Ελλάδα, θεωρούν οι συντάκτες, ότι υπάρχουν μεγαλύτερες πιθανότητες οι Έλληνες, δια της πλαγίας αυτής οδού, να υιοθετήσουν τις «εκσυγχρονιστικές» νεοφιλελεύθερες τακτικές της Τουρκίας στους παραπάνω τουλάχιστον τομείς, με την κινητοποίηση και ανάδυση πληγωμένων αισθημάτων μιας ελληνικότητας η οποία δεν ανέχεται να υποσκελίζεται από μια ημιβάρβαρη και οπισθοδρομική γείτονα χώρα.

Θεωρώ, λοιπόν, ότι αμφότερα τα άρθρα εξυπηρετούν με κραυγαλέο τρόπο προπαγανδιστικούς και λαϊκιστικούς σκοπούς.

Στα παρόντα άρθρα για την ανώτατη ιδιωτική εκπαίδευση στην Τουρκία οι αρθρογράφοι είναι έλληνες καθηγητές που εργάζονται σαν διδάσκοντες σε τουρκικά ιδιωτικά πανεπιστήμια, οπότε η άποψή τους για την συμβολή της ιδιωτικής εκπαίδευσης στην άνοδο του εκπαιδευτικού επιπέδου γενικώς, κάθε άλλο παρά αντικειμενική μπορεί να θεωρηθεί.



Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι τα ιδιωτικά πανεπιστήμια της Τουρκίας ανέρχονται σε 25, εκ των οποίων μόνο τα 4, δηλαδή, τα πανεπιστήμια του Μπιλκίντ στην Άγκυρα, και του Κοτς, Μπιλγκί και Σαμπάντζι στην Ιστανμπούλ, μπορούν να χαρακτηριστούν, σύμφωνα με την εφημερίδα, αξιόλογα με δυνατότητες ανταγωνισμού στην παγκόσμια αρένα.

Όλα τα προηγούμενα είναι πράγματι σωστά. Αλλά υπάρχουν και άλλοι παράμετροι οι οποίες δεν λαμβάνονται υπ’ όψιν, οι εξής:
1) Τα δημόσια πανεπιστήμια ανέρχονται σε 53 (2006), σύμφωνα με άλλες πηγές σε 68, πράγμα όμως που δεν δείχνει και πολλά, μιας και οι φοιτητές στα ιδιωτικά πανεπιστήμια αποτελούν το 4.3% του συνόλου των φοιτητών στη δημόσια και ιδιωτική εκπαίδευση, και οι οποίοι ανέρχονται σε 2.100.000 περίπου. Η διείσδυση λοιπόν της ιδιωτικής εκπαίδευσης δεν είναι μεγάλη.

2) Το επίπεδο των φοιτητών στα ιδιωτικά ιδρύματα είναι πολύ χαμηλότερο των δημοσίων, εκτός ενός ποσοστού 10% στο οποίο υποχρεούται από το κράτος το πανεπιστήμιο να δώσει υποτροφία και το οποίο είναι όντως υψηλού επιπέδου.

3) Το επίπεδο των φοιτητών στα δημόσια πανεπιστήμια συνεχίζει να είναι πολύ υψηλό, τα δε πανεπιστήμια του Βοσπόρου και το Τεχνικό πανεπιστήμιο της Μέσης Ανατολής στην Άγκυρα θεωρούνται διεθνούς ακτινοβολίας.

4) Τα δίδακτρα, τώρα, κυμαίνονται από 5000 έως 15000 δολάρια το χρόνο, τα οποία προσαρμοσμένα στα ελληνικά δεδομένα, θα αντιστοιχούσαν σε τετραπλάσιο ποσό, 20000-60000 δολάρια, μιας και το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδος, 18.600 δολάρια, είναι τετραπλάσιο αυτού της Τουρκίας, στα 4.200 δολάρια, βλ. Economist, Ο κόσμος σε αριθμούς 2007.

5) Τα μεγάλα και διάσημα πανεπιστήμια όπως αυτά που αναφέρθηκαν προηγουμένως, αποτελούν επενδυτικά εγχειρήματα κολοσσών με κεφάλαια απαγορευτικά για τα ελληνικά δεδομένα, καθ ότι η οικονομία της Τουρκίας είναι μεγαλύτερη σε όγκο από αυτή της Ελλάδας και το σύστημα εκεί ευνοεί μεγαλύτερες ανισότητες και κατά συνέπεια επιτρέπει μεγαλύτερη συσσώρευση πλούτου.

6) Επίσης, τα ιδιωτικά πανεπιστήμια ΕΠΙΔΟΤΟΥΝΤΑΙ ανά φοιτητή από το κράτος με το μισό ποσό αυτού που αντιστοιχεί στα δημόσια πανεπιστήμια.

7) Ένα μεγάλο μερίδιο φοιτητών στην ιδιωτική ανώτατη παιδεία προέρχεται από άλλες γειτονικές χώρες, πράγμα που σημαίνει ότι οι αποκτηθείσες γνώσεις δεν επιστρέφονται στην Τουρκική κοινωνία.

