Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2008

Ο Ύμνος και ο Γύφτος


Κυριακή πρωί, γύρω στις 9 και κάτι βγήκα απ’ την Αττική οδό στο ύψος των Λιοσίων, έστριψα δεξιά και πήρα τη λεωφόρο Φυλής προς τα πάνω. Οι δρόμοι ήταν ακόμη ήσυχοι. Το ράδιο στο αυτοκίνητο πήδαγε από σταθμό σε σταθμό, είχε φέρει το γύρο των FΜ πολλές φορές χωρίς ν’ αποφασίσει να κάτσει κάπου. Ούτε που το πρόσεχα.


Κάποια στιγμή έπιασε τ’ αυτί μου το «Ότσι τσόρνια», παλιό λαϊκό ρώσικο τραγούδι, θυμήθηκα τον πατέρα μου που το τραγουδούσε, καλή του ώρα, κάποια πρωινά τις Κυριακές. Πάνε χρόνια τώρα. Κλείδωσα το ράδιο στον σταθμό της Αθήνας. Συνέχισε με την καλίνκα και μετά με άλλο τραγούδι του Βόλγα, όλες εκτελέσεις από ρώσους λυρικούς τραγουδιστές και θεϊκές χορωδίες. Μελαγχόλησα λιγάκι κι άναψα τσιγάρο. Η μέρα έξω φαινόταν πως όταν μέστωνε θα γινότανε λαμπρή. Έκοψα κάπως ταχύτητα και άφησα το μυαλό μου να πετάξει στον Βόλφραμ. Εμιγκρές από το Ανατολικό Βερολίνο. Οι γονείς του, την είχαν κάνει για το Δυτικό, πριν το τείχος, γύρω στο ’60. Ο Βόλφραμ, με την ασφάλεια που του παρείχε η Δύση παθιαζόταν με οτιδήποτε Ρωσικό. Συχνά, μάζευε κόσμο στο σπίτι του για κουβέντα και κρασί, και σχεδόν πάντα η βραδιά έκλεινε μεγαλόπρεπα με τη μπάντα του ρώσικου στρατού να ανεβάζει τα πνεύματα. Καλή του ώρα κι αυτουνού.




Συνέχισα και δυνάμωσα την ένταση. Άρχισα ν’ ανηφορίζω προς τη Φυλή. Ισιάδα ο δρόμος κι απ’ έξω ακόμα ησυχία.


Ξαφνικά, ένοιωσα τα μεγάφωνα του αυτοκινήτου να τρίζουν από το ρίγος μιας μουσικής θαρρείς βγαλμένης από εκατοντάδες ορχήστρες, χιλιάδες όργανα και ακόμα περισσότερες φωνές. Έβαλα το ράδιο στο τέρμα και παραδόθηκα στη δύναμη και τη σαγήνη του εθνικού ύμνου της πάλαι ποτέ κραταιάς Σοβιετίας. Έξω τα πάντα συνέχιζαν να είναι ακόμα ήσυχα, μόνο μπροστά μου, απ’ την αντίθετη κατεύθυνση και σε κάποια απόσταση αντελήφθηκα κάτι μεγάλο να κινείται προς τα ‘μένα, βαρύ, συμπαγές και μουντό, στραφταλίζοντας που και που στον ήλιο που εν τω μεταξύ είχε αρχίσει να σκαρφαλώνει για τα καλά. Εστίασα καλύτερα τα μάτια μου.



Όχι, δεν ήταν σμήνος με ελικόπτερα που πλησίαζαν απ’ την ακτή στην «Αποκάλυψη τώρα» του Κόπολα, όχι, δεν ήταν οι πλάβες με τις χιλιάδες κόκκινες σημαίες που γλίστραγαν αθόρυβα στα νερά της λίμνης, στον «Θίασο»(?) του Αγγελόπουλου, όχι δεν ήταν ο ρωσικός στρατός που παρήλαυνε νικηφόρος στο Βερολίνο. Όχι. Ήταν μια στρατιά, ένα κομβόι καλύτερα, από δέκα περίπου στραπατσαρισμένα ντάτσουν, με δέκα αγουροξυπνημένους γύφτους στο τιμόνι, στοιχισμένα το ένα πίσω από το άλλο, που γεμάτα γλάστρες και τενεκέδες με λουλούδια κατηφόριζαν όλα μαζί να πιάσουν τα πόστα στις γειτονιές της Αθήνας και τις λαϊκές του Πειραιά.




Συνηθισμένη μέρα.


Μελαγχόλησα κι άλλο, γύρισα το κεφάλι μου και άλλαξα σταθμό. Πονούσα να βλέπω ολοζώντανη μπροστά μου την καρικατούρα ενός κόσμου τον οποίον πίστεψαν κάποτε τόσοι πολλοί και για τον οποίον πόσοι άλλοι πέθαναν.

Ο νεκρός λένε είναι ιερός.

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2008

Το ευαγές Ίδρυμα Templeton




Πρωτόμαθα για το ίδρυμα Templeton από το τελευταίο βιβλίο του Richard Dawkins, «Η περί του Θεού Αυταπάτη». Απ’ όσα διάβασα εκεί, αυτό που μου χτύπησε στο μάτι περισσότερο απ’ όλα ήταν το ύψος του ομώνυμου βραβείου που έχει θεσπιστεί από το 1973 και δώθε, και το οποίο ανέρχεται στις 800,000 λίρες, ποσό δηλαδή αρκετά μεγαλύτερο και από το ίδιο το βραβείο Νόμπελ. Το βραβείο αυτό απονέμεται κάθε χρόνο σε κάποιον ευρισκόμενο ακόμα εν ζωή για τις ανακαλύψεις του σχετικά με τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να επιτευχθεί και επεκταθεί η ανθρώπινη αντίληψη περί θεότητας. Στην πραγματικότητα πρόκειται για προσπάθεια συμφιλίωσης Επιστήμης και Θρησκείας, ενώ στην πραγματικότερη πραγματικότητα να θέσει την Επιστήμη στην υπηρεσία της Θρησκείας.
Το χρηματικό και μόνο ύψος του βραβείου Τempleton το κάνει να φαντάζει αξιοσέβαστο και τους αποδέκτες του, ανθρώπους δίχως άλλο με επιρροή.

Για ιστορικούς λόγους αναφέρω ότι το 1973 πρώτη-πρώτη στη λίστα με τους αποδέκτες ήταν η Μητέρα Τερέζα. Το 1983 δόθηκε στον Σολζενίτσιν, το 1995 στον θεωρητικό φυσικό Paul Davies, το 2000 στον Freeman Dyson φυσικός και αυτός, και από το 2001 και μετά κατά σειρά στους Arthrur Peacocke, John Polkinghorne, George Ellis, Charles Townes, John Barrow και τέλος το 2007 στον Charles Taylor. Τους αναφέρω επιλεκτικά λόγω της ιδιότητάς τους ως διακεκριμένων φυσικών επιστημόνων από τους χώρους της Κοσμολογίας και της Φυσικής Υψηλών ενεργειών, εκτός του σεβασμιότατου Peacocke και του κοινωνικού φιλοσόφου Taylor.

Με την απαρίθμηση αυτή θέλω να εκφράσω τις υποψίες μου, ότι δεν μπορεί να είναι τυχαίο το γεγονός που σε διάστημα οχτώ ετών από το 2000 ως τα σήμερα οι πέντε από τους οκτώ βραβευθέντες ήταν φυσικοί ενός συγκεκριμένου ερευνητικού χώρου, ο οποίος μάλιστα έχει αποδειχτεί και η κερκόπορτα για την είσοδο του Θεού στις φυσικές επιστήμες.


Νομίζω ότι αυτή η πληροφορία ήταν αρκετή για να μου ανοίξει τα μάτια και να δώσει κάποιες εξηγήσεις γιατί τα εκλαϊκευμένα βιβλία κοσμολογίας και φυσικής που κατακλύζουν σήμερα τα επιστημονικά ράφια στα βιβλιοπωλεία ολοένα και περισσότερο μοιάζουν με βιβλία αγοραίας θεολογίας προορισμένα για κατηχητικά ανισόρροπων. Όπως, και γιατί τον τελευταίο καιρό πυκνώνουν οι δημόσιες συζητήσεις γι’ αυτή τη διεστραμμένη περίπτυξη. Κάποια άλλη στιγμή θα αναφερθώ και στο μερίδιο των θεωρητικών φυσικών (μέσα από τις θεωρίες χορδών), καθώς επίσης και στον επαναπροσδιορισμό της ορθολογικότητας που εξυφαίνουν.

Εκτός λοιπόν από τoν πολύ δημοφιλή και στη χώρα μας Paul Davies, στον οποίο αναφέρθηκα σε προηγούμενο σχόλιό μου, τώρα ανακάλυψα ότι και ο πολύς John Barrow με το φετινό του hit «Άπειρο» δεν υπήρξε παρά κιαυτός τρόφιμος του ευαγούς ιδρύματος Templeton, με την υποστήριξη του οποίου όλοι αυτοί δημιούργησαν συντονισμένα το συγκεκριμένο κλίμα στην παγκόσμια ιδεολογική αγορά. Φυσικά υπάρχουν και άλλα συναφή ιδρύματα, (International Society for Science and Religion) αλλά κανένα τους δεν μπορεί να συναγωνιστεί σε πόρους το ίδρυμα Templeton.

Τα χρήματα που δαπανώνται προς αυτή την κατεύθυνση είναι πάρα πολλά. Και όχι μόνο για το περιώνυμο βραβείο, αλλά και για διοργάνωση συνεδρίων όχι πάντα σχετικών, για αδρές πληρωμές δημοσιογράφων αλλά και συνέδρων, με ποσά ασύλληπτα για τους συμμετέχοντες στα συνηθισμένα συνέδρια που αποτελούν και την πλειονότητα. Επίσης, είναι πολύ καλά δικτυωμένο με μεγάλα πρακτορεία ειδήσεων μέσω των οποίων προπαγανδίζει τις νέες δήθεν ανακαλύψεις της επιστήμης που φέρνουν πλησιέστερα την επιστήμη με τη θρησκεία.

Η συνέπεια είναι ότι άλλοι κοσμικότεροι και πιο σώφρονες συγγραφείς, μην έχοντας τα ανάλογα κονδύλια προώθησης των απόψεων και βιβλίων τους δεν μπορούν να επιβιώσουν και να εξαπλωθούν. Έτσι, δυστυχώς η μοναδική άποψη με σφραγίδα εγκυρότητας, είναι αυτή η οποία προωθείται από το ίδρυμα Templeton και την οποία εκλαμβάνουμε σαν τη μόνη ορθή.


