Σάββατο, 31 Ιουλίου 2010

Η "δεν ξέρω τι θέλω" κοινωνία



Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις που είδαν το φως της δημοσιότητας τον τελευταίο καιρό, ένα μεγάλο ποσοστό των ερωτηθέντων, που όπως μάς διαβεβαιώνουν οι στατιστικολόγοι αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα της ελληνικής κοινωνίας, δηλώνει σε ποσοστό από 70% έως 90% αντίθετο με την παρουσία του ΔΝΤ στη χώρα μας και με τα εξ αυτού εκπορευόμενα μέτρα.

Τόσο το ερώτημα λοιπόν, όσο και η καταγεγραμμένη γνώμη και θέληση αποτελούν αναντίρρητα γεγονότα. Βάσει αυτών, με μια μικρή και όχι αυθαίρετη, όπως ελπίζω, προέκταση του συλλογισμού, συμπεραίνω ότι το ίδιο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας επιθυμεί και την απομάκρυνση του ΔΝΤ από τη χώρα. So far so good!

Τα προβλήματα ενσκήπτουν όταν ερχόμαστε στο διαταύτα, στον προσφορότερο δηλαδή τρόπο με τον οποίο το ΔΝΤ θα μάς αδειάσει τη γωνιά. Φυσικά αυτό δεν μπορεί να γίνει αφ’ εαυτού, διότι θα πρέπει να πάει part and parcel και με αυτούς που το προσκάλεσαν.

Ας απαριθμήσουμε λοιπόν μερικούς από τους ενδεικνυόμενους τρόπους:
1. Η μέθοδος των απεργιακών κινητοποιήσεων. Σκοπός τους είναι να ασκήσουν πίεση προς την κυβέρνηση προσβλέποντας είτε στην άμεση άρση των μέτρων, είτε στην παρακώλυση των χειρισμών της, ώστε να πει επιτέλους το άι σιχτίρ, να τα παρατήσει με τους ανεπίδεκτους κωλοέλληνες και δια παντός να τα μαζεύει.
Εδώ θα κάνουμε άλλη μια διάκριση απεργιών. α) Στις γενικές 24ωρες απεργίες όπως προκηρύσσονται από ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ, έξι τον αριθμό, μέχρι σήμερα, β) στις γενικές απεργίες διαρκείας, οι οποίες ακόμα δεν έχουν κηρυχτεί, και όπως λένε οι μάντεις, ούτε και πρόκειται αυτό να συμβεί, και γ) στις απεργιακές κινητοποιήσεις μεμονωμένων σωματείων και οργανώσεων.
Ως προς την εκδοχή α), διάχυτη είναι η αντίληψη ότι οι γενικές επίσημες 24ωρες απεργίες είναι περιορισμένης αποτελεσματικότητας, ότι ενεργούν όπως η βαλβίδα ασφαλείας στη χύτρα ταχύτητος προς στιγμιαία εκτόνωση της λαϊκής οργής, ότι πρόκειται περί επαναστατικής και μόνο γυμναστικής, με συνέπεια να ελκύουν όλο και λιγότερο κόσμο στις γραμμές τους.
Ως προς την εκδοχή β), είναι εκτός ατζέντας των μεγάλων συνδικάτων, οπότε και την βγάζουμε από τον κατάλογο.
Τελευταία στη σειρά είναι η εκδοχή γ), για την οποία όμως κάθε φορά που λαμβάνει χώρα, υπάρχει έτοιμη η κοινωνική δυσανεξία με ένα προκάτ κατάλογο αφοριστικών χαρακτηρισμών, όπως συντεχνιακή, οικονομίστικη, αντικοινωνική κλπ, με αποτέλεσμα το είδος αυτό της απεργίας να νομιμοποιείται μόνον από την κοινωνική ομάδα που συμμετέχει.

Συνοψίζοντας λοιπόν, βλέπουμε ότι η ελληνική κοινωνία απορρίπτει στην πράξη την εφαρμογή της μεθόδου των απεργιακών κινητοποιήσεων για την επίτευξη του δεδηλωμένου στόχου της.

2. Η μέθοδος του αντάρτικου πόλης, βουνού ή και παραλίας, αναλόγως των εποχών του έτους. Μέχρι τώρα, ενώ ο Βελουχιώτης χαίρει γενικής εκτίμησης, εκτιμώ ότι δεν είναι πολλοί αυτοί που θα βρεθούν ν’ αρματωθούν με φυσεκλίκια και να ιππεύσουν τ’ άλογα για να διώξουν τον εχθρό. Οπότε και η μέθοδος αυτή απορρίπτεται.

3. Υπάρχει βέβαια και η μέθοδος των εκλογών, δια της οποίας κάποιοι είναι πιθανόν να ευελπιστούν ότι έτσι θα φέρουν τούμπα το ΠΑΣΟΚ, και ότι θα έρθει κάποιο άλλο κόμμα το οποίο και θα τους απαλλάξει απ’ τη σεισάχθεια. Ανατρέχοντας όμως και πάλι στις δημοσκοπήσεις τέτοια επιλογή είναι μακράν τού να έχει πιθανότητες επιτυχίας διότι δεν υπάρχει πολιτικός σχηματισμός στον οποίον οι πολίτες να είναι πρόθυμοι να αναθέσουν το βαρύ αυτό έργο.
Φυσικά, ουδείς ανακινεί θέμα εκλογών, οπότε ούτε και αυτή η προοπτική φαίνεται θελκτική προς το παρόν.

4. Υπάρχει η μέθοδος της brute force ανατροπής διαμέσου στρατιωτικού πραξικοπήματος, δυνατότητα με την οποία φλερτάρουν ουκ ολίγοι ευυπόληπτοι και δημοκρατικοί συμπολίτες μας. Όπως και η δυνατότητα πρόσκλησης μιας έξωθεν εισβολής από δυνάμεις οι οποίες θα αναλάμβαναν το καθήκον της αποκατάστασης της δημοκρατίας στην ελλάδα, με την υπόσχεση φυσικά να αποσυρθούν με το πέρας της αποστολής τους. Μια τέτοια δύναμη δεν θα μπορούσε να είναι η Αμερική, ή η Γερμανία, θα μπορούσε όμως να είναι η Τουρκία, η οποία και θα έσπευδε ευχαρίστως να μάς εξυπηρετήσει, αλλά λείπει, βρε παιδί μου η ευρύτητα πνεύματος, οπότε και αυτό απορρίπτεται σαν προοπτική.

Δεν θα ήταν λοιπόν υπερβολή να παρομοιάσω την ελληνική κοινωνία με το τζανταμπέτικο μειράκιον του οποίου, ενώ είναι φως φανάρι ότι λυσσάει της πείνας, το ένα φαΐ του βρωμάει, το άλλο του ξινίζει, το ένα το φτύνει και το άλλο το κάνει εμετό. Βέβαια είναι πολύ πιθανόν, να την πάθει σαν και το μειράκιον, το οποίο κάποια στιγμή ενδίδοντας στην πείνα του, τρώει με όρεξη μέχρι και τον εμετό του.

Πέμπτη, 29 Ιουλίου 2010

Γράμμα προς τον Πρωθυπουργό


Αγαπητέ μου Γιώργο (ex-Γιωργάκη)


Τσατάλια βλέπω σου τα ‘καναν τα νεύρα οι φορτηγατζήδες. Πώς να μη σου τα κάνουν! Καθόλου τακτ αυτοί οι άνθρωποι, άξεστοι κι αμόρφωτοι, βγάζουν τις μαούνες τους στους δρόμους και χαλάνε την πρόσοψη στους τουρίστες. Μπας κλας Γιώργο μου. Σε συμπονώ απόλυτα. Άμα είχα στρατιωτάκια, αλλά βλέπεις κορίτσι ήμουνα και δεν μου έπαιρνε η μαμά μου, θα τα ‘βγαζα κι εγώ στο δρόμο ν’ αρπάξουν απ’ τ’ αυτί τους ξεδιάντροπους, τους χουντικούς, που τους δώρισε ο Παπαδόπουλος τις άδειες πριν από σαράντα χρόνια και τώρα αυτοί θέλουνε και λεφτά από πάνω.


Άντε βρε, να δούμε και κανένα τανκ στους δρόμους. Μάς λείψανε, καιρό έχουμε να δούμε τέτοια χαρά. Από τότε που τα κόψατε κι απ’ τις παρελάσεις νοιώθουμε πολύ πεσμένοι. Σκέψου τους τουρίστες πόσο θα ενθουσιαστούν. Μιλούνια θα προσγειώνονται τα τσάρτερς στο Ελ Βενιζέλος, και θα έχουμε και τη Μάγια ντυμένη λοκατζή να μοιράζει σημαιούλες με τη σεπτή εικόνα σου επάνω.


Τέτοιο υπερθέαμα στους δρόμους τις Αθήνας ούτε το 2004 δεν είχαμε δει. Να βγάλεις δε, και το θωρηκτό Αβέρωφ, με τις μουνίτσες επάνω να φωνάζουνε αέρα, να μάς ανέβει κι άλλο το ηθικό. Κακά τα ψέματα Γιώργο μου, με τη διαβούλευση δεν βγαίνει άκρη. Τα τανκ είναι ισχυρότερο διαβουλευτικό όργανο. Κρίμα να μένει αναξιοποίητο. Τόσο το έχουμε χρυσοπληρώσει, και να κάθεται στην άκρη και να σκουριάζει;


Μόνο πρόσεχε τον αρχηγό των τανκ. Τον Ευάγγελο, εννοώ. Ποτέ δεν ξέρεις τι κρύβει πίσω από το βλοσυρό του βλέμμα. Τι σκέφτεται και τι μηχανεύεται. Άμα του πεις να τα κατεβάσει στη Σταδίου, αυτός μπορεί να τα στρέψει και προς το Καστρί. Πρόσεχε Γιώργο μου, πρόσεχε!


Τετάρτη, 28 Ιουλίου 2010

Γράμμα προς την Κοινωνία


Αγαπητή μου Κοινωνία,


Σπαράζει η καρδιά μου να σε νοιώθω κάθε λίγο και λιγάκι παίγνιο στα χέρια του καθενός ακοινώνητου νταγλαρά φορτηγατζή, ηλιοκαμένου ναύτη, μούτσου και λιμενεργάτη, του καθενός συντεχνίτη ΜΜΕ-ατζή, διεφθαρμένου ΕΣΥ-ιτη και προνομιούχου ελεγκτή, που σου κόβουν με το έτσι θέλω την πολύτιμη ενημέρωση, τον ήλιο, τον αέρα, την ξαπλώστρα, την υγεία, τη ζωή. Που σου κόβουν το μισθό, και τις συντάξεις, ναι αυτοί σου τα ‘καναν όλα αυτά, που σου κλείνουν την επιχείρηση και σε πετούν στο δρόμο σα σκουπίδι, που αφού έφαγαν και ήπιαν από τις σάρκες σου, ιδίως κάτι ναυτεργάτες τροφαντοί, σου ‘φραξαν και σένα το δρόμο προς την κορυφή, προτάσσοντας τις αηδιαστικές χοντροκοιλιές τους.


Μα τι να σε κάνω που έχασες τον τσαμπουκά σου και κάθισες και λούφαξες σε μια γωνιά, αφήνοντας τον κάθε λιμοκοντόρο των 8:00 να σ’ υπερασπίζεται. Τι κάθεσαι και τους κοιτάς και μυξοκλαίς, κι ανήμπορη αναστενάζεις. Τιμώρησέ τους, Κοινωνία μου! Φράξε και συ το δρόμο σ’ αυτούς που σου τον φράζουν. Κλείδωσε τα γραφεία σου, κατέβασε τα κιουπέγκια απ’ τα μαγαζιά σου, κλείσε το διακόπτη στις μηχανές που σε ορίζουν, κι άσε τους φορτηγατζήδες, τους ναύτες, τους μούτσους και τους λοιπούς να μην ξέρουν από πού τους έρχεται.


