Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2008

Η ΚΑΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ: Θεωρίες, θεωρίες, θεωρίες........


Σε προηγούμενο κείμενο παρουσίασα τις δομικές μονάδες που κατά τη γνώμη μου πρέπει να έχει ένα σύστημα γνώσεων για να θεωρείται επιστημονικό και έγκυρο. Αναφέρθηκα τόσο το κριτήριο της επαληθευσιμότητας το οποίο αμφισβητήθηκε από τον Popper, όσο και το κριτήριο της διαψευσιμότητας το οποίο και εισήγαγε στη θέση του και το οποίο εξ ίσου αμφισβητήθηκε, όπως και όλα όσα συντάχτηκαν μετέπειτα με σκοπό ν’ αμφισβητήσουν κάποια προηγούμενά τους. [Περί Ψευδοεπιστήμης, ΕΔΩ]

Η αντίρρηση του Popper στην Επαγωγική Λογική ήταν ότι δεν αρκεί να συσσωρεύει κανείς μόνο γεγονότα που να επαληθεύουν μια θεωρία, αλλά θα πρέπει η υπό επικύρωση θεωρία να παρέχει η ίδια τις δυνατότητες εκείνες, (κάποιο πείραμα ή κάποια παρατήρηση), που να μπορούν να την καταστήσουν διαψεύσιμη και να την ανασκευάσουν. Ο Popper στην διατύπωσή του αυτή είχε μόνον αγαθές προθέσεις στοχεύοντας στη διάσωση της επιστήμης από τους 'εχθρούς' της. Για τον Popper, «μια θεωρία μπορεί να είναι επιστημονική ακόμα και όταν δεν υπάρχει κάποια απόδειξη υπέρ της, ή μπορεί να είναι ψευδοεπιστημονική ακόμα και αν έχει όλες τις αποδείξεις με το μέρος της». Το κεντρικό σημείο γι αυτόν είναι το κατά πόσον οι θεωρίες μπορούν να παρέχουν δυνατότητες ανασκευής τους.

Αυτό, όμως είναι και σωστό και λάθος. Σωστό, γιατί ποτέ δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι έχουμε εξετάσει όλα τα σχετικά γεγονότα. Μπορεί κάποιος για παράδειγμα, να μαζεύει μόνο δεδομένα που επαληθεύουν μια θεωρία, ή για να μην τον αδικήσουμε, να τυχαίνει όλα τα δεδομένα που έχουν περιπέσει στην αντίληψή του να την επαληθεύουν, ενώ να αγνοεί, είτε εσκεμμένα είτε από άγνοια την ύπαρξη άλλων που την διαψεύδουν.

Από την άλλη μεριά, το κριτήριο διαψευσιμότητας εμπεριέχει αρκετά αδύναμα σημεία, τα οποία επισημάνθηκαν από πολλούς.


Διότι
1). Κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει το γεγονός ότι όλες οι επιστημονικές θεωρίες βασίζονται σε εμπειρικά δεδομένα τα οποία προσπαθούν ν’ αναπαράγουν και ότι μια θεωρία είναι τόσο πιο επιτυχημένη όσο περισσότερα φαινόμενα ΕΞΗΓΕΙ και ΠΡΟΒΛΕΠΕΙ. Οι θεωρίες αποτιμώνται από τις επιτυχίες και όχι από τις αποτυχίες τους. Τι να κάνουμε, αυτή είναι η πραγματικότητα!

2). Με το να ανάγουμε την επιστημονικότητα μιας θεωρίας στον τρόπο που μπορεί να διαψευστεί, στρώνουμε το έδαφος για την αναγνώριση ψευδοεπιστημονικών θεωριών όπως η Αστρολογία και ο Δημιουργισμός ως επιστημονικών καθ’ όσον περιέχουν στοιχεία τα οποία μπορούν να διαψευστούν.

3). Οι επιστήμονες δύσκολα παραιτούνται από μια Θεωρία επειδή φάνηκε ανίκανη να αναπαράγει ή να προβλέψει σωστά κάποιο φαινόμενο. Η Θεωρία είναι μια μεγάλη Υπερκατασκευή η οποία περιέχει πολλές επί μέρους υποθέσεις, εικασίες και συμβάσεις, οι οποίες και μπορούν να τροποποιούνται στα πλαίσια πάντα της Υπερκείμενης Θεωρίας. Όταν συσσωρευτούν τόσες πολλές αντενδείξεις ώστε η προσθήκη και νέων Πτολεμαϊκών επίκυκλων (τροποποιήσεων) να μην φέρνει την προσδοκώμενη αναπαραγωγή πιο πολλών δεδομένων, τότε η Θεωρία εγκαταλείπεται ή αυτό που είναι και το σύνηθες, περιορίζεται σε ένα μικρότερο πεδίο εφαρμογών, όπως η Νευτώνεια σε σχέση με την Γενική Θεωρία της Σχετικότητας η οποία και την αντικατέστησε. Σε σχέση με τις φυσικές επιστήμες δεν μπορώ να θυμηθώ κάποια Θεωρία η οποία να έχει εγκαταλειφθεί τα τελευταία 200 χρόνια επειδή στηρίχτηκε σε λανθασμένες αρχές. (Η πίστη στην ύπαρξη του αιθέρα αφορά στις υποθέσεις, όχι στις αρχές). Όταν άρχισε η Κλασική Μηχανική να μην μπορεί να εξηγεί τα φάσματα σωμάτων ή ατόμων δεν εγκαταλείφθηκε σαν θεωρία παρά την εισαγωγή της Κβαντικής Μηχανικής. Απλώς στριμώχτηκε λιγάκι σε ότι αφορά το πεδίο εφαρμογών της και συνέχισε να κάνει καλά τη δουλειά της.

4) Ποτέ μια θεωρία δεν εγκαταλείπεται έτσι αυτόματα κι απλά αν δεν υπάρχει ήδη στον ορίζοντα μια άλλη ανταγωνιστική θεωρία η οποία να δίνει ήδη καλύτερα δείγματα γραφής.

Σύμφωνα με τον Lakatos αυτό που ξεχωρίζει την επιστήμη από την ψευδοεπιστήμη είναι κυρίως η ΠΡΟΒΛΕΠΤΙΚΗ ικανότητα της πρώτης. Οι Ψευδοεπιστήμες αυτό που κάνουν είναι να προσπαθούν να ενσωματώσουν γεγονότα ήδη γνωστά.


Ουσιαστική κριτική στον Popper και το κριτήριό του άσκησαν επίσης οι Kuhn και Feyerabend, μόνο που πήγαν τη βαλίτσα ακόμη πιο μακριά, με το να αποδέχονται τον εξωλογικό χαρακτήρα, δηλαδή το αυθαίρετο της επιλογής μιας επιστημονικής θεωρίας, εισάγοντας έτσι στις επιστήμες σχετικιστικές αντιλήψεις. Αυτό συμβαίνει επειδή οι παρατηρήσεις που γίνονται και τα δεδομένα που συλλέγονται από τους επιστήμονες, θεωρούν ότι καθοδηγούνται από ένα θεωρητικό προσχέδιο που είναι ήδη εντυπωμένο στο μυαλό τους. Εξ ου και ο σχετικισμός, καθ όσον κάθε θεωρία κουβαλάει και τα δικά της δεδομένα τα οποία, όπως ισχυρίζονται είναι τέτοια ώστε να την επαληθεύουν.

Και πάλι πιστεύω ότι αυτή η θέση περιέχει στοιχεία και αλήθειας και λάθους. Αλήθειας, διότι όντως οι επιστήμονες θα στρέψουν προς τα ‘κεί την προσοχή τους, όπως τους υπαγορεύουν οι συσχετισμοί που η θεωρία που ακολουθούν πραγματεύεται και υποδεικνύει. Επίσης τα ερωτήματα που θέτουν στη φύση συνάδουν με το πνεύμα της εποχής τους.

Λάθους, διότι πολλές φορές η προηγούμενη τακτική αρνείται να δουλέψει, οπότε οι επιστήμονες αρχίζουν να δοκιμάζουν καινούργιους συσχετισμούς μεταξύ των παραμέτρων που περιγράφουν τα φαινόμενα που εξετάζουν. Οι οποίοι νέοι συσχετισμοί όταν επαναλαμβάνονται και σε πολλές άλλες περιπτώσεις ακολουθώντας το ίδιο σχήμα, τότε σηματοδοτούν την ανάγκη για τη θεωρητική διατύπωση νέων νόμων.

Ακολουθώντας πλέον το σχετικιστικό μονοπάτι, ο δρόμος προς τον παραλογισμό δεν είναι μακρύς, καθ ότι δεν είναι δύσκολο να φτάσει κανείς σε αντιλήψεις του τύπου ότι «οι επιστήμονες δεν ανακαλύπτουν τη φύση της πραγματικότητας, αλλά την δημιουργούν», αντιλήψεις που δεν είναι μακριά από την μηδενιστική αντίληψη ότι όλες οι μορφές γνώσεις είναι ισότιμες, ότι η θρησκεία είναι στο ίδιο τσουβάλι με την επιστήμη ως προς το γνωσιολογικό τους περιεχόμενο και ότι στο τέλος-τέλος η Επιστήμη μπορεί ήσυχα να πεθάνει.

Μέχρι τώρα δεν πιστεύω ότι υπάρχει επιστημολογική θεωρία που να μπορεί να δώσει κάποια περιεκτική και τελεσίδικη απάντηση για το τι είναι η Επιστήμη, με έναν σχηματικό και ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟ τρόπο. Κυρίως γιατί λίγοι από τους επιστημολόγους έχουν συναίσθηση του τι είναι η Επιστήμη από πρακτική άποψη, του τι σημαίνει, δηλαδή, να κάνεις πειράματα και να σκαρώνεις μοντέλα και θεωρίες.

Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2008

ANTI-TZAKI-MOVEMENT (ATM)



Μετά την μεγάλη απήχηση που είχε η δημοσίευση του προηγούμενου άρθρου μου, "Έξω τα Τζάκια απ' την Αθήνα" σχετικά με την ρυπογόνο δράση των τζακιών, τόσον επί της ψυχής όσον και επί του περιβάλλοντος και κατόπιν ενδελεχούς ανάλυσης της τρέχουσας πολιτικής πραγματικότητας,

Θεώρησα, τόσο εγώ, όσο και οι πολιτικοί μου σύμβουλοι, αλλά και η προσωπική μου αστρολόγος, ότι οι συνθήκες που επικρατούν στη χώρα μας είναι ιδανικές ώστε να ευνοούν την ίδρυση ενός νέου κόμματος. Αναλυτικά οι λόγοι που με ωθούν στο απονενοημένο αυτό διάβημα είναι οι εξής:


ΛΟΓΟΙ ΑΜΙΓΩΣ ΠΕΡΙΒΑΝΤΟΛΛΟΓΙΚΟΙ

1). Σύμφωνα με τα συμπεράσματα περιβαλλοντολογικών εκθέσεων πέντε πανεπιστημίων της Αθήνας, 25 καθηγητών και χιλίων μεταπτυχιακών, ο κυριότερος επιβαρυντικός παράγοντας της ατμόσφαιρας του λεκανοπεδίου κατά τις νυχτερινές ώρες είναι η αιθαλομίχλη, που προέρχεται από την ασύστολη καύση ξύλων, αλλά και παντός άλλου είδους αντικειμένων όπως κοπριάς, ελαστικών, πλαστικών, καρεκλών και ξεχαρβαλωμένων στρωμάτων.

2). Σύμφωνα με τις εκθέσεις τριών ψυχιατρικών νοσοκομείων της Αττικής και με την σφραγίδα της Ένωσης Ελλήνων Ψυχασθενών, οι νυχτερινοί αυτοί ρυπογόνοι παράγοντες ευθύνονται για σοβαρές διαταραχές του ύπνου, τον κλονισμό του κεντρικού νευροφυτικού συστήματος και την αύξηση των περιστατικών «αυτοκτονικού ιδεασμού».

ΛΟΓΟΙ ΑΜΙΓΩΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ

3). Η υιοθέτηση από την κίνησή μας αμφοτέρων των δράσεων που εξυπονοούνται από την αμφισημία της λέξης «τζάκι» ελπίζουμε ότι θα σταθεί ικανή να συσπειρώσει και εκείνους τους πολίτες, οι οποίοι διακατεχόμενοι από αμιγές δημοκρατικό φρόνημα δυσανασχετούν για την μακραίωνη πολιτική κυριαρχία των Καραμανλο-Παπανδρεο-Μητσοτακο τζακιών και οι οποίοι πολίτες επιζητούν εναγωνίως τον δια βίου εξοστρακισμό τους και την ανανέωση της πολιτικής μας ζωής με «τζάκια» νέας τεχνολογίας.

4). Ένας άλλος σημαντικός λόγος είναι η παροχή στέγης και ομπρέλας κάλυψης τόσο στον κ. Βενιζέλο, όσο και στον όμιλο προβληματισμού του, μιας και ο ίδιος αφ’ ενός επιθυμεί διακαώς την απομάκρυνση των τζακιών από το λεκανοπέδιο, αφ’ ετέρου δεν έχει το σθένος και το ανάστημα να το πράξει. Η ΑΤΜ είναι ανοιχτή σε μια τέτοια πολιτική συμμαχία, η οποία ευελπιστούμε ότι όχι μόνο δεν θα προκαλέσει την μήνη του ΓΑΠ, αλλά θα τύχει και της εμπράκτου υποστήριξής του, καθ’ ότι η λέξη «τζάκι» δύναται να εκληφθεί όχι με την πολιτική αλλά και με την περιβαντολλογική της σημασία.

ΛΟΓΟΙ ΑΜΙΓΩΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΟΙ

5). Η προστασία και η μέριμνα της ψυχικής υγείας των συμπολιτών μας εκείνων, οι οποίοι ανάγουν την οποιαδήποτε ερωτική αποτυχία στη ζωή τους, πέρα από το κακό τους το άστρο, στην απουσία τζακιού κυρίως. Η καθολική κατάργησή τους νομίζουμε ότι θα αποτελέσει θετικό βήμα προς την αποκατάσταση της κοινωνικής δικαιοσύνης και ισομοιρίας στην ερωτική αγορά.

6). Η καταπολέμηση της Ιδεολογίας της Θαλπωρής καθώς και η πάταξη των ρομαντικών διαθέσεων που ευδοκιμούν και εκτρέφονται από την κυριαρχούσα κουλτούρα του τζακιού. Τέτοιες προδιαθέσεις αμβλύνουν τα πολεμικά και πολιτιστικά ορμέμφυτα της φυλής μας και μας καθιστούν ευάλωτους στους ποικίλους και περιώνυμους εχθρούς που παραμονεύουν να κάνουν «ντου» και να επωφεληθούν της ευμάρεια και των γονιδίων μας.


ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΔΗΛΩΣΕΙΣ


1). Άμεσο γκρέμισμα των τζακιών με τη σύμφωνη γνώμη και την επιδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα πλαίσια της Νέας Ευρωπαϊκής Περιβαντολλογικής Πολιτικής.