Τελειώνοντας, για το βιβλίο του Dawkins, δεν προτίθεμαι να πω πολλά επί του παρόντος. Σε γενικές γραμμές θεωρώ το ίδιο ανόητο να προσπαθείς να αποδείξεις με ορθολογικά κριτήρια ότι δεν υπάρχει Θεός, με το να θέλεις να πείσεις για το αντίθετό του, όπως λόγου χάρη επιχείρησαν στο παρελθόν ο Καρτέσιος και ο Πασκάλ. Το ότι ο Dawkins θέλει να επικαλεστεί την εξελικτική διαδικασία για κάτι εξωκοσμικό, μού φαίνεται διπλά ανόητο. Απορώ πώς θέλει να βάλει στο ίδιο τσουβάλι την Επιστήμη με τη Θρησκεία, μιας και αλλού βόσκει η μια και αλλού η άλλη. Φυσικά, ο συγγραφέας αυτός μαζί με μια πλειάδα άλλων, όπως Dennett, Hitchens, αποκαλούμενων και νεο-αθεϊστών έχει ένα πολύ σοβαρό σκοπό να επιτελέσει ο οποίος κατά τη γνώμη μου, δεν είναι επιστημονικός αλλά ΠΟΛΕΜΙΚΟΣ. Με την επέλαση των νεο-ευαγγελιστών «born-again Christians» στην Αμερική και δεδομένης της βαθιάς ανάγκης της Αμερικανικής κοινωνίας να πιστεύει κάπου, σε θεό, σε γκουρού ή και στον ίδιο τον Ντόναλντ Ντακ, αδιάφορο, χρειαζόταν κάποιο ισχυρό ανάχωμα με επιρροή κυρίως για να σπάσει το ταμπού της δημόσιας ομολογίας αθεϊστικών πεποιθήσεων.


Η Ελλάδα, βέβαια, είναι σε πολύ χειρότερη μοίρα από την Αμερική. Αλλά δεν το ομολογούμε....

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2008

Όταν ο Θεός Άλλάζει Ράφια


Πριν κάμποσο καιρό, όταν ακόμα πίστευα ότι το διάβασμα θα με έκανε καλύτερο άνθρωπο, πέρναγα συχνά από τα βιβλιοπωλεία. Χάζευα τα εξώφυλλα, ξεφύλλιζα από κανένα, αλλά πάντα κατέληγα στα πατάρια ή αναλόγως του μαγαζιού, στα υπόγεια, εκεί στις προσφορές, όπου συνήθως βουτηγμένη ίσαμε το λαιμό στη σαβούρα ψάρευα και κανένα καλό, έτσι για να συντροφεύει τις αϋπνίες μου.

Πρέπει να πω ότι θα είναι μεγάλη η οδύνη για κάποιον συγγραφέα, ο οποίος, μετά το τόσο ξόδεμα ψυχής που απαιτείται για να ολοκληρώσει κάποιο βιβλίο, ύστερα από λίγο καιρό να το βλέπει να μπαγιατεύει, να σκεβρώνει σε κάποιο υγρό κι ανήλιαγο στενό ή στα παζάρια των εκδοτικών οίκων, στις θλιμμένες πλατείες. Πολλές φορές ένοιωσα ειλικρινή συμπόνια για τον άμοιρο τον Βέλτσο, για παράδειγμα, τον οποίον ούτε η στροφή στην ποίηση δεν μπόρεσε να σώσει. Το ίδιο και για τον Πρόεδρο Μάο, τον μεγάλο Ποιητή: τα ποιήματά του στοιβαγμένα δίπλα δίπλα με αυτά του Βέλτσου, στα αζήτητα κιαυτά. Γιαζίκ-γιαζίκ που λέει και η γιαγιά μου!


Από τις βόλτες μου αυτές είχα παρατηρήσει από τότε ότι τα ράφια με τα βιβλία της επιστήμης και δη της φυσικής συνόρευαν με τα ράφια όπου κατοικοέδρευαν τα βιβλία της μεταφυσικής, διευθέτηση που θα φαινόταν φυσιολογική στα μάτια των περισσοτέρων, καθ όσον τα μετα-φυσικά πολύ ορθώς θα πρέπει να ακολουθούν τα φυσικά, όπως υπαγορεύει και το περιεχόμενο της πρόθεσης –μετά. Ήταν ένας πολύ λογικός καταμερισμός και φαντάζομαι ότι δεν ενοχλούσε κανέναν όσο το άγρυπνο μάτι των πωλητών και των επιθεωρητών των πωλητών επέβλεπαν τυχόν ατασθαλίες και ανόσιες μίξεις και όσο έσπευδαν πάραυτα ν’ αποκαταστήσουν την καθαρότητα των ραφιών, των μεν φυσικών από τα μεταφυσικά μιάσματα, των δε μεταφυσικών από τα φυσικά δαιμόνια.

Πολλές φορές, αφηρημένη όπως ήμουν, ξεγλίστραγα χωρίς να το παίρνω χαμπάρι στα διπλανά ράφια και ανέσυρα κάποιο από τα μυστηριακά ή ουφολογικά βιβλία, αλλά θες απ’ την αφή, θες απ’ τη μυρωδιά, θες απ’ τα αστραποβόλα και ιριδίζοντα εξώφυλλα που τύφλωναν, καταλάβαινα γρήγορα το σφάλμα μου και επανερχόμουν στα δικά μου με μια μικρή διορθωτική κίνηση προς τα αριστερά. Ως γνωστόν, το «μετα-κάτι» βρίσκεται πάντα δεξιότερα του «–κάτι».



Τελευταία, σε μια από τις σπάνιες φορές που ξέπεσα σε κάποιο βιβλιοπωλείο, και συγκεκριμένα σε stand της φυσικής, κόντεψα να βάλω τις φωνές σε μια άτυχη πωλήτρια για το ανακάτωμα που διαπίστωσα. Για τα «μέτα-κάτι» δηλαδή βιβλία, που πήγαν και καταπάτησαν το χώρο των «–κάτι». Έτσι νόμισα αντικρίζοντας τα βιβλία «Θεός και Μοντέρνα Φυσική» και το «Νους του Θεού» και τα δυο του Paul Davis, δίπλα-δίπλα με το «Επιστήμη ή Θεός» του επίσης φυσικού John Polkinghorne, όλα βιβλία με κοινά χαρακτηριστικά το θεολογίζον ύφος και την προσπάθεια συσχέτισης της σύγχρονης φυσικής με το Θεό και της «επιστημονικής» επιβεβαίωσης της ύπαρξής του.



Όταν όμως, αφήνοντας το μάτι μου να περιπλανηθεί και προς τα πάνω ράφια, έπεσα επάνω στο βιβλίο «What the Bleep Do We Know!? ” και στο «Tao of Physics» του Fritjof Capra, τότε ήμουν πλέον σίγουρη ότι ο πόλεμος των ραφιών είχε ήδη αρχίσει, με τα ράφια των «-κάτι» να έχουν δεχτεί ολομέτωπη επίθεση από τα ράφια των «μετα-κάτι».

Δυστυχώς το φαινόμενο αυτό έχει πάρει διαστάσεις επιδημίας με πολλούς κατά τα άλλα ευυπόληπτους φυσικούς να παίζουν το χαρτί του θεού στα βιβλία εκλαϊκευμένης επιστήμης που γράφουν. Και ο Stephen Hawking δεν πάει πίσω ως προς αυτό. Μπορεί να το κάνουν από αληθινή πίστη, μπορεί από επιστημονική αναίδεια, μπορεί όμως και να το παρατραβάνε το σχοινί για εμπορικούς λόγους μιας και το κοινό ψοφάει για ότι σχετίζεται με θεούς και δαίμονες. Πάντως, όλο αυτό το νταβαντούρι δεν είναι και πολύ στην τύχη μιας και ισχυροί οργανισμοί, όπως το ίδρυμα Templeton για παράδειγμα συντονίζουν μια τέτοια προσπάθεια. Περί αυτού όμως στο αμέσως επόμενο κείμενο.



Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι το παραφυσικό μετά από χρόνια πολιορκίας του φυσικού μπόρεσε επί τέλους να το διηθήσει. Νοιώθω ότι όλο και λιγοστεύουν τ’ αυτιά που πιάνουν τους τριγμούς αυτής της παραβίασης. Τα περισσότερα τη θεωρούν φυσιολογική και αυτονόητη. Ευελπιστώ, ότι δεν θα έρθει ο καιρός που η αλλαξοκολιά που πάει να γίνει θα καταστεί κάποτε και ο Κανόνας.

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2008

Τα Ιδιωτικά Βίτσια της Δημόσιας Ανώτατης Εκπαίδευσης



Αν νομίζετε, αγαπητοί μου, ότι η Ανώτατη Παιδεία στη χώρα μας συνεχίζει να είναι ακόμη παρθένος ως προς την ιδιωτική διείσδυση, πλανάστε πλάνη μεγάλη. Παρά τις πάλαι ποτέ δημόσιες αρετές της, η Παιδεία μας βρίσκεται ήδη μπλεγμένη στα βίτσια και τις χάρες της ιδιωτείας, τα συνθήματα, τη φιλοσοφία (όπως ανταγωνιστικότητα, κερδοφορία, σκοπιμότητα, χρηστικότητα κ.λ.π.), αλλά και τα χρήματα της οποίας, πασχίζει ασμένως να ιδιοποιηθεί.

ΔΙΟΤΙ,
μπορεί ο δημόσιος χαρακτήρας της να εγγράφεται ακόμα στα
1. κτήρια
2. τη μισθοδοσία του οργανικού και όχι όλου του προσωπικού
3. τη δωρεάν εγγραφή και παρακολούθηση των προπτυχιακών σπουδών
4. τα δωρεάν συγγράμματα, κιαυτό με ερωτηματικό, λόγω μεταρρύθμισης Γιαννάκου,
5. τα δωρεάν κωλόχαρτα για τις προνομιούχες σχολές και τα ιδρύματα. Στα λιγότερο, τα φέρνει ο κόσμος από το σπίτι του και τα διπλαμπαρώνει. Σύμφωνα, δε, με το πρωτοχρονιάτικο μήνυμα του Γ.Γ Έρευνας και Τεχνολογίας, αυτό θα πρέπει να γίνεται κατά προτεραιότητα μάλιστα. Η αμέσως επόμενη είναι να φέρνουν και το μισθό τους.




Αλλά ήδη,

1. η χρηματοδότηση της έρευνας γίνεται σχεδόν αποκλειστικά από εξωτερικές και όχι κρατικές πηγές. Εκεί όπου φαίνεται ότι το κράτος μοιράζει φρέσκο χρήμα, πρόκειται απλώς περί οφθαλμαπάτης, διότι είναι τα ευρωπαϊκά κονδύλια που μοιράζονται, και τούτο για λόγους άσκησης «εγχώριας και υπερήφανης ερευνητικής πολιτικής» υποθέτω. Με ξένα «κόλλυβα» που λένε και στο χωριό μου.

2. Οι μεταπτυχιακοί φοιτητές, όσοι απασχολούνται στα πλαίσια προγράμματος εξωτερικής χρηματοδότησης για την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής, πληρώνονται από αυτό και φυσικά ψίχουλα. Όσοι φοιτούν στα μονοετή ή διετή προγράμματα για την απόκτηση διπλώματος εξειδίκευσης, πληρώνουν, σπανίως πληρώνονται (ΕΠΕΑΕΚ) και συνηθέστερα ούτε το ένα ούτε το άλλο.

3. Το διδακτικό και ερευνητικό προσωπικό συμπληρώνει τον γλίσχρο μισθό του με επιμίσθια επίσης από ανταγωνιστικά και «ανταγωνιστικά» εξωτερικά προγράμματα από εταιρίες και διεθνείς οργανισμούς. Τα «ανταγωνιστικά» προγράμματα δίδονται με άμεση εξυπηρέτηση, συνήθως τηλεφωνικώς και κατά προτεραιότητα στους διαδρομιστές και στο ατέλειωτο σινάφι των «κουμπάρων».