Απείργησε και Συ Κοινωνία μου, απείργησε! Μια φορά αυτοί, δέκα εσύ! Μόνο έτσι θα τους εκδικηθείς! Απεργώντας...


Τρίτη, 27 Ιουλίου 2010

Οι Βρικόλακες


Καιρό τώρα παρατηρούμε χάσκοντας τις παντός είδους κοκότες πολυτελείας, εγχώριες και αλλοδαπές, να θρηνολογούν και να σκίζουν σκούζοντας το καλσόν τους, για την ελληνική μπαγαμποντιά, που μεταξύ μας μόνο ελληνική δεν είναι, της παραποίησης των στατιστικών στοιχείων των δημοσιονομικών μεγεθών, ενώ την ίδια στιγμή κάνουνε μόκο για τα στοιχεία που αφορούν στην ανεργία και που εγκληματικά, αλλά πάνω απ' όλα νόμιμα παραποιούν, βάζοντας στον ίδιο κορβανά των εργαζομένων κι αυτούς που εργάστηκαν μόνο μια ώρα, κι αυτούς που δουλεύουν εξ ανάγκης και χωρίς να το έχουν ζητήσει για λίγες μόνο ώρες καθημερινά, που ούτε να συντηρηθούν δεν φτάνουν, ενώ την ίδια στιγμή αφήνουν απ’ έξω από τα έγκυρα μπακαλοτέφτερά τους, τις στρατιές των μακροχρόνια ανέργων και αυτών που έχουν πια κουραστεί να ψάχνουν και έχουν τελειωτικά παραιτηθεί.

Με το να κρύβουν όμως κάτω απ’ το χαλί, όχι πια ψυχρά νούμερα, μα ζωντανούς ανθρώπους, με το να τους διαγράφουν με μια μονοκοντυλιά από τις τάξεις των ζωντανών, λησμονούν ότι κάποια μέρα αυτοί οι ζωντανοί νεκροί μπορεί και να βρικολακιάσουν. Και οι βρικόλακες άμα πεινάσουν δεν αστειεύονται...

Δευτέρα, 26 Ιουλίου 2010

Τιθασεύοντας τον Μικρόκοσμο: Laser Cooling


Ο μικρόκοσμος είναι πολύ μικρών διαστάσεων, γι αυτό άλλωστε ονομάζεται και έτσι, κι αν περιοριστούμε στα άτομα, το μέγεθός τους δεν ξεπερνάει τα λίγα Angstrom, όπου 1 Angstrom ισούται με το 1/10 του εκατομμυριοστού του χιλιοστού. Για να πάρουμε μια ιδέα του μεγέθους τους, η διάμετρος μιας τρίχας μαλλιών θα μπορούσε να φιλοξενήσει έως και μερικές δεκάδες χιλιάδες άτομα αραδιασμένα το ένα δίπλα στο άλλο. Το να μπορέσεις να δεις τι συμβαίνει σε τέτοιες μικρές κλίμακες αποτελεί μεγάλη πρόκληση. Σήμερα, τόσο με τη θεωρία της κβαντικής μηχανικής που διατυπώθηκε ήδη από τις αρχές του αιώνα, όσο και με την εξέλιξη πειραματικών μεθόδων, με κυριότερες τις διαφόρων τύπων φασματοσκοπίες, οι γνώσεις μας για τα «θηρία» του μικρόκοσμου και πολλές είναι και ακριβείς.


Παρ’ όλα αυτά όμως, έλλειπε κάτι: η υποταγή τους. Δηλαδή η δυνατότητα του ανθρώπου να τα κάνει να πειθαρχούν στις βουλές του, με λίγα λόγια να μπορεί να πιάνει κάθε μικροσωματίδιο χωριστά, να το μετακινεί, να το πηγαίνει όπου αυτός θέλει και όχι όπου αυτό θέλει, να το παγώνει και να το σταματά.

Ας δούμε πόση πρόοδος έχει γίνει μέχρι τώρα α) ως προς την ακινητοποίηση ενός μοναχικού ατόμου και β) ως προς την κατά βούληση μετακίνησή του.


Ας δούμε πρώτα την α) περίπτωση

Έχετε σκεφτεί ποτέ πόση είναι η ταχύτητα ενός ατόμου ή μορίου στον αέρα, σε θερμοκρασία περιβάλλοντος, δηλαδή στους 25ο C; Ούτε λίγο ούτε πολύ γύρω στα 1500 km/h. Τεράστια ε! Μεγαλύτερη ακόμα και απ’ αυτή του αεροπλάνου και μάλιστα του υπερηχητικού. Θα σας περνούσε ποτέ απ’ το μυαλό ότι θα υπήρχε τρόπος να φρενάρουμε αυτά τα σωματίδια, ας πούμε τα μόρια αζώτου που υπάρχουν μπόλικα στον αέρα, και να τα φέρουμε σε πλήρη στάση; Μια πρόχειρη λύση θα ήταν να τα βάλουμε σε κάποιο είδος ψυγείου, που θα μάζευε τη ζέστη και θα τη διοχετεύεται στο περιβάλλον. Αλλά τα ψυγεία δεν μπορούν να φτάσουν σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες. Άντε -10o C , -20o C. Όταν μιλάμε για στάση, μιλάμε για ακινητοποίηση, δηλαδή θερμοκρασίες κοντά στο απόλυτο μηδέν, δηλαδή γύρω στους -273o C. Τώρα το πρόβλημα αρχίζει να γίνεται όντως δύσκολο και όπως καταλαβαίνετε χρειάζεται να βρεθεί ένας άλλος πιο έξυπνος τρόπος. Εδώ, θα ήθελα να διευκρινίσω ότι η θερμοκρασία ενός αερίου δεν είναι τίποτε άλλο παρά το αποτύπωμα της κινητικής του ενέργειας, με λίγα λόγια είναι ανάλογη του τετραγώνου της μέσης ταχύτητας των σωματιδίων που το απαρτίζουν. Έτσι θερμοκρασία και κινητική ενέργεια είναι όροι ισοδύναμοι.


Ο έξυπνος αυτός τρόπος βρέθηκε αρκετά χρόνια πριν, γύρω στο 1985, από τον κ. Steven Chu ο οποίος όχι μόνο πήρε το βραβείο Nobel στη Φυσική το 1997, αλλά και διορίστηκε πρόσφατα από τον Obama και στη θέση του Υπουργού Ενέργειας. Το καινοφανές αυτό ψυγείο χρησιμοποιεί αντί για μοτέρ, lasers, και η μέθοδος ονομάζεται Laser Cooling. Το κατόρθωμα είναι ότι εφαρμόζεται σε ουδέτερα άτομα, σ’ αυτά δηλαδή με συνολικό φορτίο μηδέν. Με τα φορτισμένα, δεν υπάρχει ιδιαίτερο πρόβλημα, μιας και κουμαντάρονται ευκολότερα με τα κατάλληλα ηλεκτρικά πεδία.


Ας δούμε λιγάκι τώρα τις βασικές αρχές πάνω στις οποίες στηρίζεται η λειτουργία του ιδιόρρυθμου αυτού ψυγείου.

Βασικό εργαλεία του πειράματος είναι το laser και ένα οποιοδήποτε ουδέτερο άτομο το οποίο θέλουμε να ακινητοποιήσουμε. Το laser είναι φωτεινή πηγή μεγάλης ισχύος, η οποία στο δευτερόλεπτο μπορεί να εκπέμπει έως και μερικά δισεκατομμύρια φωτόνια μιας και μοναδικής συχνότητας, ωL. Τα φωτόνια ως γνωστόν δεν έχουν μάζα, έχουν όμως ορμή, οπότε όταν ένα φωτόνιο πέσει πάνω στο εν λόγω άτομο και απορροφηθεί, το άτομο θα υποστεί μια αλλαγή στην ορμή του, δηλαδή στην ταχύτητά του, μιας και η ορμή ισούται με το γινόμενο της μάζας του επί την ταχύτητα.


Για αρχή, ας υποθέσουμε ότι το άτομο είναι ελεύθερο να κινείται σε μια διάσταση, είτε προς την κατεύθυνση της ακτίνας του laser, είτε αντίθετα από αυτήν. Αν κινείται αντίθετα, δηλαδή προς το laser, τότε το φωτόνιο θα του δώσει ένα ελαφρύ σπρώξιμο (kick) προς τα πίσω, έχοντας σαν συνέπεια την ελάττωση της ορμής του ατόμου μας. Αν τώρα το άτομο κινείται κατά τη φορά της ακτίνας laser, τότε με το σπρώξιμο που θα του δώσει το φωτόνιο η ορμή του θα αυξηθεί, γεγονός το οποίο όμως θέλουμε να αποφύγουμε πάση θυσία. Δηλαδή, ό,τι χάνει σε ταχύτητα το άτομο κινούμενο προς τη μια κατεύθυνση, την κερδίζει κινούμενο προς την αντίθετη, οπότε δεν κερδίζουμε και τίποτα Τι κάνουμε λοιπόν;


Ένα μικρό κολπάκι... Αν το προσέξατε, πιο πάνω είπαμε ότι προϋπόθεση για να συμβεί οποιαδήποτε αλλαγή στην ταχύτητα του ατόμου, είναι το φωτόνιο που πέφτει επάνω του να μπορεί να απορροφηθεί. Εμείς όμως θέλουμε το άτομο να απορροφά το φωτόνιο μόνο όταν κινείται προς την κατεύθυνση της πηγής, διότι μόνο τότε ελαττώνεται η ταχύτητά του, και να το αγνοεί όταν κινείται αντίθετα. Εδώ λοιπόν μπαίνει το φαινόμενο Doppler. Είναι αυτό που μαθαίναμε στο σχολείο, όπου ένα κινούμενο ηχητικό σήμα, το ακούμε με μεγαλύτερη συχνότητα όταν έρχεται κατά πάνω μας, παρά όταν απομακρύνεται από μας. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για το φως.


Ως γνωστόν η κβαντική φυσική επιτρέπει στα άτομα ν’ απορροφούν μόνο όσα φωτόνια έχουν ορισμένη συχνότητα. Το laser λοιπόν, το διαλέγουμε ώστε να εκπέμπει σε μια από τις επιτρεπόμενες συχνότητες απορρόφησης του ατόμου, ωL, αλλά βάζουμε και λίγο το χεράκι μας και την ελαττώνουμε κατά ένα μικρό ποσοστό, ίσο με τη συχνότητα Doppler, ωD, έτσι ώστε η συχνότητα εκπομπής του laser να είναι τώρα ωLD. Τότε, το άτομο που κινείται προς αυτό θα βλέπει τα φωτόνια να έχουν συχνότητα ωLDDL, τα οποία και θα μπορεί να απορροφήσει, ενώ όταν το άτομο κινείται απομακρυνόμενο από το laser, θα βλέπει τα φωτόνια να έχουν συχνότητα ίση με ωLDDL-2ωD, οπότε και θα είναι σαν να μην τα βλέπει. Άρα τα φωτόνια θα σπρώχνουν το άτομο προς τα πίσω και θα μειώνουν την ταχύτητά του, μόνο όταν αυτό κινείται προς το laser.