2). Αντικατάσταση των τζακιών με βιβλιοθήκες για βιβλία και όχι για μπομπονιέρες, φωτογραφίες, εικονίτσες, βαζάκια, κουτάκια, κουκλάκια, σκυλάκια, σεμεδάκια, καρδούλες, αγαλματάκια και κομπολόγια. Οι βιβλιοθήκες και ο εμπλουτισμός τους θα τελεί υπό την αιγίδα των τοπικών πολιτιστικών κέντρων, ενώ η δημοτική αστυνομία με τους καθηγητές των τοπικών Γυμνασίων και Λυκείων θα λύνουν τις απορίες και θα εξετάζουν τους κατόχους των. Οι επιμελείς θα ανταμείβονται απαλλασσόμενοι από τα δημοτικά τέλη.

3). Δωρεάν διανομή υποκατάστατων ομοιωμάτων, υπό τύπον μπρελόκ, μενταγιόν, αναπτήρων, μεθαδόνης, κωδείνης, κοκαΐνης στους πρώην κατόχους τζακιών, για την αποφυγή φαινομένων στέρησης και μαζικής παράκρουσης.

4). Πλαζ στην Ομόνοια και το Σύνταγμα. (Συγνώμη αυτό το τελευταίο μπήκε εκ παραδρομής!).

Εξ όσων ετέθησαν προηγουμένως, ευελπιστούμε στην άμεση συμπαράστασή σας και στην αθρόα σύνταξη στις γραμμές μας. Επίσης, πάσα προσφορά δεκτή. Παρακαλώ σε μετρητά.

Υ.Γ. Ξέρει κανείς από Μ.Κ.Ο.;

Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2008

Ο Μονόλογος μιας Ενοχικής


Όταν
τις περισσότερες φορές, σταματημένη στα φανάρια βλέπω με τρόμο τα παλούκια να προβάλουν απειλητικά σαν εξαπτέρυγα και να στοχεύουν στα τζάμια του αυτοκινήτου μου και όταν σχεδόν πάντα, με έντονες και απεγνωσμένες κινήσεις τα αποτρέπω,

προλαβαίνω την ίδια στιγμή να σκεφτώ ότι μάλλον δεν κάνω καλά, ότι στερώ βοήθεια από ανθρώπους που έτσι κι αλλιώς είναι φτωχοί, πιθανότατα παράνομοι και που στα σίγουρα τον έχουν ανάγκη τον οβολό μου. Και καταφέρνω έτσι να γεμίσω με ενοχές, που

το επόμενο όμως δευτερόλεπτο, τιθασεύω και στέλνω στο διάολο, όταν καταφέρνω να θυμώσω από την συναισθηματική εκμετάλλευση που θεωρώ ότι υφίσταμαι, κυρίως και λόγω του φύλου μου, που εσφαλμένα έχει τη φήμη του πιο ψυχοπονιάρικου σε σχέση με το ανδρικό,

ενώ, την ίδια πάλι στιγμή, θυμώνω και με μένα την ίδια που αρπάζεται ιδιοτελώς από τυχάρπαστες θεωρίες (περί συναισθηματικής εκμετάλλευσης στην προκειμένη περίπτωση) για ν’ απεκδυθεί των ενοχών της και να συνεχίσει τον δρόμο της με τη συνείδησή της ήσυχη και καθαρή. Το οποίον όμως θα ήτο αληθές εάν,

στο επόμενο φανάρι δεν συναντούσα ακριβώς την ίδια κατάσταση, με τα παλούκια και τις ταβανόβουρτσες να προβάλουν και πάλι από όλες τις μεριές απειλητικά, θρασεία και εκβιαστικά.

Μετά από τόσα χρόνια που τα φανάρια μετατράπηκαν σε κάποιο είδος περιπτέρου, με κάθ’ ένα από αυτά να έχει και τη δική του εξειδικευμένη πραμάτεια, συνεχίζω να βρίσκομαι στην ίδια ακριβώς κατάσταση όπως και πριν, με τα ίδια διλήμματα να με κατατρέχουν.

Να δίνει κανείς ή να μη δίνει;

Να δώσεις σε όλους όσους συναντάς είναι αδύνατον, γιατί τότε θα αναγκαστείς να βγεις κι εσύ στα φανάρια. Άρα πρέπει να δίνεις κατ’ επιλογήν. Όπερ σημαίνει ότι το ποσό που διαθέτεις εξαρτάται από το πόσο αδηφάγα και απαιτητική συνείδηση έχεις και όχι από την ανάγκη των άλλων. Μια πεινασμένη για εξιλέωση συνείδηση μπορεί να χορτάσει στα δέκα, ας πούμε, φανάρια, ενώ μια πιο λιτή στα τρία.

Η διαπίστωση αυτή οδηγεί εύκολα στην εκμηδένιση του ποσοστού ενοχής της συνείδησης, για το λόγο ότι το δόσιμο ικανοποιεί πρωτίστως εμένα κι όχι τους άλλους και επομένως μπορώ να το διαχειριστώ καλύτερα. Από την άλλη όμως μεριά, εφ όσον το δόσιμο, και η συνεπαγόμενη ευχαρίστηση συνδέονται με οικονομική αφαίμαξη που ομολογουμένως σαν πράξη αφαιρεί ικανοποίηση και προσθέτει δυσαρέσκεια, η συνείδηση μπροστά στην παρουσιαζόμενη επιπλοκή προτιμάει την λογική λύση της απεμπλοκής και της κοίμησης. Τουτέστιν, η συνείδηση καταφεύγει στην αρχική και αυθόρμητη λύση του αδιάφορου σφυρίγματος και του ανεβάσματος των παραθύρων.
Σα να μη συνέβη τελικά τίποτε!

Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2008

Πολιτισμός ή Lifestyle;



Πάνε αρκετά χρόνια που απέχω του Πολιτισμού. Για δυο πράγματα. Πρώτον δεν ξέρω τι είναι πια Πολιτισμός, αν η εκδήλωση όπου παρευρίσκομαι είναι πολιτιστική ή όχι και δεύτερον γιατί και αυτός ο ίδιος μ’ έχει εξορίσει προ πολλού από τις τάξεις του σαν αντικοινωνικό και ανάγωγο στοιχείο. Έτσι γίναμε πάτσι. Παρ’ όλα αυτά αντί να μείνω στ’ αυγά μου και ν’ ασχοληθώ με το πλέξιμο και το κοπανέλι, κάθομαι κι αναρωτιέμαι για το τι χάνω, για το αν αυτό από το οποίο απέχω συνιστά όντως Πολιτισμό ή αν όχι, τότε ας επιτέλους ησυχάσω.

Απ’ την σοφίτα του πύργου μου και πάντοτε εκ του μακρόθεν, παρατηρώ ότι οι στήλες με την ένδειξη «πολιτισμός» καταλαμβάνουν όλο και μεγαλύτερο μέρος στις σελίδες των εφημερίδων και περιοδικών, με ταυτόχρονη διεύρυνση της έννοιας του πολιτιστικού προϊόντος. Για παράδειγμα, αντιλήφθηκα εσχάτως ότι κάποια σχετικά νεοεισαχθέντα μέλη στο club των τεχνών είναι η μαγειρική και το design. Πιθανόν κάποιοι να περιλαμβάνουν και την κομμωτική και την κοπτοραπτική. Και για τους πιο προχωρημένους, τέχνη να είναι επίσης και το πώς κινείσαι, πώς κάθεσαι, πώς σταυρώνεις τα πόδια σου, καθώς επίσης και το πώς φτύνεις, αν το κάνεις δηλαδή κοφτά και διακριτικά μ’ ένα μικρούλι μόνο συριγμό, ή ηχηρά και με προωθητήρα. Φαντάζομαι, ότι το τι μπορεί να ορισθεί σαν τέχνη εξαντλείται μόνο εκεί που εξαντλείται και η φαντασία. Όλα, όπως είπαμε, είναι θέμα ορισμού και προσωπικού γούστου.

Για να ορίσω «τι εστί Πολιτισμός», ας κάνω ένα μικρό πείραμα και ας εξετάσω για λίγο τί εικόνα μου έρχεται στο νου όταν ακούω τη φράση «αυτός, παιδάκι μου, είναι πολιτισμένος».


Πρώτον
, η εικόνα αυτού με τα χίλια ΔΕΝ, δηλαδή αυτού που:

δεν φωνάζει, δεν χειρονομεί, δεν βρίζει, δεν φτύνει, δεν ρεύεται και δεν κλάνει δημοσίως, δεν πετάει σάλια όταν μιλάει, δεν αγγίζει, δεν ακουμπάει, δεν κοιτάει αγνώστους στο κατ’ ευθείαν, παρά μόνον στο πλάγιο, [αγνώστους με τους οποίους η κακιά του τύχη τον έφερε να κάθεται δίπλα-δίπλα στο μετρό, στο αεροπλάνο, στο λεωφορείο], και που όταν κατά λάθος του συμβεί να τους ακουμπήσει λιγάκι τους ζητάει χιλιάδες φορές «συγνώμη», δεν κυκλοφορεί ασιδέρωτος, αδέσποτος και λέτσος, δεν παραλείπει να λέει ευχαριστώ-παρακαλώ σε κάθε λεκτική επαφή, δεν πετάει τα σκουπίδια απ’ το παράθυρο του αυτοκινήτου και το μπαλκόνι του σπιτιού του, δεν πηδάει τις ουρές στην τράπεζα και αλλού, δεν πετάει γόπες στους διαδρόμους των νοσοκομείων, και κυρίως δεν τις ξεκοιλιάζει με το τακούνι του....


Δεύτερον, η εικόνα αυτού που:

γνωρίζει από κρασιά, ποτά και πούρα, την τελευταία παράσταση του Βογιατζή και του Μαρμαρινού, που πάει στο Μέγαρο και κλείνει μετά τραπέζι στο «L' Aubrevoir», που ξεφυλλίζει τις σελίδες των free-press περιοδικών, που ξέρει τα πάντα περί γαστρονομίας και τις βιογραφίες των σεφ, που ξέρει τι ρούχο πάει με τι, που είναι ξεφτέρι στην βερολινέζικη πρωτοπορία και στο τι κρεμάει στα επόμενα η γκαλερί Castelli στη Νέα Υόρκη, που έχει μόνιμο τραπέζι στον Ιανό....

«Αυτό παιδάκι μου δεν είναι πολιτισμός, με διέκοψε απότομα η γιαγιά μου. Αυτό είναι το «Savoir Vivre» του Ζαμπούνη, το βιβλίο του Ζάχου Χατζηφωτίου και η εκπομπή της Έλενας Κατρίτση.

Κι όμως αυτός είναι στο νεοελληνικό φαντασιακό, ο πολιτισμός στην «υψηλή» του εκδοχή. Είναι η αποτύπωση της μικροαστικής ευπρέπειας, (απόηχος της βικτοριανής αστικής ηθικής του προηγούμενου 19 αιώνα) αφ ενός και του Life-style της γιάπικης ανώτερης μεσαίας τάξης, αφ ‘ετέρου. Οι κατώτερες τάξεις πάντα πιθήκιζαν ότι ξέμενε από τις ανώτερες, όπως και η ίδια αστική τάξη, την αριστοκρατία την οποία ξεπατίκωνε και στην οποία πάσχιζε να μοιάσει.



Στην «χαμηλότερή» του δε εκδοχή, πολιτισμός είναι τα αποκαλυπτήρια κάποιων αγαλμάτων του Κολοκοτρώνη, οι συνεστιάσεις των συλλόγων, τα τσάμικα στις πλατείες, η γιορτή της τσικουδιάς και της λαγάνας, οι θεατρικές παραστάσεις των ΚΑΠΗ...

Το τι είναι πολιτισμός φαίνεται πιο καθαρά όταν περνάω έξω από το Μέγαρο, όπου στα αναρτημένα πανό των χορηγών μονοπωλούνται ονόματα από τον χώρο των τραπεζών, της πληροφορικής, ή των ευγενών ποτών, μην αφήνοντας θέση στις «κλωστές Πεταλούδας» ή τα αλυσοπρίονα Husqvarna, για παράδειγμα να εκδηλώσουν τα φιλότεχνα αισθήματά τους.

Δεν ξέρω τι μένει πέρα απ’ όλη αυτή την κίνηση και την οχλοβοή, το σούρτα-φέρτα, τις πρεμιέρες, τα γκαλά, τα vernissage, τις χαιρετούρες, τα φιλιά του αέρα, τον πυρετό, τον κουρνιαχτό, τον ιδρώτα των θεατών και των πρωταγωνιστών ή τις φλυαρίες των ενημερωμένων, πλέον, περί τα πολιτιστικά στις παρέες και στα σαλόνια. Πολύ φοβάμαι, την αίσθηση ότι «εντάξει καλά περάσαμε και για σήμερα, να δούμε τώρα που θα πάμε αύριο. Μόνο να ξημερώσει». Πολύ φοβάμαι ότι όλο αυτό το πανηγύρι δεν θα χρησιμεύσει σε τίποτε άλλο παρά σαν συνδετικό υλικό μιας μάζωξης που δεν έχει τίποτε άλλο να πει ή τι άλλο να κάνει. Και στην καλύτερη των περιπτώσεων ίσως μια προσδοκία, ότι την επόμενη φορά ίσως καταφέρουμε να ξύσουμε λίγο πιο βαθιά το τσιμέντο που κάθισε και βάρυνε στην ψυχή μας.

Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2008

Έξω τα τζάκια απ’ την Αθήνα!


Όχι, αυτά τα γνωστά, στα οποία πήγε αυτόματα το βρώμικο μυαλό σας. Αυτά, είτε είναι στην Αθήνα, είτε στο Λονδίνο, είτε στο Saint Moritz το ίδιο κάνει. Αυτά, δεν φεύγουν με λέξεις, με ξόρκια και με ‘Όξω’, όσες φορές και να ειπωθούν. Το μόνο που καταφέρνουν είναι το βράχνιασμα.

Για τα άλλα μιλάω, αυτά που καπνίζουν. Και είναι πολλά τα ρημάδια. Καμιά 2 με 3 εκατομμύρια στο λεκανοπέδιο. Και όταν τα πιάνει και μπουμπουνίζουν όλα μαζί σε συμφωνία εκεί γύρω Παρασκευή με Σάββατο βράδυ αναστενάζουν τα βουνά και κλαίνε τα λαγκάδια. Έχετε ποτέ απλώσει μπουγάδα τις μέρες αυτές; Έχετε προσπαθήσει να αφήσετε λιγάκι το παράθυρο ανοιχτό την ώρα που κοιμάστε για να ‘ρθει το νυχτερινό αεράκι να κάνει τα όνειρά σας πιο ανάλαφρα; Για δοκιμάστε τα και μου λέτε μετά..