Από όλα ανέφερα προηγουμένως γίνεται φανερό ότι τα ιδιωτικά πανεπιστήμια έρχονται να καλύψουν τις εξής ανάγκες:

α) την ζήτηση πανεπιστημιακής μόρφωσης από μαθητές χαμηλότερου επιπέδου απ’ αυτούς που επιτυγχάνουν εισαγωγή στα δημόσια πανεπιστήμια με το σύστημα παντουρκικών εξετάσεων εισαγωγής,

β) την ζήτηση πανεπιστημιακής μόρφωσης από μια ελίτ η οποία και μπορεί να πληρώνει τα υπέρογκα δίδακτρα που απαιτούνται,

γ) την εξασφάλιση συναλλάγματος από αλλοδαπούς φοιτητές, όπως και από τον τουρισμό.

Το συμπέρασμα δηλαδή είναι ότι η ιδιωτική ανώτατη εκπαίδευση μπορεί μεν να βοηθήσει την επιχειρηματικότητα, αλλά δεν φαίνεται πώς μπορεί να βοηθήσει την εκπαίδευση την ίδια για την οποία διατείνονται οι εμπνευστές της ότι κόπτονται.

Όλα όσα παρέθεσα προηγουμένως στηρίχτηκαν αποκλειστικά σε πραγματολογικά στοιχεία (στατιστικές) που αφορούν στη γείτονα χώρα, μιας και αυτή παρουσιάστηκε σαν το επιτυχημένο παράδειγμα εφαρμογής του concept της ιδιωτικοποίησης, χωρίς να αναφερθώ στο ιδεολογικό περιεχόμενο αυτού του εγχειρήματος, το οποίο έχει αναλυθεί από πολλούς, πολλές φορές προηγουμένως.

Υ.Γ. Τα στατιστικά στοιχεία για το εκπαιδευτικό τοπίο της Τουρκίας είναι από το Τουρκικό Υπουργείο Παιδείας και από το άρθρο του Kemal Guruz, πρώην προέδρου του Συμβουλίου της Ανώτατης εκπαίδευσης της Τουρκίας, στο International Higher Education, 45, Fall 2006, ή

Δευτέρα, 17 Μαρτίου 2008

Τί είναι η Βλακεία;


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Σε πρόσφατο κείμενό μου σχετικά με την «Κουλτούρα του Φόβου» παρατήρησα ότι πολλοί από τους σχολιαστές επικεντρώθηκαν κυρίως στο φόβο των βλακών, παρά το γεγονός ότι το είδος αυτό του «εξωτικού» φόβου ουδόλως θίχτηκε ή υπαινίχτηκε μέσα στο κείμενο, που παρεμπιπτόντως κινιόταν σε τελείως διαφορετικό πνεύμα. Το γεγονός αυτό μου έστρεψε την προσοχή σε τρία πράγματα.

Πρώτον, στην αντιμετώπιση, από όλους σχεδόν, του συγκεκριμένου θέματος του Φόβου, από την ψυχολογική του σκοπιά και όχι από την κοινωνιολογική ή πολιτική που ήταν και ο στόχος του κειμένου, (γεγονός όχι άσχετο με τον επικρατούντα ψυχολογισμό), και δεύτερον στην εκδήλωση ενός νέου είδους φοβίας με ίχνη ελαφρώς ρατσιστικά, η οποία ποτέ στο παρελθόν δεν αξιολογήθηκε σαν τέτοια, μιας και οι κύριες πηγές φόβου παρέμεναν τα πυρηνικά, ο πόλεμος, ο καπιταλισμός, ο ταξικός εχθρός, η ανεργία και άλλοι περισσότερο ή λιγότερο απτοί φόβοι.

Και τρίτον, δεν μπορώ να αφήσω ασχολίαστη την έλλειψη φόβου προς τις συνέπειες της ατομικής βλακείας, αυτή την οποία φέρει ο καθένας μας και η οποία μπορώ να πω ότι είναι πρόξενος εξίσου ή πολύ μεγαλύτερων δεινών σε σχέση με τα δεινά που προκαλεί η βλακεία των άλλων.

Η μεταστροφή αυτή και η αποστροφή προς μια ορισμένη κατηγορία ανθρώπων με ιδιότυπη συμπεριφορά, με παρότρυναν στο να εντρυφήσω λίγο παραπάνω στην υφή της βλακείας. Όπως επίσης και στο γιατί οι προηγούμενοι κίνδυνοι που ανέφερα (πόλεμοι, πυρηνικά κ.λ.π.) έπαψαν να λειτουργούν εκφοβιστικά, τουλάχιστον με την ίδια ένταση που λειτουργούσαν πριν από μερικές δεκαετίες ή και λιγότερο. (Αυτό το τελευταίο θα το αφήσω για άλλη φορά).