Αν τοποθετήσουμε κι ένα δεύτερο laser αντικριστά με το πρώτο, και το βάλουμε να δουλεύει σε συχνότητα ωLD, τότε κατορθώνουμε να ελαττώσουμε την ταχύτητα του ατόμου σε όποια κατεύθυνση και να κινείται στην ευθεία. Αν κάνουμε δε και μια υπερπαραγωγή από τρία ζευγάρια lasers, με το κάθε ζεύγος τοποθετημένο και σε μια διάσταση του τρισδιάστατου χώρου, τότε σε όποιο σημείο του και να βρεθεί το άτομο, κάποιο από τα lasers θα το πιάσει και θα το περιποιηθεί.


Μιας και με κάθε kick που δέχεται το άτομο από το φωτόνιο η ταχύτητά του ελαττώνεται κατά ένα απειροελάχιστο ποσοστό, ίσο περίπου με την ταχύτητα ενός χαλαρού μυρμηγκιού, υπολογίζουμε ότι χρειάζονται γύρω στα 20000 φωτόνια το άτομο για να ακινητοποιηθεί, γεγονός που επιτυγχάνεται σε κάποιο απειροελάχιστο κλάσμα του δευτερολέπτου. Γρήγορες και παστρικές δουλειές.


Το ερώτημα, πέρα από την επίδειξη ισχύος του ανθρώπου προς τη φύση, είναι τι τα κάνουμε τα σταθμευμένα άτομα; Πολλά. Έχω διαβάσει ότι φτιάχνουν έτσι πρώτης τάξεως ατομικά ρολόγια, αλλά αυτό που εκτιμώ περισσότερο, είναι ότι μπορείς έτσι να δεις ξεγύμνωτη τη κβαντική φύση του ατόμου και να κάνεις πάρα πολύ ακριβείς μετρήσεις για τις εσωτερικές ενεργειακές του καταστάσεις, κάτι που δεν μπορεί να επιτευχθεί σε υψηλότερες θερμοκρασίες όπου η άτακτη κίνηση των ατόμων που εμφανίζεται σαν θόρυβος στις φασματικές τους γραμμές, μπορεί να καλύπτει πολύ ενδιαφέροντα φαινόμενα.


Σχετικά τώρα με το β), δηλαδή με την κατά βούληση μετακίνηση ενός μόνο ατόμου ή μορίου θ' ασχοληθούμε σε επόμενο μάθημα!

Παρασκευή, 23 Ιουλίου 2010

Η Πολιτική του Μίσους

Ένα από τα μέσα που χρησιμοποιούσαν οι ταλαίπωροι γονείς για να τρομάζουν τα άτακτα βλαστάρια τους και να τα αναγκάζουν να πειθαρχήσουν ήταν κι ο μπαμπούλας, ο οποίος χωρίς να διαθέτει πατενταρισμένα εξωτερικά χαρακτηριστικά, αφηνόταν στη τολμηρή φαντασία του κάθε παιδιού να τα πλάσει με ό,τι πιο τρομακτικό υλικό διέθετε το μυαλουδάκι του. Όταν μεγάλωναν λιγάκι και ο μπαμπούλας, απομυθοποιημένος πια και ακυρωμένος δεν μπορούσε να δράσει σαν φοβιστικό εργαλείο, οι γονείς κατέφευγαν στον Παιδονόμο, τον χωροφύλακα των παιδιών, ο οποίος εφέρετο να τριγυρίζει μεθοδικά στις γειτονιές, να στήνει προσεκτικά το αυτί πίσω από κάθε πόρτα και να μαζεύει σε ένα μεγάλο τρίχινο ντορβά όσα παιδιά ξέφευγαν από το πλάνο συμπεριφοράς που είχαν καταστρώσει οι γονείς τους.


Ο Παιδονόμος, μπορεί να φάνταζε αποκύημα αρρωστημένης γονικής φαντασίας, αλλά χωρίς να το γνωρίζουν οι γονείς που τον επικαλούνταν, είχε φτάσει ως τις μέρες μας απ’ την αρχαία Σπάρτη, ήταν δηλαδή πρόσωπο καθ’ όλα υπαρκτό, σεβάσμιο και με μεγάλη θέση στην ιεραρχία, το οποίο ήταν επιφορτισμένο στο να ασκεί εποπτεία στις αγέλες των αγοριών που με απόφαση της πολιτείας μαντρώνονταν απ’ τα εφτά τους σε ειδικούς θαλάμους για να επιμορφωθούν με το στανιό στα ιδανικά της λακωνικής πολιτείας. Βοηθοί του δε, ήταν η ευγενής τάξη των μαστιγοφόρων, οι οποίοι και επέβαλαν ακόμα σκληρότερα πειθαρχικά μέτρα, όταν οι παιδονόμοι έφταναν στα όριά τους. Παρακάτω στην ιεραρχία ήταν οι βουαγόρες ή αγελάρχες οι οποίοι και αποτελείωναν ό,τι άφηναν οι προηγούμενοι.


Στα καθ’ ημάς τώρα, και στο δικό μας παγκόσμιο χωριό, όταν ο Παιδονόμος σαν φιγούρα πειθάρχησης είχε πια αχρηστευθεί από τα σύγχρονα σπίτια, τον ρόλο του ανέλαβαν πρόθυμα να διαιωνίσουν οι Αμερικανοί, οι οποίοι αντί για βουκέντρες και μαστίγια, αλλά με τανκ, υποβρύχια και αεροπλάνα είχαν θεωρήσει χρέος τους να πιάσουν απ’ τ’ αυτί τους άτακτους λαούς της Ασίας και να τους φορέσουν με το έτσι θέλω τον στενό κορσέ μιας εκδοχής δημοκρατίας που στηριζόταν στο μαχαίρι, στη φωτιά και στο αίμα όλων όσων αντιδρούσαν.


Ταπεινωμένοι και βαριά πληγωμένοι κι οι ίδιοι, από την αδυναμία τους να ανταποκριθούν στο ρόλο του Παιδονόμου-Τιμωρού των ατάκτων, σε Ιράκ και Αφγανιστάν, άφησαν στην άκρη τα παλιά τους εργαλεία, έπιασαν άλλα, άλλαξαν πρόσωπο και όνομα και στράφηκαν αλλού. Αυτή τη φορά στη γειτονιά μας και στα σπίτια μας. Τα εργαλεία έγιναν οικονομικά και το όνομα άλλαξε σε ΔΝΤ. Η πειθάρχηση τώρα θα μπορούσε να γίνει πιο έξυπνα, σχετικά αναίμακτα και προπαντός με λιγότερο οικονομικό κόστος. Άλλο να διατηρείς μεραρχίες στρατευμάτων και να υφίστασαι καθημερινή αιμορραγία των δυνάμεών σου, και άλλο να διατηρείς πέντε, έξι γραφεία και άλλους τόσους υπαλλήλους σε κάθε χώρα. Η διαφορά μεγάλη και συμφέρει. Όσο για εξαγοράσιμους τοποτηρητές, πάντα βρίσκονται, βασιλικότεροι του βασιλέως μάλιστα, να σ’ εξυπηρετήσουν, είτε Καμπούλ λέγεται η πόλη, είτε Βαγδάτη, είτε Αθήνα.


Το ΔΝΤ, δεν είναι η μητέρα Τερέζα των αδύναμων λαών, αλλά ο Παιδονόμος τους. Εκβιάζει μαφιόζικα και τιμωρεί. Τσαλαπατάει κυβερνήσεις, Συντάγματα, αποφάσεις κοινοβουλίων, θελήσεις λαών. Ή θα εκτελείς τις βουλές μου, ή θα σ’ αφανίσω. Τα παραδείγματα πληθαίνουν. Πιο πρόσφατο η Ουγγαρία και η Ελλάδα όπου να ‘ναι θ’ ακολουθήσει και αυτή.


Η κατάργηση της πολιτικής σαν μέσο οργάνωσης των κοινωνιών και συλλογικής λήψης αποφάσεων, και η αντικατάστασή της από την πολιτική της συλλογικής τιμωρίας είναι ο νέος μεγάλος δομικός μετασχηματισμός που συντελείται. Τα κράτη ως τα τώρα, παρά τα άκρως δικτατορικά και αυταρχικά, επέβαλλαν ποινές και τιμωρίες σε παραβάτες, αλλά ποτέ η τιμωρία δεν απευθυνόταν σε ολόκληρα στρώματα και τάξεις ή σε ολόκληρο το λαό. Ποτέ δεν είχε καλλιεργηθεί η έννοια της συλλογικής ενοχής και της συλλογικής τιμωρίας, παρά μόνο από εξωτερικούς κατακτητές.


Δυστυχώς, όσο οι πολιτικοί θα απομακρύνονται απ’ το λαό, όσο θα ανακυκλώνονται από τις ίδιες τάξεις των οικονομικών ελίτ, είτε προερχόμενοι οι ίδιοι από αυτές, είτε υποστηριζόμενοι από αυτές για τους δικούς τους ιδιοτελείς λόγους, όσο η πολιτική θα απομακρύνεται από τα κοινοβούλια και θα μετατίθεται σε αφανείς και σκοτεινούς οργανισμούς οργίων, τόσο και το μίσος θα αυξάνει, τόσο από τους κάτω προς τους πάνω, όσο και από τους πάνω προς τα κάτω.


Και είμαστε πολλοί, ρε γαμώτο, για να μην τους νικήσουμε!

Δευτέρα, 19 Ιουλίου 2010

Μήπως το Πρόβλημα δεν Είναι Πολιτικό;


Η απόσταση ανάμεσα στις σημερινές εξαγγελίες και αποφάσεις του Πρωθυπουργού ανάμεσα στα όσα έλεγε, όχι μόνο όσο ήταν στην αντιπολίτευση, αλλά και σ’ όσα του ξεφεύγουν και σήμερα, είτε δημόσια, είτε κατά μόνας σε διάφορα σοσιαλιστικά φόρα, είναι όχι απλώς μεγάλη, αλλά ιλιγγιώδης, ολοκληρωτική, ανεπανάληπτη και γι αυτό σοκαριστική.


Δείτε τον και ακούστε τον βιντεοσκοπημένο να πρωτοστατεί στις διαδηλώσεις του 2008, ενάντια στο νομοσχέδιο για το Ασφαλιστικό της Πετραλιά, ζητώντας την άμεση απόσυρσή του, για το λόγο:

«...ότι αδικεί ,κλέβει, κοροϊδεύει και βοηθά τους πλούσιους και τα συμφέροντα, ότι είναι κοινωνικά άδικο, αδιέξοδο για τη σύνταξη και τις παροχές που προσπαθούν να καταργήσουν με τον πιο αυταρχικό και αντιλαϊκό τρόπο...».


Διαβάστε τι έλεγε στις 25.9.2009 κατά τη συνεδρίαση του προεδρείου της σοσιαλιστικής διεθνούς στη Ν. Υόρκη, κατηγορώντας την Ν.Δ ότι σώζει τις τράπεζες:

«...χρειάζεται να πάρουμε ριζικά διαφορετικές αποφάσεις και για τον τρόπο διακυβέρνησης του πλανήτη μας και των οικονομιών μας και του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Δεν μπορούμε να σώζουμε το χρηματοπιστωτικό σύστημα και τις τράπεζες και απ' την άλλη, να λέμε ότι θα παγώσουμε μισθούς, συντάξεις, κοινωνικές παροχές για τον εργαζόμενο και την πραγματική οικονομία...»


Διαβάστε τι έλεγε μόλις χτες (12/7/2010) στον Πόρο:

«...ότι η έξοδος από την παγκόσμια οικονομική κρίση θα γίνει μόνο με αναδιανομή εισοδήματος, ότι η κρίση δεν προήλθε από τη διάθεση πόρων για την κάλυψη των κοινωνικών δαπανών και επομένως δεν μπορεί το ξεπέρασμα της κρίσης να αναζητηθεί στην περικοπή τους...».