4. Ορισμένα μεταπτυχιακά προγράμματα κυρίως αυτά σε ανταγωνιστικούς τομείς της αγοράς κοστίζουν ουκ ολίγα. Απορώ ποιος πληρώνει αυτά τα χρήματα, μιας και με τα ίδια μπορεί να πάει σε πιο σουλουπωμένες χώρες.

5. Το κράτος ενθαρρύνει τη σύσφιξη των σχέσεων με τον ιδιωτικό τομέα, είτε με τη δημιουργία κοινών εταιριών, είτε με την απ’ ευθείας ανάθεση ερευνητικού έργου επί πληρωμή σε κάποιο πανεπιστημιακό εργαστήριο. Τονίζω ότι οι δραστηριότητες αυτές όχι μόνον ενθαρρύνονται, αλλά και θεωρούνται μονόδρομος για την επιβίωση του πανεπιστημίου. Άλλο, αν οι περισσότερες από τις εταιρίες αυτές ανήκουν στην κατηγορία «μαϊμού» και τα χρήματα της χρηματοδότησης πηγαίνουν σε αλλότριες ιδιωτικές επενδύσεις. Κάποια εποχή με την μέθοδο αυτή φαγώθηκε πολύ χρήμα. Ήταν τόσο ανεξέλεγκτα τα πράγματα που για να κρατήσει κάποιος το χέρι του κοντό ήθελε πολύ προσπάθεια.

6. Οι πανεπιστημιακοί μπορούν να συστήνουν εταιρίες και να εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα, με περιορισμούς οι οποίοι όμως στην πράξη καταστρατηγούνται. Το ότι οι εταιρίες δεν έχουν βάλει ακόμα τα λογότυπά τους στα βιβλία και τα τετράδια των φοιτητών δεν είναι γιατί τους απέτρεψε κάποιο ισχυρό λαϊκό κίνημα, αλλά γιατί οι εταιρίες στη χώρα μας, όπως και όλη η χώρα είναι ένα ράθυμο και αργοκίνητο καράβι. Να είστε σίγουροι ότι άμα βάλλουν στο μάτι αυτό το χώρο, θα μπουκάρουν ανενόχλητες. Προς το παρόν βόσκουν και αρμέγουν σε κάποια άλλα πιο πρόσφορα λιβάδια.


7. Ορισμένοι «πρωτοπόροι» πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, με την Αρβελέρ να πρωτοστατεί, έχοντας καταφέρει με το χρόνο ν’ απαλλαγούν, όχι χωρίς τύψεις, από τα δεσμά της κυρίαρχης μέχρι τούδε δεοντολογίας, ότι το πανεπιστήμιο παρέχει γνώση προς πάσα κατεύθυνση και μάλιστα δωρεάν, έχουν αρχίσει να ανταλλάσσουν την διανοητική τους πραμάτεια αντί αδράς αμοιβής στην ελεύθερη αγορά, ανταποκρινόμενοι στην τελευταία ασθένεια της εποχής, γνωστής και ως «σεμιναριατίτιδας».
Ως προς την επιμονή, δε, της Ε.Ε. να χρηματοδοτεί μόνο έρευνα που οδηγεί σε άμεσα και εκμεταλλεύσιμα αποτελέσματα, αξίζει να αναφερθεί η ακόλουθη σοφή ρήση του εξ ίσου σοφού και μεγάλου Richard Feynman:
‘Physics is like sex: Sure, it may give some practical results, but that’s not why we do it’

Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2008

Κβαντική Μεταφυσική


Η Κβαντομηχανική, αφ’ ότου εισήχθη σαν θεωρία εκεί γύρω στις αρχές του 20ου αιώνα με πολύ συγκεκριμένες βλέψεις και στοχεύσεις, είναι αλήθεια ότι ευτύχησε με τα χρόνια να δει το πεδίο εφαρμογής της να διευρύνεται τόσο πολύ, ώστε να συμπεριλάβει στους κόλπους της οτιδήποτε νοητό και ανόητο του κόσμου τούτου.

Με το περιορισμένο μου μυαλό, τέτοια εξέλιξη ήταν αδύνατον να τη φανταστώ εκ των προτέρων, μέχρι που ένα βροχερό απόγευμα με την πλήξη να καιροφυλαχτεί από παντού, είχα την φαεινή ιδέα, στο παιχνιδάκι «search the internet», να προτάσσω σε οποιαδήποτε λέξη μου ερχόταν στο μυαλό τη μαγική φράση «quantum». Η έκπληξη και η χαρά μου ήταν αφάνταστες, όταν το σύστημα ανταποκρινόμενο σε κάθε λήμμα που του έδινα, ξεδίπλωνε στο λεπτό μπροστά στα μάτια μου μυριάδες ιστοσελίδες έμπλεες πληροφορίας, ανεξάρτητα από το πόσο παράξενο ή τυχαίο ήταν αυτό που του ζητούσα. Εντυπωσιάστηκα από την πρόοδο της επιστήμης, και συνάμα ένοιωσα πολύ προδομένη που το πανεπιστήμιο στα τόσα χρόνια των σπουδών μου μού είχε στερήσει όλη αυτή τη σπουδαία γνώση. Σκέφτηκα ότι θα ήταν πάλι καμιά καινούργια συνομωσία των Εβραίων και χάρηκα που βρήκα την απάντηση τόσο γρήγορα.

Εκτός λοιπόν από την πολυ-εμπεδωμένη «κβαντική θεραπεία», σύμφωνα με την οποία θεραπεία του μυαλού συνεπάγεται και θεραπεία πάσης νόσου και μαλακίας, διαπίστωσα ότι υπήρχαν ακόμα η «κβαντική συνείδηση», το «κβαντικό μυαλό» και φυσικά το «κβαντικό σώμα». Δεν παραξενεύτηκα όμως καθόλου, γιατί εφ’ όσον στην πρωτοποριακή αυτή κβαντική ιατρική, απαιτείται αλληλεπίδραση όλων των μερών του ανθρώπου, τόσο των σωματικών όσο και των ψυχικών ή νοητικών, δεν μπορεί παρά τα μέρη αυτά να είναι κβαντωμένα. Δεν είναι δυνατόν λ.χ η συνείδηση να είναι κβαντισμένη και το σώμα να είναι αυτό που είναι. Λογικά πρέπει και αυτό να λειτουργεί ανάλογα. Είναι αλήθεια, όμως, ότι αυτό το τελευταίο με ταλαιπώρησε αρκετά στο να το συλλάβω εννοιολογικά. Ώσπου, ως δια μαγείας έπεσε στα χέρια μου το τεύχος 76 του έγκυρου επιστημονικού περιοδικού «ΑΒΑΤΟΝ», με εκτενές αφιέρωμα στην νέα επιστήμη της «ΚΒΑΝΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ». Γούρλωσα τα μάτια από την έκπληξη και την καλή μου τύχη. Κάρμα το λένε με πληροφόρησε κάποια στενή φίλη, ξεφτέρι στο μεταφυσικό λεξιλόγιο.

Σύμφωνα λοιπόν, με τα λεγόμενα, στη σελ. 55, του εισηγητή της ιδιότυπης αυτής ιατρικής Deepak Chopra, περιώνυμου «καθηγητή» της κβαντικής ιατρικής και κβαντικής ψυχολογίας στα πανεπιστήμια του Harvard και Tufts, (παρεμπιπτόντως όσο και να έψαξα δεν τον βρήκα στους καταλόγους των σχολών αυτών), το «quantum body» δεν περιορίζεται από χρόνο και χώρο αλλά είναι μια δυναμική πραγματικότητα, ένα πεδίο που εκτείνεται προς πάσαν κατεύθυνση. Εδώ προς στιγμήν τρόμαξα και έτρεξα να κοιταχτώ στον καθρέφτη μπας και με τη σκέψη και μόνο το σώμα μου θα άρχιζε να ξεχειλώνει και να καταβροχθίζει βουλιμικά το χωρόχρονο. Ευτυχώς, τα πράγματα ήταν ακόμα ομαλά και η κυματοσυνάρτησή μου στη θέση της και μαζεμένη. Για σιγουριά δε, τη διπλασφάλισα με ακόμα μια παραμάνα.


Συνεχίζοντας παρακάτω ο συγγραφέας γίνεται περισσότερο διαφωτιστικός και μας αποκαλύπτει ότι με τη διείσδυση στο κβαντομηχανικό σώμα είναι δυνατόν να εισχωρήσουμε στη ίδια τη φύση του νου μας. Δηλαδή, μπορούμε να δούμε σε απευθείας μετάδοση τον μετασχηματισμό της ύλης σε πνεύμα, και του πνεύματος σε ύλη, και όλα αυτά σε συσκευασία του ενός. Μπροστά σ’ αυτή την προοπτική ομολογώ ότι έκλασα πάλι μέντες, γιατί δεν θα ήταν καθόλου ευχάριστο το θεσπέσιο σώμα μου να υφίστατο όλους αυτούς τους εξαντλητικούς μετασχηματισμούς, δηλαδή μια να μεταφέρεται στις εσχατιές του σύμπαντος, και μια να εξαερώνεται και να γίνεται νους και πίσω πάλι απ’ την αρχή. Άσε και που φοβόμουν την κυτταρίτιδα από τα πολλά σούρτα-φέρτα και πλύνε-βάλε.

Η έκπληξη όμως, το κερασάκι της τούρτας, βρισκόταν κρυμμένη στο τέλος της παραγράφου, όπου επί τέλους αποκαλυπτόταν η σύνδεση του σώματος με τη κβαντική φυσική. Έτσι όπως με κόπο διασαφήνισα τον χρησμό, ο Chopra θα πρέπει να εννοούσε ότι εφ όσον ο νους πέρα από κάθε αμφισβήτηση δημιουργεί την πραγματικότητά μας, και επειδή είναι εντελώς διακριβωμένο ότι και στην κβαντική θεωρία ο παρατηρητής, δηλαδή η συνείδησή του, δηλαδή το σώμα του, (εφ’ όσον η συνείδηση πρέπει να εδράζεται κάπου με υλική υπόσταση), δημιουργεί εξ ίσου την πραγματικότητά του, δεν μπορούμε παρά να θεωρήσουμε ότι και ο νους είναι κβαντικός. Και με τον ίδιο συλλογισμό και το σώμα και η συνείδηση πρέπει να είναι κβαντικά. Είναι αλήθεια ότι τέλειωσα το εμπνευσμένο αυτό κείμενο λίγο ζαλισμένη, αλλά εντελώς θαμπωμένη από τη λεπτότητα των συλλογισμών και την ακρίβεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Ένα κβαντικό κομψοτέχνημα!



Παρακάτω, στη σελίδα 56, αναπτύσσει σε πέντε σημεία, όχι την κβαντική συνείδηση όπως θα περίμενα, αλλά τη «συνείδηση των κβάντων». Εδώ είναι αλήθεια ότι με κόλλησε στον τοίχο, τόσο που λίγο έλειψε να βάλω φωτιά στο πτυχίο μου. Συγκεκριμένα αποφαίνεται ότι στον κόσμο των κβάντων, δηλαδή κάπου τρίτη πόρτα δεξιά, στον αστροδιάδρομο JW7S, δεν υπάρχουν υλικά πράγματα, ότι τα κβαντικά γεγονότα συμβαίνουν ταυτόχρονα σε διαφορετικά μέρη, ότι τα μόρια διακτινίζονται και παρ’ όλα αυτά συνεχίζουν το κουβεντολόι τους σαν να μην συνέβη τίποτε, ότι τα σωματίδια γενικώς πηδάνε, (μην πάει ο νους σας στο κακό), χωρίς να περπατάνε από το ένα μέρος στο άλλο, αλλά στο τέλος μας τα χαλάει αποδίδοντάς στα κβάντα υλική υπόσταση, μιας και τα θεωρεί ως τις δομικές μονάδες του σύμπαντος. Εκτός κι αν εννοεί ότι το σύμπαν δεν είναι Ύλη αλλά Νους, οπότε κι ερχόμαστε πάλι στα συγκαλά μας.