Ωραίο πράγμα το τζάκι,
...η μυρωδιά του ξύλου, το τρίξιμο της φλόγας, το τρέμουλο της φλόγας, οι φαντασιώσεις που εγείρονται, οι προσδοκίες που φουντώνουν, οι μνήμες που ξυπνούν από ένα μηδέποτε βιωθέν αγνό βουκολικό παρελθόν, ο καπνός που γεμίζει το δωμάτιο, οι σπίθες που πετάγονται και τρυπούν τα μάτια, το τσουρουφλισμένο χαλί, οι καπνιές που πλέκουν ιστούς στο ταβάνι, το μπούκωμα στα πνευμόνια....
αλλά άντε ένα, άντε δύο, άντε δέκα στη γειτονιά! Αλλά μερικά εκατομμύρια;

Το τζάκι αναδείχτηκε στο υπ’ αριθμόν ένα αντικείμενο του πόθου όλης της μικροαστικής Ελλάδας, στοίχειωσε το φαντασιακό της και ειδώθηκε σαν τεκμήριο κοινωνικής ανόδου και ευμάρειας. Απετέλεσε το σήμα κατατεθέν της κοινωνικής καταξίωσης μιας γενιάς που πήδηξε απ’ το αυτοσχέδιο τζάκι των παππούδων της στα χωριά, στο περίτεχνο τζάκι της νιόχτιστης πολυκατοικίας στις πόλεις. Και φάνταξε! Και ξεσκίστηκε σαν νιόβγαλτη πουτάνα. Πέρα δώθε ναρκισσευόμενη, με μια ευμάρεια δανεική, στο ν’ αγοράζει ξύλα, στο να μαθαίνει τα δέντρα και τα ξύλα απ’ τις μάντρες αντί από τα δάση, πέρα δώθε με τις φουφούδες, τα φυσερά, τα προσανάμματα, τις μασιές κι έναν ολόκληρο καινούργιο κόσμο από gadgets που έπρεπε να μάθει να χειρίζεται απ’ την αρχή μαζί με τα blue tooth και τους υπολογιστές. Αναρωτιέμαι, τι θ’ απογίνει η ανθρωπότητα αν κάποια φορά ξεμείνει από τα άχρηστα.


«Της είπανε να χέσει κι αυτή ξεπατώθηκε», θα έλεγε η γιαγιά μου αν ζούσε.

Εκατομμύρια πέσανε πάνω του και όπως γίνεται πάντα, το ξευτέλισαν. Το στρίμωξαν στα σαλόνια, τις κρεβατοκάμαρες, στα υπόγεια, στα ανώγεια, το έντυσαν, το στόλισαν, το φόρτωσαν μ’ όλη την προχειράντζα, την ελαφρότητα και κακογουστιά της νεοελληνικής ακαλαισθησίας, τέμενος, προσκυνητάρι, το κέντρο της ζωής και του σπιτιού, η μαγική γωνιά, το τοτέμ, το φετίχ. Και μαζεμένοι εκεί μπροστά του, περιμένουν παθητικοί και γελοίοι, να γεννήσει το τζάκι αισθήματα και συναισθήματα, να κάνει εχθρούς να φιλιώσουν και έρωτες να τελεσφορήσουν, (στο αμπαζούρ το θαλασσί, αγκαλιά εγώ και συ), άντε και με κανένα εξωτερικό βοήθημα, όπως κεριά, λιβάνια, λίγο κρασί, ...λίγο θάλασσα και τ’ αγόρι μου.

Εκεί, στημένοι και εκστατικοί, περιμένοντας τη μαγεία σαν ξωτικό, να ξεπηδήσει απ’ τις φλόγες, να κατέβει απ’ τις καμινάδες και να μεταμορφώσει την αθλιότητα και τη γύμνια και την μέσα και την έξω.

Αλί και τρις αλί στη γενιά που πίστεψε στο τζάκι και έψαξε σ’ αυτό τη σωτηρία της και τον χαμένο της εαυτό, που τυλίχτηκε στη θαλπωρή του, ναρκώθηκε και αποκοιμήθηκε!

Καλά, θα μου πείτε ότι τα πήρα όλα σβάρνα και δεν ξέρω τι λέω πάλι. Κι όμως τι περιμένει κάποιος από ένα τζάκι; Να τον ζεστάνει; Όχι φυσικά. Το τζάκι είναι ένα σύμβολο πολλαπλώς επενδυμένο γι αυτό και τόσο δημοφιλές και απαραίτητο.

Η μεσαία γενιά των πατεράδων μας, δεν ευτύχησε να έχει τζάκια στα σπίτια. Έφυγε ξυπόλητη απ’ τα χωριά της για τις πόλεις, νάβρει κάτι να κάνει, να σπουδάσει, να δουλέψει, να στήσει. Γύρναγε τις γιορτές στο χωριό κι έβλεπε από μακριά τα κεραμίδια παξιμάδια και της έτρεχαν τα σάλια.. Η γενιά η δική μου έφαγε πιο πολύ απ’ τα έτοιμα, παρά έφτιαξε η ίδια. Πούλησε, σκόρπισε, δανείστηκε, αγόρασε ευκολίες, παραφούσκωσε με ψευδαισθήσεις και πιστωτικές. Πλαδάρεψε και στην ψυχή και στο μυαλό και άραξε σε τεχνητές θαλπωρές περιμένοντας με τρόπο μαγικό την έλευση και της ουσιαστικής θαλπωρής. Μόνο που αυτή δεν έρχεται από τα σημεία και τα σύμβολα.

Και τι με νοιάζουν εμένα όλα αυτά; Με νοιάζουν, γιατί κάθε Παρασκευή και Σάββατο βράδυ που η μικροαστική υπαλληλία ανάβει τα τζάκια της, ένα πηχτό τέρας σκεπάζει τον ουρανό της Αθήνας, μου κρύβει την θέα προς τ’ αστέρια, μου βρωμίζει τα ασπρόρουχα στο σκοινί, μου αμπαρώνει τις μπαλκονόπορτες και ενίοτε με στέλνει στο Κρατικό με αναπνευστικά.

Κρατείστε σφιχτά τα τζάκια σας!!!




Αλλά, βουλώστε τουλάχιστον τις καμινάδες, βγάλτε τα ξύλα και βάλτε κάποιο άλλο υποκατάστατο στη θέση τους, όπως εκατομμύρια Λονδρέζοι εδώ και χρόνια έχουν κάνει.

Άλλωστε, δεν θα είναι το πρώτο ΔΗΘΕΝ που θα βάλετε στη ζωή σας!

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2008

Ο Πολιτισμός κατά Braudel


1. Οι πολιτισμοί είναι γεωγραφικές περιοχές. Μπορούν πάντοτε να εντοπισθούν πάνω σ’ ένα χάρτη.
Πολιτισμός σημαίνει συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές. Γη, βουνά, κλίμα, βλάστηση ζώα, σημαίνει πλεονεκτήματα που προσφέρθηκαν αβίαστα στον άνθρωπο ή που τα απέκτησε με το μόχθο του.

2. Οι πολιτισμοί είναι κοινωνίες. Δεν υπάρχει πολιτισμός που να μην εδράζεται πάνω σε μια κοινωνία η οποία του δίνει ζωή με τις εντάσεις και την πρόοδό της.
Παρά ταύτα οι κοινωνίες δεν είναι πολιτισμός. Η διαφορά είναι στη διάρκεια. Ένας πολιτισμός δρασκελίζει, προϋποθέτει πολύ μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα από μια οποιαδήποτε κοινωνική πραγματικότητα. Μεταβάλλεται με ρυθμό πολύ πιο αργό απ’ ότι οι κοινωνίες που φέρει ή που συμπαρασύρει.

3. Οι πολιτισμοί είναι οικονομίες. Η μοίρα των πολιτισμών είναι δέσμια των υλικών, βιολογικών και δημογραφικών συνθηκών.

4. Οι πολιτισμοί είναι συλλογικές νοοτροπίες. Σε κάθε εποχή ολόκληρος ο κοινωνικός ιστός διακατέχεται από μια ορισμένη αντίληψη του κόσμου και των πραγμάτων, από μια δεσπόζουσα συλλογική νοοτροπία. Αυτή η νοοτροπία που υπαγορεύει τις τοποθετήσεις προσανατολίζει τις επιλογές εδραιώνει τις προκαταλήψεις, κατευθύνει τις τάσεις μιας κοινωνίας, είναι ένα κατεξοχήν πολιτισμικό γεγονός. Οι θεμελιώδεις αξίες μιας κοινωνίας, οι ψυχολογικές της δομές, το συλλογικό της ασυνείδητο, είναι το ολιγότερο διαδόσιμο στοιχείο του πολιτισμού, και το κατεξοχήν στοιχείο που τον απομονώνει και τον διακρίνει από τους άλλους.

5. Οι πολιτισμοί είναι συνέχειες. Όντως, δεν υπάρχει σήμερα πολιτισμός που να μπορεί να γίνει κατανοητός, αν δεν είναι γνωστοί οι δρόμοι απ’ όπου πέρασε, οι παλιές αξίες στις οποίες πίστεψε, οι εμπειρίες που έζησε. Κάθε πολιτισμός έχει οπωσδήποτε ένα παρελθόν που εξακολουθεί να ζει.

ΥΓ. Αποσπάσματα από το βιβλίο του Fernand Braudel «Γραμματική των Πολιτισμών», σ. 60-94, Μ.Ι.Ε.Τ., 2001.

Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2008

Τι είναι, μάνα, ο Πολιτισμός;


Μιας και τον τελευταίο καιρό πολλά και ωραία συμβαίνουν στο κατ’ εξοχήν άντρο του Πολιτισμού, στον φύλακα, στον θεματοφύλακα, στον προστάτη, στυλοβάτη και διανεμητή του, στο Υπουργείο δηλαδή του Πολιτισμού, και επειδή καμία φορά μου γεννιέται η υποψία ότι ο Πολιτισμός και τα θεάματα τείνουν ν’ αντικαταστήσουν σε σπουδαιότητα κι ενδιαφέρον και τον ίδιον τον άρτον τον επιούσιο, κάθισα για λίγο να σκεφτώ τι νάναι τάχατες αυτό που το λέμε Πολιτισμό.

Μην είναι ο Πολιτισμός του Ζαχόπουλου, μην είναι ο Πολιτισμός του αείμνηστου Βαγγέλη του Γιαννόπουλου, με τα «Πολιτιστικά Μαγαζιά» της Συγγρού και της παραλιακής, μην είναι το «Μέγαρον» του Λαμπράκη, μην είναι το ΔΗΠΕΘΕ του «Άνω Αρκουδοχωρίου»;

Και μετά είχα άλλα ερωτήματα, πιο γενικά και global.

Τι κάνει τους πολιτισμούς να διαφέρουν; Είναι όλοι οι πολιτισμοί ίδιοι και ισάξιοι; Υφίσταται θέμα σύγκρισης και αξιολόγησης; Ή όλοι μπαίνουν στο ίδιο τσουβάλι, ο Όμηρος μαζί με τα μαγικά ξόρκια των φυλών της Αμαζονίας; Αδιαχώριστα και ισοβαρή;

Πιστεύω, παρά τα λεγόμενα του Λεβί Στρως και πολλών συγχρόνων που τα ασπάζονται και τα διευρύνουν, ότι είναι δυνατόν να καταρτισθούν κλίμακες διαχωρισμού και αποτίμησης πολιτισμών, τόσο συγγενών χρονικά και χωρικά όσο και απομακρυσμένων.


Σχηματικά, η αξία ενός πολιτισμού θα μπορούσε να φανεί από:

1. Την επιτευγματική του ικανότητα. Το καινούργιο, δηλαδή, που έχει κατορθώσει να παράξει και την βελτίωση που έχει επιφέρει στις συνθήκες λειτουργίας του κοινωνικού συνόλου.

2. Την ικανότητα εξέλιξης και τον βαθμό απομάκρυνσής του από την αρχική του κατάσταση.

3. Την συμβολική επένδυση καθημερινών λειτουργιών που υπαγορεύει η συνήθεια, δηλαδή με τον εξωραϊσμό και διακόσμηση χρηστικών αντικειμένων καθημερινής χρήσης ή λειτουργιών.

4. Την κωδικοποίηση λειτουργιών για ρυθμιστικούς λόγους, όπως π.χ. το δίκαιο και οι ηθικοί κανόνες.

5. Την υπέρβαση της μέριμνας για την κάλυψη των βιολογικών αναγκών και μόνον.

6. Τον εξανθρωπισμό.

7. Την μετατροπή της Τέχνης σε προϋπόθεση συνεύρεσης και μοιράσματος στην κοινότητα.


Υ.Γ. Τα παραπάνω αποτελούν θραύσματα μιας κουβέντας με τον Η. Π., κάπου, κάποτε.


Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2008

Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΩΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ!


Είναι γνωστή η μακροχρόνια φιλοσοφική διαμάχη μεταξύ Ισότητας και Ελευθερίας, ως προς το εφικτό ή το ανέφικτο της μεταξύ τους συνύπαρξης. Χοντρικά, τα πράγματα έχουν ως εξής:

Αν εξασφαλιστεί η Ισότητα, πώς είναι δυνατόν να επιτευχθεί η Ελευθερία, μιας και η Ισότητα, σύμφωνα με μια αντίληψη, προϋποθέτει υπερβολικές κοινωνικές και κυβερνητικές ρυθμίσεις, που συντείνουν στην καταπίεση των δημιουργικών δυνατοτήτων του ατόμου. Με τον ίδιο ακριβώς συλλογισμό αποκλείουμε την επίτευξη Ισότητας σε καθεστώς Ελευθερίας, διότι τότε οι πιο δυνατοί και καταφερτζήδες θα εξασκούν έλεγχο στους πιο αδύναμους και λιγότερο ευνοημένους.

Οι δυο αυτές έννοιες, κονταροχτυπήθηκαν κυρίως σε πρακτικό, πολιτικό επίπεδο, με το σοσιαλιστικό μέτωπο να έχει σαν προμετωπίδα την Ισότητα, το δε φιλελεύθερο, την Ελευθερία. Το ποιος κέρδισε απ’ αυτή την αναμέτρηση, έγινε γνωστό σε όλους απ’ το 1990 και μετά.

Ελευθερία λοιπόν. Είναι επίσης γνωστές κι οι δυο εκδοχές της ελευθερίας, η θετική που σημαίνει ελευθερία «για να» και η αρνητική που σημαίνει ελευθερία «από». Μπορούμε να πούμε ότι στις αρχαιότερες κοινωνίες η ελευθερία εκλαμβανόταν πιότερο με την αρνητική της εκδοχή, ενώ στις νεώτερες με την θετική της σημασία. Η θετική έννοια της λέξης ελευθερία εκπηγάζει από την επιθυμία του ατόμου να αυτοπραγματωθεί και να είναι αυτεξούσιο, να μην είναι δηλαδή όργανο κανενός πέραν της δικής του βούλησης. Η δε αρνητική σημαίνει ότι κανένας άνθρωπος ή καμιά ομάδα ανθρώπων δεν μπορεί να επεμβαίνει στη δράση του, είναι ελεύθερος δηλαδή από καταναγκασμούς και περιορισμούς. (Για περισσότερα δες, Isaiah Berlin, «Τέσσερα Δοκίμια Περί Ελευθερίας», εκδ. Scripta, 2001).

