Δευτέρα 14 Απριλίου 2008

Η Αναπαραγωγή των Κονίκλων και ο Δρόμος προς το ΧΑΟΣ


-ΕΙΔΙΚΗ ΠΑΣΧΑΛΙΝΗ ΕΚΔΟΣΗ-

Το Χάος, έχει εισχωρήσει για τα καλά στο καθημερινό λεξιλόγιο εσχάτως, όχι όμως με τον τρόπο που γινόταν ανέκαθεν, δηλαδή σαν ένδειξη μιας καθολικής ακαταστασίας, αλλά έχοντας φιλοδοξίες σαφώς μεγαλύτερες, εισβάλλει σαν έννοια πλέον, που με υπερτονισμένο το μαθηματικό/φυσικό της υπόβαθρο διεκδικεί ταυτόχρονα και την ερμηνεία, πέρα από την απλή ονομασία ή περιγραφή, μιας οποιασδήποτε πολύπλοκης πραγματικότητας. Φυσικά κουτσή.

Δε λέω, είναι μια πολύ πιασάρικη λέξη που, [μιας και την ουσία της, από αυτούς που την κακοποιούν στα γενικά ακροατήρια, ουδείς σχεδόν κατανοεί], αποτελεί ένα βολικό super-duper πασπαρτού για την εξήγηση των πιο αλλόκοτων και δυσνόητων φαινομένων, δια της εφαρμογής της ομοιοπαθητικής μεθόδου: ερμηνεία του ακατανόητου μέσω μιας εξ ίσου ακατανόητης μεθόδου.

Σήμερα όμως σκοπεύω να διαλύσω αυτές τις τόσο βολικές ομίχλες και να αφηγηθώ ένα πολύ απλό σενάριο το οποίο περιέχει αρκετά από τα βασικά συστατικά στοιχεία της θεωρίας του Χάους, και το οποίο προέρχεται από την ζωή των κουνελιών, δηλαδή από τον θαυμαστό και πολύ περίεργο τρόπο με τον οποίον αναπαράγονται.


Η Δημογραφική Εξίσωση (LOGISTIC MAP)

Ας ξεκινήσουμε από την παρακάτω πολύ απλή εξίσωση

όπου οι μεταβλητές


xn και xn+1
δηλώνουν τους κουνελο-πληθυσμούς κατά τους χρόνους n και n+1, αντίστοιχα, και τους οποίους για χάριν ευκολίας, ας υποθέσουμε ότι παίρνουν τιμές μόνο μεταξύ 0 και 1.

r
είναι ένα θετικός πραγματικός αριθμός που αντιπροσωπεύει τον ρυθμό αναπαραγωγής τους, δηλαδή, τον αριθμό κουνελιών ανά έτος.

Η εξίσωση αυτή, (γνωστή και σαν δημογραφική εξίσωση), μας δείχνει ότι ο πληθυσμός των κουνελιών κατά τον χρόνο (n+1), που αναπαρίσταται στο αριστερό μέλος της εξίσωσης ως (xn+1), εξαρτάται


1) από τον πληθυσμό κατά τον προηγούμενο χρόνο (xn),

2) από τον ρυθμό αναπαραγωγής τους, (r), αλλά και

3) από έναν παράγοντα (1-xn), που δηλώνει την ελάττωση που επέρχεται στον optimum αριθμό των κουνελιών που μπορεί να εκθρέψει το δεδομένο περιβάλλον, (και είναι ίσος με 1), λόγω προκύπτοντος υπερπληθυσμού.

Έτσι,
για να βρούμε τον αριθμό των κουνελιών τον πρώτο χρόνο n=1, δίνουμε μια αυθαίρετη τιμή (πάντα ανάμεσα στο 0 και το 1) στον αρχικό πληθυσμό, (x0), κατά τον χρόνο n=0. Έστω 0.3. Υποθέτουμε, επίσης, μια τιμή θετική για τον ρυθμό αναπαραγωγής r, (ανάμεσα στο 0 και το 4 όπως θα δούμε παρακάτω) και υπολογίζουμε με ένα pocket calculator την παράσταση που βρίσκεται στο δεξί μέλος της εξίσωσης. Ό,τι προκύψει για τον πληθυσμό στον πρώτο χρόνο, το αντικαθιστούμε πίσω στο δεξί μέλος, στο xn, και κάνοντας τις πράξεις με το ίδιο r, παίρνουμε τον πληθυσμό κατά τον δεύτερο χρόνο. Αυτό επαναλαμβάνεται αρκετές φορές μέχρι ότου ο τελικός πληθυσμός σταθεροποιηθεί σε μια τιμή, έτσι ώστε με μια επί πλέον επανάληψη, δηλαδή την επόμενη χρονιά, ο πληθυσμός να μην αλλάζει. Ή να σταθεροποιείται σε ένα σύνολο τιμών που τις επόμενες χρονιές να παραμένουν οι ίδιες.


Η έκπληξη είναι ότι, (και εδώ μπαίνουμε στα χωράφια του Χάους), ο πληθυσμός των κουνελιών μετά από πολλές επαναλήψεις, μπορεί να σταθεροποιηθεί σε μια τιμή, μπορεί σε 2, μπορεί σε 4 , ή σε 1024 ή σε οποιαδήποτε απρόβλεπτη τιμή ανάλογα με την τιμή της μεταβλητής r, δηλαδή ανάλογα με τον ρυθμό αναπαραγωγής και μόνο, και ανεξάρτητα από την υπόθεση που κάναμε για τον αρχικό πληθυσμό εκκίνησης, x0.


ΟΛΑ ΕΞΑΡΤΩΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΙΜΗ ΤΟΥ r, ΤΟΥ ΡΥΘΜΟΥ ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗΣ


Αν τοποθετήσουμε σε ένα διάγραμμα τις τιμές του r στον άξονα των x και τους τελικούς πληθυσμούς στον άξονα των y, τότε προκύπτει το πολύ πολύπλοκο διάγραμμα της επόμενης εικόνας, που ονομάζεται BIFURCATION diagram και το οποίο είναι ένα ακριβές αποτύπωμα της αναπαραγωγικής ή και σεξουαλικής συμπεριφοράς των συμπαθών τετραπόδων.




Έτσι, αν ο ρυθμός αναπαραγωγής r, είναι


1. ανάμεσα στο 0 και το 1, τότε μετά από μερικά χρόνια δεν θα έχει μείνει κανένα κουνέλι στο κοτέτσι.

2. ανάμεσα στο 1 και το 2, τότε ο πληθυσμός γρήγορα θα σταθεροποιηθεί σε μια τιμή, την (r-1)/r, ανεξάρτητα πάντα από τον αρχικό πληθυσμό. Δηλαδή ο κουνελοπληθυσμός είναι προβλέψιμος.

3. ανάμεσα στο 2 και το 3 τότε ο πληθυσμός θα σταθεροποιηθεί μετά από κάποιες αρχικές ταλαντώσεις στην τιμή (r-1)/r, όπως και προηγουμένως, ενώ για το r=3 η σύγκλιση είναι πάρα πολύ αργή.


Ως εδώ ΔΕΝ παρατηρούμε κάποια ένδειξη Χάους. Οι πληθυσμοί είναι προβλέψιμοι. Τα πράγματα αρχίζουν να γίνονται ενδιαφέροντα όταν ο ρυθμός αναπαραγωγής αρχίσει να παίρνει τιμές μεγαλύτερες του 3.


4. ανάμεσα στο 3 και το 3.449489 (στο περίπου), τότε μετά από κάμποσα χρόνια ο πληθυσμός των κουνελιών ταλαντώνεται σταθερά και προβλέψιμα ανάμεσα σε δύο τιμές, A και Β, εναλλάξ.

5. ανάμεσα στο 3.449489 και το 3.54 (στο περίπου), ο κουνελο-πληθυσμός μετά από χρόνια ταλαντώνεται ανάμεσα σε τέσσερεις διαδοχικές τιμές.

6. μεγαλύτερος του 3.54 ο πληθυσμός μπορεί να παίρνει μια από 8 πιθανές τιμές, για λίγο μεγαλύτερο r μπορεί να σταθεροποιείται σε μια από 16, ή 32, κ.ο.κ. τιμές. Το μήκος των διαστημάτων μεταβολής του r που δίνει τον ίδιο αριθμό πιθανών πληθυσμών, μικραίνει δραματικά, αλλά ο λόγος δυο διαδοχικών διαστημάτων είναι σταθερός, ίσος με δ=4.669, ονομάζεται σταθερά του Feigenbaum και θεωρείται μια από τις παγκόσμιες σταθερές.


Όλα αυτά συμβαίνουν εφ' όσον το r παίρνει τιμές μικρότερες του 3.57 (στο περίπου).



Η κατάσταση που μόλις περιγράψαμε και όπου για κάθε νέο διάστημα τιμών του r, διπλασιάζεται ο αριθμός των πιθανών τιμών στις οποίες μπορεί να σταθεροποιηθεί ο κουνελο-πληθυσμός, ονομάζεται period doubling cascade, και όταν παρατηρείται σε ένα δυναμικό σύστημα είναι σίγουρο ότι αυτό γρήγορα θα βρεί το δρόμο για το Χάος.