Επίσης, νωπά ακούγονται ακόμα στ’ αυτιά μου τα παράπονά του για τη δυστυχία που ένοιωθε, που δεν του επιτρεπόταν, ενόσω εμείς διαδηλώναμε το Μάη και τον Ιούνη και τον Ιούλη ενάντια στις πολιτικές του, να παρευρεθεί και να ενώσει και τη δική του φωνή, μαζί με τις δικές μας, εναντίον του.


Και ο κατάλογος είναι δυστυχώς μακρύς.


Επειδή μού είναι αδιανόητο να φανταστώ έναν άνθρωπο, σε τόση μεγάλη απόσταση από τον εαυτό του τον πρόσφατο, ένα άνθρωπο τόσο βαθιά διχασμένο μέσα του, μήπως το πρόβλημα αντί για επικοινωνιακό, αντί για πολιτικό είναι καθαρά ψυχιατρικό; Μήπως τελικά κοιτάμε σε λάθος μεριά;


Πέμπτη, 15 Ιουλίου 2010

Η Νέα Αγορά των Ανθρώπων


Καιρό τώρα σπάω το κεφάλι μου για να προβλέψω ποιο θα είναι το επόμενο καύσιμο που θα τροφοδοτήσει την αδηφάγα μηχανή του καπιταλισμού.


Κατά εποχές εφεύρισκε κι από ένα ιδεολόγημα, το οποίο και ανήγαγε σε αδήριτη αναγκαιότητα ώστε να συνεχίζει να αναπτύσσεται, όπως ενόμιζε, εις το διηνεκές.


Ξεκίνησε από βιομηχανικός, όπου έσκαψε, εξόρυξε, έκαψε ό,τι υπήρχε πάνω και κάτω από τη γη, και όταν είδε ότι το λαδάκι τέλειωνε, έδωσε ένα άλλο boost στη μηχανή μ’ ένα νέο καύσιμο, που λεγόταν «αέρας» και «φούσκα». Αν οι αλχημιστές ξόδεψαν πολύ φαιά ουσία για να φτιάξουν χρυσάφι από τέφρα, οι δικοί μας, ξόδεψαν πολύ λιγότερη απ’ αυτήν, πολύ περισσότερη όμως οίηση, για να φτιάξουν χρυσό από το τίποτα. Πέρα όμως από τους νόμους του καπιταλισμού στο σύμπαν καιροφυλακτεί ο πολύ ισχυρότερος νόμος της φύσης ο οποίος και απαγορεύει τη δημιουργία ύλης, και μάλιστα ευγενούς, εκ του μηδενός.


Έτσι κι αυτό το καύσιμο φαίνεται να ‘ναι στα τελευταία του, ενώ ο ασθενής κρατιέται τεχνητά στη ζωή με συνεχείς μεταγγίσεις αίματος και τεχνητές αναπνοές που με δόλο και βία υφαρπάζουν οι θεράποντες γιατροί του από ό,τι ζωντανό κινείται ακόμα στον πλανήτη. Θα μπορούσαν βέβαια οι αιμοδότες του να έκλειναν τις στρόφιγγες και να πέταγαν από πάνω τους τις πεταλούδες και τα σωληνάκια που μεταφέρουν το αίμα στο πληγωμένο θεριό. Θα μπορούσαν να σταμάταγαν να του δίνουν τροφή και να ψόφαγε. Θα μπορούσαν να κλείδωναν στα υπόγεια τους θεράποντες γιατρούς του, θα μπορούσαν να έκαναν πολλά, μια κουβέντα όμως είναι αυτή, γιατί όσο δύσκολο είναι ένα παιδί να ξεφορτωθεί τον αιμομικτικό πατέρα, άλλο τόσο δύσκολο είναι ο δούλος να ξεφορτωθεί τον αφέντη, με τον οποίον για αιώνες έχει συμβιώσει.


Το θεριό θα ζήσει κι αυτή τη φορά, έχοντας μάλιστα προνοήσει και για την τροφή της επόμενης μέρας. Ήλιος και αέρας λέγεται το νέο του φαγάκι, το οποίο νομίζει ότι θα είναι και τζάμπα. Το ιδεολόγημα της πράσινης ανάπτυξης, το οποίο για να συνεννοούμαστε δεν πρέπει να συγχέεται με την κλιματική αλλαγή η οποία είναι πραγματική και όχι ιδεολόγημα, θα είναι η νέα φούσκα, μιας ούτε ο ήλιος, ούτε ο αέρας, ούτε το νερό μπορούν να παράσχουν τα δώρα τους χωρίς τη βοήθεια των φυσικών πρώτων υλών, οι οποίες και θα χτίζουν τις μηχανές που θα έρχονται μετά να τιθασεύσουν τον ήλιο, τον αέρα και το νερό. Τα αμπάρια της γης με τις πρώτες ύλες όμως κάθε άλλο παρά γεμάτα είναι.


Έστω λοιπόν ότι περνάμε και απ’ αυτό το στάδιο που θα δώσει ένα ακόμα, αν και βραχύβιο, φιλί της ζωής στο μαινόμενο θηρίο. Μετά όμως τι; Τι θα έρθει στο κατόπι του; Μην αγωνιάτε, εδώ σάς έχω τα νέα τα καλά. Η νέα τροφή θα είναι ο ίδιος ο άνθρωπος, το κάθε όργανό του πια, το κάθε μέλος του και το νέο ιδεολόγημα θα είναι η «ανθρώπινη ανάπτυξη, βελτίωση και ανταλλαγή» με όχημα τη βιοτεχνολογία.


Αρκετές φορές ως τώρα αναλογίστηκα το πόσο μεγάλος είναι στ’ αλήθεια ο δευτερογενής και τριτογενής τομέας που περιστρέφεται γύρω από, και κερδίζει από το ανθρώπινο σώμα, ανδρικό και γυναικείο. Άπειρα τα προϊόντα, άπειρες κι οι υπηρεσίες που απευθύνονται από τα νύχια του ποδιού, μέχρι και στις τρίχες της κεφαλής. Τι να τ’ απαριθμούμε τώρα. Γνωστά είναι τοις πάσι.


Κι όμως υπάρχει και ένα άλλο σώμα το οποίο παραμένει προς το παρόν απροσπέλαστο και εκτός εμπορίου. Τουλάχιστον γενικευμένου. Μπορεί προς το παρόν να υπάρχουν οι τράπεζες σπέρματος και ωαρίων σαν νόμιμο, αλλά στα σπάργανα ακόμα εμπόριο, μπορεί να υπάρχει και το μαύρο παρεμπόριο των ανθρωπίνων οργάνων, αλλά αρκούν μια δυο νομικές ρυθμίσεις, αρκεί και μια συντονισμένη επικοινωνιακή επίθεση, αρκεί να υπάρχει και το τεχνολογικό υπόβαθρο, που κατά κει πηγαίνει δηλαδή, να υπάρξει, και ο καπιταλισμός να είστε σίγουροι, θα ξαναβρεί το βήμα του μέσα από τη νέα αυτή αγορά που θα δημιουργήσει. Τα νέα υπέρλαμπρα malls με το ένα να πουλάει αυτιά, το άλλο μάτια, το άλλο μωρά σε όλα τα χρώματα, ποιότητες και ποικιλίες.


Το μέλλον ποτέ δεν μάς έρχεται στα ξαφνικά, σαν μια βίαιη τομή του παρελθόντος, παρά ήδη μπολιάζεται και εξυφαίνεται σπυρί-σπυρί από το τώρα, εδώ στο παρόν. Δεν είναι φαντασία μου όλα αυτά, απλά μάτια να έχεις, και το βλέπεις πώς χτίζεται σιγά-σιγά στα εργαστήρια εδώ κι εκεί, βλέπεις κατά πού πάνε τα χρήματα, βλέπεις κατά που τραβάει ο νέος κόσμος, θαμπωμένος, αφελής και πλανημένος.


Αν τα κέντρα αναπαραγωγής λειτουργούν εδώ και καιρό στη χώρα μας, διευρυνόμενα μάλιστα ταχέως σε μια πολύ επικερδή επιχείρηση, δέστε τώρα πώς ο κύκλος εργασιών μπορεί κι άλλο να διευρυνθεί με την εισαγωγή της «καινοτόμου» ιδέας του «αναπαραγωγικού τουρισμού» στον οποίο, μακράν των άλλων λαών επιδίδονται οι Ιταλοί. Κι αν σάς χτυπάει κάπως άσχημα τώρα στα αυτιά, σας διαβεβαιώνω ότι σε λίγο καιρό, απλά θα έχει βρει κι αυτό το είδος τουρισμού τη θέση του πλάι στον θρησκευτικό, τον συνεδριακό και ό,τι άλλο τουρισμό.


Μαθαίνω επίσης, ότι πρόσφατα στην Κύπρο εντοπίστηκε κύκλωμα εμπορίας ωαρίων με σκοπό τη χρήση τους σε μεθόδους υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, με δότριες, έναντι αμοιβής 1000-1500 ευρώ για κάθε ωάριο, αλλοδαπές γυναίκες τις οποίες ψάρευαν μέσω αγγελιών στις χώρες τους. Ο νόμος απαγορεύει (προς το παρόν) την αποκόμιση οικονομικού οφέλους από την εμπορία μελών του ανθρωπίνου σώματος, συμπεριλαμβανομένων και των ωαρίων και του σπέρματος και οι κυρώσεις (προς το παρόν) στους εμπλεκόμενους είναι αυστηρότατες.


Για πόσο όμως καιρό ακόμα; Αν το ζητάει η αγορά, κι αν ανεβαίνει το ΑΕΠ, υποθέτω όχι για πολύ. Είναι μεγάλη η αγορά, για να την αγνοήσεις...

Τρίτη, 13 Ιουλίου 2010

Αναγωγισμός και Πολυπλοκότητα


Η κατανόηση της πραγματικότητας από τις φυσικές επιστήμες αλλά και τις κοινωνικές, στηρίχτηκε κατά κύριο λόγο στην αναγωγιστική σκέψη, δηλαδή στη βασική ιδέα ότι το όλο μπορεί να γίνει προσπελάσιμο και κατανοητό μέσα από την κατανόηση των μερών που το απαρτίζουν. Ότι κάθε σύστημα, κάθε φαινόμενο μπορεί να αναλυθεί σε επί μέρους συνιστώσες, όπου η μελέτη και η γνώση των συστατικών τους στοιχείων όπως και των δυνάμεων διαμέσου των οποίων αλληλεπιδρούν, μπορούν ν’ αποτελέσουν ικανές προϋποθέσεις για την σύνθεση της πλήρους εικόνας.


Η συγκεκριμένη προσέγγιση, ότι δηλαδή «το όλον δεν είναι τίποτε άλλο παρά το άθροισμα των μερών του», αντανακλάται με τον πιο εύγλωττο τρόπο και στη διαδεδομένη αντίληψη περί κοινωνίας, όπως παγιώθηκε τις τελευταίες δεκαετίες, με τις γνωστές σε όλους μας συνέπειες.