Με την επινόηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου, των δικαιωμάτων των φυτών και των ζώων, των δέντρων και των βράχων, μια αρκετά πρόσφατη ανακάλυψη στην ιστορία της ανθρωπότητας, τα αιτήματα ελευθερίας πολλαπλασιάστηκαν και έγιναν επιτακτικότερα. Ο άνθρωπος θέλει περισσότερο χώρο για να ασκήσει τα δικαιώματά του, ενώ όλο και πιο συχνά βιώνει τον άλλο σαν λεηλάτη κάποιου δικού του δικαιώματος, μιας και το σκοινί που έδενε παλιότερα τον κόσμο αναμεταξύ τους κόντυνε και τώρα δένει τον καθένα μοναχό του αγκαλιά με κάποιο του δικαίωμα.

Για να συνυπάρχεις σαν κοινωνία πρέπει να αφήσεις λίγο χώρο από δαύτα, για νάβρει χώρο και να κάτσει και το δικαίωμα κάποιου άλλου, παρά δίπλα. Έτσι λέει η θεωρία, κι έτσι μ’ ορμήνευε η γιαγιά μου. «Στην κλίμακα από μηδέν μέχρι άπειρο της ελευθερίας, στο κάτω όριο παραμονεύει η Δουλεία», μου έλεγε, «αλλά στο πάνω όριο καραδοκεί η Μοναξιά».


«Επιτέλους Ελεύθεροι», (με τριάντα θαυμαστικά), μου ανήγγειλε πριν από λίγες μέρες με ύφος θριαμβευτικό ο φίλος μου ο Νίκος, όταν μου πέταξε στο γραφείο το τεκμήριο της αναπάντεχης ελευθερίας του. Τι είχε συμβεί; Το απόκομμα της Ελευθεροτυπίας (01/02/2008), που το περιέφερε δεξιά κι αριστερά, μας πληροφορούσε ότι επιστήμονες απ’ την Αγγλία είχαν καταφέρει να φτιάξουν σπερματοζωάρια από γυναικεία βλαστοκύτταρα, ενώ πέρσυ είχαν πετύχει το ίδιο από ανδρικό μυελό των οστών.

«Μπούρδες», του ανταπάντησα. «Κρίμα τη χαρά. Πάλι κάποιος θα χρειάζεται κάποιον άλλον να του προμηθεύει τα σπερματοζωάρια. Εντάξει εσείς οι άντρες, απελευθερώνεστε από την επώδυνη και βαρετή αυτή διαδικασία που προηγείται της αναπαραγωγής, διότι μια γυναίκα μπορεί πλέον να προμηθεύεται σπερματοζωάρια κι απ’ την κολλητή της, και μάλιστα χωρίς ανταλλάγματα και χωρίς να χρειάζεται να πληρώσει λύτρα. Βέβαια για τις γυναίκες σημαίνει μισή απελευθέρωση, διότι πρέπει να σκεφτούμε κι εκείνες που δεν έχουν κολλητές. Πρέπει να τρέχουν δεξιά κι αριστερά και να υποχρεώνονται. Κιαυτό εσύ το λες Πρόοδο; Μόνο τότε θα τους παραδεχτώ τους επιστήμονες, όταν βρουν τον τρόπο της «αυτο-αναπαραγωγής». Να μην χρειαζόμαστε πια κανέναν άλλον. Ο καθένας να μπορεί να αναπαράγει τον εαυτό καθαρά και παστρικά. Και άντρες και γυναίκες. Τότε μάλιστα, τότε θα είμαστε πράγματι

Ελεύθεροι, Αδέσμευτοι, Αυτάρκεις

και Μόνοι!

(μου σφύριξε η γιαγιά από το υπερπέραν).

Τώρα μάλιστα. Χτυπήσαμε ταβάνι!

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2008

Δυσπιστία στην Επιστήμη



Νομίζω ότι μέχρι τώρα έχω προσπαθήσει να καταστήσω σαφές ότι η υπεράσπιση του Ορθού Λόγου και της επιστημονικής διαδικασίας δεν σημαίνει ότι ταυτόχρονα υπερασπίζομαι και ορισμένες από τις πρακτικές και τα μέσα που μεταχειρίζονται κάποιοι στην επιστημονική κοινότητα για σκοπούς αλλότριους των αρχικών ευγενών και ολίγο ρομαντικών στόχων τους, όπως... (βάλτε ό,τι τραβάει η καρδιά σας)...

Η εμπορευματοποίηση της γνώσης, το κυνήγι της πατέντας που αν «κάτσει» μπορεί να αποφέρει αρκετά χρήματα, ο οξύς ανταγωνισμός για απόσπαση χρηματοδοτήσεων ή για κατάληψη κάποιας θέσης στον πανεπιστημιακό χώρο, (λόγω αφ’ ενός υπερπαραγωγής διδακτορικών και ελάττωσης των διαθέσιμων κονδυλίων αφ’ ετέρου), έχουν αλλοιώσει αρκετά το προφίλ του ερευνητή ο οποίος καλείται πλέον να εργαστεί σε περιβάλλοντα που σε πολλά σημεία μοιάζουν με εταιρικά. Επειδή η χρηματοδότηση γίνεται σχεδόν αποκλειστικά μέσα από την διεκδίκηση ανταγωνιστικών προγραμμάτων που απαιτούν εμπεριστατωμένες προτάσεις, business plans, οικονομικές αναλύσεις, αυστηρά χρονοδιαγράμματα εκτελούμενων έργων και υποέργων, παραδοτέα προϊόντα και διατριβές, περιοδικές εκθέσεις προόδου και οικονομικής διαχείρισης και όλα αυτά μέσα από εκτεταμένες συνεργασίες δικτύων με διαφορετικά πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα και εταιρίες, όπως καταλαβαίνετε οι δεξιότητες και νοοτροπίες που απαιτούνται είναι εντελώς διαφορετικές απ’ εκείνες που έχουν εκπαιδευτεί ή ονειρευτεί.

Επειδή σε πολύ μεγάλο ποσοστό πριμοδοτούνται εφαρμοσμένες κατευθύνσεις, με προγράμματα που υπόσχονται τελικά προϊόντα που να μπορούν να διατεθούν άμεσα στην αγορά, το αποτέλεσμα είναι να χωλαίνει η βασική έρευνα, δηλαδή αυτή που δεν έχει κάποιο πρακτικό προσανατολισμό αλλά στοχεύει στη διερεύνηση και κατανόηση καινούργιων φαινομένων που ενδέχεται στο μέλλον να δώσουν κάτι εφαρμοσμένο, ενδέχεται όμως και όχι.

Ο τρόπος αντιμετώπισης της επιστημονικής κοινότητας σαν της χρυσής αγελάδας που θα πρέπει να την αρμέξουμε μέχρι εκεί που δεν παίρνει, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα «Εργαλειακής Λογικής» όπου τα πάντα αποτιμώνται από το γρήγορο κέρδος και τα άμεσα αποτελέσματα που θα επιφέρουν. Όλη αυτή η διαδικασία ονομάζεται στο σύγχρονο λεξιλόγιο «Εξορθολογισμός», που μπορεί και ν’αληθεύει σύμφωνα με την εργαλειακή ερμηνεία της λογικής. Μπορεί όμως και όχι, σε μια πιο μακροπρόθεσμη προοπτική. Είναι ακριβώς το ίδιο πνεύμα που συναντάμε στα λόγια του ΓΑΠ όταν μιλάει για «Χρήσιμη Παιδεία». Σαν να μπορούσε να διανοηθεί κάποιος ότι υπάρχει και άχρηστη Παιδεία. Και να με συγχωρείτε, αλλά εδώ το γλωσσικό «ολίσθημα» δεν οφείλεται στην λεξική ή διανοητική ανεπάρκεια του ομιλητή. Το πρόβλημα είναι δομικό, συστατικό μιας κυρίαρχης νοοτροπίας η οποία ξεγλιστράει σαν αερικό από τον λόγο με τρόπο φυσικό, ώστε να μην μας ξενίζει το νόημά της, ώστε να μην μπαίνουνε πια στον κόπο να αναρωτηθούμε τι να σημαίνει. Είναι κι αυτό μέσα στα Νέα Αυτονόητα που εγκαθιδρύονται και ενσωματώνονται αβίαστα στον τρόπο σκέψης μας.

Παρά τα όσα έχω πει σε προηγούμενα σημειώματά μου σχετικά με την υπεράσπιση των επιστημών και της επιστημονικής μεθόδου, και στα οποία επιμένω, θα ήμουν εντελώς ανειλικρινής αν δεν παραδεχόμουν ότι ένα μεγάλο κομμάτι δυσπιστίας του κόσμου προς τις επιστήμες πηγάζει από συγκεκριμένες εταιρίες που ενώ πολλές φορές χρησιμοποιούν αθέμιτες και παραπλανητικές πρακτικές για ν’ αυξήσουν την κερδοφορία τους, εν τούτοις, παρουσιάζονται στον κόσμο με τον μανδύα του επιστημονικού εκμεταλλευόμενες το γόητρο της επιστήμης, και καλυπτόμενες πίσω από το χρυσό χάπι της «Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης», CSR. Μπροστά στα τεχνάσματα που μεταχειρίζονται για την χειραγώγηση της κοινής γνώμης, τα άρθρα των επιστημολόγων για τις αρχές που διέπουν το «Επιστημονικό» και τις διαχωριστικές γραμμές από το ψευδοεπιστημονικό, αποτελούν απλώς ασκήσεις επί χάρτου και αμπελοφιλοσοφίες για να περνά η ώρα. Και προφανώς αναφέρομαι στις δυο μεγάλες «πληγές» που είναι οι φαρμακευτικές εταιρίες μαζί με τις αντίστοιχες για τα γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα και το στρατιωτικο-βιομηχανικό συγκρότημα.



Σχετικά με τις φαρμακευτικές εταιρίες, η δυσπιστία και ανησυχία πηγάζουν κυρίως από:


1. την ελαχιστοποίηση του χρόνου πειραματισμού και ελέγχου ασφαλείας των νέων φαρμάκων πριν δοθούν στην κυκλοφορία, (και τούτο λόγω της πίεσης που δέχονται οργανισμοί όπως ο FDA, ο αμερικανικός δηλαδή ΕΟΦ, για γρήγορη απόσβεση των επενδύσεών τους),

2. από την διαχείριση τεράστιων κονδυλίων χωρίς πρακτικά κανένα έλεγχο, από ιδιωτικές εταιρίες και ινστιτούτα στην προσπάθεια μετατροπής ασθενειών σχετιζόμενων με την ευμάρεια και life-style σε χρόνιες με αντίστοιχη κερδοφορία, πρακτική που σε ορισμένες περιπτώσεις είναι θεμιτή, σε άλλες, όμως εγείρει ερωτηματικά. Σύμφωνα με άρθρο «The monster we don’t see», του Dan Hind στο (New Scientist, p. 46, 19 January, 2008), οι φαρμακευτικές εταιρίες επιδοτούνται με περίπου 2 δισεκατομμύρια λίρες από τον κρατικό προϋπολογισμό της Αγγλίας για την ανάπτυξη νέων φαρμάκων. Σχετικά, με το μύθο του μεγάλου κόστους έρευνας των φαρμακευτικών εταιριών δείτε επίσης εδώ.

3. από την διαπιστωμένη παραποίηση στοιχείων σχετικά με τις παρενέργειες νέων φαρμάκων, και τον τρόπο διεξαγωγής των clinical trials, με μικρότερες δόσεις από τις αναφερόμενες, με υγιείς ασθενείς, και διάφορες άλλες παρατυπίες.

4. από το άγριο lobbying, τις δωροδοκίες κυβερνητικών στελεχών ή μεγάλων χρηματικών δωρεών σε υποψηφίους στις εκλογικές αναμετρήσεις και τη μεταπήδηση πρώην κυβερνητικών στελεχών σε θέσεις CEO μεγάλων εταιριών.


Σχετικά με τις εταιρίες που δραστηριοποιούνται στο χώρο των γενετικά τροποποιημένων τροφίμων, αυτές συνεχίζουν να διοχετεύουν τα προϊόντα τους στις αγορές, χωρίς όμως να μπορούν ακόμα να πείσουν για την ασφάλειά τους. Τόσο οι μεν όσον και οι δε της άλλης πλευράς χρησιμοποιούν όντως στοιχεία από επιστημονικές έρευνες θεωρώντας ότι κατοχυρώνουν έτσι τις δοξασίες τους. Χωρίς να υιοθετώ την άποψη ότι οι ερευνητικές εργασίες είναι προς τούτο χαλκιδευμένες, θέλω να πιστεύω το πιο εύλογο, ότι δηλαδή, τα συσσωρευμένα αποδεικτικά στοιχεία δεν είναι ακόμα ικανά για να δημιουργήσουν αίσθημα ασφαλείας. Άλλωστε είναι επιστήμονες αυτοί που δραστηριοποιούνται και στις δυο αντιμαχόμενες πλευρές. Το να μην υπάρχουν αρκετά αποδεικτικά στοιχεία που να επιτρέπουν τελεσίδικες απαντήσεις είναι μια πολύ κοινή πρακτική στην ερευνητική διαδικασία, η οποία παίρνει αρκετό χρόνο και πειραματισμό μέχρι ν’ αποφανθεί. Αυτό που δημιουργεί την δυσπιστία στον κόσμο είναι η ΠΑΡΑΚΑΜΨΗ της επιστημονικής ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ με την ΣΥΓΚΑΛΥΨΗ αντίθετων στοιχείων ή την παρουσίαση διφορούμενων αποτελεσμάτων σαν αξιόπιστων, όπως επίσης και η ΕΠΙΣΠΕΥΣΗ για ευνόητους λόγους της αποδεικτικής διαδικασίας.


Όπως έχω ξαναγράψει, αυτό δεν πρέπει να χρεώνεται στην Επιστήμη και Τεχνολογία γενικά, αλλά στη χρήση της από συγκεκριμένες πολιτικές και οικονομικές δομές που επιτρέπουν τέτοιου είδους λαθροχειρίες. Και φυσικά αντιλαμβάνεστε τι εννοώ.

Σε μικροκλίμακα επίσης, δεν είναι λίγες οι φορές που επιστημονικές ομάδες από πανεπιστήμια ή ερευνητικά κέντρα κυρίως, σπεύδουν να ανακοινώσουν στο τύπο κάποια μικροανακάλυψή τους επενδεδυμένη με φουτουριστικές super-δυνατότητες και για την οποία δεν ξανά ακούμε ποτέ πια. Οι λόγοι είναι και πάλι η αλίευση ερευνητικών κονδυλίων μέσω της καλλιέργειας κατάλληλου κλίματος. Στην προκειμένη περίπτωση η ζημιά είναι περιορισμένη, δεν διακυβεύονται ζωές, παρά μόνον το κύρος της Επιστήμης, που όμως μέσα από τη συσσώρευση τέτοιων διαδικασιών που χρόνο με το χρόνο πολλαπλασιάζονται, κινδυνεύει να πληγεί ανεπανόρθωτα.