7. Το ΧΑΟΣ αρχίζει για r μεγαλύτερο του 3.57 όπου μια απειροελάχιστη μεταβολή του σε κάποιο δεκαδικό ψηφίο, επιφέρει δραματικές αλλαγές. Δηλαδή, το σύστημα μπορεί να κάτσει σε οποιαδήποτε τιμή, (ο αριθμός των κουνελιών μπορεί να πάρει οποιαδήποτε τιμή), η οποία θα είναι τελείως διαφορετική αν ο ρυθμός αναπαραγωγής μεταβληθεί κατά μια απειροελάχιστη ποσότητα, δηλαδή έστω και στο 15ο δεκαδικό ψηφίο, για παράδειγμα.


Εδώ φαίνεται αυτό που λέγεται για το Χάος, ότι δηλαδή, είναι πολύ ευαίσθητο στις αρχικές συνθήκες.

8. Οι περισσότερες τιμές πέρα από το r=3.57 δίνουν απρόβλεπτη, ΧΑΟΤΙΚΗ συμπεριφορά, δηλαδή κάθε επόμενη χρονιά ο πληθυσμός μπορεί να είναι ο οποιοσδήποτε. Παρ' όλα αυτά, υπάρχουν ακόμα κάποιες περιοχές τιμών όπου το σύστημα εμφανίζει ΜΗ-ΧΑΟΤΙΚΗ συμπεριφορά. Αυτές οι περιοχές αντιστοιχούν στις λευκές ταινίες στο διάγραμμα της προηγούμενης εικόνας και ονομάζονται νησίδες σταθερότητας (islands of stability).


Οι περιοχές αυτές δείχνουν καθαρά πώς μπορεί ένα σύστημα που συμπεριφέρεται εντελώς χαοτικά, για μια μικρή αλλαγή των αρχικών συνθηκών του να γίνει και πάλι κανονικό και εύτακτο. Δηλαδή οι πληθυσμοί να ταλαντώνονται ανάμεσα σε δυο, ή τρεις ή πέντε τιμές και να είναι προβλέψιμοι από χρονιά σε χρονιά.


Το μοντέλο σταματάει μέχρι το r=4. Για μεγαλύτερες τιμές το σύστημα αποκλίνει. Και δεν ασχολούμαστε πλέον.


Όλα όσα είπαμε από το 1-7, μπορείτε να τα αναγνωρίσετε στην παραπάνω εικόνα, η οποία παρεμπιπτόντως είναι fractal, διότι με αυτά που είπαμε σε μια προηγούμενη ανάρτηση αν κάνετε μια μεγέθυνση ενός κομματιού του διαγράμματος, η εικόνα που θα προκύψει θα είναι ακριβώς ίδια με αυτή που βλέπετε τώρα. Την ιδιότητα αυτή την ονομάσαμε Αυτο-ομοιότητα και όπως βλέπουμε εδώ χαρακτηρίζει όλα τα Χαοτικά συστήματα.


Τι μάθαμε λοιπόν ως εδώ;

Α) Η χαοτική συμπεριφορά, δηλαδή η παντελής έλλειψη προβλεψιμότητας στον τελικό πληθυσμό συμβαίνει μετά από έναν καταιγιστικό ΔΙΠΛΑΣΙΑΣΜΟ των πιθανών αποτελεσμάτων, period doubling). Δηλαδή από μια προβλέψιμη τιμή του πληθυσμού, πηγαίνουμε σε 2 δυνατές τιμές του πληθυσμού, μετά σε 4, μετά σε 16, 32, κ.ο.κ, όσο αυξάνει ο ρυθμός αναπαραγωγής.

Β) Υπάρχουν περιοχές τάξης (δηλαδή προβλεψιμότητας) μέσα σε καθαρά χαοτικές περιοχές,

Γ) Το bifurcation διάγραμμα που παίρνουμε έχει φρακταλική δομή (αυτο-ομοιότητα).

Δ) Το χάος είναι πολύ ευαίσθητο στις αρχικές συνθήκες, (ειδικά για r ανάμεσα στο 3.57 και το 4).



ΥΓ. Όλα τα παραπάνω μπορείτε να τα βρείτε στο:http://en.wikipedia.org/wiki/Logistic_map

Σάββατο 12 Απριλίου 2008

Φυλακής Εγκώμιον....


Δεν χωρά αμφιβολία ότι οι ευρέως διαδεδομένες ρήσεις «της φυλακής τα σίδερα είναι για τους λεβέντες» και «όσο βαριά είναι τα σίδερα, είναι η καρδιά μου σήμερα», (για να πάρουμε μόνο ένα χαρακτηριστικό δείγμα), στοχεύουν στο να καταδείξουν, άμεσα ή έμμεσα, το αβάσταχτο βάρος του εγκλεισμού σε σιδηρόφρακτα δωμάτια. Είναι όμως ο εγκλεισμός τόσο βαρύς όσο φημολογείται;

Απ’ όσα έχω καταλάβει μέχρι σήμερα, μπορώ να πω με βεβαιότητα σχεδόν, ότι για ένα οποιοδήποτε γεγονός δεν υπάρχει μια και μόνη αλήθεια, μια και μόνη οπτική. Όπως και ότι δεν υπάρχουν μοναδικές εξηγήσεις, μοναδικές αιτίες και μοναδικές αξιολογήσεις για ο,τιδήποτε υπάρχει ή συμβαίνει. Έτσι κάθε γεγονός μπορεί να ερμηνευτεί με διαφορετικούς τρόπους και η αλήθεια να αποδοθεί με διαφορετικές εκδοχές. Σύμφωνα, λοιπόν, μ’ αυτή τη στέρεη συλλογιστική, κάθε κατάσταση δεν μπορεί να είναι μόνο καλή ή μόνο κακή, και τούτο ανεξάρτητα από το αξιολογικό περιεχόμενο που αποδίδεται στις έννοιες Καλό-Κακό.

Αν εφαρμόσουμε όλα τα ανωτέρω στην περίπτωση στέρησης της ατομικής ελευθερίας παραβάτη τινός, δια της φυλακίσεώς του σε θεσμοθετημένο σωφρονιστικό ίδρυμα, τότε μπορούμε, με όχι πολύπλοκη σκέψη, να απαριθμήσουμε ικανό αριθμό όχι μόνον μειονεκτημάτων που είναι το σύνηθες και το τετριμμένο, αλλά και ένα πλήθος πλεονεκτημάτων.

Ας προσπαθήσουμε λοιπόν!

1. Και μόνον ο επιθετικός προσδιορισμός «λεβέντης», όπως φαίνεται από την πρώτη ρήση που παρέθεσα στην αρχή του σημειώματος αυτού, καθώς και το κλέος που τον συνοδεύει, μπορούν να σταθούν ικανά ώστε να κάνουν κάποιο να επιζητήσει τον εγκλεισμό. Άλλωστε είναι πάμπολλα τα παραδείγματα εξύμνησης των παραβατών και των κοινωνικώς αποκλινόντων, τόσο στην εγχώρια όσο και στην παγκόσμια υψηλή λογοτεχνία. Να είστε σίγουροι ότι κανείς φτασμένος λογοτέχνης δεν θα διακινδύνευε τη φήμη του για να καταπιαστεί και να εξυμνήσει κάτι τις το ασήμαντο.


2. Η φυλακή κάθε άλλο παρά συνυφασμένη με την απομόνωση είναι. Αντιθέτως αποτελεί έναν ιδιαίτερο κοινωνικό χώρο πολύ πιο πλούσιο σε εμπειρίες και πολύ πιο ενδιαφέροντα από αυτούς τους ανιαρούς και προβλέψιμους χώρους όπου έχουμε συνηθίσει να περιφερόμαστε και οι οποίοι ενίοτε μας φέρνουν σε κατάσταση ναυτίας με την αφόρητη κοινοτοπία τους, την καθηλωτική τους επίδραση, την έλλειψη δράσης, την ομοιομορφία τους, την ελαφρότητά τους, την ομφαλοσκόπηση και την ύπνωση που προκαλούν.

Ο συγχρωτισμός με κάθε λογής συνεγκλείστους αποτελεί δίχως άλλο, πολύτιμη ευκαιρία για συλλογή και καταγραφή μοναδικών εμπειριών από ανθρώπους που τόλμησαν, (άλλο αν τελικά έχασαν), να δώσουν πρωτότυπες λύσεις σε προβλήματα που αντιμετώπιζαν. Ο παραχαράκτης, ο ληστής, ο κλέφτης, ο φονιάς αποτελούν περιπτώσεις ατρόμητων και ευφάνταστων ανθρώπων που κατάφεραν να περάσουν τη διαχωριστική γραμμή, (αυτήν της νομιμότητας), πράξη που ούτε στ’ όνειρό τους δεν θα τολμούσαν να κάνουν τα πλήθη των φοβισμένων μικροαστών. Εξ’ ου και ο χαρακτηρισμός «λεβέντης» που τους απέδωσε, σα φόρο τιμής, η γνήσια λαϊκή λαλιά.