Συνεχίζοντας το παιχνιδάκι, και ευρισκόμενη σε μια ημι-τρανς κατάσταση, που εν μέρει δικαιολογείτο μετά από την πολύωρη περιήγησή μου στον κόσμο των κβάντων, ζήτησα πληροφορίες για τις σχέσεις της κβαντομηχανικής με ζητήματα θεολογικού περιεχομένου και για τις τελευταίες εξελίξεις στον τομέα αυτό, αν φυσικά υπήρχε. Σαν όραμα, είδα στο λήμμα «κβαντική θεολογία» να πετάγονται μπροστά στα μάτια μου σελίδες επί σελίδων, η μια μετά την άλλη ασταμάτητα. Και μετά, νάσου άλλες τόσες σελίδες στο «κβαντική προσευχή», και στο «κβαντικά θαύματα» επίσης. Στο τέλος δεν άντεξα και με τρεμάμενα χέρια, και την καρδιά να πάει να σπάσει από την αγωνία, κατάφερα να πληκτρολογήσω το «κβαντικός Θεός», περίεργη να δω αν η κβαντική θεωρία είχε πια φτάσει στο απόλυτο όριό της, το όριο όλων των πραγμάτων, την κβάντωση δηλαδή του ίδιου του απόλυτου, του ίδιου του Θεού. Και ώ του θαύματος, ΝΑΙ, ήταν εκεί, μπροστά μου όλη η πληροφορία, όλος ο θρίαμβος της ανθρώπινης διάνοιας. Η Επιστήμη ΝΑΙ είχε κατορθώσει να κβαντώσει ακόμα και τον Θεό!
Σύντομα όμως απογοητεύτηκα.


Με μια προσεκτικότερη ματιά και ύστερα από ενδελεχή ανάγνωση των αντίστοιχων σελίδων έβγαλα το συμπέρασμα ότι δεν επρόκειτο περί μιας νέας θεωρίας, αλλά ότι ο κβαντικός θεός δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ο κλασσικός, ο λιγότερο hi-tech θεός με τον οποίον μεγαλώσαμε, τοποθετημένος όμως στον κβαντικό κήπο της αβεβαιότητας, του δυϊσμού, της πιθανότητας και των άλλων φρούτων και φυτών. Κρίμα! Η νέα επιστημονική θεολογία παρά τον μεγάλο θόρυβο που κάνει και τις προσδοκίες που καλλιεργεί, εμμένει ακόμα στις ersatz αναλογίες, αντί στις hard core αποδείξεις.
Για ποιόν κβαντικό θεό μιλάτε αγαπητοί μου, αν δεν μπορείτε να μου δώσετε ένα τόσο δα νουμεράκι με την zero-point Ενέργεια του Θεού;

Τον ίδιο τοίχο συνάντησα όταν προσπάθησα να αποσαφηνίσω και το περιεχόμενο της κβαντικής προσευχής. Η μόνη εξήγηση που βρήκα ήταν ότι στον κβαντικό κόσμο που ζούμε όλες οι δραστηριότητες νομιμοποιούνται να φέρουν τον επιθετικό προσδιορισμό «κβαντικός», την οποία εξήγηση βρήκα άλλωστε πολύ λογική.


Έτσι, κατ’ αναλογία και τα παπούτσια που φοράμε μπορούμε να τα ονομάζουμε κβαντικά, καθώς και τα εσώρουχα και τα σπίτια και τα αλυσοπρίονα και τις πετονιές και ότι μας περάσει από τον νου. Πληκτρολογώντας λοιπόν το λήμμα «κβαντικό παπούτσι», το Google κάθε άλλο παρά σιωπηλό και αμήχανο έμεινε, το ίδιο και στο «κβαντικό σπίτι», και στο «κβαντικό καλάμι», στο δε «κβαντικό sex» το μηχανάκι χτύπησε κόκκινο! Τρελή από χαρά πληκτρολογούσα και πληκτρολογούσα όλο το απόγευμα και τη νύχτα όλη, μέχρι το άλλο το πρωί και με μάτια ορθάνοιχτα από έκπληξη δεν χόρταινα ν’ ανακαλύπτω τον θαυμαστό καινούργιο κόσμο που ως τότε παρέμενε στη σκιά.

Υπήρχαν βέβαια και πολλές ιστοσελίδες που απαντούσαν στα λήμματα «quantum quackery» και «quantum flapdoodle», αλλά μέσα στην ευφορία των ωρών, ποιος τους έδινε σημασία;

Όταν όμως στο λήμμα «quantum ass» το google αντί άλλων μου έκανε τη γνωστή χειρονομία με το μεσαίο δάχτυλο του χεριού τεντωμένο προς τα πάνω, τότε κατάλαβα ότι κάπου έπρεπε να σοβαρευτώ και να σταματήσω την περαιτέρω αναζήτηση εξηγήσεων.




Οι πίνακες είναι του Ολλανδού κβαντικού ζωγράφου Rob van Kooten

Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2008

Ο ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΑΣ: Ένας Manager του Καιρού μας


Στην λαϊκή φαντασία, μυθιστορία και εικονογραφία ο Επιστήμονας καταλαμβάνει μια θέση σχεδόν αγιογραφική. Φτωχός και λιτός στις επιλογές του, κατά κανόνα αντικαταναλωτικός, ατημέλητος, με ξεχειλωμένα πουλόβερ, φαρδιά παντελόνια που συγκρατούνται από τιράντες, ενίοτε και από τρίχινο σκοινί ή σπάγκο, τρύπιες κάλτσες και στραβοπατημένα παπούτσια, αξύριστος, για άνδρες και γυναίκες αδιακρίτως, αφηρημένος, ονειροπόλος, και τελικά συμπαθής.

Δεν νομίζω ότι η εικόνα αυτή ανταποκρίθηκε ποτέ σε κάποια πραγματικότητα, γιατί οι περισσότεροι από τους μεγάλους επιστήμονες που άφησαν εποχή, κάθε άλλο παρά φτωχή και ταπεινή ζωή είχαν στην εποχή τους. Μερικά τυχαία παραδείγματα που μου έρχονται στο νου είναι τα παρακάτω:

Ο Niels Bohr, ο πατέρας της Κβαντομηχανικής, καταγόταν από επιφανή οικογένεια τραπεζιτών της Κοπεγχάγης.
Ο Werner Heisenberg ήταν γιος καθηγητή του πανεπιστημίου του Μονάχου στον τομέα των Νέων Ελληνικών.
Ο Erwin Schroedinger ήταν γιος βοτανολόγου και εγγονός καθηγητή Χημείας στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης.
Ο Albert Einstein ήταν γιος εμπόρου και μηχανικού.
Ο Max Born ήταν γιος ανατόμου και εμβρυολόγου, και πάει λέγοντας αν πιάσουμε και τους πιο παλιούς όπως τον James Clerk Maxwell, James Watt, Gottfied Leibniz και πολλούς άλλους με κοινό χαρακτηριστικό το ακαδημαϊκό περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσαν.



Φυσικά υπήρχαν και άλλοι πολλοί προερχόμενοι από σεμνές και ταπεινές οικογένειες όπως ο Carl Friedrich Gauss ή ο πολυτάλαντος Thomas Edison, αλλά αυτό επιβεβαιώνει μάλλον τον κανόνα παρά τον ανατρέπει. Σίγουρα δεν συνηγορεί υπέρ της εικόνας που περιέγραψα στην αρχή αυτού του κειμένου.

Σήμερα βέβαια, περισσότερο παρά ποτέ, μια τέτοια περιγραφή κάθε άλλο παρά ευσταθεί. Ο επιστήμονας επ’ ουδενί είναι είδος διαφορετικό από τα άλλα κοινωνικά ζώα. Συμμετέχει μάλιστα με αξιοθαύμαστη προσαρμοστικότητα και επιτυχία στις κοινωνικές πρακτικές του καιρού μας.

Για να επιβιώσει σήμερα ένας επιστήμονας πρέπει να είναι πρωτίστως MANAGER με όλη τη σημασία του όρου, σβέλτος και Δημοσιοσχεσίτης.
Διότι,



1. Οφείλει να γνωρίζει ανά πάσα στιγμή, πού μοιράζεται το χρήμα ώστε να αποσπά τα απαραίτητα κονδύλια για τη χρηματοδότηση της έρευνας και της τσέπης του. Αυτό συμβαίνει σχεδόν σε παγκόσμιο επίπεδο και όχι μόνο στα καθ’ ημάς, που όντας κακότεχνοι αντιγραφείς ξένων πρακτικών γινόμαστε πάντα βασιλικότεροι του βασιλέως. Δηλαδή, σταματούμε παντελώς την τακτική χρηματοδότηση και εξαπολύουμε τους επιστήμονες δεξιά και αριστερά για ό,τι ξεροκόμματο ξεπερισσέψει από το μεγάλο φαγοπότι των Βρυξελλών ή των τοπικών επιτροπών.

2. Η απόσπαση κονδυλίων είναι τέχνη ζηλευτή και όχι για τον καθένα. Χρειάζεται πολύ σπρώξιμο για μια θέση σε κρατικές Επιτροπές, Συμβούλια, Κόμματα, Παραεπιτροπές και Παρασυμβούλια, πολύ ξόδεμα, πολύ αλισβερίσι, πολύς διαγκωνισμός, τελικά πολύ απ’ αυτό που ονομάζεται ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ.

3. Ο επιστήμονας του καιρού μας, οφείλει να διαχειρίζεται και να χειρίζεται καλά το ανθρώπινο δυναμικό το οποίο προσλαμβάνει από την όποια εκταμίευση των κονδυλίων, διότι κάποιος τελικά πρέπει να κάνει τη δουλειά σ’ αυτό τον τόπο. Το ανθρώπινο αυτό δυναμικό αποτελεί τη νέα υπερεκμεταλλευόμενη και υποαμοιβόμενη φυλή των μεταπτυχιακών. Το εντελώς σίγουρο είναι ότι μετά την ολοκλήρωση των σπουδών τους δεν θα έχουν καμιά τύχη στην εγχώρια αγορά εργασίας, πόσο μάλλον στη διεθνή. Οι μεταπτυχιακοί αποτελούν το κομμάτι -Κομπάρσος- στο θεατρικό έργο που λέγεται «Έρευνα στην Ελλάδα».


4. Ο Επιστήμονας για να είναι καλός Manager πρέπει να μπορεί να προσαρμόζεται ακαριαία στο τί τραβάει η αγορά και στις απαιτήσεις των χρηματοδοτών. Η επιστημονική αγορά έχει και αυτή τις μόδες της οι οποίες έρχονται από το πουθενά και εξαφανίζονται στο πουθενά επίσης. Πριν από 15 με 20 χρόνια γινότανε πανζουρλισμός με το ΧΑΟΣ. Σήμερα γίνεται του ΝΑΝΟ. Στο «άρτζι-μπούρτζι και λουλάς» που έλεγε και η γιαγιά μου. Μιλώντας για τώρα, ο manager πρέπει να έχει την ευελιξία και ευστροφία να χαρακτηρίζει σαν –nano οποιαδήποτε έρευνα έχει κατά νου. Ακόμα καλύτερα πετυχαίνει το nano-nothing, που είναι και το πλέον ευέλικτο.