Η αναγωγιστική σκέψη, παρ’ όλα αυτά απετέλεσε για αιώνες ένα πολύτιμο εργαλείο στα χέρια των φυσικών μιας και απέδωσε καρπούς στην εξωνυχιαστική σπουδή του μικρόκοσμου. Από την άλλη μεριά όμως, καθώς οι απαιτήσεις κατανόησης του κόσμου αυξάνονταν, όπως επίσης και οι πειρασμοί για τη μελέτη ακόμα πιο πολύπλοκων, όρα πραγματικών συστημάτων, ο αναγωγισμός έφτασε γρήγορα στα όριά του. Οι περιορισμοί αυτοί τέθηκαν εν πολλοίς από την ανάπτυξη των βιολογικών επιστημών, και των επιστημών του εγκεφάλου, καθ’ όσον γρήγορα έγινε κατανοητό, ότι όσο λεπτομερής και αν είναι η κατανόηση των φυσικοχημικών μηχανισμών του κυττάρου δεν θα φτάσουν ποτέ να εξηγήσουν το φαινόμενο της ζωής, όπως επίσης, ούτε η λεπτομερής καταγραφή του τρόπου λειτουργίας των νευρωνικών συνάψεων θα μπορέσει ποτέ να παράσχει εξηγήσεις για την εμφάνιση και το μηχανισμό λειτουργίας της σκέψης. Επομένως η ανάγκη εξεύρεσης ενός άλλου τρόπου προσέγγισης πιο συλλογικού-ολιστικού ήταν επιτακτική. Και στο σημείο αυτό έρχεται να μάς συναντήσει η σχετικά πρόσφατη θεωρία της πολυπλοκότητας (complexity theory), συστατικά στοιχεία της οποίας αποτελούν η μελέτη της αυτο-οργάνωσης (self-organization) των πολύπλοκων συστημάτων και των αναδυόμενων (emergent) ιδιοτήτων τους. Φιλοδοξία της είναι δε, να εντοπίσει τις κοινές αρχές, και γιατί όχι τους οικουμενικούς νόμους, αν υπάρχουν, που διέπουν τη χωρική διευθέτηση, την κίνηση και τα σχήματα συμπεριφοράς διαφορετικών μεταξύ τους συστημάτων, όχι μόνο στη φύση και στη βιολογία, αλλά και στις κοινωνίες, στις πόλεις και στην οικονομία.


Η ιστορία της φυσικής χοντρικά μπορεί να χωριστεί σε τρεις περιόδους, α) σε μια αρχική όπου η μελέτη περιορίζεται σε μικρά συστήματα, λίγων μόνο μεταβλητών που μπορούν να επιλυθούν με μολύβι και χαρτί και με τα υπάρχοντα μαθηματικά, β) σε μια επομένη, όπου με τη χρήση στατιστικών μεθόδων η μελέτη επεκτείνεται σε θερμοδυναμικά συστήματα, με άπειρο αριθμό μεταβλητών, όπως αέρια και υγρά, αλλά με μικρό βαθμό οργάνωσης και αλληλεξάρτησης των μεταβλητών τους και γ) στη σημερινή, όπου η μελέτη επιχειρεί να περιλάβει αληθινά πολύπλοκα συστήματα με βαθιά αλληλεξάρτηση και ενδογενή ικανότητα οργάνωσης σε νέες μορφές.


Αν πάρουμε ως παράδειγμα μια αποικία μυρμηγκιών και προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε τον αξιοθαύμαστο τρόπο με τον οποίο έχει αυτή οργανωθεί, γρήγορα θα διαπιστώσουμε ότι η αναγωγιστική σκέψη δεν μπορεί να προσφέρει κάτι. Οι με κόπους μαζεμένες πληροφορίες για το κάθε μυρμήγκι χωριστά, μάς είναι εντελώς άχρηστες. Ούτε επίσης βοηθάει η υπόθεση ότι η οργάνωση μπορεί να οφείλεται σε κάποιο ιεραρχικό σύστημα, με κάποιον στην κορυφή που να μεταβιβάζει εντολές προς τα κάτω. Και τούτο διότι ο ρόλος της βασίλισσας της αποικίας είναι καθαρά αναπαραγωγικός και όχι οργανωτικός. Πώς γίνεται λοιπόν και τα μυρμήγκια, αλλά και άλλα κοινωνικά έντομα, κατορθώνουν και αναλαμβάνουν ρόλους διακριτούς ως προς το συγύρισμα και το νοικοκυριό, το κυνήγι τροφής και την απώθηση των εχθρών, το μάζεμα των σκουπιδιών και το θάψιμο των νεκρών σε χώρους σε ιδανική απόσταση τόσο μεταξύ τους, όσο και σε σχέση με κατοικημένες περιοχές και αποθήκες; Πώς γίνεται να συνεννοούνται όλα μαζί και να καταφέρνουν να αναπαράγουν την άριστα οργανωμένη αποικία τους, χωρίς να διαθέτουν ούτε ευφυΐα, ούτε και γενικό κουμανταδόρο;


Απλούστατα με τρία μόνο όπλα: α) Το «κάνω ό,τι κάνει ο διπλανός μου», β) κάποιες ορμόνες, την έκκριση των οποίων μπορούν να ρυθμίζουν κατά βούληση (;) και γ) την θετική ανάδραση (positive feedback) του ίδιου του συστήματος πάνω στον εαυτό του με σκοπό την καλύτερη διαμόρφωση των κανόνων· στη συγκεκριμένη περίπτωση, της ποσότητας της εκκρινόμενης ορμόνης.


Η κατά τεκμήριον, συλλογική ευφυΐα της μυρμηγκούπολης, ως πρότυπο της αυτο-οργανωμένης (self-organized) κοινωνίας, δεν είναι παρά η αναδυόμενη (emergent) ιδιότητα ενός πολύ μεγάλου συνόλου ομοίων και ανεξάρτητων μυρμηγκιών, όπου το «κάνω ό,τι κάνεις» μεταφράζεται στην απόφαση που παίρνει το ένα από αυτά βλέποντας το τι κάνουν κάποια άλλα που συναντάει τυχαία, ενώ οι κανόνες της αλληλεπίδρασης ορίζονται από τις ορμόνες-σήματα, ο τρόπος χρήσης των οποίων βρίσκεται εγγεγραμμένος λόγω φυσικής επιλογής και ικανότητας προσαρμογής στο DNA.


Χρησιμοποιώντας το ίδιο λεξιλόγιο, μπορούμε να πούμε ότι και η σκέψη αποτελεί μια αναδυόμενη ιδιότητα που προκύπτει από την ασυντόνιστη τοπική αλληλεπίδραση δισεκατομμυρίων νευρώνων, μέσω νευρικών ηλεκτρικών ώσεων, και μέσω μιας μακράς διαδικασίας αλληλεπίδρασης με το εξωτερικό περιβάλλον και προσαρμογής σε αυτό.


Ποια είναι λοιπόν τα κοινά χαρακτηριστικά τα οποία μοιράζονται τα δυο προηγούμενα συστήματα, δηλαδή η αποικία μυρμηγκιών και οι εγκεφαλικοί νευρώνες; Με λίγα λόγια πρόκειται για συστήματα πολύπλοκα, αποκεντρωμένα και μη ιεραρχικά, οργανωμένα εκ των κάτω (bottom-up), προσαρμόσιμα, και τα οποία εμφανίζουν αναδυόμενη (emergent) λειτουργική συμπεριφορά, (συλλογική ευφυΐα τα μυρμήγκια, σκέψη ο εγκέφαλος) βασιζόμενα αποκλειστικά στην ανάδραση (feedback) για την αυτορρύθμιση και την εξέλιξή τους. Στα εν λόγω συστήματα, τα στοιχεία που τα απαρτίζουν (μυρμήγκια και νευρώνες), δρώντας σε ένα κατώτερο επίπεδο και ακολουθώντας στοιχειώδεις κανόνες, μπορούν και φτάνουν σε ένα ανώτερο επίπεδο λειτουργίας, εντελώς νέας και απρόβλεπτης με βάση τις δυνατότητες του προηγούμενου πεδίου οργάνωσης. Με την έννοια αυτή τα εν λόγω συστήματα είναι μη-αναγώγιμα.


Σε ό,τι αφορά την αναδυόμενη συλλογική συμπεριφορά, αυτό που έχει σημασία, είναι ότι θα πρέπει να είναι λειτουργική, να εξυπηρετεί δηλαδή καλύτερα τις ανάγκες του συνόλου απ’ ότι θα μπορούσε να κάνει το καθένα από τα συστατικά του μέρη, γεγονός που θέτει σαν απαράβατη προϋπόθεση την ικανότητα προσαρμογής του συστήματος στο περιβάλλον. Στα μεν φυσικά συστήματα η προσαρμογή επιχειρείται με φυσικό τρόπο μέσω του DNA, στα δε τεχνητά επιβάλλεται έξωθεν με τον κατάλληλο προγραμματισμό των κανόνων αλληλεπίδρασης. Οι τυφώνες για παράδειγμα, δεν μπορούν να αποτελέσουν παράδειγμα αναδυόμενης συμπεριφοράς για το λόγο ότι λείπει η προσαρμοστικότητα και η λειτουργικότητα.


Στη φύση υπάρχουν ένα σωρό άλλα συστήματα τα οποία αυτο-οργανώνονται ώστε μέσα από τις δομές που προκύπτουν να αναδύεται μια νέα και μοναδική μακροσκοπική λειτουργική συμπεριφορά. Πάρτε για παράδειγμα τον σχηματισμό των πουλιών σε σμήνος, των ψαριών σε κοπάδια και τις πόλεις σαν αυτοτελείς οντότητες, κάθε μια με δικό της άρωμα και ψυχή, η Αθήνα εντελώς διαφορετική από το Παρίσι, με το τελικό αποτέλεσμα να διαμορφώνεται τυχαία από τις ασυντόνιστες και ανεξάρτητες κινήσεις εκατομμυρίων ανθρώπων.


Τη φύση της κοινωνίας σαν ανάδυση (emergence) υποστήριξε και ο Hayek στα γραπτά του, αντιτιθέμενος στις θεωρίες που την ήθελαν σαν το συνειδητό δημιούργημα ενός έλλογου όντος, (Θεός ή Λεβιάθαν). Παράλληλα όμως υποστηρίζει και την αναδυόμενη φύση των κοινωνικών θεσμών, όπως οι νόμοι και το κράτος, ερχόμενος προφανώς σε αντίθεση με τους αναρχικούς, σύμφωνα με τους οποίους, είναι οι νόμοι και οι θεσμοί αυτοί οι οποίοι αποτρέπουν την κοινωνία από το να αυτο-οργανωθεί μέσω της εθελοντικής συνεργασίας των ατόμων.


Δευτέρα, 12 Ιουλίου 2010

Κριτική της Πολιτικής ή των Πολιτικών; Περίπτωση Θεόδωρος Πάγκαλος



Πόσο ανεξάρτητη είναι η άσκηση της πολιτικής από τα πρόσωπα που την ασκούν, όπως και από τους τρόπους που μετέρχονται για να την ασκήσουν; Είναι οι παράμετροι αυτές τόσο αμελητέες ώστε να παραμένουν στο απυρόβλητο και η κριτική να εστιάζεται αυστηρά μόνο στο είδος των πολιτικών και μόνον αυτών, με την έννοια ότι τα πρόσωπα έρχονται και παρέρχονται ενώ οι πολιτικές που παραμένουν, μπορούν να ασκούνται και μέσω των όποιων αντικαταστατών τους;

Η άποψή μου είναι πως όχι. Οι πολιτικές ασκούνται όχι αφ’ εαυτών, από ένα ουδέτερο, και απρόσωπο εξωκοινωνικό πεδίο, αλλά μέσω συγκεκριμένων προσώπων-φορέων τα οποία και αφήνουν το δικό τους στίγμα στον τρόπο που τις χειρίζονται και τις εφαρμόζουν, τις επιβάλλουν, αλλά και κοιτούν να τις «πουλήσουν» στις μάζες.