3. Το πλούσιο και καινοφανές αυτό περιβάλλον δεν θα μπορούσε παρά να πυροδοτήσει τη φαντασία και το δημιουργικό οίστρο κάποιου επίδοξου συγγραφέα, περίπτωση που θα την ζήλευαν πολλοί άλλοι με παρόμοιες φιλοδοξίες, καταδικασμένοι όμως να παραμένουν έγκλειστοι σε υπνωτικά προάστια.

4. Η φυλακή δίνει τη δυνατότητα στον έγκλειστο να αποδώσει νέα περιεχόμενα στις έννοιες του χώρου και του χρόνου. Ο μεν χώρος αναγκαστικά συστέλλεται, ο χρόνος όμως από την άλλη διαστέλλεται σημαντικά, γεγονός που αποτελεί μείζον πλεονέκτημα, αρκεί κανείς να αναλογιστεί την πλειοψηφία των εργαζομένων που μονίμως κατατρέχονται από έλλειψη ελεύθερου χρόνου.

5. Ο χρόνος αυτός μπορεί να αξιοποιηθεί ποικιλοτρόπως, είτε με αθλοπαιδιές, είτε με την ενασχόληση με ευγενείς (π.χ. ζωγραφική), είτε με πρακτικές (π.χ. καλαθοπλεκτική), τέχνες.

6. Η μοναξιά ενός κελιού μπορεί να προκαλέσει την εμβάθυνση και τη διεύρυνση της συνείδησης, τη διαύγεια του μυαλού, τη διαμόρφωση της ερωτικής παρόρμησης, την ανάδυση του ασίγαστου πάθους και της ατέρμονης επιθυμίας, καταστάσεις οι οποίες αποτελούν το υπόστρωμα μιας περιεκτικής ζωής και που θα ήταν δύσκολο να πραγματοποιηθούν σε συνθήκες ελευθερίας. Διότι, η δυνατότητα που παρέχει η ελευθερία στον καθένα να ικανοποιήσει και να σιγάσει το πάθος του με μικρές κινήσεις καθημερινής εκτόνωσης μόλις αυτό αρχίσει να σχηματίζεται, αποστερεί από τα άτομα τη βαθιά ενόραση και δημιουργικότητα που θα προέκυπτε όταν το πάθος αυτό αφηνόταν να συσσωρευτεί και να λιμνάσει. Ο έγκλειστος είναι όπως ο τυφλός ο οποίος με το να οξύνει εξ ανάγκης όλες τις υπόλοιπες αισθήσεις ανακαλύπτει μια διάσταση του κόσμου πρωτότυπη και μοναδική.

Τα προηγούμενα αποτελούν μερικές μόνο σκέψεις για τα πλεονεκτήματα που παρέχει ο εγκλεισμός, παρά την κοινή και σαφώς λανθασμένη αντίληψη περί του αντιθέτου. Σίγουρα θα υπάρχουν και πολλά άλλα τα οποία, όμως προς το παρόν, δυστυχώς, μου διαφεύγουν.

Παρασκευή 11 Απριλίου 2008

Η Φρακταλική Φύση του Ατέρμονος Στοχασμού (!)


Όχι, σήμερα δεν σκοπεύω να σας τρελάνω και να σας αναγκάσω να προβείτε σε ανόσιες σκέψεις του τύπου: «Γιαζίκ, γιαζίκ, πάει το κορίτσι, με τόσο μεταμοντέρνο την ψώνισε το καημένο και το χάνουμε!».

Τίποτε από όλα αυτά. Παρ’ όλο που η Cynical παραμένει ακοίμητος φρουρός του ορθού Λόγου, της αρέσει πού και πού να παίζει με παραδοξότητες, (Δείτε για παράδειγμα, «Η Κβαντική Φύση του Κειμένου»), στην ουσία όμως, μόνο φαινομενικά, γιατί με μια πιο προσεκτική ματιά διακρίνονται κάποια ίχνη σοβαρότητας πίσω από τις φανφάρες και τα καραγκιοζλίκια της.

Αφορμή στάθηκε η κουβέντα που ξεκίνησε πριν λίγο απ’ εδώ, συγκεκριμένα από τα σχόλια περί Ελευθερίας στην ανάρτηση της «Σεχραζάτ». Δεν νομίζω ότι υπάρχει άνθρωπος που να νομίζει ότι δεν καταλαβαίνει με την πρώτη τί σημαίνει η έννοια αυτή. Φυσικά, μόνο νομίζει. Διότι, αν η κουβέντα πάει να τσουλήσει λίγο παραπέρα κι αρχίσουν τα λουριά να σφίγγουν για τα «πώς και τα γιατί», τότε οι πιο πολλοί θα σηκώσουμε τα χέρια ψηλά από απελπισιά και θα είμαστε έτοιμοι να εγκαταλείψουμε τον αγώνα του προσδιορισμού της. Μετά ξαφνικά θα θυμηθούμε ότι η κουβέντα αυτή έχει αρχίσει ήδη από αρχαιοτάτων χρόνων, ότι γράφτηκαν τόμοι επί τόμων για πάρτη της και ότι σήμερα βρισκόμαστε πάλι σ’ ένα νέο σημείο μηδέν, χωρίς να έχουμε καταφέρει ούτε ένα μονοσήμαντο και περιεκτικό ορισμό να της δώσουμε, αλλά και ούτε να την κάνουμε πράξη με τρόπο ικανοποιητικό για τους περισσότερους.

Και για να μην μείνουμε μόνο στο παράδειγμα της συγκεκριμένης έννοιας, ας πάμε και σε άλλες, όπως της «Ισότητα» και της «Φιλίας», και της «Αρετής», και του «Καλού», και του «Κακού» και σε όλες τις αδερφές τους που πέρασαν από τα χέρια των απανταχού φιλοσόφων και φιλοσοφούντων. Μήπως και έτσι όμως δεν βρισκόμαστε μπροστά στο ίδιο αδιέξοδο, στην ίδια αδυναμία σύλληψης με μια μόνο στροφή του μυαλού του περιεχομένου τους; Μήπως δεν πέφτουμε και πάλι στην παγίδα της αυτοαναφορικότητας, με το να προσπαθούμε να τις ορίσουμε σε ένα επόμενο επίπεδο με εργαλεία και έννοιες που αφήσαμε να κρέμονται απροσδιόριστα σε κάποιο προηγούμενο;

Δεν ξέρω πως, αλλά όλος αυτός ο ατέρμονος στοχασμός γύρω από τα ίδια και τα ίδια, από μια χούφτα έννοιες δηλαδή, αιώνες τώρα, μου φέρνει στο νου, πέρα από τους στίχους και το φευγιό των ποιητών και κάτι από τον κόσμο των φράκταλς.

ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΑ,

την αυτοαναφορικότητα ιδωμένη σαν αυτοομοιότητα και τον εγκλωβισμό της σκέψης στα απύθμενα φιλοσοφικά βάθη ιδωμένο σαν την παγίδευση της κίνησης της σκέψης σε μια φρακταλική separatrix, (που μπορούμε να την ονομάσουμε φρακταλική διαχωριστική γραμμή).


Ας μείνουμε για λίγο στα προκαταρκτικά και μετά ας πάμε και στα επόμενα.

ΟΡΙΣΜΟΙ

Φράκταλ είναι οποιοδήποτε σχήμα που έχει κλασματική διάσταση, (fractional dimension), δηλαδή διάσταση που δεν είναι ακέραιος αριθμός, όπως μαθαίνουμε στο σχολείο. Αυτός είναι ένας κλασικός ορισμός του φράκταλ. Το σημείο έχει διάσταση μηδέν, η γραμμή διάσταση ένα, οποιοδήποτε επίπεδο σχήμα, διάσταση δύο, ενώ όλα τα αντικείμενα που έχουν όγκο και καταλαμβάνουν χώρο έχουν διάσταση τρία. Για παράδειγμα φράκταλ είναι οι ακτές με την πολυσχιδή ακτογραμμή τους και έχουν διάσταση κάπου ανάμεσα στο 1 και το 2. Όπως και άλλα γνωστά σχήματα όπως οι μαθηματικές κατασκευές “Sierpinski Gasket” και νιφάδα Koch, αλλά και τα σύννεφα, οι κορυφογραμμές, οι χιονονιφάδες, οι πνεύμονες, το σύστημα των αιμοφόρων αγγείων, οι πίνακες του Jackson Pollock, τα κλαδιά της φτέρης.

Μια άλλη βασική ιδιότητα των φρακταλικών δομών είναι η αυτοομοιότητά τους, δηλαδή η αναπαραγωγή του ιδίου, με το αρχικό, σχήματος ύστερα από κάθε μεγέθυνση, με την διαδικασία να επαναλαμβάνεται εις το διηνεκές. Δηλαδή το αρχικό σχήμα να φαίνεται το ίδιο σε όλες τις κλίμακες αναπαραγωγής του.