5. Ο μεγάλος ανταγωνισμός για χρηματοδότηση, απαιτεί συν τοις άλλοις και παχιά βιογραφικά. Επειδή, όπως καταλαβαίνετε, ο χρόνος που μένει για έρευνα μετά τα ατέλειωτα σούρτα-φέρτα είναι μηδαμινός και ο στρατιές των μεταπτυχιακών σαν πρωτόβγαλτες στην πιάτσα, αρκετά αναποτελεσματικές, χρειάζονται καινούργια concepts παραγωγής τους. Ένα πολύ ευφυές σχέδιο, είναι αυτό του μαγικού πολλαπλασιασμού των εργασιών, «The inflationary curriculum vitae», (πληθωριστικό βιογραφικό), όπως το ονομάζω, τεχνική με την οποία μια επιστημονική εργασία με διάφορες μικρομεταβολές που υφίσταται μπορεί να αναβαπτίζεται πρωτότυπη και να αυγατίζει, δημοσιευόμενη εις το διηνεκές.

6. Και τέλος-τέλος, ανάμεσα στα άλλα πρέπει να έχει και φωτογένεια ώστε να μπορεί πού και πού να ποζάρει σε διαφημίσεις προϊόντων, όπως για παράδειγμα πολυτελών αυτοκινήτων, ώστε να εξοικονομεί και κανένα παραπανίσιο φράγκο για τις έρευνές του.

Oh my poor guy!


Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2008

ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ και ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΘΕΩΡΙΕΣ


Οι Επιστημονικές Θεωρίες θεμελιώνονται πάνω στο τεκμήριο της επαληθευσιμότητας, δηλαδή στη δυνατότητα επαλήθευσης των προτάσεών τους μέσω εμπειρικών παρατηρήσεων, ή στο κατά Popper κριτήριο της διαψευσιμότητας, όπερ σημαίνει ότι για να κατοχυρωθεί γνωστικά μια θεωρία θα πρέπει να επιτρέπει την ανά πάσα στιγμή διάψευσή της.

Η επιστημονική γνώση εξάγεται κυρίως από την παρατήρηση φαινομένων της πραγματικότητας, τις αιτίες των οποίων και τις μεταξύ τους αιτιώδεις σχέσεις επιχειρούν οι επιστημονικές θεωρίες να αναγάγουν σε ένα ή περισσότερα σύνολα νόμων, την προβλεπτική ικανότητα των οποίων καλείται να εμπεριστατώσει και πάλι η ίδια η φύση. Μία φυσική, λοιπόν, θεωρία η οποία μπορεί να εξηγήσει και να προβλέψει την εξέλιξη ενός φαινομένου θεωρείται έγκυρη. Εφ’όσον υπάρξει έστω και ένα φαινόμενο το οποίο δεν θα εξελιχθεί σύμφωνα με τους προβλεπόμενους νόμους, τότε η εν λόγω φυσική θεωρία είτε βελτιώνεται, είτε εγκαταλείπεται.

Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι μία φυσική θεωρία εδράζεται σε ένα σύνολο υποθέσεων οι οποίες αποτελούν ένα είδος προκαταρκτικής εξήγησης. Οι υποθέσεις αυτές συνάγονται από την παρατήρηση των φαινομένων, συσχετίζουν δοκιμαστικά τα φαινόμενα με ένα σύνολο αιτιωδών παραγόντων και στη συνέχεια ελέγχονται πειραματικά.

Όμως, όπως θα δείξω στη συνέχεια με διάφορα παραδείγματα η εκλογή
α) των αρχικών υποθέσεων
που θα χρησιμοποιηθούν για να οικοδομηθεί μια φυσική ή κοινωνική θεωρία (και οι οποίες υποθέσεις βρίσκονται εκτός του σώματος της θεωρίας και των στοιχειωδών κανόνων δόμησής της), καθώς επίσης
β) και των συγκεκριμένων φαινομένων που θα θεωρηθούν σαν υποψήφια για εξέταση και ερμηνεία, περιέχουν σε μεγάλο βαθμό το στοιχείο της υποκειμενικότητας και ως εκ τούτου οι ερευνητικές κατευθύνσεις και μερικές φορές τα συμπεράσματα φέρουν το πρόσημο της εποχής και του τρέχοντος ιδεολογικού προσανατολισμού της κοινωνίας. Αυτό σημαίνει ότι η κατεύθυνση προς την οποία θα κινηθεί ένας ερευνητής για να θεμελιώσει τη θεωρία που προτείνει, εξαρτάται κυρίως από τις προσωπικές του πεποιθήσεις οι οποίες τις περισσότερες φορές είναι και οι πεποιθήσεις (Ιδεολογία) από τις οποίες εμφορείται το υποσύνολο της κοινωνίας στο οποίο ανήκει τη δεδομένη ιστορική στιγμή. Οι πραγματικές επαναστάσεις στις επιστήμες συντελέστηκαν όχι μόνον όταν οι αρχικές υποθέσεις που διατυπώθηκαν ήταν εκτός του πνεύματος της εποχής τους, αλλά κυρίως όταν κατόρθωσαν να επιβιώσουν των αντιδράσεων και να πείσουν για την ορθότητά και την προβλεπτική τους ικανότητα.


Για του λόγου το αληθές θα παραθέσω στη συνέχεια τρία τέτοια χαρακτηριστικά παραδείγματα από την ιστορία των επιστημονικών θεωριών.

ΠΡΩΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ.
Εμφορούμενοι οι επιστήμονες του 19ου αιώνα από ιδέες περί ανταγωνιστικότητας και επιθετικότητας σαν αντανάκλαση των αγώνων στο κοινωνικό πεδίο (άγρια εκβιομηχάνιση, εξαθλίωση, υπερεκμετάλλευση, έλλειψη στοιχειώδους εργασιακής μέριμνας, αλλά και εκτεταμένες εξεγέρσεις το 1848 σε όλη την Ευρώπη), είχαν υιοθετήσει αβίαστα τη Δαρβίνεια θεωρία όπου η εξέλιξη είχε σαν προϋπόθεση την εξάλειψη των λιγότερο ανταγωνιστικών ειδών. Είναι γνωστό, ότι η αντίληψη αυτή απαντάται και στις κοινωνικές θεωρίες του σύγρονου του Δαρβίνου, Άγγλου κοινωνιολόγου Herbert Spencer. Για έναν και περισσότερους αιώνες οι επιστήμονες, βιολόγοι κυρίως, λόγω αφ’ενός των αδιαμφισβήτητων επιτυχιών της Δαρβίνειας θεωρίας και λόγω των αιματηρών Παγκόσμιων Πολέμων αφ’ ετέρου, συνέχιζαν να επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους και να φέρνουν στο φως κατά πλειονότητα σχέσεις ανταγωνιστικότητας σαν τις κυρίαρχες σχέσεις που ευθύνονται για την εξέλιξη των ειδών. Η μακροχρόνια, όμως ειρήνη που επικράτησε τα τελευταία χρόνια στη Δύση καθώς επίσης και η ανάμιξη πολλών διαφορετικών λαών και πολιτισμών που απαιτούσε άλλου είδους αντιμετώπιση, είχαν σαν αποτέλεσμα την υιοθέτηση ηπιότερων τύπων κοινωνικότητας, αλλά και τρόπων θέασης της φύσης και της κοινωνίας. Για πολλά χρόνια, οι επιστήμονες θεωρούσαν τη συμβίωση ένα σπάνιο γεγονός μικρής σημασίας για τα οικοσυστήματα και την εξέλιξη των ειδών. Τις τελευταίες όμως δεκαετίες, ένας τεράστιος αριθμός παρατηρήσεων και ορισμένες νέες θεωρίες, έχουν αλλάξει την αντίληψή τους για το ρόλο της συμβίωσης στη διαμόρφωση της ζωής. Φαινόμενα συνεργασιμότητας άρχισαν να ανακαλύπτονται ξαφνικά, και να προωθούνται ιδέες περί μιας συνεργατικής και όχι ανταγωνιστικής εξέλιξης στην κοινωνική συγκρότηση των ειδών. Η γλώσσα, π.χ., ο ρόλος των γυναικών, η χρήση των εργαλείων, η υιοθέτηση προηθικών κανόνων συμπεριφοράς, καθώς επίσης και η ικανότητα επίλυσης των διαφορών άρχισαν να ανατιμώνται και να αποκτούν βαρύνουσα σημασία.

ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ.
Η, για πολλούς αιώνες επίδραση της θεολογικής και μεταφυσικής σκέψης, (όπου ο άνθρωπος λόγω ακριβώς της πίστης ότι δημιουργήθηκε κατ΄ εικόνα και ομοίωση του Θεού δεν μπορούσε παρά να έχει πρωτεύουσα θέση στο σύμπαν και κατά συνέπεια και η Γη), είχε σαν αποτέλεσμα την αναζήτηση των αιτιωδών σχέσεων για την ερμηνεία της φύσης σε ετερόνομα πεδία, δηλαδή σε υπερβατικές οντότητες που ονομάζονταν κατά καιρούς Θεός, Ανώτερο Πνεύμα, ή οτιδήποτε άλλο. Το ότι η Γη έπρεπε να βρίσκεται οπωσδήποτε στο κέντρο του κόσμου και όλα τα ουράνια σώματα να περιστρέφονται τριγύρω της είχε σαν αποτέλεσμα ο Γαλιλαίος να εμφανιστεί αρκετά αργοπορημένα, εκεί γύρω στο 1610, οπότε και απέδειξε με το τηλεσκόπιό του ότι τα τέσσερα φεγγάρια του Δία περιστρέφονταν γύρω απ’αυτόν και όχι γύρω από τη Γη, και ότι οι περίτεχνες Πτολεμαϊκές κατασκευές δεν χρησίμευαν πλέον σε τίποτα. Επισημαίνουμε ότι το χαρακτηριστικό της μεταφυσικής σκέψης είναι ότι αναζητώνται τελικά αίτια και ότι το αποτέλεσμα προηγείται της αιτίας.

Φυσικά, ο Γαλιλαίος δεν ήταν ο πρώτος που υποστήριξε ότι η Γη δεν βρίσκεται στο κέντρο του σύμπαντος. Πριν απ΄αυτον υπήρχε ο Αρίσταρχος, Πυθαγόρειος μαθηματικός του 3ου π.χ αιώνα, ο οποίος και υποστήριξε μια ηλιοκεντρική κοσμολογία. Παρά ταύτα, η εποχή του δεν ήταν ακόμη έτοιμη να τη δεχτεί καθώς ήταν βυθισμένη, όχι σε κάποιο θεολογικό πνεύμα, αλλά σε κάτι αντίστοιχο, δηλαδή στην Πυθαγόρεια προκατάληψη των ουρανίων σφαιρών και μαθηματικών αρμονιών.

ΤΡΙΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ.
H αναζήτηση της αρμονίας στη φύση αρχίζει ήδη από την εποχή του Πυθαγόρα, ίσως και παλιότερα και συνεχίζεται ακλόνητη μέχρι σήμερα, όπως φαίνεται από την πίστη των θεωρητικών φυσικών ότι η τελική θεωρία ενοποίησης των τεσσάρων θεμελιωδών δυνάμεων μπορεί να αναχθεί σε ένα μικρό σύνολο κομψών εξισώσεων και ότι το σύμπαν ξεκίνησε από μια κατάσταση τέλειας συμμετρίας. Αυτό που ελπίζουν να αποδείξουν είναι ότι οι μυριάδες διαφοροποιήσεις που παρατηρούνται σήμερα δεν είναι πραγματικές αλλά τα κατακερματισμένα θραύσματα μιας αρχικής τέλειας ενότητας. Η πίστη αυτή, στην οποία κάλλιστα μπορεί να αναγνωρίσει κανείς μια λανθάνουσα χριστιανική χροιά, υπερβαίνει τις τρέχουσες αποδείξεις, μιας και, κατ’αρχήν, δεν υπάρχει κανείς λόγος το σύμπαν να μην έχει σχηματιστεί από ένα πλήθος αρχών και δυνάμεων και όχι από μια εξίσωση του τύπου ΔU=0.



Συνοψίζοντας, η αρχή της ανταγωνιστικότητας στη φύση, (πρώτο παράδειγμα), η εμμονή στο γεωκεντρικό μοντέλο (δεύτερο παράδειγμα) και η πίστη σε μια αρχική συμμετρία κατά τη γέννηση του σύμπαντος (τρίτο παράδειγμα) αποτελούν παραδείγματα αρχικών υποθέσεων για τη θεμελίωση αντίστοιχων θεωριών, υποθέσεων όμως που είναι έντονα προσδιορισμένες από κυρίαρχα κοινωνικά μοντέλα ή θρησκευτικές αντιλήψεις. Αν και ο επιστημονικός λόγος διακηρύσσει ότι στοχεύει αποκλειστικά στην ανεύρεση της αλήθειας, εν τούτοις αρκετές φορές παραμένει αγκυλωμένος σε ορισμένες αρχικές υποθέσεις, ακόμα και όταν η κατ’επαναληψιν διαδικασία επαλήθευσής τους δεν είναι ευνοϊκή γι’αυτές. Η αδράνεια εγκατάλειψης τους μετά τη χρεοκοπία τους, ακόμα και για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα δείχνει σε ποιο βαθμό ακόμα και η Επιστήμη μπορεί να παραμείνει δέσμια κυρίαρχων μοντέλων και κατευθύνσεων σκέψης, ενάντια στις βασικές της στοχεύσεις.

Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2008

ΜΕΤΡΗΣΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ κατά BELL



Ό,τι ακολουθεί αποτελεί ελεύθερη μετάφραση ενός πολύ απλού και κατατοπιστικού κειμένου από το πανεπιστήμιο του Τορόντο, το οποίο ολοκληρωμένο θα το βρείτε εδώ.

Στις μετρήσεις Bell αυτό που χρησιμοποιείται όλο κι όλο είναι ένας διαχωριστής δέσμης (beam-splitter), δηλαδή ένας ημιδιαφανής καθρέφτης ο οποίος αφήνει μισά από τα φωτόνια να περνούν και τα άλλα μισά να ανακλώνται.

Έστω ότι στέλνουμε στον καθρέφτη το ένα από τα πεπλεγμένα φωτόνια, που εδώ το ονομάζουμε (Ε1). Εν τω μεταξύ προετοιμάζουμε κι ένα άλλο φωτόνιο (Κ) με πόλωση στις 45 μοίρες, (αυτό που έχει η Alice στο κείμενο για την Τηλεμεταφορά) και το στέλνουμε στον καθρέφτη από την κάτω πλευρά, όπως φαίνεται στο σχήμα δεξιά. Επί πλέον, φροντίζουμε ώστε τα δυο φωτόνια να φτάσουν στην επιφάνεια του καθρέφτη ταυτόχρονα.



Τόσο το Ε1 φωτόνιο όσο και το Κ έχουν 50% πιθανότητα να ανακλαστούν και 50% να περάσουν στην άλλη πλευρά του καθρέφτη. Συνολικά υπάρχει 25% πιθανότητα να βρεθούν και τα δυο στην πάνω δεξιά μεριά του καθρέφτη και 25% πιθανότητα στην κάτω δεξιά. Δες το διπλανό σχήμα. Το τι από τις δυο αυτές εκδοχές θα συμβεί είναι εύκολο να το διαπιστώσουμε αν τοποθετήσουμε έναν ανιχνευτή στις κατάλληλες θέσεις. Έτσι, από την ένδειξη μπορούμε να γνωρίζουμε επ' ακριβώς την πορεία κάθε φωτονίου και το όλο σύστημα δεν έχει κβαντικό ενδιαφέρον.

Υπάρχει όμως και η άλλη περίπτωση. Είτε τα φωτόνια να περάσουν και τα δυό μέσα από τον καθρέφτη είτε να ανακλαστούν. Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν είναι δυνατόν να διαπιστώσουμε τι ακριβώς έχει συμβεί και τότε λέμε ότι τα φωτόνια έχουν γίνει entangled. Δηλαδή, δεν γνωρίζουμε αν το φωτόνιο που βλέπουμε για παράδειγμα πάνω δεξιά είναι το Ε1 που ανακλάστηκε ή το Κ που πέρασε μέσα από τον καθρέφτη. Αν κάνουμε το πείραμα με πολλά ζεύγη φωτονίων (Ε1 και Κ), θα διαπιστώσουμε ότι το 25% αυτών καταλήγει με το ένα φωτόνιο προς τα πάνω και με το άλλο προς τα κάτω, όπως στο σχήμα στ' αριστερά. Επίσης το ωραίο είναι ότι το φωτόνιο Ε1 βρίσκεται πάντοτε σε κατάσταση αντίθετης πόλωσης από ότι το Κ, δηλαδή σε -45 μοίρες, όπως ακριβώς συμβαίνει και στα πεπλεγμένα φωτόνια.


Στην μέτρηση Bell που κάνει η Alice στο "Τηλεμεταφορές ο Μήτσος" ανάμεσα στο δικό της φωτόνιο (1) και σ' αυτό που είναι ήδη πεπλεγμένο (2), υπάρχει μια πιθανότητα 25% να βγάλει την ίδια κυματοσυνάρτηση με το αρχικό ζεύγος των πεπλεγμένων φωτονίων (2,3). Όταν την πετύχει, δηλαδή όταν βρει το ένα φωτόνιο πάνω και το άλλο κάτω από τον καθρέφτη, σημαίνει ότι το μπλέξιμο έχει συντελεστεί και ότι τώρα το φωτόνιο (3) του Bob είναι ολόιδιο με το δικό της. Είναι λοιπόν καιρός να τον πάρει στο τηλέφωνο και να του το πει....
Ο ζωγράφος είναι ο Jacek Yerka

ΤΗΛΕΜΕΤΑΦΟΡΕΣ «Ο ΜΗΤΣΟΣ»





Η Τηλεμεταφορά, (Τeleportation), όπως το λέει και η λέξη, αποτελεί διαδικασία μεταφοράς της κατάστασης και των ιδιοτήτων, και ΟΧΙ του ιδίου του αντικειμένου σε κάποια άλλη μακρινή κατά προτίμηση ακτή. Στην τηλεμεταφορά δεν προβλέπεται μεταφορά ύλης παρά μόνον πληροφοριών. Επί πλέον, για όσους το επιχειρήσουν προβλέπεται ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ του αρχικού, προς τηλεμεταφορά, αντικειμένου, γιαυτό και χρειάζεται προσοχή. Όχι δεν εξαφανίζεται, δεν εξαερώνεται. Απλά περιπλέκεται με ένα άλλο σύστημα και χάνει την αρχική του κατάσταση. Γίνεται κάτι άλλο, κάτι το αδιευκρίνιστο.


Ας δούμε όμως τα πράγματα από πιο κοντά.

Η ιδέα είναι αρκετά πρόσφατη και ανήκει στον ταλαντούχο κύριο Charles Bennett από την IBM, ο οποίος για πρώτη φορά το 1993 πρότεινε στο (Bennett C. H. et al. “Teleporting an unknown quantum state via dual classic and Einstein-Podolsky-Rosen channels”, Phys. Rev. Lett. 70, p. 1895, 1993), ένα θεωρητικό σχήμα με το οποίο θα μπορούσε κάποιος να μεταφέρει την κβαντική κατάσταση (κυματοσυνάρτηση) ενός σωματιδίου σε ένα άλλο, υπό την προυπόθεση ότι η κατάσταση αυτή δεν θα γινόταν γνωστή καθ’ όλη τη διάρκεια του μετασχηματισμού. Γιατί; Θα το δείτε στην συνέχεια...

Στην παρουσίαση της ενδιαφέρουσας αυτής δυνατότητας και στην διατύπωση των σταδίων της θα ακολουθήσω σε γενικές γραμμές το πολύ καλογραμμένο άρθρο του Anton Zeillinger και των συνεργατών του από το πανεπιστήμιο της Βιέννης, όπως εμφανίστηκε στο περιοδικό Nature, Vol. 390, p. 575, 1997. Στο ίδιο αυτό άρθρο περιγράφεται και η πρώτη επιτυχής τηλεμεταφορά ενός πολωμένου φωτονίου.

Ο ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ

Ας υποθέσουμε ότι ο πομπός με το όνομα Alice έχει στην κατοχή του σε μια συγκεκριμένη κατάσταση φ1> ένα σωματίδιο το οποίο και θέλει να στείλει σαν δώρο, έτσι ακριβώς όπως είναι, στον δέκτη με το όνομα Bob. Θα μπορούσε φυσικά να το στείλει με έναν κλασικό τρόπο, για παράδειγμα με τα ΕΛΤΑ, αλλά επειδή υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να χαθεί, να καταστραφεί, ή το πιο πιθανό ν’ αργήσει να φτάσει θέλει να δοκιμάσει κάτι πιο σίγουρο, αξιόπιστο και αεροπλανικό. Ακόμα υπάρχει και η αρχή της αβεβαιότητας που δεν επιτρέπει στην Alice να κάνει ακριβείς μετρήσεις.

Η κατάσταση φ1> του σωματιδίου, στην γενική της μορφή, αν θυμάστε αποτελείται από υπέρθεση διαφόρων πιθανών ιδιοκαταστάσεων, σε κάποια από τις οποίες θα μπορούσε το σωματίδιο δυνητικά να βρεθεί, αν η Alice πήγαινε να κάνει μια μέτρηση και να στείλει το αποτέλεσμα της μέτρησης αυτής στον Bob. Στην πραγματικότητα όμως θα κατέστρεφε ολότελα την κυματοσυνάρτηση φ1> λόγω του προβλήματος της “wavefunction collapse”.

Έστω ότι η Alice έχει ένα φωτόνιο 1 το οποίο μπορεί να βρεθεί σε δυο μόνον καταστασεις, την 0> και την 1> που είναι και οι δυο δυνατές καταστάσεις πόλωσής του. Τότε, κατά τα γνωστά

φ1>=α 0> + β 1>

και μια μέτρηση από την Alice θα έδινε ένα φωτόνιο είτε στην 0> είτε στην 1> κατάσταση. (α και β είναι τα στατιστικά βάρη).