Δυστυχώς, όπως και για τα περισσότερα πράγματα, δεν υπάρχει περιεκτικός και στρόγγυλος ορισμός. Δεν μπορούμε, επίσης, να ξεμπερδεύουμε απλά με το να ορίζουμε τη βλακεία σαν το αντίθετο της εξυπνάδας, διότι με την τρέχουσα αντίληψη, η μια έννοια δεν αποκλείει την άλλη. Πολλές φορές άνθρωποι πιστοποιημένης ευφυΐας δρουν ανοιχτά βλακωδώς. Για παράδειγμα, λέγεται, ότι ο Schroedinger είχε ανοίξει δυο τρύπες στην εξώπορτα, μια για να περνάει η μεγάλη γάτα και μια για να περνάει η μικρή. Τέλος-τέλος, δεν έχουμε ούτε ικανοποιητικό ορισμό της εξυπνάδας. Αν δεν βρω, όμως κάποιο αποδεκτό τρόπο να ορίσω τη βλακεία, πολύ φοβάμαι ότι σύντομα θα ορίσω σαν βλάκες όλους, εκτός από μένα, τους φίλους μου και τους φίλους αυτού του blog. Μάλλον unfair!

Παρά ταύτα όταν λέμε ότι «μας τη δίνουν οι βλάκες», όλοι πιστεύω ότι εννοούμε το ίδιο πράγμα.
Ποιο όμως;



ΠΕΡΙΓΡΑΦΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

Φυσικά όλοι συμφωνούμε ότι δεν είναι οι εκ γενετής λειψοί στο μυαλό αυτοί οι οποίοι μας ενοχλούν, ούτε και αυτοί με τον αδύναμο χαρακτήρα, την κακή κρίση, την κακή μνήμη, την αφηρημάδα, τις αδέξιες συσχετίσεις, τις παρανοήσεις, κ.λ.π. Αυτά είναι εγγενή χαρακτηριστικά και δεν θα μας απασχολήσουν. Άρα δεν πρόκειται γιαυτούς. Μήπως πρόκειται για κάποιους άλλους τους οποίους ονομάζουμε "εξυπνάκηδες", "πονηρούληδες", "καταφερτζήδες", "ξερόλες", "σφετεριστές", "ανεύθυνους", "επιπόλαιους", "συμφεροντολόγους", "ανόητους", "μικρούληδες", «χοντροκέφαλους» και άλλους τους οποίους θα θυμηθώ εν καιρώ; ‘Έχω την αίσθηση ότι η βλακεία , όπως την αντιλαμβανόμαστε είναι ένα κράμα όλων αυτών μαζί.

Σύμφωνα με την καθημερινή μας εμπειρία, βλάκας είναι επίσης αυτός με τον οποίον δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε. Αλλά επειδή « it takes two to tango», είναι αναμενόμενο ότι και ο άλλος θα έχει την ίδια ακριβώς αντίληψη με μας, δηλαδή και αυτός θα νομίζει ότι έχει να κάνει με βλάκα.



Αδυναμία συνεννόησης σημαίνει :
1) χρήση διαφόρων συμβόλων και κωδίκων που προέρχονται από διαφορετικό γνωσιολογικό και εμπειρικό υπόβαθρο. Έτσι στην περίπτωση αυτοί είμαστε και οι δυο συνένοχοι. Αλλά αδυναμία συνεννόησης σημαίνει και

2) ότι ο ένας από τους δυο μας δεν σκέφτεται λογικά που είναι άλλο πράγμα. Ενώ υπάρχει και μια τρίτη περίπτωση,

3) ο άλλος να μην πιστεύει στην αντικειμενικότητα της λογικής, δηλαδή να είναι σχετικιστής, δηλαδή να είναι ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΟΣ!!!

Η ανθρώπινη βλακεία θα περνούσε απαρατήρητη αν δεν προκαλούσε ζημιά. Έτσι, ο Carlo Cipolla, καθηγητής κλασσικών Οικονομικών στο πανεπιστήμιο του Berkeley, σε ένα μικρό του κείμενο με τίτλο « The Basic Laws of Human Stupidity», ορίζει τον βλάκα σαν κάποιον ο οποίος προκαλεί ζημιά σε άλλους χωρίς ταυτόχρονα ο ίδιος να προσπορίζεται κάποιο κέρδος. Ή μπορεί ακόμα και να χάνει. Σύμφωνα πάλι με τον ίδιον, έξυπνος είναι αυτός ο οποίος κερδίζει χωρίς να προκαλεί καμία ζημιά, ενώ επιτήδειοι είναι αυτοί οι οποίοι κερδίζουν πάντα εις βάρος των άλλων. Τέλος, η τέταρτη κατηγορία, αυτή η οποία προκαλεί καλό στους άλλους με τίμημα τη δική της ζημιά μπορεί να καταταγεί στις τάξεις των θυμάτων ή αλτρουιστών

Εδώ θα κάνω μια μικρή παρέκβαση για να θυμίσω ότι ο Cipolla δεν είναι άλλος από τον συγγραφέα του μνημειώδους βιβλίου «Η Ευρώπη πριν από τη βιομηχανική επανάσταση: Κοινωνία και οικονομία 1000-1700 μ.Χ» για την οικονομία του μεσαιωνικού κόσμου στην Ευρώπη την οποία παρουσιάζει με πλήθος τεκμηριωμένων πινάκων, στοιχείων και αριθμών από τις εκδ. Θεμέλιο. Πολύ χάρηκα με την έκπληξη αυτή και γιαυτό την αναφέρω.