1. ΑΥΤΟ-ΑΝΑΦΟΡΙΚΟΤΗΤΑ = ΑΥΤΟ-ΟΜΟΙΟΤΗΤΑ
(Προσοχή Δαγκώνει!)

Σύμφωνα με όσα εξέθεσα προηγουμένως λοιπόν, νομίζω ότι δεν είναι και πολύ άστοχο να παρομοιάσω την αυτοαναφορικότητα, δηλαδή την προσπάθεια επεξήγησης εννοιών με ορισμούς και εργαλεία που να περιέχουν, (να έχουν ενσωματωμένη ήδη), την έννοια που επιδιώκουν να διασαφηνίσουν, με την αυτοομοιότητα, που όπως είδαμε είναι η αναπαραγωγή του ιδίου αντικειμένου σε κάθε επόμενο επίπεδο μεγέθυνσης, (ή εμβάθυνσης θα έλεγα μιας και μιλάμε για στοχασμό).

Εδώ θα κάνω μια μικρή παράκαμψη για να μεταμοντερνίσω λιγάκι, όπως είθισται στους κύκλους της academia των πολιτισμικών σπουδών και να αυθαιρετήσω παιχνιδιάρικα, ονομάζοντας τα διάφορα επίπεδα στοχασμού σαν «στοχαστικά επίπεδα», με το «στοχαστικό» (random) και την «στοχαστικότητα» (randomness) να έχουν φυσικά εντελώς συγκεκριμένη λειτουργία στα φυσικά φαινόμενα, αλλά για λόγους γενναιοδωρίας και μόνον θα τα αφήσω σαν ιδέα σε άλλους επίδοξους "συναδέλφους", για να την αναπτύξουν, να πρωτοπορήσουν και να προαχθούν.

2. ΒΥΘΙΣΗ ΣΚΕΨΗΣ = ΠΑΓΙΔΕΥΣΗ ΣΕ ΦΡΑΚΤΑΛΙΚΕΣ ΔΙΑΧΩΡΙΣΤΙΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ.
(Προσοχή δαγκώνει!)

Τώρα βέβαια, θα πρέπει να εξηγήσω γιατί θεωρώ την παγίδευση της σκέψης στα ερέβη του εγκεφάλου προσπαθώντας να συλλάβει τις έννοιες της φιλοσοφίας, σαν κίνηση σε μια φρακταλική separatrix. Τι είναι τέλος πάντων αυτό το τέρας;


3. Η ΚΙΝΗΣΗ ΤΟΥ ΕΚΚΡΕΜΟΥΣ
(Μπορείτε να με εμπιστευτείτε)

Για όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με δυναμικά συστήματα (και πώς να είναι), θα φέρω σαν παράδειγμα το απλό εκκρεμές. Δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε ότι μπορεί να εκτελεί δύο τύπους κινήσεων, μια ταλαντωτική, όπως το κλασικό ρολόι που είχανε στις σάλες τα παλιά αστικά σπίτια των εμπόρων και των καπεταναίων, και μια περιστροφική, δηλαδή με το εκκρεμές να διαγράφει πλήρεις περιστροφές, τέτοιες ακριβώς που διέγραφε στα μικράτα μας και η ταλαίπωρη η χρυσόμυγα που δέναμε στο ποδάρι με μια κλωστή και που με την άλλη άκρη κρατημένη σφιχτά στο χέρι την περιστρέφαμε ανελέητα μέχρι να πλαντάξει από το πολύ τζιτζίρισμα.


[Στο παραπάνω σχήμα, ο άξονας των x δείχνει την γωνία απομάκρυνσης του εκκρεμούς από τη θέση ισορροπίας και ο άξονας των y την ταχύτητα απομάκρυνσης. Η κόκκινη γραμμή είναι η separatrix. Δεν θα εξηγήσω παραπάνω γιατί δεν κάνουμε εδώ φυσική αλλά φιλοσοφία].

Τώρα, στο συγκεκριμένο παράδειγμα υπάρχει και μια δεύτερη θέση ισορροπίας, πέρα από την κλασσική, αυτή με το μπαλάκι να ισορροπεί, να έχει δηλαδή μηδενική ταχύτητα, στην κατακόρυφη θέση, θέση που όπως καταλαβαίνετε είναι πολύ ασταθής αλλά στα μαθηματικά υπάρχει σαν δυνατότητα. Όταν λοιπόν για κάποιες αρχικές και ιδεατές συνθήκες το εκκρεμές βρεθεί εκεί, δεν είναι και πολύ σίγουρο τι είδους κίνηση θα εκτελέσει: μπορεί να ξεφύγει αριστερά και να κάνει ταλάντωση, ή μπορεί να πάει δεξιά και να κάνει περιστροφή. Θεωρητικά, αν όλα πάνε κατ’ ευχή, το θέλει η Παναγιά και οι ανέμοι είναι μαζεμένοι στα σακιά τους, το εκκρεμές μπορεί να κάτσει εκεί όλη του ζωή περιμένοντας να πάρει μια απόφαση, η οποία ποτέ δεν θα παρθεί. Δηλαδή, λέμε τότε ότι το εκκρεμές έχει παγιδευτεί σε μια separatrix. Separatrix είναι μια καμπύλη ή κάτι πολυπλοκότερο το οποίο διαχωρίζει δύο τύπους κινήσεων του υπό εξέταση δυναμικού συστήματος .

Σκεφτείτε, τι γίνεται σε πιο πολύπλοκα συστήματα. Εκεί οι separatrices, δηλαδή οι περιοχές που χωρίζουν κινήσεις διαφορετικών τύπων, είναι πολύ πιο πολύπλοκες οντότητες και οι ειδικοί έχουν δείξει ότι η δομή τους είναι φρακταλική με ιδιότητες που περιγράψαμε λίγο παραπάνω.

Άρα, αυτό που θα πρέπει να θυμόμαστε είναι ότι όταν το σύστημα βρεθεί στην περιοχή τους, προσβάλλεται από την χρόνια ασθένεια της αναποφασιστικότητας από την οποία αδυνατεί να ξεφύγει και να καταλήξει κάπου, να κάνει κάποια κίνηση επί τέλους.

Δεδομένου και του χαοτικού τρόπου λειτουργίας του εγκεφάλου, δεν θα ήταν λοιπόν παράλογο να τολμήσουμε να συσχετίσουμε την διαδικασία της ατέρμονης και αδιέξοδης σκέψης με μια κατάσταση εγκλωβισμού σε φρακταλικές διαχωριστικές γραμμές.

ΥΓ. Νομίζω, ότι το παραπάνω κείμενο είναι ό,τι πιο μεταμοντέρνο έγραψα ως τώρα και ότι θα εκτιμηθεί δεόντως! Γιά όποιες απορίες είμαι στη διάθεσή σας.



Τετάρτη 9 Απριλίου 2008

Έκθεση για την Ελληνική Οικονομία


Μιας και τον τελευταίο καιρό έχω κολλήσει με κάποια δόση ψυχαναγκασμού είναι αλήθεια, στο νεοφιλελεύθερο μίασμα και τα παραλειπόμενα του, θεώρησα ότι θα ήταν καλό και χρήσιμο να έπαιρνα μια γεύση, πρώτα εγώ και μετά εσείς, (δεν είμαι μοναχοφάϊσσα) για τις πρόσφατες επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας και τη διερεύνηση των πηγών της ευμάρειας που νομίζουμε ότι αντικρίζουμε, μέσα από αριθμούς πλέον. Σε προηγούμενο άρθρο ασχολήθηκα με το αμερικάνικο νεοφιλελεύθερο «θαύμα» οπότε για λόγους ευταξίας θεώρησα ότι θα έπρεπε να επιχειρήσω κάτι παρόμοιο και για τα καθ’ ημάς. Μιας και οι πηγές που ανέτρεξα δεν είναι οι ίδιες, δεν υπάρχει ακριβής αντιστοίχηση στους δείκτες που εξετάζω για τις δυο αυτές χώρες. Άλλά έστω και έτσι η εικόνα που αποκομίζουμε είναι ενδεικτική.

Τα στοιχεία που παραθέτω τα συνέλεξα από την πρόσφατη ετήσια έκθεση για το 2007, του Ινστιτούτου Εργασίας, (ΙΝΕ), της ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ για την ελληνική οικονομία και απασχόληση.


ΤΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

[1]. Κατά τη διετία 2006-2007 η οικονομία διατήρησε υψηλούς ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ, στο επίπεδο του 3.7%, όπου όμως σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη αυτή έπαιξε η σημαντική επέκταση του τραπεζικού ΔΑΝΕΙΣΜΟΥ στα νοικοκυριά, η οποία αποτελεί και το χαρακτηριστικό στοιχείο του προτύπου ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας. Η έκθεση το λέει καθαρά ότι το περίπου μισό ΑΕΠ της χώρας, συγκεκριμένα το 46% οφείλεται σ’ αυτήν ακριβώς την οικονομική δραστηριότητα. Φυσικά δεν πιστεύω να υπάρχει κανείς που να νομίζει ότι αυτό συνιστά ανάπτυξη!