Εδώ ακριβώς έρχεται ο Bennett ο οποίος προτείνει την εισαγωγή στο παιχνίδι ενός ζεύγους πεπλεγμένων (entangled) φωτονίων εκ των οποίων το ένα έχει προσυμφωνηθεί να το πάρει η Alice και το άλλο ο Bob. Η κυματοσυνάρτηση του νέου αυτού ζεύγους φωτονίων 2 και 3, γράφεται κατά τα γνωστά σαν άθροισμα γινομένων του τύπου

φ23>=0.707 * ( 0>*1>+ 1>*0> )

Με τη βοήθεια μιας πειραματικής διαδικασίας που λέγεται «Μέτρηση των Καταστάσεων Bell» η Alice τώρα έχει τη δυνατότητα να πάρει το φωτόνιο 2 και να δημιουργήσει ένα καινούργιο πεπλεγμένο ζεύγος με το δικό της 1 το οποίο θέλει να στείλει. Ένα από τα τέσσερα πιθανά αποτελέσματα του πειράματος Bell, θα δώσει φωτόνια με κυματοσυνάρτηση φ12> που θα μοιάζει με την κυματοσυνάρτηση φ23> των δύο αρχικά πεπλεγμένων φωτονίων 2 και 3. Η Alice τότε μεταφέρει με κλασικό τρόπο, ας πούμε με το κινητό, στον Bob το αποτέλεσμα της μέτρησής της και τότε ο Bob αντιλαμβάνεται ότι το φωτόνιό του, το 3, είναι το ίδιο με το αρχικό 1 της Alice. Δηλαδή, και εδώ είναι το σημαντικό, δεν μπορεί να γίνει τηλεμεταφορά ακαριαία τη στιγμή που η Alice κάνει την μέτρηση Bell στο σύστημά της. Αν και το φωτόνιο του Bob αυτόματα λαμβάνει τα χαρακτηριστικά του αρχικού φωτονίου της Alice, εν τούτοις ο δέκτης δεν το γνωρίζει και πρέπει πρώτα να ειδοποιηθεί από τον πομπό για το αποτέλεσμα της μέτρησής του μέσα από κλασικό κανάλι.

Πολύ εύκολα αποδεικνύεται ότι αν τα πεπλεγμένα φωτόνια 1,2 της Alice έχουν κυματοσυνάρτηση της ιδίας μορφής με αυτή των πεπλεγμένων 2,3, τότε η κυματοσυνάρτηση του φωτονίου 3 που λαμβάνει ο Bob θα είναι ίση με την αρχική, φ1>, του φωτονίου 1 που είχε η Alice. Το κόλπο βασίζεται στο ότι σε ένα πεπλεγμένο ζεύγος το ένα εκ των δυο φωτονίων θα έχει αντίθετες ιδιότητες από το άλλο. Έτσι μιας και Alice έχει τα φωτόνια 1 και 2 πεπλεγμένα, το 2 θα είναι πάντοτε σε αντίθετη (ορθογώνια) κατάσταση από το 2. Επειδή το 2 φτιάχτηκε εξ αρχής σε αντίθετη κατάσταση με το 3, με το οποίο αποτελούσε πεπλεγμένο ζεύγος, συνεπάγεται ότι το φωτόνιο 3 του Bob θα είναι το ίδιο με το 1 της Alice.

φ3>=φ1>

που σημαίνει ότι με τον τρόπο αυτό η Alice κατάφερε να τηλεμεταφέρει ανέγγιχτη την κυματοσυνάρτηση του φωτονίου της στον Bob.



1) Η τηλεμεταφορά μπορεί να γίνει σε οποιαδήποτε αυθαίρετη απόσταση χωρίς να χρειάζεται να γνωρίζει η Alice που βρίσκεται ο Bob.
2) Η Alice δεν χρειάζεται επίσης, να γνωρίζει την κατάσταση του φωτονίου της, το οποίο είναι καλό για κάποιον που δεν μπορεί να κρατήσει μυστικά.
3) Μετά από επιτυχή τηλεμεταφορά το φωτόνιο της Alice βρίσκεται πεπλεγμένο οπότε δεν είναι διαθέσιμο στην αρχική του κατάσταση. Στην πραγματικότητα δεν έχουμε καμιά ιδέα γιαυτό.

Μετά από αυτά, τί άλλο μπορούμε να περιμένουμε; Πρώτα πρώτα θα ήταν πολύ σημαντικό να μπορούσαμε να μεταφέρουμε ιδιότητες ανάμεσα σε ανομοιογενή σωματίδια. Για παράδειγμα, η μεταφορά χαρακτηριστικών σωματιδίων με βραχύ χρόνο ζωής σε άλλα πιο σταθερά, θα μπορούσε να δημιουργήσει μνήμες όπου η πληροφορία των εισερχομένων φωτονίων θα μπορούσε να αποθηκευτεί σε παγιδευμένα ιόντα.

Αν και υπάρχει μεγάλη πρόοδος στην θεωρητική επεξεργασία του θέματος στην πρακτική εφαρμογή του υπάρχει μεγάλη υστέρηση, εξ αιτίας της δυσκολίας να παραχθούν με αξιοπιστία στο εργαστήριο πεπλεγμένα άτομα, σε αντίθεση με τα φωτόνια τα οποία παράγονται σωρηδόν. Έτσι, τα κοσμικά ταξίδια μπορούν ακόμα να περιμένουν.

Αποσυσχέτιση και το Πρόβλημα της Μέτρησης




DECOHERENCE


Η κατάσταση ενός κβαντικού συστήματος περιγράφεται από τη γνωστή σε όλους μας κυματοσυνάρτηση, Φ(ολ), η οποία σύμφωνα με ένα από τα αξιώματα της Κβαντομηχανικής μπορεί να παρασταθεί σαν υπέρθεση, (επαλληλία), ενός πλήρους ορθοκανονικού συστήματος ιδιοκαταστάσεων κάποιου ερμιτιανού τελεστή. (Μην φρικάρετε! Θα εξηγήσω παρακάτω). Κάθε μια από αυτές τις ιδιοκαταστάσεις, (φ1, φ2,...,φn) περιλαμβάνεται στο άθροισμα με διαφορετικό συντελεστή βαρύτητας, (C1, C2,…Cn), καθ’ όσον, όπως είναι φυσιολογικό δεν είναι όλες οι ιδιοκαταστάσεις στις οποίες αναπτύσσεται η κυματοσυνάρτηση ισοπίθανες.

Φ(ολ)=C1*φ1+C2*φ2+C3*φ3+C4*φ4+…+Cn*φn

Η ιδιότητα αυτή της υπέρθεσης προκύπτει από την γραμμικότητα της εξίσωσης του Schroedinger. Η ιδιοκατάσταση η οποία περιέχεται με το μεγαλύτερο βάρος στην υπέρθεση θα είναι και αυτή η οποία θα έχει και την μεγαλύτερη πιθανότητα Cn ^2 να εμφανιστεί κατά την μέτρηση και να πάρει την τιμή Οn, (όπου Οn μπορεί να είναι ενέργεια, θέση, ορμή, ή οποιοδήποτε άλλο παρατηρήσιμο μέγεθος Ο). Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι σε κάθε μέτρηση θα παίρνουμε και την ίδια τιμή. Αν κάνουμε την ίδια μέτρηση πολλές φορές σε ένα σύνολο πανομοιότυπων συστημάτων, και ΟΧΙ στο ΙΔΙΟ σύστημα, τότε θα πάρουμε μια κατανομή τιμών του φυσικού μεγέθους Ο, όπως υπαγορεύεται από τις τιμές των συντελεστών Cn. Εδώ χρειάζεται προσοχή να ξεκαθαρίσουμε ότι αν κάνουμε την μέτρηση στο ΙΔΙΟ σύστημα θα βρίσκουμε ΠΑΝΤΑ την ίδια τιμή με την αρχική.



Για να δώσουμε ένα παράδειγμα, ας υποθέσουμε ότι έχουμε ένα κόσμο τριών μόνον ιδιοκαταστάσεων, μιας μπλε, μιας κόκκινης και μιας κίτρινης. Και έστω ότι μάς βρίσκεται από κάπου ένα ύφασμα με χρώμα ροζ. Το χρώμα αυτό μπορεί να αναλυθεί στο σύστημα (βάση) των τριών καταστάσεων μπλε, κόκκινο και κίτρινο όπου τον μεγαλύτερο συντελεστή βαρύτητας θα τον έχει η κόκκινη κατάσταση, όπως μας λέει και η εμπειρία μας. Αν κάνουμε μια μέτρηση χρώματος στο ύφασμα αυτό, το σίγουρο είναι ότι δεν θα βρούμε το ροζ. Κανείς δεν γνωρίζει ποιο χρώμα θα βγει. Μπορεί το μπλε, μπορεί το κόκκινο, μπορεί και το κίτρινο. Φυσικά επειδή το ροζ είναι κοντύτερα στο κόκκινο, κατά τη μέτρηση έχουμε περισσότερες πιθανότητες να βρούμε το χρώμα αυτό. Αλλά δεν θα μας εξέπληττε αν βρίσκαμε και το κίτρινο. Σύμφωνα με την στατιστική ερμηνεία της κβαντομηχανικής, αν είχαμε πολλά πανομοιότυπα ροζ υφάσματα κάποια από αυτά, τα πιο πολλά, θα τα βρίσκαμε κόκκινα, κάποια μπλε και κάποια κίτρινα, τα λιγότερα φυσικά. Αν πάρουμε όμως ΕΝΑ ύφασμα και το μετρήσουμε και έστω το βρούμε μπλε, όσες φορές από δω και πέρα και να το μετράμε θα το βρίσκουμε πάντα μπλε. Αυτή είναι η περίφημη κατάρρευση (το κλείδωμα) της κυματοσυνάρτησης (wavefunction collapse).



Τώρα για να επανέλθουμε σε πιο απτά πράγματα, κάθε παρατηρούμενο μέγεθος (observable) σε ένα κβαντικό σύστημα, δηλαδή κάθε ποσότητα που είναι δυνατόν να μετρηθεί παριστάνεται, σύμφωνα με τον μαθηματικό φορμαλισμό της Κβαντικής Θεωρίας, σαν ένας ερμιτιανός τελεστής, δηλαδή σαν μια μήτρα διαστάσεων n x n η οποία και πρέπει, εξ ορισμού να έχει πραγματικές ιδιοτιμές. Δύο τέτοιοι πολύ γνωστοί τελεστές είναι ο τελεστής της Ορμής (Ρ) και ο τελεστής της Ενέργειας (Η). Οι ιδιοτιμές των τελεστών αυτών είναι οι δυνατές τιμές ορμής και ενέργειας του συστήματος. Οι ιδιοτιμές της ορμής είναι συνεχείς, ενώ της ενέργειας διακριτές, εξ’ ού και τα αξιαγάπητα κβάντα. Ένα σύστημα λοιπόν θα λέγεται κβαντικό αν παίρνει διακριτές τιμές στην ενέργειά του. Οι θέσεις και οι ορμές δεν είναι κβαντισμένες ποσότητες, αλλά συνεχείς. Δηλαδή λανθασμένα κάποιοι νομίζουν ότι ΟΛΑ στον κβαντικό κόσμο παίρνουν διακριτές τιμές, έχοντας σαν συνέπεια τα γνωστά επακόλουθα, όπως επί παραδείγματι τα ακαριαία άλματα των σωματιδίων από μια θέση εδώ, σε κάποια άλλη ξαφνικά κάπου αλλού και πάει λέγοντας στις αυθαιρεσίες.