Η βλακεία είναι ανεξάρτητη από τα άλλα χαρακτηριστικά του ανθρώπου. Επίσης με τον έναν ή τον άλλον βαθμό ενυπάρχει σε όλους, επιδεικνύει δε εξαιρετικές μη γραμμικές ιδιότητες με το να μειώνεται τόσο πιο πολύ, όσο περισσότερο ο υποτιθέμενος βλάκας αντιλαμβάνεται τη βλακεία του. Αντιθέτως αυξάνεται ο βαθμός επικινδυνότητάς της όσο μεγαλώνει η άγνοια για την ύπαρξή της και η παρερμηνεία της για εξυπνάδα.

Πέρα όμως από το να ονομάζουμε τους άλλους σαν βλάκες επειδή μας ενοχλούν και μας ζημιώνουν, βλάκες έχουμε ονομάσει και τους εαυτούς μας σε πάμπολλες περιπτώσεις, όταν αποδεδειγμένα κάναμε κάτι που μας έβλαψε. Η δική μας βλακεία ορίζεται με διαφορετικά κριτήρια, αλλά επειδή δεν ήταν αυτό το είδος της βλακείας που σας κέντρισε το ενδιαφέρον, αλλά μόνον η βλακεία των άλλων, δεν προτίθεμαι ν’ ασχοληθώ με το πεδίο αυτό που είναι εξ ίσου, αν όχι πλατύτερο του προηγούμενου.

Παρά το όσα έχουν ειπωθεί μέχρις εδώ, τον ορισμό του Cipolla τον βρίσκω σχετικά λειψό, διότι δεν προσδιορίζει τις αιτίες που κάνουν τους επονομαζόμενους βλάκες να σκέφτονται με ένα συγκεκριμένο τρόπο και εξ αιτίας αυτού να προκαλούν ζημιά. Αυτό θα εξεταστεί εν συντομία στην παρακάτω ενότητα, στις «γενεσιουργές αιτίες της βλακείας».

ΓΕΝΕΣΙΟΥΡΓΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ

Η βλακεία που προκαλεί ζημιά προέρχεται από την υπερβολική προσκόλληση σε ένα ιδεολογικό σχήμα, στις οδηγίες και τους κανόνες του. Ένα ιδεολογικό σύστημα λειτουργεί όπως και ένα σύστημα πίστης επομένως ευνουχίζει και καταργεί την κατανόηση, την πρωτοβουλία και την ευελιξία στην αντίληψη και δράση. Το γιατί δε οι άνθρωποι προσκολλώνται σε ιδεολογικά συστήματα είναι ένα κεντρικό θέμα των κοινωνικών σπουδών και δεν θα το θίξουμε τώρα εδώ. Κυρίως είναι ο φόβος και η αίσθηση ασφάλειας που παρέχει το ιδεολογικό σύστημα.

Συνήθως λέμε κάποιον βλάκα, όταν δεν μπορεί να ξεκολλήσει από κάτι που κάνει, παρά τη ζημιά που προκαλεί, είτε λόγω Φόβου, είτε λόγω Συνήθειας, είτε λόγω Άγνοιας. Επομένως, Φόβος, Συνήθεια και Άγνοια είναι τα τρία συστατικά στοιχεία που κάνουν κάποιον να λειτουργεί παράλογα και αναποτελεσματικά. Φόβος να ξεφύγει από τα πεπατημένα, και αδυναμία αλλαγής συνηθειών αντίδρασης. Για την άγνοια και την άγνοια της άγνοιας δεν έχουμε να πούμε τίποτε παραπάνω.

Το θέμα δεν κλείνει εδώ. Θα επανέλθω στα επόμενα. Κυρίως όμως περιμένω τα δικά σας σχόλια.

Κυριακή, 16 Μαρτίου 2008

ΤΕΤΑΡΤΗ ΜΕΡΑ ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΗ: Ο ΥΙΟΣ



(...Συνέχεια της τρίτης μέρας)


Άρχισε πάλι να με βρίζει, η καριόλα. Και μόνο που με βλέπει, τής ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι. Θαρρείς και με μισεί αυτή η γυναίκα. Μάνα μου είναι; Είναι ώρες που στ’ αλήθεια αναρωτιέμαι. Τι θέλει πια από μένα και δεν το βουλώνει; Τελείωσε, της είπα, Σχολείο δεν ξαναπάω. Ούτε στο Τεχνικό, ούτε πουθενά αλλού. Τέρμα για μένα τα γράμματα. Ούτε που ξέρω τι άλλο θέλω να κάνω. Αϊ σιχτίρ! Μήπως βρήκα ποτέ καμιά ησυχία σ’ αυτό το σπίτι να κάτσω να μαζέψω τα μυαλά μου; Τρία δωμάτια όλα κι όλα. Το ένα η μάνα κι ο άλλος, όποτε πατάει κατά δω, το άλλο η γριά με τις μεγάλες, στο σαλόνι τα μικρά και εγώ με τον Στέλιο, που αν δεν σταματήσει να μου ανακατεύει τα πράγματα θα τον κλειδώσω καμιά μέρα στη ντουλάπα να σκάσει να τελειώνουμε. Μήπως και κάθισε κανένας αναθεματισμένος να με ρωτήσει; Τι στο διάολο φταίω εγώ αν αυτοί τα κάνανε ρημαδιό στη ζωή τους; Όλο μου ζητάνε πράγματα να τους κάνω ή μου ζητάνε λόγο για πράγματα που δεν έκανα. Η μάνα κυρίως. Η γιαγιά, του πατέρα μου η μάνα, μέσα στη μούγγα, η άλλη, της μάνας μου, εξαφανισμένη. Αυτή παιδιά δεν μεγάλωσε, για τα εγγόνια της θα νοιαστεί;