Όπως πολλοί ήδη γνωρίζετε, το ΑΕΠ είναι ένας δείκτης όπου όλα αθροίζονται. Ένα τσουβάλι όπου χωρούν αδιάκριτα όλες οι οικονομικές δραστηριότητες μιας χώρας. Αν για παράδειγμα σε μια χώρα ενσκήψει επιδημία και ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού χρειάζεται σοβαρή ιατρική περίθαλψη αυτή θα εγγράφεται στο ΑΕΠ σαν μεγέθυνση και η χώρα θα φαίνεται προς τα έξω ότι ευημερεί. Για το λόγο αυτό, το ΑΕΠ σαν αξιόπιστος δείκτης αμφισβητείται από πάρα πολλούς σοβαρούς οικονομολόγους. Σχετική συζήτηση δείτε για παράδειγμα, στο βιβλίο του J. Rifkin, «Ευρωπαϊκό Μοντέλο».

[2]. Το 2006 σημειώθηκε αύξηση των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου η οποία όμως στο μεγάλο της μέρος αφορούσε σε επενδύσεις σε κατοικίες και κατασκευές και όχι σε μηχανολογικό εξοπλισμό, που κανονικά αποτελεί μοχλό αύξησης της παραγωγικότητας.

[3]. Σχετικά με την παραγωγικότητα της εργασίας κατά τη δεκαετία 1997-2006, με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης το 3.1%, η έκθεση συμπεραίνει ότι εξάσκησε σημαντική επίδραση στο κόστος της εργασίας ανά μονάδα προϊόντος. Ο τρόπος που συνέβη αυτό ήταν αντί να μεταφραστεί σε ΑΥΞΗΣΗ ΜΙΣΘΩΝ, να μετατραπεί σε ΜΕΙΩΣΗ του κόστους ΕΡΓΑΣΙΑΣ.
Ας το δούμε πιο αναλυτικά. Κατά το 2006 η αύξηση της παραγωγικότητας μειώθηκε στο 2.8%, αλλά πάλι παρέμεινε σε υψηλά επίπεδα, κρατώντας τη δεύτερη θέση στην ΕΕ μετά τη Φιλανδία. Την ίδια χρονιά η μέση αύξηση των πραγματικών αμοιβών ήταν 2.4%. Επομένως το υπολοίπον 0.4% πήγε στη μείωση του ΚΟΣΤΟΥΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ.

Δεν γνωρίζω πόσο μειώθηκε το αντίστοιχο κόστος σε άλλες χώρες της ευρωζώνης ή αλλού, πάντως η προσπάθεια συρρίκνωσής του αποτελεί πρωτεύουσα νεοφιλελεύθερη τακτική, χωρίς φυσικά να μπορεί να ανταγωνιστεί τα επίπεδα κόστους στις γειτονικές βαλκανικές χώρες, για να μην πάμε πιο μακριά στην Ασία.

Τί θα περίμενε όμως κανείς με τη μείωση αυτή; Μείωση μάλλον των τιμών. Αμ δε! Αντ’ αυτού, η μείωση αυτή μετακυλύστηκε σε αύξηση των κερδών. Από τα κράτη μέλη της Ευρωζώνης (ΕΕ-27) η Ελλάδα κατέχει την ΠΡΩΤΗ θέση με κριτήριο το μερίδιο κερδών στον επιχειρηματικό τομέα.

Οι επιχειρήσεις στην Ελλάδα αυξάνουν τις τιμές των προϊόντων τους περισσότερο από την εξέλιξη του κόστους εργασίας διευρύνοντας τα περιθώρια κέρδους τους και συμβάλλοντας στην αύξηση των πληθωριστικών πιέσεων.
Τί είπε ο Αντώναρος; Ότι ο πληθωρισμός είναι εισαγόμενος; Χα, χα, χα...

[4]. Η ανάλυση της φορολογικής επιβάρυνσης διαπιστώνει ότι στην Ελλάδα υπάρχει φορολογική ανισότητα σε βάρος των μισθωτών και συνταξιούχων.

ΑΠΟΔΟΧΕΣ

[5]. Οι μέσες μηνιαίες ΑΚΑΘΑΡΙΣΤΕΣ αποδοχές το 2006 ανέρχονταν σε 1500 ευρώ έναντι 2391 ευρώ κατά μέσο όρο στην ΕΕ-15. Έτσι το μηνιαίο κόστος εργασίας στη Ελλάδα αντιστοιχεί στο 72% του μέσου όρου της ΕΕ-15 και η παραγωγικότητα στο 91% αυτού. Τέλος η αγοραστική δύναμη αντιστοιχεί στο 72% του μέσου όρου της ΕΕ-15.

[6]. Οι ΚΑΘΑΡΕΣ μηνιαίες αποδοχές από ΜΙΣΘΩΤΕΣ υπηρεσίες στον ΙΔΙΩΤΙΚΟ τομέα κυμαίνονται για τους 2 στους 3 από 500 – 1000 ευρώ.

[7]. Οι 2 στους 3 μισθωτούς σε καθεστώς ΜΕΡΙΚΗΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ έχουν καθαρό μηνιαίο εισόδημα που δεν υπερβαίνει τα 500 ευρώ και στην πλειοψηφία τους είναι γυναίκες (8/10).
Σε σύνολο 4.461.200 εργαζομένων, οι μερικώς απασχολούμενοι ανέρχονται σε 258.600, δηλαδή μόλις το 5.8%, εκ των οποίων αυτοί που θα επιθυμούσαν πλήρη απασχόληση αποτελούν το 43.6%.

[8]. Το 50% των εργαζομένων στον ευρύτερο ΔΗΜΟΣΙΟ τομέα έχει ΚΑΘΑΡΟ εισόδημα ανάμεσα στα 1000-1500 ευρώ, ενώ στον ιδιωτικό τομέα μόνο το 20% απ’ αυτούς έχει τέτοιες αποδοχές.
Το οποίο σημαίνει ότι όσοι είχαν ελπίσει σε καλύτερα αμειβόμενες εργασίες στον πολυδιαφημισμένο ιδιωτικό τομέα, κοινώς την πατήσανε, διότι τα πράγματα έχουν πια μεταστραφεί.

[9]. Σχετικά με την οικονομικά ανισότητα: ο λόγος του εισοδήματος του 20% πλέον εύπορου κομματιού προς το εισόδημα του 20% λιγότερο εύπορου είναι 6:1.


ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ


[10]. Σχετικά με την απασχόληση: Ο αριθμός των ανέργων κατά το 2006 μειώθηκε κατά 39,450 άτομα, όμως το 70% της αύξησης του αριθμού των απασχολουμένων αφορά σε ευέλικτες μορφές εργασίας, με το 20% να πηγαίνει στην μερική και το 50% των νέων θέσεων εργασίας στην προσωρινή απασχόληση. Το ευρύτερο δημόσιο απασχολεί μόνο το 25% των προσωρινώς εργαζομένων. Το υπόλοιπο χρεώνεται στον ιδιωτικό τομέα.

[11]. Η τεχνολογική υποβάθμιση της ελληνικής οικονομίας αντανακλάται στο επίπεδο εκπαίδευσης των εργαζομένων στη χώρα μας. Οι επιχειρήσεις ζητούν μεσαίου εκπαιδευτικού και τεχνικού επιπέδου γνώσεις και δεξιότητες. Κατά συνέπεια 7/10 θέσεις εργασίας κατέχουν απόφοιτοι δημοτικού και λυκείου.
Βέβαια με την άνοδο του μορφωτικού επιπέδου τις ίδιες υποβαθμισμένες θέσεις θα τις κατέχουν απόφοιτοι πανεπιστημίων, χωρίς προφανώς αυτό να συνιστά και πρόοδο.

[12]. Η δια βίου εκπαίδευση συστήνεται σαν πανάκεια από τους συντάκτες της έκθεσης. Σε αυτό όμως δεν έχω παρά να αντιπαραθέσω σαν αντίλογο, το άρθρο του Ν. Μουζέλη, "Ο τρίτος δρόμος για την απασχόληση", Νέες Εποχές, ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 19 Δεκεμβρίου 2004.

[13]. Το χρέος των νοικοκυριών στις τράπεζες υπό μορφή κυρίως στεγαστικών δανείων όπως είπαμε και στο [1] αντιπροσωπεύει το 46% του ΑΕΠ.

[14]. Η αδήλωτη εργασία ανέρχεται στο 25% του όγκου της συνολικής απασχόλησης, ενώ στην ΕΕ-27 στο 7-19% του όγκου της δηλωμένης απασχόλησης.
YΓ. Επιβάλεται να δείτε και ΑΥΤΟ:
"Εργασία στα χρόνια της ΟΝΕ", Iospress, Ελευθεροτυπία, 16/6/2002.