Είναι αφελές να νομίζει κανείς ότι οι πολικές επιλογές της εξουσίας επιβάλλονται μόνον δια της πειθούς και δια της ορθότητάς τους και αφού δοκιμαστούν στην αρένα του δημοσίου διαλόγου. Η πραγματικότητα είναι ότι οι πολιτικές επιβάλλονται μέσα από πολύ καλά μελετημένες στρατηγικές marketing, οι οποίες και αναλαμβάνουν να τις παρουσιάζουν με τέτοιο τρόπο ώστε να εκμαιεύουν τη συναίνεση των μαζών είτε με παρελκυστικές μεθόδους, είτε με εκβιαστικά διλήμματα, είτε με θεατρινίστικα μαϊμουτζουλούκια, είτε με ψευτιές, είτε με τρομοκρατία, είτε με συκοφαντίες, και φυσικά με την επιστράτευση καταλλήλων προσώπων που έχουν κριθεί ότι έχουν τα εχέγγυα για να το κάνουν. Διότι, όπως και να το κάνουμε δεν έχουν όλοι την κατάλληλη στόφα για να «πουλήσουν» την πραμάτεια του κόμματός τους με αήθεις, και ανήθικους τρόπους, που φτάνουν κι ως τον ωμό τραμπουκισμό. Κι εδώ η κριτική οφείλει να παίρνει θέση όχι αόριστα ενάντια στις πολιτικές, αλλά και ενάντια στα πρόσωπα που αναλαμβάνουν να τις προωθήσουν.

Αν ο ΓΑΠ προσπαθεί να πουλήσει το μνημόνιο κάνοντας το καλό και ευαίσθητο παιδί που συμπάσχει, εγνωσμένη τακτική που στοχεύει στην καρδιά του θυμικού, με την επακόλουθη ακινητοποίηση των εγκεφαλικών λειτουργιών, ο Πάγκαλος κάνει το ίδιο, στοχεύοντας προς άλλη κατεύθυνση και με άλλο στιλ.

Η εργολαβία που του έχει ανατεθεί είναι η απ’ ευθείας συκοφάντηση των πολιτικών του αντιπάλων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι όλη η αντιδρώσα αριστερά. Γιατί αυτός και όχι κάποιος άλλος; Πρώτον, διότι μπορεί να παρουσιάζεται σαν ο εκ των ένδον γνώστης, μιας και στα νεανικά του χρόνια θήτευσε στις τάξεις της, και δεύτερον διότι με τα χρόνια καλλιέργησε την εντύπωση του αδέσμευτου και ανεξάρτητου πολιτικού, αυτού που κοινώς δεν μασάει τα λόγια του και λέει αλήθειες. Χρησιμοποιώντας γλώσσα χοντρή, ανεπιτήδευτη και λαϊκή, και μένοντας εκτός σκανδάλων καραμπινάτης διαφθοράς, κατορθώνει να χτίσει ένα προφίλ αξιοπιστίας το οποίο όμως παρά τις υπερβολές, τις γραφικότητες και τις αντιφάσεις του κατορθώνει να γίνεται οικείο και αποδεκτό, έως και σημείο αναφοράς.

Κοντολογίς, είναι ο κατάλληλος άνθρωπος για τις πιο βρώμικες δουλειές. Κι απ’ αυτές έκανε αρκετές στη ζωή του. Τα Ίμια και ο Οτσαλάν είναι οι παλαιότερες, ενώ η μέχρι νεύρωσης εμμονή του στη συκοφάντηση του ΚΚΕ είναι η πιο πρόσφατη. Ο Πάγκαλος δεν είναι αθώος, και ακριβώς εδώ έγκειται η επικινδυνότητά του. Είναι σαν τον λύκο που φοράει προβιά, είναι ο μασκαράς που με τις χοντράδες και τις παρλαπίπες του δουλεύει υπόγεια και διεμβολίζει.

Ο Πάγκαλος δεν είναι ένας οποιοσδήποτε πολιτικός που απλώς κηρύττει αυτά που πιστεύει, που δρα αφ' ευατού. Ο Πάγκαλος δρα ύπουλα με σχέδιο και βρίσκεται σε διατεταγμένη υπηρεσία. Για το λόγο αυτό, ο Πάγκαλος πρέπει να απομονωθεί και να μπει στο στόχαστρο ανηλεούς ξεγυμνώματος και κριτικής.



Στο κείμενο που ακολουθεί ο Νίκος Ξυδάκης κάνει ένα πολύ αναλυτικό και πάντα επίκαιρο σχόλιο πάνω στο φαινόμενο Πάγκαλος, ήδη από το 2003.

Θόδωρος Πάγκαλος

«Κάτι συμβαίνει με την χημεία του εγκεφάλου του…» Ετσι εξηγεί κάθε φορά τις γνωστές εκρήξεις του Θόδωρου Παγκαλου παλαιός του φίλος και εμπειρότατος πολιτικός συντάκτης. Περίπου έτσι αντιμετωπίζει τις εκρήξεις του και η κοινή γνώμη: σαν χημικό παράδοξο, που όμως με την πάροδο του χρόνου, είναι πλέον μια αναμενόμενη γραφικότητα. Η χημεία είναι ασύμβατη με την πολιτική.

Ο Θόδωρος Πάγκαλος έχει την ικανότητα να λέει δημοσίως και ενυπόγραφα ό,τι περιφέρεται στα καφενεία σαν φήμη. Προσδίδει στη φήμη το κύρος του δημόσιου άνδρα, του πολιτικού που έχει εσωτερική πληροφόρηση, κι έτσι η φήμη γίνεται πολιτικό γεγονός. Ο ΘΠ, ευφυής ων και κυρίως διαθέτοντας αίσθηση του πραγματικού, εκφράζει μεγαλόφωνα αυτό που οι πολλοί είτε ψιθυρίζουν είτε δεν μπορούν να το πουν πειστικά. Αυτός έχει τον τρόπο και τα μέσα να το πει δυνατά, μέσω των φιλικών του εφημερίδων (πάντα των ίδιων). Και έχει πει κατα καιρούς διάφορες κοινότοπες «μικρές αλήθειες»: Ο Κλίντον είναι ψεύτης• η Γερμανία είναι γίγαντας με μυαλό μικρού παιδιού• ο Αβραμόπουλος είναι ο κύριος Τίποτε, ένα «μπλέιζερ που μιλάει»• τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ ανήκουν στην πλουτοκρατία και τζογάρουν στο Χρηματιστήριο…
Δεν είναι όλες αυτές οι αλήθειες καινούργιες, μα ούτε και εντελώς αληθινές. Είναι κατά συνθήκην αλήθειες. Εύστοχες όμως: ικανοποιούν το κοινό αίσθημα, τρέφουν μαζί και εκτονώνουν τον βουβό θυμό του πλήθους που νιώθει ανήμπορο να αντιδράσει στις προφανείς αυθαιρεσίες της εξουσίας ή στις δυνάμεις που το ξεπερνούν.

Ο κόσμος διασκεδάζει με τις εκρήξεις ειλικρίνειας, ελεγχόμενης ή μη, του ΘΠ, επιβεβαιώνει όσα υποψιάζεται για τους νεόκοπους σοσιαλιστές των κοτέρων και του χρηματιστηριακού τζόγου, νιώθει ότι ο Πάγκαλος «τους τα είπε πάλι». Κι ύστερα επιστρέφει στις δουλειές του. Καθώς ξανασκύβει στην καθημερινότητα και έως ότου συμβεί η επόμενη παγκάλειος έκρηξη, αυτός ο «μέσος πολίτης» αντιλαμβάνεται ότι και οι εκρήξεις είναι μέρος ενός παιχνιδιού εντυπώσεων• μάλλον, είναι το γαϊτανάκι της εξουσίας. Οποιος μένει εκτός παιχνιδιού εξουσίας, διαμαρτύρεται, καθείς με τον τρόπο του. Ο τρόπος του Πάγκαλου είναι ο πιο θορυβώδης, ο πιο εντυπωσιακός, ίσως και ο πιο νόστιμος, διότι αποκαλύπτει χαραμάδες, φανερώνει μικρές αλήθειες και υπαινίσσεται μεγάλα ψέματα. Αλλά, εξακολουθεί να είναι μια ακόμη πιρουέτα, όσο δεξιοτεχνική, σε ένα έργο που παίζεται μακριά από τον «μέσο πολίτη», αυτόν που μειδιά ή καγχάζει όταν «τους τα λέει» ο πληθωρικός πολτικός. Διότι ο περίφημος «μέσος» αφού καγχάσει, αναλογίζεται πικρούτσικα: Κι αυτός ίδιος είναι…

Ναι, ο ΘΠ παρά το ιδιαίτερο χρώμα του, παρά τους διάσημους μεντιο-λεονταρισμούς του, είναι άνθρωπος της εξουσίας: ζει με αυτήν, ζει γι’ αυτήν, αναπνέει μ’ αυτήν. Και φωνασκεί μόνο όταν απειλείται αυτή η σχέση ζωής• όταν απειλείται η θέση του, όταν ο αντίπαλος είναι ημιθανής ή υπερβολικά ορμητικός, όταν ξαναμοιράζονται χαρτιά, και βέβαια όταν έχει μείνει εκτός νυμφώνος…

Λεονταρισμοί εκ του ασφαλούς; Ας το πούμε αλλιώς: Η ωμή, καυστική, ειρωνική γλώσσα του ΘΠ περιέχει μόνο κριτική για τους άλλους, και μόνο όταν νιώθει ο ίδιος στριμωγμένος. Δεν περιέχει ποτέ αυτοκριτική. Μιλά για τη διαφθορά, την ανικανότητα ή τους ανεπάγγελτους της πολιτικής σαν να μην συμμετέχει ο ίδιος πουθενά, σαν να μην είναι μέρος αυτού του σκηνικού, σαν να είναι απλός παρατηρητής, χωρίς συνευθύνη. Σαν να μην…

Ως προς τούτο είναι ίδιος με τους δύο πρωθυπουργούς με τους οποίους συνεργάστηκε και τους οποίους «άδειασε» ή επέκρινε: Μοιάζει με τον Ανδρέα Παπανδρέου, που άφησε μετέωρο το υπουργικό συμβούλιο λέγοντας το αμίμητο «εγώ απλώς προήδρευσα». Ο ΘΠ είναι προσωπική επιλογή του Α. Παπανδρέου, ο οποίος έκανε υπουργό έναν απόγονο μεγάλης οικογενείας και στέλεχος της Αριστεράς, κόντρα στο κομματικό κατεστημένο του ΠΑΣΟΚ. Ο Πάγκαλος με τη σειρά του, όταν ο ηγέτης εβάλλετο για τη βίλα της Εκάλης, τον άδειασε αποκαλώντας τον «δωρολήπτη»…

Μοιάζει και με τον Κώστα Σημίτη, ο οποίος σε στιγμές κρίσης αποφεύγει να εμφανιστεί για να αναλάβει την ευθύνη και να επωμιστεί το κόστος, ενώ ποτέ δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε αυτοκριτική. Ο πρωθυπουργός εμφανίζεται σαν ο ηγέτης των επιτυχιών μόνο, ποτέ σαν μέτοχος αποτυχιών ή ατυχιών. Ο Θ. Πάγκαλος μέμφεται τον πρωθυπουργό για ό,τι και ο ίδιος δεν κάνει: εμφανίζεται υπεράνω κριτικής, εκτός συνευθύνης, εκτός του πλαισίου που τρέφει «νεονάκηδες» και «ανεπάγγελτους». Σαν να μην μετέχει σε κυβερνήσεις ως κορυφαίος υπουργός, σαν να μην είναι στην ηγεσία του κόμματος επί πολλά χρόνια. Σαν να μην…