Έχω που έχω ένα κουβάρι μπροστά μου να ξεδιαλύνω, έχω κιαυτή να μου φορτώνει τα μικρά. Τι τα ήθελε αφού δεν μπορεί να τα κουμαντάρει; Εγώ της τα ζήτησα; Αχ θεέ μου τι αμαρτίες πληρώνω; Και να φανταστείς πως ακόμα δεν πρόλαβα να κάνω και καμιά της προκοπής. Σκέψου τι θα γίνει σε λίγα χρόνια όταν θ’ αρχίσουν στ’ αλήθεια οι αμαρτίες να μετράνε. Τι σχέση έχω ‘γω μ’ αυτά τα μούλικα; Κορίτσια και μυξιάρικα. Ποιος με ρώτησε εμένα αν τα θέλω! Άλλοι τα κάνουν, σε άλλον τα φορτώνουν. Σκατογονείς!

Και πες μου τι κάνει αυτή όλη μέρα; Μια στο ένα δωμάτιο κλείνεται, μια στο άλλο. Γαμώτο μου, έχω ξεχάσει πια πως είναι το γέλιο, πως είναι να υπάρχει χαρά μες το σπίτι. Τι παιδικά χρόνια και κουραφέξαλα! Οι γελοίοι! Ποιον νομίζουν ότι κοροϊδεύουν;

Εγώ όμως ξέρω τι θέλω να κάνω. Στ’ αλήθεια. Αν ήταν αλλιώς τα πράγματα, θα είχα σηκωθεί εδώ και καιρό, θα έπαιρνα των ομματιών μου και θα είχα μπαρκάρει. Είχα ρωτήσει από δω κι από κει, είχα πιάσει τις άκρες. Δεν της είπα τίποτα όμως, γιατί θα την έριχνα στη μαύρη απελπισία. Την λυπάμαι γαμώτο μου. Μου σκίζεται η καρδιά που την βλέπω να ρετάρει. Κι ας κάνει την δυνατή και την ανέμελη. Βλέπω τα μάτια της ώρες-ώρες που γυαλίζουν απ τη λύσσα και την αγρύπνια, τους μαύρους κύκλους κάτω απ’ τα μάτια και το αδιάκοπο σούρτα –φέρτα τη νύχτα απ΄ το δωμάτιο στην τουαλέτα κι από κει στην κουζίνα. Έλιωσε το πάτωμα απ’ το σύρσιμο και την αγρύπνια. Τι να κάνω όμως; Όταν παίρνω βαθιές ανάσες και πάω να της πω κάνα λόγο γλυκό, αυτή με την πρώτη μ’ αρπάζει απ’ τα μούτρα, παίρνει μπρος κι αρχίζει πάλι τα ίδια και τα ίδια. Μου σκίζεται διπλά η καρδιά. Να θέλω και να μην μπορώ. Να θέλει και να μην μπορεί. Άραγε το καταλαβαίνει; Να το καταλαβαίνω εγώ, κι αυτή όχι; Πώς γαμώτο φτάσαμε ως εδώ;

Θα σου πω εγώ. Για όλα φταίνε αυτά τα κορίτσια τα μυξιάρικα. Αν δεν ήταν αυτά θα ήμασταν πιο λίγοι και η μάνα μου θα ήταν άνθρωπος. Δεν θα ‘ταν αυτό το αλλόκοτο, αλλοπρόσαλλο αγρίμι με τα μάτια μονίμως πεταγμένα έξω. Θαρρείς κι από καμιά φορά θυμάμαι λιγάκι πως ήταν τα πράγματα πριν έρθουν αυτά και μας κάνουν άνω-κάτω. Τέσσερα κορίτσια, τα δύο, μ’ ένα πόνο, σε μια γέννα, τα άλλα δυο μέσα σε δυο χρονιές στη σειρά. Και κάθε φορά που κι απ’ ένα μωρό ερχόταν σ’ αυτόν το στάβλο, αντί για χαρά, τη γκρίνια έφερνε και την απελπισία. Ο πατέρας έβριζε τη μάνα, η μάνα έβριζε τον πατέρα που την έπιανε στον ύπνο και την κατάφερνε. Ο Στέλιος ήταν ο τελευταίος. Με το που ήρθε η μάνα με το μωρό απ’ το Νοσοκομείο ο πατέρας άρπαξε το μαχαίρι, της το ‘χωσε κάτω απ’ το πηγούνι και της είπε πως αν ξανάφερνε άλλο μπάσταρδο στο σπίτι θα την έσφαζε σαν το τραγί, κι αυτήν και το μωρό της.