Τρίτη 8 Απριλίου 2008

ΤΑ ΝΕΑ ΑΥΤΟΝΟΗΤΑ


Όταν καμιά φορά τυχαίνει να αξιολογούμε και να αναλύουμε συμπεριφορές και καταστάσεις, πολύ συχνά συμβαίνει να ξεχνούμε να αναστοχαστούμε πάνω στο είδος των συλλογισμών και επιχειρημάτων που επιστρατεύουμε γι’ αυτή τη δουλειά, διότι, εφ’ όσον δεν καταπατούμε τους νόμους της Λογικής, θεωρούμε δεδομένο πως ό,τι εκφράζουμε, αυτόματα νομιμοποιείται από το κύρος και την αδιαμφισβήτητη Αλήθεια που κομίζει ο «κοινός νους» και η «κοινή λογική». Αυτή η βεβαιότητα δεν κατεβαίνει βέβαια από τον ουρανό, αλλά ενισχύεται και παγιώνεται από τη διαπίστωση ότι και οι περισσότεροι από τους πλησίον μας διαθέτουν το ίδιο οπλοστάσιο κοινών αληθειών, οπότε βάσει της αρχής της πλειοψηφίας συμπεραίνουμε ότι δεν μπορεί παρά κι εμείς να έχουμε δίκαιο στον τρόπο που κατανοούμε και ερμηνεύουμε τα πράγματα.


Το «Αυτονόητο» όμως εμπεριέχει παγίδες, με την έννοια ότι δεν εκφράζει αμετάκλητες και αιώνιες Αλήθειες αλλά μόνον τις τρέχουσες, οι οποίες και αποτελούν τους κοινούς τόπους της συγκεκριμένης εποχής με τις ιδιαίτερες κοινωνικο-πολιτικές συνιστώσες. Οι τρόποι σκέψης, οι ιδέες, οι νοοτροπίες οι αξίες, η ηθική, ακόμη και το τι νοείται ως ορθολογικό έχουν ιστορική και όχι υπερ-ιστορική ή υπερ-τοπική ισχύ και υπόσταση.


Η εποχή μας, που εν πολλοίς χαρακτηρίζεται ως Μετανεωτερική, έχει την αξιοζήλευτη ιδιαιτερότητα να μας καθιστά μάρτυρες ενός νέου τρόπου σκέψης που άρχισε να εξυφαίνεται και να εγκαθίσταται σχετικά πρόσφατα, τις τελευταίες μόλις δεκαετίες, και που παλεύει ν’ αντικαταστήσει έναν προηγούμενο τρόπο σκέψης, γέννημα και θρέμμα της Νεωτερικότητας, μιας εποχής δηλαδή που άρχισε χοντρικά με τον Διαφωτισμό και συνεχίστηκε μέχρι, ας πούμε, τον δεύτερο μεγάλο πόλεμο. Μιας και οι κοινωνίες βρίσκονται στο μεταίχμιο σημαντικών αλλαγών, είναι ενδιαφέρον να εντοπίσουμε τους χώρους όπου ο καινούργιος τρόπος σκέψης φαίνεται να κερδίζει έδαφος.


Ένας τέτοιος χώρος σχετίζεται με την μετάθεση υπαιτιοτήτων και αρμοδιοτήτων από την κοινωνία στο άτομο, δηλαδή, με την βαθμιαία υποβάθμιση στις συνειδήσεις, της δυνατότητας που έχει ο κοινωνικο-πολιτικός παράγοντας να καθορίζει τις ατομικές διαδρομές και συμπεριφορές. Προς τούτο, ας δώσω δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα.


Το ΠΡΩΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ, που σχετίζεται με την μεταβίβαση υπαιτιοτήτων και ενοχών, αφορά στην πρόσληψη της φτώχειας και του φτωχού. Τόσο στην Ελληνική όσο και στην πρόσφατη Ευρωπαϊκή πολιτική σκέψη η φτώχεια αποτελούσε δυσάρεστο κοινωνικό φαινόμενο, επειδή αντανακλούσε την αποτυχία της κοινωνίας να εξασφαλίζει όχι μόνο ίσες ευκαιρίες αλλά και ίσα αποτελέσματα στα μέλη της. Εξ ου και η εγκαθίδρυση στην μεταπολεμική Ευρώπη του κοινωνικού κράτους πρόνοιας, του αναδιανεμητικού ασφαλιστικού συστήματος αλλά και της υψηλής φορολογίας των φυσικών προσώπων, τρόποι με τους οποίους η κοινωνία συναινούσε στη μεταφορά πόρων από τους ισχυρότερους προς τους οικονομικά ασθενέστερους.
Σύμφωνα όμως με το νέο «Αυτονόητο», δεν είναι οι κοινωνίες υπεύθυνες για την φτώχεια που παράγουν, αλλά τα ίδια τα άτομα. Οι κοινωνίες τώρα δεν υποχρεούνται να παρέχουν ίσα αποτελέσματα, αλλά μόνον ίσες ευκαιρίες. Η ευθύνη για το αν κάποιος, που γεννήθηκε στο Harlem δεν κατάφερε να γίνει κάτι εξ ίσου σπουδαίο με αυτόν που γεννήθηκε στο Beverly Hills, εφ’ όσον αμφότεροι έχουν πρόσβαση στη ίδια εκπαίδευση, δεν αποδίδεται πλέον στην ύπαρξη του Harlem αλλά στην ανικανότητα του ιδίου και μόνον ατόμου.


Το ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ που σχετίζεται με τη μετάθεση αρμοδιοτήτων, αφορά στην υπερβολική έμφαση που αποδίδεται εσχάτως στη δύναμη του νου και την ατομική θέληση, σαν τις κυρίαρχες συνιστώσες για την επίτευξη στόχων, επίλυση προβλημάτων έως και τον τηλεπαθητικό επηρεασμό εκβάσεων προς μία συγκεκριμένη κατεύθυνση. Η τρέχουσα κουλτούρα με το να βρίθει από προτρεπτικά συνθήματα, όπως «Μπορείς να...», δημιουργεί την ψευδαίσθηση μιας έωλης τελικά παντοδυναμίας στα άτομα, απαιτεί δυσανάλογη ανάληψη ευθυνών από αυτά, ευθύνες που προηγουμένως αποδίδονταν στην κοινωνία, τα εξατομικεύει, τα αποκόβει από τον κοινωνικό ιστό, και έχει σαν αποτέλεσμα την απενοχοποίηση των δημόσιων πολιτικών για τις κοινωνικές επιπτώσεις που επιφέρουν, την παράκαμψη της Πολιτικής και τη διατήρηση του status quo.


Τα προηγούμενα παραδείγματα, πέρα από το κοινωνικό τους περιεχόμενο, δείχνουν ότι ο εκάστοτε τρόπος σκέψης που κυριαρχεί, ούτε αναλλοίωτος είναι, ούτε αποτελεί θέσφατο, αλλά είναι προϊόν συγκεκριμένων συνθηκών, ίσως και οικονομικών ή συγκεκριμένων τρόπων παραγωγής, όπως θα έλεγε και ο θείος Κάρολος.

Δευτέρα 7 Απριλίου 2008

ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΤΟΥ ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΟΥ



ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΟΥ

Το Μεταμοντέρνο αποτελεί μια νέα λογική θέασης του κόσμου η οποία αντανακλάται σ’ όλο το εύρος και τους θεσμούς της κοινωνίας. Ιδωμένο από μια άλλη οπτική γωνία, μπορούμε να πούμε, ότι οι αλλαγές που συντελέστηκαν συνολικά στους διαφόρους κοινωνικούς τομείς, όπως στην οικονομία, στη τεχνολογία, στις επικοινωνίες στις κοινωνικές σχέσεις και συναλλαγές, στο πολιτικό πεδίο και στη διάρθρωση της βιομηχανικής παραγωγής και απασχόλησης επέδρασαν με τρόπο δραστικό στο πολιτισμικό εποικοδόμημα προκαλώντας συν τοις άλλοις ριζικές μεταβολές στην έννοια της ταυτότητας, στην αντίληψη του εαυτού και του άλλου, στις αξιακές προτεραιότητες και προσδοκίες της κοινωνίας, και στις ατομικές πρακτικές και στοχοθεσίες.

Το Μεταμοντέρνο αποτελεί έκφραση της αλλαγής του κυρίαρχου κοινωνικού παραδείγματος της νεωτερικότητας, στην πραγματικότητα αυτό του Διαφωτισμού και όπως πάντα, έτσι και τώρα η αλλαγή αυτή συνοδεύεται από ένα σύνολο υποτιμήσεων και ένα αντίστοιχο σύνολο ανατιμήσεων.