Ως προς τούτο, ο ΘΠ είναι απολύτως προβλέψιμος. Είναι απρόβλεπτος μόνο όταν οι λεκτικές εκρήξεις του είναι εντελώς άστοχες και παίρνουν διαστάσεις ιστορικής γκάφας. Δεν μπορεί ο υπουργός Εξωτερικών να λοιδωρεί τη Γερμανία ή τον Πρόεδρο των ΗΠΑ, σαν να μιλά σε καφενείο, κι ύστερα να ανασκευάζει σαν καφενείο ― έως ότου επανέλθει με την επόμενη έκπληξη. Ολα αυτά ίσως ήταν χαριτωμένα, αν δεν προέρχονταν από το στόμα του υπουργού Εξωτερικών. Ετσι ειπωμένα όμως είναι κακόγουστο καλαμπούρι προς λαϊκή κατανάλωση. Και ειπώθηκαν ακριβώς για να αρέσουν στο λαό… Ο ΘΠ θέλει να αρέσει στον λαό, ξέρει τι αρέσει να ακούει ο λαός και τα λέει: Μιλά ως οιονεί αδέσμευτος Ελληνάρας σε περήφανους Ελληναράδες, αυτός ένας επαγγελματίας του συγκεκριμένου και του εφικτού…

Με τον ίδιο ναρκισιστικό, ελλαναράδικο τρόπο εξήγησε και την αποπομπή του από το ΥΠΕΞ: τον έφαγαν οι Αμερικανοί… Το ίδιο υπαινίχθηκε και ο Κώστας Λαλιώτης για την καρατόμησή του από την ηγεσία του κόμματος, το ίδιο επικαλούνται εκατομμύρια συνέλληνες για κάθε αναποδιά του καθ’ ημέραν βίου: φταίει ο ξένος δάκτυλος… Εξ ου και οι «μικρές αλήθειες» του ΘΠ γίνονται δεκτές με ευθυμία ή και ενθουσιασμό από το πανελλήνιο, το αναλόγως ναρκισσιστικό και κυνικό, μα ουδέποτε το πείθουν, ακριβώς επειδή το ακροατήριο ξέρει… Κάνει τα ίδια κόλπα.

Υπό αυτή την οπτική, η σχέση του Πάγκαλου με το ακροατήριό του είναι σχέση συνενοχής και συγκατάβασης. Ο ΘΠ, από «μέσα», λέει αυτά που θέλει να ακούσει το κοινό, «απ’ έξω». Λέει αυτά που του ζητούν. Κάποιων τα νεύρα κλονίζονται, όσοι «λούζονται» θυμώνουν, το κοινό στην πλατεία ξεφαντώνει, ο οργίλος υπουργός αποπέμπεται προσώρας από το προσκήνιο, και το σύστημα προχωρεί αράγιστο. Λίγο αργότερα ο καταπραϋνθείς ανακάμπτει στη σκηνή, μόλις στερεωθεί βάλλει κατά άλλων, υποχωρεί και πάλι, το έργο συνεχίζεται και ο λαύρος ΘΠ έχει πάντα τα ρέστα του: Εγώ τους τα ‘πα.

Εως ότου πάλι η εξουσία η προσφιλής τον ξανακαλέσει στα μετερίζια με ένα νεύμα, με την Υπόσχεση, τη μία και μοναδική: ένα ρόλο στο έργο. Οπως τώρα, παραμονές εκλογών, που ο οξύθυμος πρώην, προκειμένου να αναπνεύσει και πάλι το οξυγόνο της εξουσίας, θυμήθηκε ότι ανεπάγγελτοι υπάρχουν και εκτός ΠΑΣΟΚ και επετέθη στον Κώστα Καραμανλή.

Ο ΘΠ αναμφίβολα είναι προικισμένος άνθρωπος. Δεν είναι απλώς ευφυής, διαθέτει χαρακτηριστικά που δεν συναντώνται εύκολα στους σημερινούς Ελληνες πολιτικούς: είναι καλλιεργημένος, κοσμοπολίτης, με χιούμορ, με αίσθηση του πραγματικού, βρίσκεται σε επαφή με τη ζωή, δεν είναι άφιλος, αντιλαμβάνεται τα ιστορικά μεγέθη. Είναι ένας διανοούμενος homme d’etat, είδος υπό εξαφάνιση στην εγχώρια πανίδα. Αυτά τα χαρακτηριστικά του τον οδηγούν να συλλαμβάνει όψεις του δημόσιου βίου παρακμιακές, εξοργιστικές ή απλώς φαιδρές, και να τις προβάλλει σε ένα βαθύτερο ιστορικό φόντο• διαβλέπει το φαιδρό και το επαίσχυντο σε ό,τι επιπλέει σαν αυτονόητο• ενίοτε επιχειρεί να ραγίσει την τερατώδη συγκατάβαση των μικροπρονομιούχων και συμφεροντούχων που τσιμεντάρει τα πάντα. Σφάλλει όμως: δεν βλέπει (ή καμώνεται πώς δεν βλέπει) ότι και ο ίδιος αποτελεί μέρος αυτής της δαιμονικής συγκατάβασης ισχυρών και φτωχοδιάβολων, πλουτοκρατών και φουκαράδων. Ο κωμωδός σατιρίζει και καυτηριάζει, μα δεν είναι μέρος του παλατιού. Ο Θόδωρος Πάγκαλος είναι, κι ας μιλάει σαν να μην…

Ως εκ τούτου στον δημόσιο βίο εκτός από ευφυής και πραγματιστής εμφανίζεται και νάρκισσος και αλαζών και αμετροεπής, σαν να χάνει την επαφή με τη θέση του και την πραγματικότητα, εγωτιστής, έρμαιο ενός έμφυτου λαϊκισμού που τον οδηγεί στην γραφικότητα. Συδαυλίζει μια μάταιη φωτιά: τις «μικρές αλήθειες», που χαϊδεύουν τα αυτιά του πλήθους χωρίς ν’ απειλούν κανένα κατεστημένο, και όντας «μικρές» σκεπάζουν και τις εσαεί ανέπαφες μεγάλες. Σαν να μην…

περιοδικό “Κ”, Καθημερινή 23.11.2003


Σάββατο, 10 Ιουλίου 2010

Εμπαινε Γιώργο, έμπαινε...

Παρασκευή, 9 Ιουλίου 2010

Υπηρέτες ή Εχθροί του Λαού;


Μ’ όσα κοσμητικά επίθετα και να χαρακτηρίσεις τη φάρα που συνέταξε το ασφαλιστικό νομοσχέδιο και μ’ όσα άλλα το αληταριό που το ψήφισε, πάλι λίγα θα είναι. Δεν είναι μόνο ότι παίρνουν θέση απέναντι σε όλη την κοινωνία, και στα ίδια τα παιδιά τους ακόμα, αλλά ότι το κάνουν με γνώμονα την πιο ποταπή ιδιοτέλεια.


Αν η φάρα των εμπνευστών και συντακτών του νομοσχεδίου έχει μια κάποια δικαιολογία, μιας και ουδέποτε είχε την ελάχιστη σχέση με την ελληνική κοινωνία, παρά μόνο μέσα από τους παραμορφωτικούς καθρέπτες των συμφερόντων των δικών τους και των δημοσίων σχέσεων τα οποία και προσδοκούν να εξαργυρώσουν, η άλλη, η φάρα των 159 βουλευτών, η ψωμολυσσασμένη για ψήφους, τις οποίες πολύ γρήγορα θα βγει στη ζητιανιά ν’ αναζητήσει, φαινομενικά δεν μπορεί να προβάλει κανένα πρόσχημα για τη συνενοχή της. Κι όμως υπάρχει. Και αυτό είναι η σωτηρία της δικής τους αποκλειστικά σύνταξης, μέσω της προσδοκίας μιας δεύτερης επανεκλογής για μια δεύτερη τετραετία.


Μπορεί με τη στάση τους αυτή να βάζουν σε ρίσκο την ψήφο εμπιστοσύνης των ψηφοφόρων τους, την οποία ευελπιστούν να ανακτήσουν με διάφορα καραγκιοζλίκια αντλημένα από το πλούσιο ρεπερτόριο της μέχρι τούδε ιστορίας των πολιτικών πρακτικών, από την άλλη όμως γλιτώνουν την σίγουρη αποπομπή τους απ’ το μαντρί, (βλ. λίστα), σε περίπτωση άρνησης υποταγής στα κελεύσματα του Μεγάλου Τσομπάνη.


Μπορείτε να ρίξετε την ψήφο σας σε όποιο κόμμα θέλετε στις επόμενες εκλογές, άλλωστε κανένα δεν πρόκειται, από δω και πέρα, να έχει στιβαρή λαϊκή νομιμοποίηση, αλλά αυτό που μπορείτε να κάνετε είναι να μην την δώσετε σ’ αυτούς τους 159 που καταδικάζοντας μια ολόκληρη κοινωνία και για πολλές γενιές που θα ‘ρθουν, φρόντισαν πάνω απ’ όλα να σώσουν το δικό τους ευτελές τομάρι εις βάρος των υπολοίπων, μπαίνοντας στη λίστα όχι των υπηρετών του λαού, αλλά των δολίων εχθρών του. Δεν θα υπάρξει καμιά καλύτερη τιμωρία από το να αποτύχουν να εξασφαλίσουν την παχυλή βουλευτική τους σύνταξη, η οποία είναι και το ισχυρότερο κίνητρο για να εμπλακούν στην πολιτική, αν υποθέσουμε ότι είναι κατ’ ελάχιστον έντιμοι και ηθικοί.


Και κάτι τελευταίο. Υπάρχει στ’ αλήθεια κανείς που προσδοκά να εξασφαλίσει σύνταξη; Υπάρχει κανείς που να πιστεύει ότι οι βαριές εισφορές που πληρώνει κάθε μήνα κάποτε θα του γυρίσουν πίσω; Όχι. Και ο λόγος είναι απλός, μιας και τα νούμερα δεν βγαίνουν.


Εξηγούμαι: καλώς εχόντων των πραγμάτων, κάποιος θα μπορεί να βγει στη σύνταξη μετά από 40 χρόνια συνεχούς δουλειάς και στα 65. Δηλαδή, θα πρέπει να αρχίσει να εργάζεται κανονικά από τα 25 του. 18 χρονών αποφοιτά από το Λύκειο, θέλει 4 χρόνια στην καλύτερη περίπτωση να ερμοτελειώσει κάποιες σπουδές, 1 χρόνο στρατός, και άντε 1 χρόνος αέρας για την περίπτωση που ενδιάμεσα του τύχει καμιά αναποδιά. Έτσι φτάνουμε στη σημαδιακή ηλικία των 25. Πόση είναι όμως η ανεργία στις ηλικίες αυτές; 25% με 30%. Δηλαδή στην καλύτερη των περιπτώσεων μόνο ένας στους τέσσερις θα είναι ο τυχερός που θα μπορεί να εκπληρώσει το πλάνο των ακατονόμαστων.


Το συμπέρασμα λοιπόν είναι ότι ένα τέταρτο της κοινωνίας καταδικάζεται από τώρα και με συνοπτικές διαδικασίες ώστε να μην μπορεί να συνταξιοδοτηθεί κανονικά.


Και ακόμα καθόμαστε και τους κοιτάμε!