Εγώ ήμουν μεγάλος, και τ’ άκουγα όλα. Έβλεπα τη μάνα που κιτρίνιζε, πιο άσπρη κι απ’ το πανί, ζαλικωνόταν το μωρό και έβγαινε σαν τη τρελή στους δρόμους. Άνοιγε την πόρτα κι ορμούσε όξω σαν την πλημμύρα. Σαν φράγμα που ‘σκασε. Κι αυτό γινόταν συχνά πυκνά. Πώς δεν την πάτησε κανένα αυτοκίνητο! Πώς δεν πήρε κανένα μωρό να το πνίξει, να το πετάξει σε κανέναν τενεκέ; Νομίζεις πολύ θέλει να σαλέψει ο άνθρωπος; Και να τη βλέπω, και να λιώνω, και να μην μπορώ να πέσω πάνω της και να της πω πόσο την αγαπώ, πόσο θέλω να την πάρω απ’ εδώ να την γλιτώσω. Μόνο εγώ κι αυτή, μακριά- μακριά, να ξαναβρεί τη γαλήνη της η γυναίκα, να ξαναγίνει άνθρωπος, να γίνει η μάνα μου. Να ξαναγίνουμε όπως παλιά.


Κι αυτή, τίποτε να μην βλέπει, να μ’ έχει στην άκρη και να με βρίζει και να με χαντακώνει. Ανεπρόκοπο να μ’ ανεβάζει, ανεπρόκοπο να με κατεβάζει. Φίδι, ε! φίδι! Να κάθομαι κοτζάμ άντρας σούζα και να με βρίζει και ‘γω, ο μαλάκας, να τα υπομένω όλα αυτά για χάρη της, για την κωλοκατάσταση να δω πώς θα ξεκαθαρίσει. Πού να φύγω; Ποιο μπάρκο; Θα την φάνε την έρμη. Κάθομαι και κρατάω καραούλι. Αυτή δεν το βλέπει, δεν το καταλαβαίνει. Πού να καταλάβει ότι μ’ έχει λιώσει η έγνοια, ότι δεν μπορώ να ξεκολλήσω το μυαλό μου από πάνω της, ότι στέκομαι πάνω από ένα βάραθρο, με το ένα πόδι εδώ με το άλλο εκεί, μην μπορώντας να αποφασίσω σε ποια μεριά θέλω να πάω.

Μέρα τη μέρα όλο και αφήνει τα πράγματα να ρημάξουν εδώ μέσα. Σαν να ‘χει αποφασίσει ν’ αφήσει το καράβι να μπατάρει, κι όσους πήρε μαζί του, πήρε. Μια άγρια ακινησία έχει καθίσει το σπίτι στο χώμα. Ανατριχιάζω και που το σκέφτομαι. Τίποτε δε σαλεύει, όλα στην τύχη τους. Μου σφίγγεται η ψυχή. Κόμπος δένεται το στομάχι μου. Τα έντερα βγάλανε πληγές, Δεν είναι φαΐ αυτό που τρώω. Λίμα γίνεται που γδέρνει τα σωθικά. Ώρες-ώρες βλέπω το θανατικό να έρχεται. Δεν γίνεται, λέω, εδώ που φτάσαμε, κάποια στιγμή θα έρθει να ταρακουνήσει τα πνεύματα. Ανθρώπου χέρι αδύνατον να βρεθεί τόσο δυνατό που ν’ αλλάξει την κατάσταση. Μόνο ο χάρος έχει τη δύναμη να το κάνει. Με πιάνει σύγκρυο που το σκέφτομαι, αν και πιάνω στα κλεφτά τον εαυτό μου να το θέλει, να παρακαλάει το θανατικό να έρθει, σα λύτρωση, σα κάτι δυνατό και τελεσίδικο, μπας και ξεκαθαρίσει τίποτε.

Και τα μικρά, τι τα χρειαζόμαστε; Κι αυτά μες τη δυστυχία είναι. Και νομίζει κανείς λογικός ότι θα μπορέσουν ποτέ να γίνουν άνθρωποι, να νοιώσουν τη χαρά, τον πόνο, το γέλιο; Αποκτηνώνονται σιγά-σιγά όπως και οι περισσότεροι εδώ μέσα. Στράφι θα πάνε. Μαγιά που ξίνισε πριν γίνει καν ψωμί. Μηχανές που θα τρώνε και θα χέζουν είναι το καλύτερο που μπορείς να περιμένεις από δαύτα. Ο πατέρας φεύγοντας νόμισε ότι σώθηκε. Βλάκας είναι και χέστης. Αχ αυτή η πνιγηρή ακινησία μού είναι σα θηλιά στο λαιμό. Δεν την αντέχω άλλο την αγωνία. Ας την τραβήξει κάποιος να γλιτώσω.

Σήμερα, θα πάω να την βρω. Δεν θα της μιλήσω. Μόνο θα πέσω στα πόδια της. Θα τα αγκαλιάσω και θα την ικετέψω να μ’ ακούσει. Να με καταλάβει. Να με πάρει στα σοβαρά ότι την θέλω τη μάνα μου. Ότι δεν είμαι ρεμάλι, ότι έχω σχέδια εγώ. Ότι θα φύγω στα καράβια και ότι θα την πάρω μαζί μου. Ότι θα την πάω όπου θέλει να ζήσει σαν άνθρωπος. Στην Κίνα, στην Αργεντινή, στα νησιά του Πάσχα. Όπου θέλει η μανούλα μου.