Διάβασα κάπου, πριν από καιρό ότι αυτοί που κάνουν το επιστημονικό ρεπορτάζ στον τύπο δεν ξέρουν πια τι να πρωτοπιστέψουν Διαβάζουν τη μια για κάποια ανακάλυψη που πιστοποιεί κάτι, και μετά από λίγο για μια άλλη που πιστοποιεί το ακριβώς αντίθετο. Δυστυχώς κι εγώ έχω την ίδια αντίληψη. Οι λόγοι είναι αυτοί που εξέθεσα προηγουμένως. Βιασύνη για funding., funding, funding…και όλα τ’ άλλα, ας πάνε στο διάολο!

Τέλος, ένα άλλο ποσοστό δυσπιστίας είναι κληρονομικό και μεταφέρεται από την εποχή του ’60 και μετά όταν η επιστήμη και τεχνολογία θεωρούνταν ο αποδιοπομπαίος τράγος για πλείστες κοινωνικές πρακτικές, ότι είναι δηλαδή εκτός ελέγχου, ότι ευθύνονται για την υποβάθμιση και σκλαβιά του ανθρώπου, ότι αποκόβουν τον άνθρωπο από το φυσικό του περιβάλλον, ότι δημιουργούν περισσότερα προβλήματα από όσα λύνουν, ιδεολογήματα τέλος πάντων που παρά το ανεδαφικό τους περιεχόμενο παραμένουν ακόμα να στοιχειώνουν το θυμικό των συγχρόνων.

Είναι αλήθεια ότι σε περιόδους ευφορίας η Επιστήμη υποσχέθηκε όντως πολλά, κυρίως δια στόματος πολιτικών. O Kennedy για παράδειγμα έδινε, δεν έδινε μια δεκαετία για να εξαλειφθεί ο καρκίνος.
Και φυσικά τώρα μαζεύουμε τους καρπούς μιας παλιότερης απερισκεψίας και μιας νεώτερης κυνικότητας και καταστροφικής βουλιμίας για κέρδος.

Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2008

Η Κυβέρνηση του "Cargo-Cult"


Η ΕΚΘΕΣΗ
Πριν από δυο περίπου χρόνια, μετά την δημοσίευση της έκθεσης του ΣΕΒ για την ελληνική ανταγωνιστικότητα, (Σεπτέμβριος 2005), κατά την οποία
1. Είχε σημειωθεί σημαντική επιδείνωση της θέσης της Ελλάδας στο δείκτη Ανταγωνιστικότητας για Ανάπτυξη, και
2. πτώση κατά 9 θέσεις, (στην 46η δηλαδή), σε σύγκριση με την προηγούμενη χρονιά,

ΚΑΙ ΤΑ ΜΕΤΡΑ
το Υπουργείο Ανάπτυξης, το πρώτο μέτρο που πήρε ήταν να κυκλοφορήσει κατεπείγουσα εγκύκλιο στα ακαδημαϊκά ιδρύματα, και πολύ πιθανόν και σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες, με τη σύσταση οι wannabe ανταγωνιστικοί εργαζόμενοι να επισυνάπτουν από δω και πέρα στη γραπτή ή ηλεκτρονική αλληλογραφία τους και το αντίστοιχο σήμα-τεκμήριο της ελληνικής ανταγωνιστικότητας.


Στα πλαίσια επιπρόσθετων ενισχυτικών μέτρων, εξέδωσε επίσης γραμματόσημα, τύπωσε μπλουζάκια, παράγγειλε να γραφτούν ανάλογες εκθέσεις στα σχολεία, ν’ απαγγελθούν ποιήματα, να γίνουν διαγωνισμοί ζωγραφικής στα Νηπιαγωγεία με κεντρικό θέμα «Ο Έλληνας ο Θεριακλής και ο Αντ-αγωνιστής», μέχρι και αναμνηστικές καπότες με το εν λόγω σήμα, έθεσε σε κυκλοφορία, σαν εξευμενισμό της ελληνικής ευγονίας που όπως φαίνεται είχε αρχίσει να εγκαταλείπει τη χώρα.

Ακόμα, δαπανήθηκαν μεγάλα ποσά σε τελετές εξιλέωσης, σε θυσίες που προσφέρθηκαν σε όλους τους γνωστούς και άγνωστους θεούς, σε λιτανείες που πραγματοποιήθηκαν στις πόλεις και τα χωριά, σε σκόρδα και σε χάντρες-μάτια που μοιράστηκαν σε όλους απαξάπαντες τους κατοίκους, ημεδαπούς και αλλοδαπούς για να ξορκίσουν το μάτι το κακό, που σαν μαύρο σύννεφο είχε κάτσει βαρύ πάνω απ’ τη χώρα.


Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΧΡΟΝΙΑ...
Παρά ταύτα, παρά τα μάγια και τα ξόρκια, παρά την τόση κινητικότητα και επενδυτική δραστηριότητα σε σκόρδα, κρεμμύδια, μάτια και καπότες, η έκθεση του ΣΕΒ της επόμενης χρονιάς, (Δεκέμβριος 2006), ήταν απογοητευτική, με την ελληνική ανταγωνιστικότητα να μην έχει πάει ρούπι παραπέρα.

Τα ίδια και την επόμενη και την μεθεπόμενη χρονιά...

Τι να είχε πάει άραγε στραβά;

ΟΙ 5 ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΟΦΩΝ:
1) να μας είχαν ψεκάσει οι Αμερικανοί, με τίποτα ιούς, βακτηρίδια, αλουμινόκοκκους ή «....με κάποιο περίεργο κοκτέιλ ουσιών, τέτοιων ώστε η μία να μας ναρκώνει, η άλλη να αμβλύνει το αντιστασιακό μας φρόνημα (η γνωστή «ανθελλίνη»), η τρίτη να κάνει πιο ευαίσθητα τα δάση μας στις πυρκαγιές, και η τέταρτη να παραδίδει το σώμα μας στον καρκίνο....», (βλ. «Βοήθεια! Μας ψεκάζουν...». Π. Μπουκάλας, Καθημερινή, 1-11-2007),

2) να ήταν ελαττωματικές οι καπότες και τα μπλουζάκια να είχαν ξεβάψει στο πλύσιμο,

3) να είχαν τελειώσει τα γραμματόσημα-προωθητές της ανταγωνιστικότητας.

4) να είχαν κάνει λάθος στο μέτρημα των μονάδων,

5) να μην πραγματοποιήθηκαν οι «οριζόντιες πολιτικές και εισροές» και να μην διαμόρφωσαν το πλαίσιο μέσα στο οποίο παρεμβαίνουν, προσδιορίζοντας έτσι τα «ενδιάμεσα αποτελέσματα της ανταγωνιστικότητας», που με της σειρά τους διαμορφώνουν τα τελικά αποτελέσματα σε όρους βιοτικού επιπέδου, απασχόλησης, ποιότητας ζωής κλπ.


Η ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΕΡΜΗΝΕΙΑ
Περιέχεται στο καινούργιο μου βιβλίο “Cargo-Cult Governance” το οποίο θα κυκλοφορήσει όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου.

Σύμφωνα μ’ αυτή, η χώρα μας, με το να αποκοπεί από τις ελληνοχριστιανικές της ρίζες άφησε τον εαυτό της να πέσει θύμα μαγικών δοξασιών που ανθούν σε φυλές της Αμαζονίας και της υποσαχάρειας Αφρικής. Η «λατρεία κάργκο», (Cargo Cult) είναι μια θρησκευτική κίνηση και πολιτική στάση που απαντάται σε περιοχές οι οποίες ήρθαν πρόσφατα σε επαφή με τεχνολογικά ανεπτυγμένες κοινωνίες, και οι οποίες θεωρούν ότι μπορούν να αποσπάσουν τον υλικό πλούτο των κοινωνιών αυτών με «μαγική σκέψη» και μαγικές πρακτικές και τελετουργίες, πιστεύοντας εν τω μεταξύ ότι τα υλικά αυτά αγαθά προορίζονταν από τους θεούς και τους προγόνους τους γιαυτούς και μόνο. (αν νομίζετε ότι πάλι σας δουλεύω δείτε τον ορισμό στο: Wikipedia, Cargo Cult).

Κάθε ομοιότητα με πρόσωπα ή πράγματα είναι τυχαία και παραπλανητική!

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2008

Τι Είναι Ψευδοεπιστήμη;


Αφού εντρυφήσαμε στα της Επιστήμης, νομίζω ότι για λόγους πληρότητας θα πρέπει να παρουσιάσουμε και τα συστατικά στοιχεία της άλλης πλευράς, της ψευδοεπιστήμης.

Θα ήταν χρήσιμο να καταγράφαμε εν τάχη, όχι βέβαια όλες τις πρακτικές που εντάσσονται στο σώμα της ψευδοεπιστήμης, και που είναι αναρίθμητες, αλλά μόνον εκείνες που έχουν πλατειά διάδοση, ισχυρά κοινωνικά στηρίγματα, κυρίως στην Αμερική, μεγάλη κοινωνική επιρροή και παρεμβατικότητα, και το πιο σπουδαίο, χαρακτήρα ΕΠΙΘΕΤΙΚΟ, καθ’ ότι επιδιώκουν την εκθρόνιση αντίστοιχων τεκμηριωμένων επιστημονικών πρακτικών, με τις ίδιες πάνω κάτω τεχνικές που τα ρολόγια SFIKO, το πάλαι ποτέ επιχείρησαν να εκθρονίσουν τα ρολόγια SEIKO, και τα κροκοδειλάκια με την κάτω ουρά, τα κροκοδειλάκια με την ουρά πάνω. Δηλαδή αν με εννοείτε, το take over που επιχειρείται γίνεται με τρόπο πλάγιο, ύπουλο και παρασιτικό, με εξαπάτηση, με παραπλάνηση, με παραποίηση στοιχείων και στραμπούλιγμα της λογικής και με σφετερισμό ξένου υλικού σκοπεύοντας στην παραποίηση, την αλλοίωση και την εξουδετέρωσή του.


Οι ψευδοεπιστημονικές πρακτικές που σκοπό έχουν ν’ αμφισβητήσουν τα ευρήματα και τη μεθοδολογία της Επιστήμης διακρίνονται :
1) σ’ αυτές που είναι καλύτερα μασκαρεμένες σαν επιστημονικές, με προσεκτικά συγκαλυμμένο τον μυστικιστικό τους πυρήνα, και
2) σ’ αυτές που δομούνται πάνω σ’ έναν καθαρά θεολογικό πυρήνα.

Στην πρώτη κατηγορία θα κατέτασσα τα ψευδό-ιατρικά συστήματα, όπως α) την ομοιοπαθητική, β) την χειροπρακτική, γ) την οστεοπαθητική, δ) τον βελονισμό ε) τις υπόπτου προελεύσεως ψυχοθεραπείες κ.α. που θέλουν να υποκαταστήσουν την γνωστή ιατρική,
ενώ στη δεύτερη α) τον έξυπνο σχεδιασμό, β) τον δημιουργισμό, γ) τη θεραπεία μέσω της πίστης, κ.α., συστήματα που επιδιώκουν την αποκατάσταση του θεού ως γενικού και μοναδικού ρυθμιστή.



Όλα τα υπόλοιπα συστήματα, ουφολογία, ψυχοκινητικά φαινόμενα, ύπνωση, out of body experience, λυγισμένα κουτάλια, μαχαίρια, πιρούνια, κρυσταλλοθεραπεία, New-Age spirituality, τρίγωνο Βερμούδων, κούφια Γη, απευθύνονται κατά τη γνώμη μου σε περιθωριακές κυρίως ομάδες και εντάσσονται στην κατηγορία των προσωπικών δοξασιών και πρακτικών, χωρίς πολλές δυνατότητες και αξιώσεις για κοινωνική παρέμβαση. Η αστρολογία, παρά την εκτενή της διάδοση, ποτέ δεν θέλησε να παίξει κυριαρχικό ρόλο στην σύγχρονη κοινωνία, προσπαθώντας να εκθρονίσει άλλες επιστήμες με τις οποίες πολλοί θα ήταν πρόθυμοι, λόγω άγνοιας να την ταυτίσουν, όπως π.χ. με την Αστρονομία και που αν ήθελε θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί το γεγονός. Για το λόγο αυτό δεν θεωρώ ότι αποτελεί σημαντική κοινωνική απειλή.


Ποιοι είναι λοιπόν, οι λόγοι που οι ψευδοεπιστήμες δεν θα γίνουν ποτέ τους Επιστήμες;

Ας τους αναφέρουμε:

1). ΔΕΝ διαθέτουν ΟΡΘΟΛΟΓΙΚΟ ΕΞΗΓΗΤΙΚΟ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟ που να δικαιολογεί την προέλευση των ευρημάτων τους. Και εξ αυτού, στερούνται και προβλεπτικής ικανότητας. Η ομοιοπαθητική, στην προσπάθειά της να γίνει επιστήμη υιοθέτησε κάποιο από το επιστημονικό τυπικό, με το να προτείνει έναν μηχανισμό λειτουργίας της. Επειδή, όμως δεν έχει εξ αρχής τη διανοητική πειθαρχία και δομή για κάτι τέτοιο, ξεφούρνισε σαν εξήγηση κάτι παντελώς αλλόκοτο και ανορθόδοξο, την ύπαρξη δηλαδή ΜΝΗΜΗΣ στον διαλύτη, (νερό ή αλκοόλη), ένα ad-hoc εφεύρημα, χωρίς ίχνος θεωρητικής και πειραματικής πρότερης διερεύνησης, κιαυτό ύστερα από τις επισημάνσεις των φυσικών επιστημόνων ότι στα διαλύματα που χρησιμοποιούνταν στα ομοιοπαθητικά φάρμακα, δεν υπήρχε περίπτωση να βρεθεί ούτε ένα μόριο της ενεργής διαλυμένης ουσίας.

Από την άλλη μεριά στης θεολογικής προέλευσης ψευδοεπιστήμες η μόνη πιστοποίηση έρχεται από τις βιβλικές γραφές, πράγμα που τις καθιστά και αυτοσυνεπείς με τις αρχές τους.
Η έλλειψη κάποιου διαμεσολαβητικού μηχανισμού στις περιπτώσεις θεραπείας από απόσταση, καθώς και στα περίφημα πειράματα με τις προσευχές, είναι ο κύριος παράγοντας για την κατάταξή τους στην περιοχή όπου κατατάχθηκαν. Η, (με πολλές επιφυλάξεις από τον εκδότη) δημοσίευση των πειραμάτων του J. Benveniste περί των ενεργών ιδιοτήτων του ομοιοπαθητικού νερού στο εξόχως έγκυρο περιοδικό Nature, (Vol. 333, 30 June 1988), καθώς επίσης και άλλων σχετικά με τις θεραπευτικές προσευχές, [για κριτική επισκόπηση δείτε, «Are prayer experiments legitimate? Twenty criticisms», by Larry Dossey MD and David J. Hufford PhD, The Journal of Science and Healing, Volume 1, Issue 2, March 2005, pp.109-117], δεν σημαίνει ότι οι πρακτικές που υποστηρίζουν καταξιώθηκαν και επιστημονικά. Όλα όσα ακολούθησαν, οι συνεχείς διαψεύσεις και η αδυναμία επανάληψης του πειράματος του Benveniste στη συνέχεια, δεν αφήνουν κανένα περιθώριο για θριαμβολογίες.