Πέμπτη, 8 Ιουλίου 2010

Η Ζωή μου με τις Κατσαρίδες


Καλώς τηνα, βρε, βρε πού ήσουν κρυμμένο εσύ τόσο καιρό;

Την είδα που προχωρούσε δισταχτικά, στην άκρη του κρεβατιού. Σηκώθηκα και πήγα να την καλωσορίσω. Δισταχτική κι εγώ, μην ξαφνικά ορμήσει και με φάει το θεριό, αλλά και μήπως την τρομάξω και τη χάσω μέσα σε καμιά χαραμάδα. Κι άντε να την ξετρυπώνεις μετά. Μπα... Ρούπι δεν κούνησε. Μάλλον λίγο έκανε στην άκρη να μ’ αποφύγει, με κοίταξε, την κοίταξα, και συνέχισε κούτσα-κούτσα το δρόμο που είχε αποφασίσει να πάρει από τα πριν. Παράξενη στ’ αλήθεια συμπεριφορά για τη φυλή της, συνήθως μόλις αντιληφθούνε κάτι ξένο να κινείται δίπλα τους, τεντώνουν τις κεραίες, πατάνε γκάζι, ανεβάζουνε στροφές και μην τον είδατε τον Παναγή, ή μάλλον την Τερέζα.


Στρουμπουλή, στρουμπουλή και καλοθρεμμένη, σίγουρα θα είχε έρθει από αλλού, γιατί σ’ αυτό το σπίτι ούτε ψίχουλο δεν περισσεύει. Είχε όμως κάποιο πρόβλημα στην πλάτη, από κάπου φαίνεται θα είχε βάλει ζόρι να περάσει, η χοντρή, και το ένα της φτερό έχασκε απ’ το πλάι λυτό.


Πλάσμα του θεού, είναι κι αυτό, σκέφτηκα, ας το να ζήσει. Τι ζητάει κι αυτό το ζωντανό; Λίγη συντροφιά κι ένα φαγάκι. Συντροφιά ναι, όση θέλει. Αλλά φαγάκι, κομμάτι δύσκολο να βρεθεί. Ικανοποιημένη που άφησα τα αισθήματα ανθρωπισμού ή μάλλον κατσαριδισμού ν’ αναδυθούν, κάθισα στο κρεβάτι και συνέχισα το διάβασμα.


Δεν πέρασε ώρα κι ακούω ένα υπόκωφο ντούπου-ντούπου εκεί κοντά. Βρε, καλώστηνα κι εσύ! Νάσου κουνιστή κουνιστή και μια άλλη παχουλή κατσαρίδα, που φαίνεται είχε ανησυχήσει και είχε βγει στη γύρα ψάχνοντας για το ταίρι της. Δεν έδωσα συνέχεια στο περιστατικό, άλλωστε είναι κρίμα απ’ το θεό να τα βάζεις με ερωτευμένα πλάσματα κι έτσι έδωσα και σ’ αυτή μια ευκαιρία για να ζήσει έναν έρωτα μεγάλο. Εγώ, το βιβλίο, και δυο κατσαρίδες, τετράπαχες σαν αγελάδες στο ίδιο δωμάτιο, φτιάχναμε μια περίεργη ατμόσφαιρα.


Όλο όμως έριχνα κι από μια λοξή ματιά, μπας και αποθρασυνθούν και τους έρθει να σαλτάρουν για περισσότερη θαλπωρή στο κρεβάτι, γιατί είχανε βλέπετε και φτερά· η δεύτερη δε, τετράγερα και καλογυαλισμένα. Κυνηγιόντουσαν απ’ εδώ κι από κει, μυρίζανε, ψάχνανε, αλλά επεκτατικές βλέψεις δεν φαινόταν να έχουν.


Μπορεί όλοι μας να είχαμε κατά καιρούς συμβατικά pets, όπως γατιά, σκυλιά, παπιά, κουνέλια και χελώνες, αλλά οι κατσαρίδες, όσο και να μην θέλαμε να τ’ ομολογήσουμε, αποτελούσαν μια μόνιμη σταθερά των σπιτιών. Με το ξανθό γένος των μικρόσωμων κατσαρίδων εγώ προσωπικά είχα με τα χρόνια εξοικειωθεί. Κάπως, όπως και με τις μύγες. Που και που ξεντέριαζα καμιά, όταν την πρόφταινα στη γωνιά, μπας και πετύχω κάποια αποσυμφόρηση, αλλά άντε να τα βάλεις με τις αναπαραγωγικές ικανότητες του είδους. Μια ξεπάστρευες, εκατό ξεφύτρωναν απ’ την κοιλιά της. Έτσι είχα αποφασίσει να παραιτηθώ και να αποδεχτώ τη συμβίωση. Είχα μάλιστα τόσο πολύ εξοικειωθεί, που δεν με πείραζε καθόλου να χώνω το χέρι μου κατά καιρούς και ν’ αδειάζω τον κότσο της κυρίας Ριρής της γειτόνισσας από τις κατσαρίδες που τον είχανε κάνει στέκι.


Ποιο το πρόβλημα άλλωστε; Τα σκυλιά και τα γατιά, τα παπιά και οι χελώνες θέλουνε φροντίδα καθημερινή, ενώ οι κατσαρίδες, ούτε λουρί χρειαζόντουσαν για να τις βγάζεις βόλτα τα πρωινά, ούτε μπάνιο θέλανε, ούτε ντάντεμα, ούτε γιατρό, μόνες τους πλένονταν, μόνες τους ξεγένναγαν, μόνες τους ταΐζονταν. Το ιδανικό pet!


Το πρόβλημα όμως ήταν με το άλλο γένος, αυτό των κατσαρίδων με σώμα ελέφαντα και φτερά πτερόσαυρου. Εδώ πια είχαμε μια θεμελιακή μετάλλαξη και αναβάθμιση του είδους. Δεν ήταν απλό πράγμα να κάνεις πια μιά με το νύχι για να τις ξεφορτωθείς, ούτε ήταν εύκολο να συνηθίσεις τον ανατριχιαστικό ήχο που έκανε το σώμα όταν έσκαγε με πάταγο κάτω από την παντόφλα που έπεφτε με δύναμη. Τι να κάνεις όμως. Σ’ αυτή τη ζωή όλα συνηθίζονται. Στις αρχές, μικρή και άπειρη, έτρεχα έντρομη και χτύπαγα τα κουδούνια στα διπλανά διαμερίσματα, ψάχνοντας τον ατρόμητο δολοφόνο που θα με απάλλασσε. Κάποιες φορές τον πετύχαινα, άλλες όμως, όταν η ώρα ήταν τέτοια που δεν μού πήγαινε να ξεσηκώνω τον κόσμο με τα σώβρακα και να τον στέλνω νυχτιάτικα στη μάχη, μάζευα με προσοχή τα μπογαλάκια μου και την έκανα για το ξενοδοχείο. Μια, δυο τρεις, δεν ήταν να το κάνω και σύστημα. Έπρεπε να μάθω να αντιμετωπίζω κι αυτό το πρόβλημα, μόνη μου. Αχ, αυτή η ενηλικίωση!


Αγόρασα ό,τι εγχειρίδιο υπήρχε στην αγορά, για να εξοικειωθώ, όπως «Οι φίλες μας οι κατσαρίδες», παραμύθια όπως «Ρούλα, Ρούλα η μικρή και ορφανή κατσαριδούλα», ξαναδιάβασα τη «Μεταμόρφωση» του Κάφκα, γέμισα τον τοίχο με εμψυχωτικά stickers όπως «Ι love katsarides» ή «Μια κατσαρίδα την ημέρα τον γιατρό τον κάνει πέρα», επισκέφτηκα σεμινάρια αυτοβοήθειας με τίτλο «Πώς να μάθετε να ζείτε με τις κατσαρίδες», πλήρωσα σε ψυχολόγους για να μάθω τι λέει ο Λακάν για το φόβο μπροστά στην κατσαρίδα, πήγα σε σχολή και παρακολούθησα μαθήματα ανώδυνης εξόντωσης κατσαρίδων, με βιολογικό μάλιστα τρόπο, και χωρίς χημικά και τα ρέστα, έκανα πρακτική εξάσκηση σε υπόγεια νοσοκομείων και κουζίνες εστιατορίων και με τον καιρό αφού μάζεψα ένα σωρό διπλώματα και βεβαιώσεις σπουδών κατσαριδολογίας, αισθάνθηκα πανέτοιμη να αντιμετωπίσω και αυτή την πλευρά της ζωής.


Οι κατσαρίδες στο δωμάτιο, συνέχισαν να παίζουν και να κάνουν θόρυβο, τόσο που δεν μπορούσα πια να συγκεντρωθώ και να διαβάσω. Είχαν μαζευτεί και άλλες πολλές, από τα διπλανά δωμάτια, είχε μαυρίσει το πάτωμα από το πλήθος. Κατά πως φαίνεται έκαναν πάρτι και ήταν όλες στο τσακίρ κέφι. Μερικές δε, μάλλον απ’ το πολύ πιοτό, είχαν ξεπεράσει τις αναστολές και το σύμφωνο συμβίωσης που είχαμε από κοινού υπογράψει και είχαν βάλει πλώρη για το κρεβάτι. Δώσε θάρρος στο χωριάτη, να σ’ ανέβει στο κρεβάτι!, μονολόγησα. Σαν φρουρός ακοίμητος στο κάστρο της Ωριάς είχα πιάσει θέση στο χείλος του κρεβατιού και με μοναδικό όπλο μια οδοντογλυφίδα πάσχιζα απεγνωσμένα να τις αποκρούσω.


Στην αρχή προσπάθησα να τις συνετίσω και να διαπραγματευτώ μαζί τους, τις έπιασα με το καλό, προσπάθησα να εξηγήσω τα δικαιώματά μου, τους έφερα το Σύνταγμα του σπιτιού, που και οι ίδιες είχαν αποδεχτεί και ψηφίσει, τις έπιασα μετά με το άγριο, αλλά πού. Αυτές το χαβά τους. Συνέχισαν να προκαλούν και ν’ αυθαδιάζουν. Να με αγνοούν και να σκαρφαλώνουν, να πατούν στα σεντόνια μου, στις κουβέρτες μου, να χορεύουν και να χέζουν προκλητικά στα βιβλία μου.


Δεν άντεξα άλλο, ένας εσμός ελεεινών κατσαρίδων να θέλει να κάνει κουμάντο στο κρεβάτι μου! Πήγα στο ντουλάπι και έφερα το μπουκάλι με το πετρέλαιο. Τις ράντισα μια μια, σταγόνα, σταγόνα. Τις έβλεπα να γυρνούν ανάποδα, να ξύνουν τις πλάτες τους στο στρώμα, να κουνάνε τα πόδια στον αέρα και να χαχανίζουν, οι γελοίες. Μ’ ένα σπίρτο, δεν υπήρχε πια τίποτα που να τις θυμίζει. Λαμπάδιασαν, τσιτσίρισε για λίγο το τροφαντό τους κρέας, και μετά καπνός.


Μ’ ένα δεύτερο σπίρτο λαμπάδιασε και το σύμφωνο συμβίωσης, και όσα χαρτιά είχαμε όλα αυτά τα χρόνια υπογράψει. Δεν θα χρειαζόταν πια. Δυο μπουκάλια bygone ήταν αρκετά για να σβήσουν κάθε ίχνος τους τόσο στο παρόν, όσο και στα χρόνια που μου έμελλε να ζήσω. Από δω και πέρα, οι κατσαρίδες ήταν εχθρός. Καμιά ανοχή, καμιά φιλία, κανένα κανάκεμα. Bygone και ξερό ψωμί!