Έτσι, ΥΠΟΤΙΜΩΝΤΑΙ
οι μεγάλες αφηγήσεις, δηλαδή οι ιδεολογίες μαζικής κινητοποίησης όπως ο Μαρξισμός, ο Φιλελευθερισμός, ο Φροϋδισμός κ.ά.,

η απαίτηση για καθολικότητες και γενικεύσεις,

η αντίληψη της κοινωνίας σαν συνεκτική ολότητα,

η πίστη ότι υπάρχουν μοναδικές και ακλόνητες αλήθειες που πρέπει να αναζητηθούν, οι συλλογικότητες,

η πολιτική,

οι αστικές αξίες,

η θεωρητική επεξεργασία και η αναζήτηση του βάθους και της ουσίας των πραγμάτων,

η αντίληψη της Ιστορίας σαν εμπειρίας που συμβολίζει τη συνέχεια και την αίσθηση της κοινότητας ανάμεσα στα μέλη μιας κοινωνίας.

Αναλόγως, ΑΝΑΤΙΜΩΝΤΑΙ
οι εξατομικευμένες δράσεις,

ο πλουραλισμός των αξιών και οι προσωπικές αξιοδοτήσεις έναντι της γενικής συναίνεσης περί καλού και κακού, δικαίου και άδικου,

το παρόν και το εφήμερο,

τα πολλαπλά νοήματα και οι διαφορετικές εκδοχές σαν ισότιμες και έγκυρες αναπαραστάσεις και εξηγήσεις,

η έλλειψη μεγάλων σκοπών,

η ανάμειξη των υφών και στιλ,

οι μικροδράσεις σε τοπικό επίπεδο, έναντι της συγκροτημένης σε κόμματα πολιτικής δράσης,

η διαφορά έναντι της ομοιομορφίας,

ο κατακερματισμός και η αποσπασματικότητα,

οι πολλαπλές παροδικές ταυτότητες,

οι προσωρινές ταυτίσεις,

η καταναλωτική κουλτούρα,

o Eργαλειακός Λόγος.




ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ

Σύμφωνα με τον Τ. Kuhn έχουμε «κρίση παραδείγματος», όταν οι έννοιες που χρησιμοποιούμε για να εξηγήσουμε τον κόσμο δεν αποτελούν παρά εμπόδιο, και όταν αυτά που βλέπουμε δεν μπορούν να εξηγηθούν με τις υπάρχουσες εννοιολογικές κατηγορίες. Στην προκειμένη τότε περίπτωση πρέπει να εισάγουμε καινούργιες έννοιες και θεωρίες ώστε αυτό που παρατηρείται να θεωρείται και πάλι κανονικό.

Τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα υπάρχει κοινή διαπίστωση ότι το κοινωνικό-πολιτικό-οικονομικό-πολιτισμικό πεδίο, όλο δηλαδή, το εύρος των κοινωνικών θεσμών των δυτικών κοινωνιών διακατέχεται από ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τα οποία συνθέτουν και υποστασιοποιούν αυτό που ονομάστηκε μετα-νεωτερικότητα ή Μεταμοντέρνο.

α). ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΠΕΔΙΟ

Συγκεκριμένα, στο ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΠΕΔΙΟ παρατηρούμε γενική αποπολιτικοποίηση της κοινωνίας, και απαξίωση της πολιτικής, των πολιτικών και των πολιτικών κομμάτων, όπως επίσης και την αδυναμία των τελευταίων να εμπνεύσουν και να συσπειρώσουν τις μάζες σε αγώνες διεκδίκησης. Τούτο το τελευταίο, μαζί με την αποδυνάμωση, έως εξουδετέρωση του εργατικού συνδικαλισμού, δεν είναι άσχετο από την κρίση των ιδεολογιών και την έλλειψη πίστης στην αποτελεσματικότητά τους να οδηγήσουν σε ένα καλύτερο μέλλον που να είναι πιο απτό από ότι μια ουτοπία.

Ταυτόχρονα, παρατηρείται σταδιακή υποβάθμιση του ρόλου του ΚΡΑΤΟΥΣ σε επίπεδο διαχειριστικό και ρυθμιστικό, σε υπερασπιστή της τυπικής νομιμότητας μόνο, σε αντίθεση με προγενέστερες μορφές και λειτουργίες του σαν ο κυρίαρχος παραγωγός αξιών και διάχυσης ιδεολογίας. Οι προγενέστερες αστικές κοινότητες, εμφορούμενες από συλλογικές αξίες εδραιωμένες στο ασκητικό πρότυπο, δηλαδή στην αυτοϋπέρβαση που σήμαινε την καθυπόταξη των ψυχικών ορμέμφυτων από το ενιαίο και αληθινό Εγώ στο σκοπό της συσσώρευσης και στη στοχοθεσία, δηλαδή στην καθυπόταξη και ζεύξη των ψυχικών και σωματικών δυνατοτήτων στην επίτευξη μεγάλων στόχων, έργων ζωής, ήταν έτσι δομημένες ώστε να βρίσκουν ανταπόκριση και στις μεγάλες αφηγήσεις, σε θεωρίες δηλαδή ολιστικές, ουτοπικές και εν πολλοίς τελεολογικές, που επίσης επαγγέλονταν ένα τέλος, την εδραίωση μιας ευτυχούς κατάληξης, σαν ανταμοιβή σ’ εκείνους που θα συμμορφώνονταν στις κανονιστικές τους επιταγές.

Σε συνθήκες Παγκοσμιοποίησης, λόγω της τεράστιας ανάπτυξης των παγκόσμιων δικτύων επικοινωνίας, της υπερεθνικής επιχειρηματικότητας, της δυνατότητας γρήγορης μετακίνησης ανθρώπων και κεφαλαίων και λόγω του αυξανόμενου ρυθμού παραγωγής και διάδοσης της γνώσης και της σύσφιξης των διεθνικών δεσμών, υπάρχει μια επανεκτίμηση της παραδοσιακής αντίληψης για την έννοια του εθνικού κράτους και τη βιωσιμότητα των εθνικών πολιτικών κάτω από τις υπάρχουσες δομές. Έτσι, το εθνικό κράτος υποσκελίζεται σε πολλές λειτουργίες του από παγκόσμιους ή περιφερειακούς υπερεθνικούς οργανισμούς, όπως λόγου χάριν η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Παγκόσμια Τράπεζα, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, οι ποικίλες μη κυβερνητικές οργανώσεις, κ.λ.π. των οποίων οι οδηγίες και ρυθμίσεις είναι δυνατόν πολλές φορές (δες π.χ. Ευρωπαϊκή Ένωση) να αποκτούν μεγαλύτερη ισχύ, απ’ ότι οι εθνικές νομοθεσίες. Τούτο φαίνεται λογικό στο βαθμό που το νέο παγκόσμιο ζητούμενο δεν είναι άλλο παρά η οικονομική ανάπτυξη και στο βαθμό που όλες οι κοινωνικές ανακατατάξεις και οι αλλαγές των δομών στοχεύουν προς την κατεύθυνση πραγματοποίησής της.

Ουσιαστικά, ο οικονομισμός διατρέχει όλες τις σύγχρονες κοινωνίες, με την καθυπόταξη του πολιτικού και κοινωνικού στο οικονομικό. Οι τοπικές οικονομίες χάνουν την αυτοδυναμία τους με το να εμπλέκονται ολοένα και περισσότερο στους σκοπούς των ισχυρότερων οικονομιών, τις οποίες διακινεί μια υπερεθνική καπιταλιστική ελίτ με ενιαία συμφέροντα. Και οι τοπικές κυβερνήσεις δεν μοιάζουν παρά σαν οι τοπικοί διαχειριστές των διεθνών πολιτικών.

Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες τίθεται το ερώτημα του κατά πόσον οι νέες αυτές δομές μπορούν να χαρακτηριστούν σαν δημοκρατικές, μιας και οι τοπικές εθνικές κυβερνήσεις έχουν περιορισμένα πεδία δράσης κατά την άσκηση των εθνικών τους πολιτικών. Και κατά συνέπεια οι εθνικές εκλογές, έστω και κάτω από συνθήκες αντιπροσώπευσης, τείνουν να στερούνται ουσιαστικού νοήματος, στο βαθμό που οι μείζονες οικονομικές και δημοσιονομικές αποφάσεις λαμβάνονται από ΜΗ ΕΚΛΕΓΜΕΝΟΥΣ διεθνικούς οργανισμούς, όπως ελέχθη προηγουμένως.


β). ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΠΕΔΙΟ

Στο οικονομικό πεδίο οι μεταβολές που συντελέστηκαν ήταν σε μεγάλο βαθμό απόρροια των τεχνολογικών καινοτομιών, κυρίως στο επίπεδο της πληροφορικής, (συλλογή και επεξεργασία μεγάλου πλήθους δεδομένων), των επικοινωνιών και των συγκοινωνιών. Αυτές επέτρεψαν τη μεγαλύτερη κινητικότητα του χρηματιστηριακού κεφαλαίου και την δυνατότητα οργάνωσης της παραγωγικής διαδικασίας σε εντελώς διαφορετικά πλαίσια, απ’ ότι παλιότερα. Αυτό που ονομάστηκε Παγκοσμιοποίηση δεν θα μπορούσε να είχε συντελεστεί χωρίς την διαμεσολάβηση των νέων τεχνολογιών. Μια νέα μορφή παγκόσμιου καπιταλισμού, (ύστερος καπιταλισμός κατά F. Jameson, μεταβιομηχανικός καπιταλισμός κατά D. Bell ή υπερεθνικός καπιταλισμός κατά I. Wallerstein) έχει εξαπλωθεί σ’ ολόκληρο τον πλανήτη και όσα κράτη δεν καταφέρουν να ενσωματωθούν σ’ αυτόν κινδυνεύουν με περιθωριοποίηση.