Μια γλύκα χύθηκε στο πρόσωπο. Αισθάνθηκα τους πόρους να ανοίγουν και το δέρμα να μαλακώνει. Άκουσα θόρυβο στην κουζίνα και πλησίασα. Ήταν εκεί μέσα μόνη. Έτρεξα αποφασισμένος, με δύναμη κατά πάνω της.

Φύγε, αναθεματισμένο, γκάρισε. Θα με λιώσεις. Δεν με βλέπεις που κρατάω αυγά στο χέρι. Τι θέλεις πάλι ανεπρόκοπε! Άντε σύρε στην κάμαρή σου, να μην σε βλέπω και συγχίζομαι!

Σάββατο, 15 Μαρτίου 2008

ΤΡΙΤΗ ΜΕΡΑ ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΗ: Η Φρόσω


( .....Συνέχεια της Δεύτερης Μέρας)

Με τη δυσκοιλιότητα βρήκα την υγειά μου. Ήταν ό,τι έπρεπε για να ξεφεύγω και να κλείνομαι κάπου με την ησυχία μου. Τραβάω το σύρτη και τ' αφήνω όλα πίσω. Μακριά από τις φωνές και τα μάτια τους. Αυτά δεν είναι μάτια, μαχαίρια που σφάζουνε είναι, σαΐτες που τρυπάνε, κακόχρονο νάχουν. Κάθε ματιά και μια πληγή. Εκτός απ’ τα μικρά. Αυτά τα δόλια δεν πολυκαταλαβαίνουν το κακό τους ριζικό, παρά μόνο γκρινιάζουν. Γκρινιάζουν χωρίς λόγο τα μυξιάρικα, ώρες, ώρες μούρχεται να τα σαβουρντίσω κάτω και να τα λιώσω.

Ο μεγάλος, πάλι, κάθεται σ' αναμμένα κάρβουνα. Δεν λέει τίποτα. Μα, όλο ανταριασμένος είναι. Με κοιτάει με νόημα, αλλά μιλιά δεν βγάζει. Δεν ξέρει τι να αποκάμει. Οσμίζεται τη βρώμα εδώ μέσα, αλλά υπάρχει πατέρας, σου λέει. Ας αναλάβει αυτός. Εμένα παιδί πράμα δεν μου πέφτει ακόμα λόγος. Ας το διάολο που βρήκα και γεννήθηκα!

Σκατά, και που υπάρχει πατέρας. Τι μ’ αυτό. Μόνο βάρος είναι εδώ μέσα. Ας ψοφήσει, ας τον πατήσει κάνα αυτοκίνητο να τελειώνουμε με δαύτονα μια κι έξω. Τι τόνε θέλουμε. Ακόμα και να φύγει και να πάει στις παστρικιές του, πάλι εδώ θα στριφογυρίζει, μπορεί όχι η κοιλιά του, αλλά όλο και την κουβέντα του θα έχουμε, όλο και κάποιος θα τον πιάνει στο στόμα του, όλο και θα μας ανακατώνει τα έντερα. Γιαυτό σου λέω, ας ψοφήσει καλύτερα, να γλιτώνουμε απ’ αυτόν μια για πάντα, να το πάρουμε απόφαση. Να κλείσει επί τέλους ο λογαριασμός. Θα τον κλάψουμε μια, δυο βδομάδες. Όχι παραπάνω. Άντε κάντο μπόλικο και βάλε τρεις. Μετά θα τον ξεχάσουμε και θα ησυχάσουμε.

Και θα έχω το ταξί ολόδικό μου. Φαντάσου, τη Φροσάρα! Δεν θα το δώσω ούτε στον μεγάλο. Το ξέρω που το χαλβαδιάζει. Νομίζει ότι μια μέρα θα πάρει το μισό μερίδιο και θα κάνει αυτός κουμάντο. Αμ δε. Να πάει να βρει άλλη δουλειά. Όχι να κάθεται ο μπάσταρδος όλη μέρα μες τα πόδια μας και να περιμένει σαν την ύαινα να ορμήξει και να κατασπαράξει απ’ τα έτοιμα. Κοπρίτης του κερατά, ανεπρόκοπος κιαυτός σαν τον πατέρα του. Σόι πάει το βασίλειο, παιδί μου. Ούτε το σχολείο δεν μπόρεσε να τελειώσει. Ήταν πολύ έξυπνος γι αυτό, ο Αινστάιν μου! Εγώ μάνα, έλεγε, είμαι για μεγάλα πράγματα. Δεν τις αντέχω τις βλακείες, και τους ηλίθιους. Θα κάνω τούτο θα κάνω τ’ άλλο, μη με φοβάσαι εμένα. Θάβομαι σαυτά τα κωλοχανεία τα σχολεία. Θα βγάλω λεφτά. Θα δεις.