Για δε την περίπτωση της αστρολογίας, η έλλειψη έστω και μιας απόπειρας διατύπωσης κάποιου μηχανισμού με φυσικούς όρους, που να ευθύνεται για την επίδραση των πλανητών στην χαρακτηριοδομή και μελλοντική εξέλιξη κάποιου προσώπου, είναι επίσης ενδεικτική.

Κλείνοντας, (προς το παρόν) θα ήθελα να αναφερθώ στη γνωστή γραφική παράσταση που απεικονίζει τις καμπύλες μεταβολής των γεννήσεων μωρών και των γεννήσεων πελαργών στη Γερμανία ανάμεσα στα έτη 1965 έως 1980. Διαπιστώνοντας παρόμοια χρονική εξέλιξη (μείωση) και για τα δυο γεγονότα, κάποιος ευλόγως θα μπορούσε να εξάγει το συμπέρασμα ότι τα μωρά τα φέρνει ο πελαργός, [“New Evidence for the Theory of the Stork”, by Thomas Hoefer et al., Paediatric and Perinatal Epidemiology 2004, Vol. 18, p88]. Το οποίο συμπέρασμα θα ήταν καθολικώς αποδεκτό αν αυτός που το διαπίστωνε πρότεινε ταυτόχρονα και τον φυσικό μηχανισμό που τα δυο γεγονότα μπορούν να αλληλεξαρτηθούν.



2). Χρησιμοποιούν όρους που ΛΕΗΛΑΤΟΥΝ από τις επιστήμες, παραποιώντας τους και μεταλλάσσοντας το περιεχόμενό τους: Βιοδυναμικό πεδίο, δυναμοποίηση, θετική ενέργεια είναι μερικοί απ’ αυτούς, που ριγμένοι ατάκτως εδώ κι εκεί έχουν σαν μόνο στόχο την επιστημονικοφάνεια και την πομπώδη σύγχυση. Το πόσο κβάντο και πόσο Χάος έχει χρησιμοποιηθεί τελευταία δεν περιγράφεται. Απ’ αυτό εδώ το blog έχω αναφερθεί στο θέμα πολλές φορές μέχρι τώρα και μάλιστα με ιδιαίτερα καυστικό τρόπο. Ό,τι δεν καταλαβαίνουμε, ή ό,τι μας φαίνεται περίπλοκο του κοτσάρουμε κι ένα χαοτικό ή κβαντικό επίθετο, αναλόγως της διάθεσης και από κει και πέρα θεωρούμε ότι ξεμπερδεύουμε με τις επεξηγήσεις που οφείλουμε. Είναι αυτό εντιμότητα; Είναι αυτό ορθοφροσύνη;

Η επεξήγηση είναι μια πολύ σφιχτή διαδικασία, πολύ προσεκτική και διαφανής. Που προχωράει με μικρά βήματα από την μια πρόταση στην άλλη χωρίς να αφήνει λογικά κενά, που τονίζει τα «πώς» και «διατί» των υποθέσεων που υιοθετεί σε κάθε βήμα, που ξεκαθαρίζει τι είναι κατοχυρωμένο και αδιαμφισβήτητο από τα επιχειρήματά της, και που αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να κάνει λάθος, υποδεικνύοντας μάλιστα και τα σημεία που τα λάθη αυτά είναι δυνατόν να εντοπισθούν.

Η Επεξήγηση, όπως όλες οι Εξηγήσεις θέλουν καθαρό κούτελο, μακριά παντελόνια, θάρρος της γνώμης και μαγκιά και όχι μισόλογα, στρουθοκαμηλισμούς, ψελλίσματα, απατεωνιές, υπεκφυγές, σουσουδίσματα, δικολαβίες και στρεψοδικίες! Θέλουν αυτό που λέμε «Αντριλίκι»! (Κι ας είμαι εγώ γυναίκα που τα γράφω!)

3). Καταφεύγουν σε θεωρίες ΣΥΝΩΜΟΣΙΑΣ όταν στριμώχνονται για να καλύψουν τη γύμνια τους. Οι αντιρρήσεις και οι διευκρινήσεις, οι καθ’ όλα εύλογες που απευθύνονται σ΄αυτούς που εξασκούν, για παράδειγμα, την ομοιοπαθητική, αντιμετωπίζονται με την επίκληση των μεγάλων συμφερόντων των φαρμακευτικών εταιριών και τον πόλεμο των ιατρικών lobbies, σαν να μπορούσαν τάχατες τα ομοιοπαθητικά υγρά, με τα δυο-τρια ξόρκια και τα πέντε-έξι χτυπήματα, να συναγωνιστούν ακόμα και την ασπιρίνη. Το ίδιο γίνεται και με τα data που κρύβει η NASA σχετικά με τους εξωγήινους, ή με την πολύτιμη γνώση που κάποιοι, και μη κατονομαζόμενοι, κρατούν σφιχτοκλεισμένη στα συρτάρια τους σε βάρος του λαού και της ευημερίας του. Όπως επίσης και με τη μετάθεση της αποτυχίας των πειραμάτων τους στην κακή ενέργεια που εκπέμπουν οι παρόντες σκεπτικιστές παρατηρητές. Αηδία! Και για την ακύρωση της στοιχειώδους λογικής, η οποία ταυτόχρονα ακυρώνει και κάθε προσπάθεια σενεννόησης και αλληλοκατανόησης.


4). Δεν εξελίσσονται, δεν παράγουν νέα γνώση, ούτε εξοπλίζονται με νέες τεχνικές παρά μόνο ανακυκλώνουν παλιές δοξασίες και προλήψεις. Για να παραχθεί νέα γνώση χρειάζονται πειραματισμός και αποτυχίες, μέθοδος και θεωρητικό υπόβαθρο που να ορίζει και τις ερευνητικές κατευθύνσεις. Τα εργαλεία αυτά ανήκουν όμως στην αντιπέρα όχθη, που αν τα υιοθετούσαν οι ψευδοεπιστήμες τότε και θα σταματούσαν να λέγονται έτσι φυσικά. Συνεπώς, οι ψευδοεπιστήμες στηρίζονται σε δόγματα, όπως «το όμοιο θεραπεύει το όμοιο» της ομοιοπαθητικής, και ότι ο «θεός ακούει τις προσευχές μας», σε άλλου είδους θεραπείες και ανακηρύσσουν αυθεντίες. Αν δηλαδή κάνω μπάνιο στην παγωμένη θάλασσα με πνευμονία, τι θα συμβεί; Θα γιατρευτώ ή θα φουντάρω; Ονομάστε μου κάποιον ο οποίος να έχει προκαλέσει τον Βυθούλκα, κάποιον ο οποίος να έχει διαφωνήσει με μια συγκεκριμένη τεχνική. Δημοσιευμένα στοιχεία περί αυτού πολύ θα με βοηθούσαν στο να διαμορφώσω ορθότερη κρίση.

Για να κάνω τον δικηγόρο του διαβόλου, θα μπορούσα να κατανοήσω τις σέχτες για το πνεύμα ομοφωνίας που επιδεικνύουν εξωτερικά μέχρις ότου κατοχυρωθούν και αποσπάσουν σημαντικό μερίδιο στην αγορά. Φαντάζομαι ότι μ’ ένα τέτοιο πνεύμα ομοψυχίας κινούνται και αυτοί, όπως κι όλες οι μειονότητες ώσπου να γίνουν πλειονότητες.

5). Κάνουν επιλεκτική χρήση των γεγονότων και των στοιχείων, δηλαδή λαμβάνουν υπ’ όψιν μόνο αυτά που επιβεβαιώνουν τις δοξασίες τους, ενώ παραγνωρίζουν ή αποκρύπτουν τα υπόλοιπα. Φοβούνται τον έλεγχο, πάσχουν από κλειστοφοβία, και έχουν σύνδρομα καταδίωξης, όπως είδαμε και πιο πάνω. Συνεχίζουν να επικαλούνται γεγονότα σαν παράδοξα και μυστικιστικά, όπως τις φωτογραφίες Kirlian, και την «αύρα» του σώματος για τα οποία η επιστήμη έχει δώσει επανειλημμένα λεπτομερείς επεξηγήσεις.

Για να δικαιολογήσουν το αρχικό δόγμα στο οποίο βασίζονται, παραποιούν κατάφωρα φυσικές σταθερές, όπως για παράδειγμα οι Δημιουργιστές, το χρόνο ραδιενεργούς διάσπασης των πυρήνων για να ταιριάξουν τον μετρημένο με ραδιομέτρηση γεωλογικό χρόνο με αυτόν που υιοθετούν αυτοί σαν τον χρόνο γένεσης του σύμπαντος.

Επίσης στηρίζονται σε προσωπικές μαρτυρίες και ανεκδοτολογικό υλικό για να γενικεύσουν.
Ή ακόμα σε μυθολογικό υλικό όπως ο κατακλυσμός και τα γραφόμενα στην Παλαιά Διαθήκη.



Η ΙΔΙΑΙΤΕΡΗ ΛΟΓΙΚΗ ΤΗΣ ΨΕΥΔΟΕΠΙΣΤΗΜΗΣ

“The only way it’s possible to accept faulty data is through faulty reasoning”

6). Χρησιμοποιούν την ΑΝΑΛΟΓΙΚΗ ΣΚΕΨΗ. Δηλαδή, παίρνουν σαν εξήγηση τη μεταφορά, την οποία και χρησιμοποιούν κατά γράμμα. Αποφεύγουν τις αυστηρές αιτιώδεις σχέσεις και όπου τις εφαρμόζουν αγνοούν τους κανόνες της τυπικής λογικής με το να επικαλούνται εξωλογικά στοιχεία σαν δικαιολογήσεις. Όπου δεν βρίσκεται λογική εξήγηση εφευρίσκεται μια φανταστική έννοια για να γεφυρώσει το χάσμα η οποία και αβασάνιστα υιοθετείται. Π.χ για την αύρα του σώματος, για την βιταλιστική ενέργεια κ.λ.π. Η αιτιολογία είναι ότι και οι επιστήμες υιοθετούν τέτοιες έννοιες και σαν τέτοια προβάλουν την Ενέργεια στην οποία και αποδίδουν ασαφή περιγράμματα.

Προφανώς και η φυσική βρίθει "εισηγμένων" εννοιών, με τη διαφορά όμως ότι αυτές οι έννοιες και μετρήσιμες είναι και πολύ καλά περιγράψιμες. Οι διάφοροι τύποι ενέργειας είναι πολύ καλά προσδιορισμένοι, διέπονται από καθορισμένες σχέσεις και μπορούν να μετρηθούν, όπως και να υπολογιστούν. Ποιος έχει δώσει την μαθηματική περιγραφή της βιταλιστικής ενέργειας, ποιος την έχει μετρήσει, ποιος έχει διατυπώσει τον μηχανισμό παραγωγή της και ποιος την έχει αντιδιαστείλει με τις άλλες γνωστές μορφές ενέργειας;


Και για να προκαλέσω λίγο, θα ομολογήσω ότι και ο χρόνος είναι μια σύμβαση, μια φτιαχτή, επινοημένη έννοια, η οποία σύμφωνα με τα τελευταία reports αν εξαλειφθεί από τις εξισώσεις της κβαντομηχανικής ίσως ανοίξει το δρόμο για την ενοποίησή της με την Γενική Θεωρία της Σχετικότητας. (βλ. “Time is up”: Amanda Gefter, Νew Scientist, 19 January, p.29, 2008).

Με τη διαφορά όμως ότι με την έννοια του χρόνου, που την συλλάβαμε εμείς οι άνθρωποι και η οποία δεν μας δόθηκε από κανένα με αποκαλυπτικό τρόπο, μπορέσαμε να χτίσουμε μια καλή εικόνα της πραγματικότητας να βάλουμε πέντε πραγματάκια στη σειρά και επιπλέον να τον μετρήσουμε. Δεν ήταν, λοιπόν, και τόσο αυθαίρετη αυτή η σύλληψη!

Άλλος τύπος ανορθόδοξης λογικής που χρησιμοποιούν είναι ότι απαιτούν το βάρος της απόδειξης να πέφτει σ’ αυτόν που αμφισβητεί κι όχι σ’ αυτόν που το ισχυρίζεται. Π.χ. αν ισχυριστώ, όπως ο Bernard Russell ότι υπάρχει μια τεράστια τσαγιέρα που περιστρέφεται γύρω γύρω από τη γη (τότε δεν υπήρχαν ακόμη δορυφόροι), θα πρέπει εσείς που το αμφισβητείτε να το αποδείξετε κι όλας. Γιαυτούς όμως που γνωρίζουν στοιχειωδώς τους κανόνες της λογικής, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ν’ αποδειχτεί κάτι το οποίο δεν υπάρχει. Μόνο αυτά που υπάρχουν μπορούν ν’ αποδειχτούν.

Επίσης, σε περίπτωση που παραδεχτούν ότι κάνουν κάποιο λάθος, αντί να κοιτάξουν να το διορθώσουν το προσπερνούν με την ευχή ότι θα δικαιωθούν στο μέλλον, όπως και ο Γαλιλαίος, για παράδειγμα, που στην εποχή του είχε παρεξηγηθεί.

Δεν αναγνωρίζουν την επαγωγική λογική και την εγκυρότητα του συμπεράσματος, εφ όσον οι ίδιοι δεν παρευρίσκονται σαν μάρτυρες σε όλα τα στάδια της διαδικασίας. Με τον τύπο αυτό της «λογικής» ασχοληθήκαμε επισταμένα στο κείμενο «Τι Είναι Επιστήμη» και ειδικά στο κομμάτι το σχετικό με την αμφισβήτηση της Δαρβίνειας Θεωρίας.

Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2008

Ο ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ και τα 160 ΠΑΛΙΚΑΡΙΑ


Θάταν μάλλον Πέμπτη όταν ο Κακαουνάκης απ’ το μόνιμο στασίδι του στο δεξί παράθυρο του ΑLPHA ανακοίνωνε κάτι σκόρπια, για την περίφημη ομάδα προβληματισμού που σκοπεύει να συστήσει ο Βενιζέλος και για τους 40 καθηγητές που θα την απαρτίζουν. Το Σάββατο το βράδυ έμαθα απ’ τον ΑΝΤΕΝΝΑ αυτή τη φορά, ότι οι 40 μέσα σε δυο μέρες γίνηκαν 160 και χάρηκα που τόσοι πολλοί, τόσο γρήγορα κατάλαβαν τι ακριβώς έπρεπε να κάνουν για να σωθεί το ΠΑΣΟΚ και μαζί μ’ αυτό κι η χώρα όλη.