Τα διανύσματα, τα οποία διαγωνοποιούν τους τελεστές αυτούς (οι οποίοι αντιστοιχούν όπως είπαμε σε μετρήσιμα μεγέθη) ονομάζονται ιδιοδιανύσματα ή ιδιοκαταστάσεις των τελεστών και αποτελούν τη βάση στην οποία μπορούμε να αναλύσουμε την τυχούσα κυματοσυνάρτηση ενός συστήματος, όπως είπαμε και στην αρχή. Έτσι, αν θέλουμε να βρούμε την ενέργεια ενός συστήματος, τότε μας συμφέρει να αναλύσουμε την κυματοσυνάρτησή του, Φ(ολ) στη βάση των ιδιοκαταστάσεων του τελεστή της ενέργειας. Αφού κάνουμε την μέτρηση, το σύστημα θα κάτσει σε μια απ’ αυτές τις ιδιοκαταστάσεις και θα πάρουμε μια τιμή ενέργειας στην οποία και θα αντιστοιχεί από εδώ και στο εξής.

Ως τα τώρα έχουμε δείξει ότι η μέτρηση μας αποκαλύπτει μόνο μια από όλες τις δυνητικές ιδιοκαταστάσεις του κβαντικού σωματιδίου, στην οποία και παραμένει μετά τη μέτρηση. Δηλαδή, αν ξανακάνουμε την ίδια μέτρηση το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο με το προηγούμενο. Το φαινόμενο της «κατάρρευσης της κυματοσυνάρτησης», προκάλεσε αλλά και συνεχίζει να προκαλεί αρκετό πονοκέφαλο, κυρίως, διότι δεν ξέρω πώς, κάποιοι (με πρώτο και καλύτερο τον von Neumann, αν και ο ίδιος Heisenberg δεν πήγε πίσω κάποια στιγμή), διέδωσαν φήμες ότι η κατάρρευση αυτή μπορεί να προκληθεί, άκουσον-άκουσον και από την ίδια τη ....Συνείδηση! Λίγο πολύ, δηλαδή έλεγαν ότι γενικώς η συνείδηση περιπλέκεται με το υπό μέτρηση σύστημα και ότι ανάλογα με τα κέφια του εγκεφάλου κληρώνει και το αποτέλεσμα. Αυτό, όμως που μας έκρυψαν ήταν πόση Συνείδηση εμπλέκεται, ένα κιλό, δύο κιλά....δύο και ένα τέταρτο; Από κει και πέρα το συμπέρασμα ότι η Συνείδηση δημιουργεί και την πραγματικότητα, το τόσο δημοφιλές σε πολλούς συγκαιρινούς μου, δεν είναι και πολύ μακριά. Φυσικά σήμερα, κανένας σοβαρός άνθρωπος δεν αναφέρεται σ’αυτήν την εκδοχή.


Για σκεφτείτε δηλαδή, ο κάθε εγκέφαλος που παρατηρεί το σύστημα να θέλει και κάτι άλλο να δει και το σύστημα για να κάνει τα χατίρια ολονών, στον μεν έναν να εμφανίζεται π.χ. πράσινο, στον δε άλλον κόκκινο, και στο τέλος όλοι αυτοί να συμφωνούν κι από πάνω; Και γιατί περικαλώ ο ανθρώπινος εγκέφαλος να είναι πιο προνομιούχος από τον εγκέφαλο του σκύλου μου, που αποδεδειγμένα έχει υψηλό I.Q., ή από τον εγκέφαλο της κατσαρίδας; Πού είναι γραμμένο αυτό; Σε πιο αξίωμα που μας ξέφυγε; Αχ, αυτός ο Θεός πόσο μας πρόσεξε! Ακόμα και την Κβαντομηχανική για μάς την έφτιαξε, για να μας δείξει πόσο ανώτεροι είμαστε μέσα στο κοσμικό κοτέτσι!

Φυσικά, από κανενός το μυαλό δεν πέρασε ότι τις μετρήσεις, την σήμερον ημέραν, δεν χρειάζεται να τις κάνουμε εμείς με τα χεράκια μας, Δόξα τον Γιαραμπή, τις μετρήσεις τις κάνουν κάτι μηχανάκια που λέγονται computers, εκτός και αν τραβήξουμε το κορδόνι πολύ πιο μακριά, ας πούμε μέχρι το Δαφνί, και υποστηρίξουμε ότι ο υπολογιστής ναι μεν παίρνει τις μετρήσεις, αλλά αυτός που τις διαβάζει τελικά από την οθόνη και δεν είναι η κατσαρίδα, γιατί αυτή δεν ξέρει ακόμα ανάγνωση, είναι αυτός ο ίδιος ο πειραματικός ο οποίος και τελικά προκαλεί την κατάρρευση της κυματοσυνάρτησης. Τώρα που το καλοσκέφτομαι, αυτός θα ήταν ένας άλλος σοβαρός λόγος για να πάψουμε να διαβάζουμε.



Επειδή η Φυσική, ευτυχώς, μπορεί ακόμα να θεωρείται Επιστήμη με την αυστηρή έννοια του όρου και να μην δέχεται τις αναλογίες και τις μεταφορές σαν εξηγήσεις, η περιγραφή της μέτρησης σαν διαδικασία κατάρρευσης της κυματοσυνάρτησης φαινόταν στα μάτια πολλών σαν άλλα «φούμαρα και κούμαρα». Στο ερώτημα «Πώς γίνεται αυτή η διαδικασία; Τί μεσολαβεί, ώστε το σύστημα από όλες τις δυνατές του καταστάσεις να εμφανίζεται εντελώς τυχαία μόνο με τη μια;», την απάντηση την έδωσε ή πλησίασε στο να τη δώσει η Θεωρία της Αποσυσχέτισης, (Theory of Decoherence) που παρουσιάσαμε εν μέρει στο κείμενο «Κβαντικό Μπλέξιμο και Ξεμπλέξιμο».

Όσο δεν επεμβαίνουμε στο σύστημα με την μέτρηση, η κατάστασή του όντως αντιστοιχεί σε μια υπέρθεση των ιδιοκαταστάσεών του. Αυτό φαίνεται πολύ καθαρά στο παράδειγμα των δύο σχισμών. Εδώ, η κυματοσυνάρτηση του κάθε ηλεκτρονίου περιέχει, αναλύεται σε δύο ιδιοκαταστάσεις, με τη μία εξ αυτών να αναφέρεται στο πέρασμα από τη μία σχισμή και την δεύτερη, στο πέρασμα από την άλλη. Οι κροσσοί συμβολής που παίρνουμε στην οθόνη από πίσω, δεν είναι τίποτε άλλο παρά η σφραγίδα της ολικής κυματοσυνάρτησης του ηλεκτρονίου που εκδηλώνεται σαν υπέρθεση δυο εξ ίσου πιθανών ιδιοκαταστάσεων.



Είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι όλο αυτό το πανηγύρι έχει τις ρίζες του, στο άλλο μεγάλο αξίωμα της Κβαντομηχανικής που μιλάει για την μη-δυνατότητα διάκρισης ομοίων σωματιδίων, (indistinguishability). Δηλαδή, αδυνατούμε να τα ονοματίσουμε και να προσδιορίσουμε ποιο ηλεκτρόνιο, για παράδειγμα, πέρασε από πού. Για τους λόγους που παρουσιάσαμε στο «Κβαντικό Μπλέξιμο και Ξεμπλέξιμο», μόλις πάει το περιβάλλον να παρέμβει στην αταραξία του ηλεκτρονίου, (είτε σαν συσκευή μέτρησης είτε σαν άλλο ξένο σωματίδιο που πέρασε από τη γειτονιά), κάθε μια από τις δυο ιδιοκαταστάσεις του, δημιουργεί ξεχωριστά πεπλεγμένη κατάσταση με αυτό. Το αποτέλεσμα είναι ότι χάνεται η συσχέτιση των φάσεών τους και παύουν να συμβάλουν. Τότε το κάθε σωματίδιο βρίσκεται σε μια και μόνο ιδιοκατάσταση, δηλαδή γνωρίζουμε ότι περνάει από τη μία ή από την άλλη σχισμή και στην οθόνη από πίσω βλέπουμε μόνο δυο φωτεινές ταινίες και όχι κροσσούς συμβολής.



Η αποσυσχέτιση στα ΜΑΚΡΟΣΚΟΠΙΚΑ σώματα είναι ένα εκπληκτικά γρήγορο φαινόμενο, με χρόνους πρακτικά μη μετρήσιμους. Τούτο, έχει να κάνει με τον τεράστιο αριθμό βαθμών ελευθερίας που έχουν. Αντίθετα στα ΜΙΚΡΟΣΚΟΠΙΚΑ σωμάτια, ο χρόνος αυτός είναι πολύ μεγάλος ώστε, όπως είδαμε στα ηλεκτρόνια, να παρατηρείται η υπέρθεση ιδιοκαταστάσεων που δεν είναι άλλη από το φαινόμενο συμβολής.

Παρά ταύτα ομάδες επιστημόνων σε διάφορα εργαστήρια ανά τον κόσμο (Νew Scientist 27 October 2000), έχουν κατορθώσει να καθυστερήσουν την αποσυσχέτιση των ιδιοκαταστάσεων και σε ένα μακροσκοπικό σώμα, τόσο ώστε να την παρατηρήσουν. Δηλαδή μπόρεσαν ν’ απομονώσουν ένα σύστημα που να βρίσκεται ταυτόχρονα και στη μια και στην άλλη κατάσταση, ώστε να δούν την περιβόητη «γάτα» και ζωντανή και νεκρή. Σε ένα υπεραγώγιμο δαχτυλίδι της τάξεως των 0.0001-0.0100 εκατοστών (που θεωρείται 2 με 4 τάξεις μεγέθους μεγαλύτερο από τον ατομικό κόσμο), συνδεδεμένο με μια επαφή Josephson, παρατηρήθηκε ρεύμα που προέκυψε από την υπέρθεση δύο ρευμάτων και προς την μια φορά και προς την άλλη. Τί σημαίνει αυτό; Ότι πηγαίνουμε κοντύτερα στον Κβαντικό Υπολογιστή, με τα παραπάνω δαχτυλίδια να αποτελούν τις στοιχειώδεις υπολογιστικές μονάδες, όπως ακριβώς συμβαίνει σήμερα στους κλασικούς με τα τρανζίστορς. Αρκετές τέτοιες υπεραγώγιμες μονάδες είναι δυνατόν να αναπτυχθούν σ’ ένα chip ώστε ν’ αποτελέσουν ολοκληρωμένο κύκλωμα. Το φαινόμενο όμως της αποσυσχέτισης (decoherence) είναι τόσο έντονο που δεν επιτρέπει στα κυκλώματα να λειτουργήσουν με τρόπο κβαντικό για κάποιο μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ώστε να έχει και πρακτικές εφαρμογές.

Όμως, η προσπάθεια συνεχίζεται....

Ο πρώτος πίνακας είναι του Πολωνού ζωγράφου Jacek Yerka. Ο δεύτερος δεν χρειάζεται συστάσεις. Οι επόμενοι έξι πίνακες είναι του Καναδού ζωγράφου Rob Gonsalves