Μ' έπνιξε στη μπαρούφα όλα αυτά τα χρόνια και κοίτα τον ακόμα μες τα πόδια μου μπλέκεται. Είναι τώρα τρία χρόνια που δεν κάνει τίποτε, παρά μόνο καμιά δουλειά του ποδαριού όταν παρασφίξουνε οι κώλοι. Κάθεται κοιτώντας το ταβάνι και κάνει σχέδια λέει για τις μεγάλες δουλειές. Κατά τα άλλα, ξεκουμπίζεται τ’ απογεύματα στις καφετέριες, είναι και μια ψόφια που τον τριγυρνάει. Το μαλακισμένο, δεν βλέπει με ποιον έχει μπλέξει. Ανόητα γυναικάρια. Θα τον φορτωθείς μωρή και μετά θα τον ταΐζεις μια ζωή. Κι αυτός ακόμα θα σου πιπιλίζει το μυαλό για τα σχέδια και τις μεγάλες δουλειές που θα κάνει. Και θα τρέχεις να ξεπληρώνεις τα χρέη του. Και δεν θα μπορείς να τον ξεφορτωθείς τον μορφονιό τον γιό μου, γιατί θα σούχει σπείρει και κάνα δυο μούλικα και κανένα άλλο σίγουρα στην κοιλιά. Και θάρχεσαι μετά σε μένα να μυξοκλαίς και να ζητάς κάνα γάλα τουλάχιστον για το παιδί. Έτσι θα λες. Και θα με βρίζεις κι από πάνω που θα σε διώχνω. Βρε, άκου θράσος. Τα κάνετε όπως τα κάνετε, βουτάτε το κεφάλι σας μες τα σκατά, και μετά τρέχετε δεξιά κι αριστερά για βοήθεια και όταν βρίσκετε τις πόρτες κλειστές, βρίζετε κι από πάνω, σαν να φταίνε όλοι οι άλλοι για την κατάντια σας. Άκου να δεις απαιτήσεις που έχουν τα μπάσταρδα!.

Δεν πας να φας το κεφάλι σου κορίτσι μου! Εμένα με συμφέρει. Κουβέντα δεν θα σου πω. Από το να φάει το δικό μου, καλύτερα να φάει μιας αλληνής. Σιγά μην τρέξω να σου ανοίξω τα μάτια και να σε σώσω. Όπως έστρωσες ας κοιμηθείς. Ας πρόσεχες κορίτσι μου. Εγώ το ταξί δεν το δίνω σε κανέναν, αν νομίζετε ότι θα πέσει στο κεφάλι σας σαν το μάννα και θα σας ξελασπώσει. Κλείστε μόνο τα καπάνια σας, μπας και χάψτε καμιά μύγα αντίς γι' άλλα.

Το ταξί θα το κρατήσω εγώ. Εγώ έχω τα χαρτιά. Έχω και δίπλωμα. Θα πάρω και το επαγγελματικό, θα μάθω κι από μηχανές. Δεν τα λέω αυτά στα κουτουρού. Μπορώ να το δουλέψω και μόνη μου. Δεν με ξέρετε καλά εμένα. Καλά πόσες ταξιτζούδες βλέπω πάνω-κάτω στους δρόμους, δεν λέγεται. Όλες περιποιημένες, με το μαλλί βαμμένο στην τρίχα, θαρρείς πως μόλις βγήκανε απ’ το κομμωτήριο, και το ταξί καθαρό και περιποιημένο σαν την κούκλα. Κυρίες! Κανείς δεν τολμάει να τους πει κουβέντα. Τις σέβονται τις γυναίκες στο τιμόνι. Σκληρή δουλειά, για. Εγώ, πάντως, τους βγάζω το καπέλο.

Θα οργώνω πάνω-κάτω την Αθήνα, κόσμος θα μπαίνει κόσμος θα βγαίνει, θα βάζω και στο ράδιο τα λαϊκά κι αν τυχαίνει και κάνας πελάτης μερακλής, μπορεί να λέμε παρέα και από καμιά στροφή. Όλο και καμιά κουβέντα θα πιάνουμε, όλο και κάποιος πικραμένος θα ναι που θα θέλει να ξεφορτωθεί τον πόνο του. Ελάτε, βρε, στη Φροσάρα. Ανοίξτε την καρδιά σας και πέστε τα όλα να ξαραχνιάσετε τις γωνιές της ψυχής σας, να ξελαμπικάρει το μέσα σας, να δείτε τη ζωή αλλιώς! Όλοι μια παρέα είμαστε, δεν το καταλαβαίνετε βρε κωθώνια και ξεσκίζεστε αναμεταξύ σας και χαλάτε τις καρδιές σας για σαχλαμάρες. Ένα μεγάλο ταξί είναι ο κόσμος μας. Εκεί μέσα, όλοι μαζί βρεθήκαμε τσουβαλιασμένοι και πάμε, ανάθεμά μας αν ξέρουμε και που πάμε. Όλοι νομίζουν, ο καθένας νομίζει ότι πάει και κάπου αλλού, ξέχωρα απ’ τον άλλον. Μπούρδες. Όλοι στον ίδιο διάολο πάμε.

Ας το καλό, πάλι παρασύρθηκα και πέταξα. Εγώ θα το κάνω μια μέρα αυτό. Να το δεις. Θα γίνω το πρώτο ταξί της Αθήνας. Γιατί έχω καρδιά εγώ, που όσο και να με πριόνισαν όλοι αυτοί οι αναθεματισμένοι, εγώ κάθομαι τα βράδια και την μαντάρω, τη φέρνω πάλι στα συγκαλά της. Πώς τα καταφέρνω! Α!

Με τη «Σεχραζάτ»!