Πολύ μεγάλη αύξηση σημείωσε το εκπαιδευτικό κεφάλαιο στη χώρα μας, σκέφτηκα, τόση, που ενώ τα παλιότερα χρόνια ο Σημίτης μετά βίας έβρισκε στην πιάτσα κάποιους κακόμοιρους για να επανδρώσει μια ψιλο-επιτροπή Σοφών, τώρα το προϊόν έχει τόσο αυγατίσει που με ένα «φου!» μαζεύονται καμιά διακοσαριά και έτσι από το τίποτα φτιάχνουν όχι μια επιτροπούλα αλλά ολόκληρο Think Tank με βάθος και με πλάτος αντάξιο του εκτοπίσματος του εμπνευστή του.

Δεν μπορούμε βέβαια να μην ευγνωμονούμε γιαυτό όλες τις προηγούμενες κυβερνήσεις οι οποίες, (ορθώς πράττοντας), με το να σπείρουν πανεπιστήμια και σχολές απανταχού της επικρατείας, έσπειραν αναπόφευχτα και καθηγητές, αναπληρωτές και επικούρους για να έχουν, ως φαίνεται ικανό στοκ να επανδρώνουν τα μελλοντικά Think Tank τους .

Το οξύμωρον της υπόθεσης είναι ότι ενώ η λέξη «καθηγητές», εγκαλώντας ένα παλιοκαιρίσιο θυμικό, παραπέμπει σε κάτι βαρύ και με αξία, η ξαφνική συσσώρευση τόσων πολλών αξιών σε μια και μόνο νύχτα, δρα αυτομάτως προς την αντίθετη κατεύθυνση, προς την αυτοϋπονόνευση, την υποτίμηση, δηλαδή, των αξιών αυτών, όπως πολύ καλά γνωρίζουν οι ασχολούμενοι με τα οικονομικά και τις Θεωρίες της Αξίας. Δεν μπορώ παρά να φέρω στο μυαλό μου τις ιστορίες που μου διηγιόταν ο καλός μου φίλος Μίτια από την Πετρούπολη, όταν ο ανθυποκομισάριος της περιοχής έπιανε το τηλέφωνο και με πλήρη άνεση απαιτούσε απ’ το πανεπιστήμιο της πόλης να του στείλουν καμιά σαρανταριά καθηγητές, σαν ένα σμάρι μύγες δηλαδή, να μαζέψουν τις πατάτες που κόντευαν να σαπίσουν στα χωράφια από τις πρώιμες βροχές.

Βέβαια αυτά τα πράγματα δεν συμβαίνουν στη χώρα μας, γιατί αν οι καθηγητές μας μάζευαν πατάτες, (όχι ότι, προς θεού, θ’ αρνιόντουσταν την κοινωνική αυτή προσφορά), τότε ποιος θα έμπαινε στο Think Tank του Βενιζέλου και ποιος θα στελέχωνε τα ψηφοδέλτια και την κυβέρνησή που θα προέκυπτε, όπως 37 bookies και 49 γκαλοπατζήδες επιβεβαιώνουν ότι κάποια μέρα δεν μπορεί παρά να συμβεί;

Οι κύριοι καθηγητές, όμως, είναι άνθρωποι ανιδιοτελείς και δεν θα πρέπει να περνάει απ’ το μυαλό κανενός η ιδέα ότι ο λόγος, που σε μια και μόνο νύχτα από 40 γίνηκαν 160 (και δεν ξέρω πόσοι άλλοι θα προστεθούν μέχρι αύριο το πρωί), ήταν τα προγνωστικά των 37 bookies και των 49 γκαλοπατζήδων. Παρά τα όσα ακούω τριγύρω μου, ότι τάχατες έσπευσαν από νωρίς να πιάσουν τα πόστα, πιστεύω ακράδαντα ότι το κάνουν μόνο από διάθεση προσφοράς και συναδελφική αλληλεγγύη.

Και άσε τη γιαγιά μου με τις περίφημες πια παροιμίες της, να φωνάζει από πίσω, «Γιούρια-γιούρια στον ταβά με τα κουλούρια!».

Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2008

Τί Είναι Επιστήμη;


Εδώ και δεκαετίες γίνεται αρκετή συζήτηση

1) Για τις ιδιότητες που χαρακτηρίζουν ένα σύστημα γνώσεων και μεθοδολογιών σαν επιστημονικό ή αντίστοιχα ψευδοεπιστημονικό,
2) για τα όρια ανάμεσα στα δύο αυτά συστήματα,
3) για το αν είναι δυνατόν να καθοριστούν τέτοια όρια, και ακόμα
4) για το αν η επιστημονική γνώση αποκαλύπτει πράγματι βασικές αλήθειες για την πραγματικότητα.

Ειδικά στις μέρες μας, η σύγχυση μεγενθύνεται εξ αιτίας των επίμονων και συντονισμένων προσπαθειών καραμπινάτων ανορθολογισμών, (δεν θα κουραστώ να το επαναλαμβάνω κάθε φορά), να ενδυθούν τον μανδύα του επιστημονικού και να καταστούν, όπως νομίζουν, έγκυροι στα μάτια των αφελών. (π.χ. ομοιοπαθητική, αστρολογία, ενεργειακή ιατρική, κ.α.).

Επομένως θεωρώ επιτακτική την ανάγκη να προσπαθήσω να βάλω στη σειρά ορισμένα απ’ αυτά που νομίζω ότι αποτελούν τα πρωτεύοντα χαρακτηριστικά γνωρίσματα πρώτα του επιστημονικού και κατ’ αντιδιαστολή του ψευδοεπιστημονικού συστήματος γνώσεων.


ΜΙΑ ΛΑΝΘΑΣΜΕΝΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΠΕΡΙ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ.

Όπως ανέφερα και σε προηγούμενο σημείωμά μου είναι διάχυτη η αντίληψη ότι η Επιστήμη δεν είναι παρά ένα άλλο σύστημα Πίστης και ότι ο Επιστήμονας δεν είναι παρά ένας άλλος πνευματικός εξουσιαστής.
Ένα μικρό μόνο δείγμα της τεράστιας ζημιάς που έκανε στην εικόνα της Επιστήμης ο σχετικισμός του Paul Feyerabend φαίνεται στο παρακάτω απόσπασμα από το διάσημο βιβλίο του «Ενάντια στη Μέθοδο»:

«... Η Επιστήμη είναι πολύ κοντύτερα στο Μύθο, απ’ ότι η φιλοσοφία της Επιστήμης είναι πρόθυμη να δεχτεί. Είναι ένας από τους πολλούς τύπους σκέψεις που έχουν αναπτυχθεί από τον άνθρωπο και όχι αναγκαστικά ο καλύτερος. Είναι κακόγουστος, θορυβώδης, αυθάδης, αλλά εκλαμβάνεται σαν ανώτερος μόνον από εκείνους οι οποίοι έχουν ήδη αποφασίσει γιαυτό, στα πλαίσια μιας κάποιας ιδεολογίας ή που τον έχουν αποδεχτεί χωρίς ποτέ να μπουν στον κόπο να εξετάσουν τα πλεονεκτήματα και τα όριά του...».

Κοντολογίς, σύμφωνα με την άποψη του Feyerabend η Επιστήμη δεν είναι παρά ίδια με τη Θρησκεία, διότι εδράζεται σε συγκεκριμένα δόγματα που δεν μπορούν λογικά να δικαιολογηθούν.

Το θεμελιακό παράπτωμα στη περίπτωση αυτή είναι η εξομοίωση της Πίστης με την Εμπιστοσύνη, δηλαδή με την εμπιστοσύνη που δείχνουμε στα συμπεράσματα της Επιστήμης. Ο εφησυχασμός που νοιώθουμε, για παράδειγμα, όταν ανεβαίνουμε στο αεροπλάνο δεν πηγάζει από την πίστη ότι μας προστατεύει ο θεός, η παναγία και ένα τάγμα αγγέλων, αλλά από την εμπιστοσύνη που έχουμε στην εκπαίδευση των πιλότων, την τεχνική υποστήριξη του αεροσκάφους, κ.λ.π. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τα πορίσματα όσων συστημάτων εντάσσονται στο σώμα της Επιστήμης.

Μου φαίνεται εντελώς αφελής η αρκετά διαδεδομένη απόψη, ότι εφ’ όσον δεν μπορούμε να βάλουμε τα χέρια μας «επί τον τύπον των ήλων», δηλαδή να έχουμε άμεση εποπτεία της διαδικασίας παραγωγής των επιστημονικών γνώσεων, δεν μπορύμε να τα υιοθετήσουμε κι όλας. Η στάση αυτή αφορά κυρίως, για να πάρουμε ένα παράδειγμα, στην Δαρβίνεια θεωρία της εξέλιξης. Ένας δε από τους λόγους για τους οποίους τής καταλογίζεται αναξιοπιστία, είναι η αδυναμία της να αναπαραστήσει στο εργαστήριο, πειραματικά, τα στάδια της εξελικτικής διαδικασίας. Πρόκειται προφανώς περί ευτελούς αγυρτείας και χυδαίας σοφιστίας, διότι ναι μεν η εγκυρότητα των συμπερασμάτων μιας θεωρίας αποκαθίσταται μέσω της πειραματικής κάθαρσης, αλλά εξ ίσου αποκαθίσταται και όταν τα παρατηρούμενα φαινόμενα μπορούν να ενταχθούν και να ενσωματωθούν στον εξηγητικό μηχανισμό της θεωρίας, ο οποίος και τα προβλέπει.



Συγκεκριμένα για τη θεωρία της Εξέλιξης ναι μεν δεν είναι δυνατόν να παρακολουθήσουμε τη διαδικασία της εξέλιξης με πειράματα στο εργαστήριο διότι η εξελικτική διαδικασία χρειάζεται κάποια εκατομμύρια χρόνια για να δώσει απτά αποτελέσματα, αλλά έχουμε
1. τα απολιθώματα που πιστοποιούν παλιότερα είδη,
2. τις χημικές και ανατομικές ομοιότητες σχετιζόμενων μορφών ζωής,
3. τη γεωγραφική κατανομή ομοειδών ειδών, καθώς επίσης και
4. τις καταγεγραμμένες γενετικές αλλαγές σε ζωντανούς οργανισμούς στη διάρκεια πολλών γενεών.

Σήμερα η μόνη αμφισβήτηση της θεωρίας αυτής γίνεται από θεολόγους και όχι από άλλους επιστήμονες, παρά μόνον περιθωριακά. Αυτό κάνει ακόμα πιο επιτακτική την ανάγκη να διασαφηνίσουμε τον τρόπο λειτουργίας της Επιστήμης.

Ένα παρόμοιο σόφισμα που κυκλοφορούσε παλιά στο διαδίκτυο και το οποίο ξαναείδα να κυκλοφορεί και πρόσφατα, και να αναπαράγεται μάλιστα από την κατά τα άλλα σοβαρή Εφημερίδα «Ναυτεμπορική», "Συγκρουσιακή συνομιλία με εκλεκτή συλλογιστική" 23/11/2007, είναι αυτό που αναφέρεται στον διάλογο ενός καθηγητή με έναν φοιτητή, που σαν δόλωμα ο συντάκτης τον κατονομάζει Αϊνστάιν. Προφανώς για να μας αποτρέψει να τολμήσουμε να κρίνουμε τις ανοησίες του, (του συντάκτη). Φυσικά αν ο Αϊνστάιν σκεπτόταν με τον τρόπο που φέρεται να σκέπτεται στο εν λόγω σημείωμα, τότε δεν θα είχε προχωρήσει και πολύ στη ζωή του και ούτε καν θα τον γνωρίζαμε. Το ρεζουμέ της ιστορίας είναι ότι η αποδοχή της επιστημονικής γνώσης απαιτεί την Πίστη, διότι υποτίθεται ότι η επιστήμη δεν μας δίνει τη δυνατότητα να γνωρίζουμε τους τρόπους με τους οποίους παράγει τη γνώση. Ε!, τι να κάνουμε εδώ χρειάζεται και κάποια ...γνώση για να απαιτούμε να γνωρίζουμε πώς παράγεται η ...γνώση. Και ίσως αυτό να είναι που ενοχλεί και ίσως γιαυτό να ομιλούν περί «Ιερατείου». Φαντάζομαι, ότι στα κάθε είδους Ιερατεία οι πόρτες είναι διπλοαμπαρτωμένες και η πρόσβαση σαυτά αδύνατη για τους κοινούς θνητούς. Η διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι τόσο τα πανεπιστήμια όσο και τα ερευνητικά κέντρα είναι ανοιχτά στον καθένα, στον οποιονδήποτε διαθέτει στοιχειώδη ευφυία, μεράκι, επιμονή, θέληση και διάθεση για σκληρή και σχετικά κακοπληρωμένη δουλειά. Voila λοιπόν....

Η περίπτωση αυτή φέρνει στο νου συνειρμικά τη σύγχυση που είχε προκύψει πριν από μερικά χρόνια με τις αστυνομικές ταυτότητες. Όλος ο καυγάς ήταν επειδή είχε εξομοιωθεί (υποβολιμαία φυσικά) στην συνείδηση η κατάργηση της αναγραφής της θρησκευτικής πεποίθησης στην αστυνομική ταυτότητα, με την κατάργηση της Ταυτότητας, της ιδιοσυστασίας δηλαδή, του ατόμου, θέμα ιερό και ταμπού στην εποχή της παγκοσμιοποίησης. Έτσι και στην περίπτωση της επιστήμης η ιδίου τύπου εξομοίωση που επιχειρείται (Εμπιστοσύνη με Πίστη) δεν βασίζεται παρά σε ένα παιχνίδι της γλώσσας, υπό τύπον δολώματος, όπως τουλάχιστον το αντιλαμβάνομαι.

Φυσικά, η Επιστήμη δεν είναι Θεολογία και θεωρώ ότι η διάκριση αυτή είναι πολύ κοινή και τετριμμένη ώστε να αναλωθώ αναλύοντας και διαχωρίζοντας τα δύο αυτά συστήματα. Αυτό που θεωρώ όμως ότι έχει νόημα είναι να παρουσιάσω την επιστημονική μεθοδολογία, όσο πιο αναλυτικά μπορώ με τελικό σκοπό φυσικά να πείσω ότι δεν υπάρχει καλύτερο μεθοδολογικό εργαλείο για την κατανόηση της πραγματικότητας, για όσους φυσικά πιστεύουν ότι υπάρχει αντικειμενική πραγματικότητα. Για τους άλλους, λυπάμαι αλλά θα παραμείνουν αβοήθητοι και σε αιώνια σύγχυση.

Religion is about Faith; Science is about Doubt. (Richard Feynmann)

Επομένως, θεωρώντας προσφορότερη την πραγμάτευση του ερωτήματος «σε τι συνίσταται η Επιστημονική Μεθοδολογία;», από το ερώτημα «τί είναι Επιστήμη;» θα προχωρήσω στην:


Η ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ


Ένα σύστημα έρευνας και παραγωγής γνώσης (και εδώ θα έχω κατά νου κυρίως τις φυσικές επιστήμες), θεωρείται επιστημονικό και ταυτοχρόνως έγκυρο, όταν βασίζεται σε εμπειρικά, παρατηρούμενα και μετρήσιμα δεδομένα για τη διατύπωση υποθέσεων, εξηγητικών μηχανισμών και συγκρότηση θεωριών, οι οποίες όχι μόνο να ΕΞΗΓΟΥΝ αλλά και να ΠΡΟΒΛΕΠΟΥΝ, και των οποίων τα συμπεράσματα οφείλουν:

1. να είναι επαναλήψιμα, δηλαδή να αναπαράγονται από οποιαδήποτε εργαστήριο ή υπολογισμό, κάτω από τις ίδιες συνθήκες,
2. να επιβεβαιώνονται απ’ όλους, να μην υπάρχει δηλαδή το στοιχείο της υποκειμενικότητας, να συγκρίνονται με πειραματικά δεδομένα,
3. να είναι ανοιχτά σε διερεύνηση από κάθε ενδιαφερόμενο,
4. να συνοδεύονται από τα περιθώρια σφάλματος και το βαθμό αξιοπιστίας τους και
5. να είναι ανασκευάσιμα. Για παράδειγμα, η πρόταση «αύριο μπορεί να βρέξει ή να μη βρέξει» όπως και η «υπάρχει θεός» δεν είναι επιστημονικές, καθ’ ότι δεν μπορούν να διαψευσθούν. Ενώ η πρόταση π.χ. «τώρα βρέχει», ενώ έξω έχει λιακάδα είναι επιστημονική διότι μπορεί πάραυρτα ν’ αποδειχθεί ψευδής.

Για ν’ απαντήσω στις δοξασίες περί «Ιερατείου», τα αποτελέσματα μιας έρευνας για να καταστούν έγκυρα πρέπει να τεθούν υπ’ όψιν της παγκόσμιας επιστημονικής κοινότητας (της σχετικής με το αντικείμενο προφανώς), η οποία και θα αποφανθεί. Αυτό γίνεται είτε με το θεσμό των συνεδρίων και της κατά μέτωπον αντιπαράθεσης, (ή συμφωνίας) είτε με τη δημοσίευσή τους σε έγκυρα, εξειδικευμένα και ευρείας κυκλοφορίας περιοδικά του χώρου. Για να δημοσιευτεί μια εργασία περνάει από την κρίση ενός ή τριών κριτών, οι οποίοι μπορεί να είναι οι οποιοιδήποτε, προφανώς όμως οι πλεόν σχετικοί με το εκάστοτε υπό κρίση αντικείμενο, και για ευνόητους λόγους, ανώνυμοι. Παρά τη δημοσίευσή τους όμως, τα συμπεράσματα των εκάστοτε εργασιών δεν γίνονται αυτόματα και καθολικώς αποδεκτά, παρά μόνον όταν έχει «ωριμάσει το κλίμα». Τί σημαίνει αυτό;

Κάθε επί μέρους επιστημονικό πεδίο αποτελεί αντικείμενο έρευνας πολλών ερευνητών διασκορπισμένων σε διαφορετικά κέντρα και το πιο πιθανόν σε διαφορετικές χώρες. Καθ’ ένα εργαστήριο αντιμετωπίζει το ίδιο θέμα με διαφορετικό τρόπο, με διαφορετική προσέγγιση. Τα φυσικά φαινόμενα στις πλείστες των περιπτώσεων είναι εξαιρετικά πολύπλοκα ώστε να περιγραφούν επακριβώς μέσω μιας καλώς καθορισμένης θεωρίας. Ή μπορεί μια καλή θεωρία όντως να υπάρχει, όπως η Γενική Θεωρία της Σχετικότητας, η Κλασική Μηχανική και η Κβαντική Μηχανική, αλλά η επίλυση των βασικών τους εξισώσεων, όπως οι εξισώσεις Αινστάιν στην πρώτη και η εξίσωση του Schroedinger στην τελευταία, να μην μπορούν να επιλυθούν επακριβώς για ΟΛΑ τα συστήματα, παρά μόνον προσεγγιστικά, κι αυτό λόγω των μεγάλων απαιτήσεων σε υπολογιστική ισχύ ή λόγω αδυναμίας εύρεσης αναλυτικών λύσεων παρά μόνον για έναν περιορισμένο αριθμό περιπτώσεων.

Έτσι κάθε εργασία συμβάλλει κι από λίγο στην περιγραφή και κατανόηση της πραγματικότητας και γιαυτό το λόγο είναι επιτακτική η ανάγκη της συνεχούς ανταλλαγής απόψεων και σύγκρισης αποτελεσμάτων με άλλα ομοειδή εργαστήρια. Η ετημυγορία της πραγματικότητας εκφράζεται φυσικά από το πείραμα, το οποίο και αυτό δεν είναι ένα και μοναδικό αλλά υπάρχουν πολλές πειραματικές προσπάθειες μέτρησης μιας ποσότητας, με όσους τρόπους επιτρέπει η φαντασία καθενός. Όταν όλοι όσοι εμπλέκονται στην ίδια προσπάθεια βρίσκουν επανειλημμένα το ίδιο αποτέλεσμα, τότε υπάρχει γενική συναίνεση για την τιμή της συγκεκριμένης φυσικής ποσότητας, η οποία και υιοθετείται.

Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να τονίσω τη σπουδαιότητα της αλληλεπίδρασης της θεωρίας με το πείραμα. Οι μεγάλες Θεωρίες που προανέφερα, καθώς και άλλες όπως η Κβαντική Θεωρία Πεδίου, η Ηλεκτροδυναμική, (Κβαντική και Κλασική), η Στατιστική Μηχανική, η Θεωρία του Χάους η Χρωμοδυναμική, παρέχουν το ευρύτερο πλαίσιο για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων προβλημάτων μέσω απλουστευμένων, σχηματοποιημένων και με εσωτερική συνέπεια μαθηματικών κατασκευών που ονομάζονται Μοντέλα και από τα οποία αξιώνουμε




1) την ΕΠΙΚΥΡΩΣΗ υπαρχόντων πειραματικών δεδομένων και
2) την ΠΡΟΒΛΕΨΗ νέων φαινομένων.

Τα μοντέλα κατασκευάζοται έτσι ώστε να γίνει κατανοητός ο ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ που υπάρχει πίσω από το υπό εξέταση φυσικό φαινόμενο, μέσα από τη μαθηματική καταγραφή αυστηρών αιτιωδών σχέσων. Στο βαθμό που η επίλυση ενός μοντέλου (στα πλαίσια πάντα μιας μεγάλης θεωρίας από αυτές που προανέφερα), δίνει τιμές κοντά ή ίδιες με τις πειραματικές, τότε υιοθετείται. Φυσικά στις περισσότερες των περιπτώσεων το μοντέλο μπορεί να επιβεβαιώνει ορισμένες πειραματικές μετρήσεις, άλλες όμως να αποτυχαίνει να τις αναπαράγει. Η ΑΝΑΛΥΣΗ των λόγων που κάνουν το συγκεκριμένο μοντέλο να αστοχεί οδηγεί σε περαιτέρω προσπάθειες βελτίωσής του, όπως η ενσωμάτωση στις εξισώσεις περισσοτέρων παραμέτρων και των μεταξύ τους αλληλεξαρτήσεων. Αν όλες οι προσπάθειες αποβούν άκαρπες τότε το μοντέλο εγκαταλείπεται, δηλαδή εγκαταλείπονται είτε οι αρχικές υποθέσεις πάνω στις οποίες στηρίχτηκε, είτε η μαθηματική μέθοδος επίλυσης και υιοθετούνται άλλες. Εγκατάλειψη Μοντέλου δεν σημαίνει και εγκατάλειψη της υπερκείμενης Θεωρίας. Για να συμβεί αυτό χρειάζονται επανειλημμένες αστοχίες πολλών προτεινόμενων μοντέλων. Είναι πολύ διδακτικό να δούμε βήμα-βήμα πώς οι επιστήμονες, μέσα από ποια αδιέξοδα οδηγήθηκαν στην εγκατάλειψη του εξηγητικού μηχανισμού της κλασσικής μηχανικής και στην εισαγωγή της Κβαντικής Θεωρίας στις αρχές του 20ου αιώνα. Σκοπεύω να το κάνω κάποια στιγμή.

Για να υπάρξει καθολική συναίνεση ως προς την εγκυρότητα του μοντέλου από την επιστημονική κοινότητα θα πρέπει και οι διαφορετικές άλλες προβλέψεις του να συμφωνούν με αντίστοιχες πειραματικές τιμές, ή αν δεν υπάρχουν να δίνουν το κίνητρο για τη διεξαγωγή νέων πειραμάτων. Έτσι με συνεχείς μικρές και διορθωτικές κινήσεις βελτιώνονται τα μοντέλα, μετά οι θεωρίες και έτσι πορεύεται γενικώς η Επιστήμη. Οι Θεωρίες δεν εγκαταλείπονται εν μια νυχτί. Λυπάμαι, αλλά εδώ θα διαφωνήσω με τον T.S. Kuhn. Ούτε οι καινούργιες θεωρίες αποτελούν τομή με τις παλιές. Η Κβαντομηχανική δεν ξεπήδησε από το πουθενά, η εξίσωση του Schroendinger δεν είναι παρά ανάλογη της κλασικής κυματικής εξίσωσης, η δε Θεωρία του Χάους πατάει γερά πάνω στην κλασική μηχανική και τα αξιώματά της.

Η κατοχύρωση των ευρημάτων γίνεται μετά από συσσώρευση αδιάσειστων ΑΠΟΔΕΙΞΕΩΝ ότι έτσι όντως συμβαίνει. Φυσικά, κανείς δεν αποκλείει το γεγονός να γίνει κάποιο πείραμα που ν’ αποδεικνύει ότι το οικοδόμημα από κάπου μπάζει. Και τότε αρχίζει ένας καινούργιος κύκλος πειραμάτων, υποθέσεων και υπολογισμών μέχρις ότου υπάρξει η μέγιστη δυνατή ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ, εάν φυσικά υπάρξει.

Για παράδειγμα, όταν το 1989 ανακοινώθηκαν δημοσίως πειράματα που είχαν επιτύχει υπεραγώγιμη συμπεριφορά σε θερμοκρασία δωματίου, εύρημα πολύ αεροπλανικό που δεν προέκυπτε από τα μέχρι τούδε επιστημονικά δεδομένα ξεσηκώθηκε, όπως ήταν φυσικό, μεγάλος σάλος. Παρά το εξωτικόν της ανακοίνωνσης όμως, όλοι έσπευσαν να την διερευνήσουν και ν’ αποφανθούν. Όταν μετά από ένα μεγάλο κύκλο συζητήσεων, συνεδρίων και προσπαθειών πολλών εργαστηρίων να επαναλάβουν το πείραμα, η πραγματικότητα αποδείχτηκε διαφορετική από την εξαγγελθείσα, τότε κανένας δεν ξαναμίλησε πια γιαυτό. Αναφέρθηκα στο επισόδειο αυτό για να δείξω την αντίδραση της επιστημονικής κοινότητας σε μη αναμενόμενα γεγονότα, η οποία κάθε άλλο παρά διατίθεται να θάβει τις αποτυχίες και τα ξεστρατίσματά της.


ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ :
Η επιστημονική γνώση παράγεται μέσα από τα εξής βήματα:

1) Συλλογή εμπειρικών δεδομένων.

2) Συσχετισμός των δεδομένων αυτών βάσει κάποιου σχήματος υποθέσεων που ήδη υπάρχουν στο μυαλό του ερευνητή σαν μια πρώτη προσέγγιση εκμεταλλευόμενος προηγούμενη εμπειρία ή απλώς οδηγούμενος από ένστικτο. Η διαφορά με την ψευδοεπιστημονική διαδικασία είναι ότι δεν μένει μόνο εκεί. Αυτό είναι μόνο η σπίθα, το έναυσμα.

3) Κατασκευή μαθηματικού μοντέλου για το τί μπορεί να συμβαίνει και επίλυση αυτού στα πλαίσια κάποιας δοκιμασμένης θεωρίας.

4) Σύγκριση των προβλέψεων του μοντέλου με τα πειραματικά δεδομένα, ανάλυση των παραγόντων συμφωνίας ή διαφωνίας όπως και ανάλυση του μηχανισμού του φυσικού φαινομένου.

5) Αν η αναπαραγωγή των συγκεκριμένων πειραματικών δεδομένων είναι επιτυχής τότε η εργασία στέλνεται για δημοσίευση και κριτική.

6) Αν όχι υιοθετείται διαφορετικό μοντέλο ή μέθοδος επίλυσης του αρχικού μοντέλου και τα βήματα 4) και 5) επαναλαμβάνονται.


Με όσα έχω παραθέσει στα προηγούμενα νομίζω ότι έχω καταστήσει σαφές ότι:

1)
τα συμπεράσματα της επιστήμης έχουν βγει μετά από μεγάλο βάσανο και τη μέγιστη δυνατή συναίνεση,

2) ότι είναι συνεχώς ανοιχτά σε αναθεώρηση όχι με διακηρύξεις και μεγάλα λόγια αλλά μέσα από επαναλαμβανόμενες πειραματικές διαδικασίες και επαληθεύσεις,

3) ότι δεν καταγράφεται απλώς η πραγματικότητα αλλά ΕΠΕΞΗΓΕΙΤΑΙ μέσω από ένα λογικό ειρμό αιτιωδών σχέσεων,

4) ότι οι προτεινόμενες θεωρίες αξιολογούνται κυρίως από την ΠΡΟΒΛΕΠΤΙΚΗ τους ικανότητα σε αντίθεση με τις ψευδο-επιστημονικές οι οποίες τρέχουν πάντα πίσω από τα γεγονότα,

5) ότι κανενός ο λόγος δεν χρησιμοποιείται σαν θέσφατο όσα βραβεία Νόμπελ και να έχει πάρει. Η κοινότητα έχει τα αντανακλαστικά είτε να τον δεχτεί είτε να τον απορρίψει ανάλογα με το πόσο συμφωνεί με την πραγματικότητα,

6) οι έννοιες είναι σαφώς διασαφηνισμένες καθώς και όλα τα βήματα της διαδικασίας ώστε να μην χωρούν παρερμηνείες.

Σε επόμενο κείμενο θα αναπτύξω τα συστατικά στοιχεία των ψευδο-επιστημονικών συστημάτων και τις διαφορές τους από τα επιστημονικά. Η διάκριση αυτή, πέρα από το φιλοσοφικό της ενδιαφέρον έχει τεράστια σημασία τόσο ηθική όσο και πολιτική αν σκεφτεί κανείς τις ψευδοεπιστημονικές θεωρίες περί ευφυίας, ράτσας, εγκληματικής προδιάθεσης αλλά και αυτές περί εναλλακτικής ιατρικής και τη ζημιά την οποία επιφέρουν.