Έτσι, υπάρχει δυνατότητα η παραγωγή να είναι αποκεντρωμένη, με διαφορετικές μονάδες σε διαφορετικές χώρες ανάλογα με το κόστος του εκεί εργατικού δυναμικού, καθώς επίσης και πιο ευέλικτη, με την έννοια ότι μπορούν να παράγονται περισσότερα διαφοροποιημένα και εξειδικευμένα προϊόντα, σε μικρότερο χρονικό διάστημα και να διανέμονται επίσης ταχύτερα σε διαφορετικούς προορισμούς χωρίς να προκαλείται ουσιαστικά περισσότερο κόστος.

Το νέο αυτό μοντέλο μαζικής και απρόσωπης παραγωγής ήρθε να αντικαταστήσει το προηγούμενο φορντικό μοντέλο βιομηχανικής διάρθρωσης. Ο φορντισμός άρχισε να καταρρέει ήδη από την δεκαετία του ’60 λόγω της μείωσης της παραγωγικότητας και κερδοφορίας, εν μέρει εξ αιτίας της ενδυνάμωσης της αντίστασης των εργατών στις συνθήκες εργασίας, και λόγω της απομάκρυνσης των καταναλωτών από τη ζήτηση μαζικών προϊόντων λόγω πιο πλουραλιστικών τρόπων ζωής.

Στην αναδιάρθρωση της οικονομίας, η λογική που επικράτησε ήταν αυτή του Νεοφιλελευθερισμού, δηλαδή της επέκτασης των αγορών σε παγκόσμιο επίπεδο χωρίς την άμεση παρέμβαση του κράτους στις οικονομικές υποθέσεις, σε αντίθεση με παλιότερες προστατευτικού τύπου πολιτικές μέσω δασμών και ειδικών καθεστώτων φοροαπαλλαγής. Ο οικονομικός Νεοφιλελευθερισμός εφαρμόστηκε με την απορύθμιση και ευελιξία των εργασιακών σχέσεων και αγορών, πράγμα που σημαίνει στη πράξη, κατάργηση θέσεων εργασίας και δημιουργία νέων μερικής και επισφαλούς απασχόλησης με ανεπαρκή ή χωρίς ασφαλιστική κάλυψη, αύξηση της εργασιακής ανασφάλειας, με μαζικές απολύσεις, αύξηση της οικονομικής ανισότητας, και συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας. Οι πρακτικές αυτές ήρθαν να αντικαταστήσουν προγενέστερες εργασιακές σχέσεις και συνθήκες πρόνοιας που είχαν εισαχθεί στις δυτικές κοινωνίες από τις μεταπολεμικές σοσιαλδημοκρατίες, σαν επιστέγασμα χρόνιων εργατικών αγώνων. Η μειωμένη αντίσταση των εργαζομένων στο νέο εργασιακό τοπίο κατέστη δυνατή μέσα από την αποδυνάμωση του συνδικαλισμού, αλλά κυρίως λόγω της εξατομίκευσης της κοινωνίας και της ματαίωσης των προσδοκιών της για αλλαγή μέσω συλλογικών διεκδικήσεων και αγώνων. Έτσι η επίθεση του κεφαλαίου εναντίον της εργασίας συντελέστηκε χωρίς αντίσταση και προς το παρόν φαίνεται να είναι ολοκληρωτική.

Μιας και ένα σημαντικό κομμάτι των οικονομικών δραστηριοτήτων (60-70%) απορρόφησαν οι υπηρεσίες, σε σχέση με τον μεταποιητικό τομέα, δημιουργήθηκε ένα νέο είδος υποβαθμισμένων εργαζομένων, κυρίως γυναίκες, με μηδενική εξειδίκευση και επί πλέον άμεσα ανταλλάξιμων στην εργασιακή αρένα, Το νέο κατακερματισμένο εργατικό δυναμικό απέχει πολύ από την εικόνα του καλά αμειβόμενου βιομηχανικού εργάτη και του μεγάλου εργοστασίου όπου ήταν δυνατόν ν’ ανθίσει ο συνδικαλισμός. Σήμερα, οι επιχειρήσεις μπορούν να προσλαμβάνουν και να απολύουν εργαζόμενους κατά το δοκούν, χωρίς πολλές δεσμεύσεις και το κυριότερο μπορούν να μεταφέρουν ολόκληρη, ή ένα κομμάτι της παραγωγής τους σε περιοχές με μικρότερο εργασιακό κόστος και με πιο πειθαρχημένο εργατικό δυναμικό.



γ). ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟ ΠΕΔΙΟ

Οι μεταβολές που συντελέστηκαν στο πολιτισμικό πεδίο, δεν μπορούν παρά να ιδωθούν, σύμφωνα με τη μαρξιστική ανάλυση περί σχέσεων υλικής βάσης / εποικοδομήματος, σε συνάρτηση με τις πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις, οι οποίες για να εδραιωθούν και να γίνουν αποδεκτές προϋποθέτουν ανάλογα μεγάλες ανακατατάξεις στην ψυχολογία και στον τρόπο με τον οποίο τα άτομα και οι κοινωνίες αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους. Σύμφωνα με τον Jameson, το μεταμοντέρνο δεν μπορεί να ιδωθεί παρά ως η πολιτισμική λογική του ύστερου καπιταλισμού.

Δηλαδή, συνδέει σαφώς τη φύση του καπιταλισμού στη μετα-βιομηχανική εκδοχή του με τις μετα-νεωτερικές πολιτισμικές εκφράσεις και αποδέχεται τη στενή σχέση μεταξύ υλικής οικονομίας και οικονομίας πολιτισμού. Μια ιστορική αναδρομή δείχνει ότι κάθε κοινωνικός σχηματισμός συνέχεται από διαφορετικούς πολιτισμικούς τρόπους και ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρξει αυτονόμηση του πολιτισμικού από την πολιτική και οικονομική δομή. Για παράδειγμα, η πολιτισμική λογική της νεωτερικότητας συμπίπτει με την δεύτερη (βιομηχανική) φάση ανάπτυξης του καπιταλισμού, την άνοδο του οικονομικού φιλελευθερισμού και την εδραίωση του αστικού κράτους και του δημοκρατικού φιλελευθερισμού στη πολιτική.


INFO

[1]. Η παρακμή του αστικού πολιτισμού. Από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από το φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία, Π. Κονδύλης, εκδ. Θεμέλιο, 2000.


Παρασκευή 4 Απριλίου 2008

ΠΕΜΠΤΗ ΜΕΡΑ ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΗ: «ΣΕΧΡΑΖΑΤ»


Δεν πάει να καεί το ρημαδόσπιτο! Ό,τι και να μασήσεις εδώ μέσα πικραίνεσαι. Το μέλι φαρμάκι, το νερό κινίνο, το γλυκό στο βάζο μουχλιασμένο. Χάσαμε τον μπούσουλα πια. Μπερδέψαμε τα κουβάρια μας, τυλιχτήκαμε ο ένας στις κλωστές του άλλου, το νήμα πιέζει τον λαιμό, κόκκινες αυλακιές στη βάση που βαθαίνουν, κάποιος θα το τραβήξει λιγάκι παραπάνω μια στιγμή και θα μας πνίξει.


Δεν μπορώ, ποτέ μου δεν μπόρεσα, ν’ ανοίξω την πόρτα και να φύγω, έτσι απλά με μια βαλίτσα στο χέρι, με ένα, άντε δυο μικρά στην αγκαλιά. Ήταν πολλά και δεν χωράγανε στα χέρια. Όταν ήταν λιγότερα, δεν τόλμαγα. Ακόμα πίστευα πως τα στραβά θα ίσιωναν.


Τώρα όμως μπορώ να την ανοίξω την πόρτα, όχι να φύγω, μα να ορμήσω. Στο δρόμο, στα τυφλά, χωρίς να κοιτάξω καν απ’ τα δεξιά ή από τ’ αριστερά μου. Με τρελαίνει αυτή η ελευθερία πού ‘χω στα χέρια μου. Είναι μεγάλη κι απόλυτη και χωράει μέσα της όλες τις μικροελευθερίες που ξεγελάνε και γεμίζουν τη ζωή των συνηθισμένων ανθρώπων, αυτά, δηλαδή, τα μικρο-ξελασκαρίσματα της βαλβίδας από τις χύτρες που κοχλάζουν, που σφυρίζουν μανιασμένα, μα που ποτέ δεν σκάνε οι αναθεματισμένες.


Μπορώ ν’ αδειάζω το μυαλό μου με μιας και χωρίς κόπο, να ξηλώνω τα καρφάκια, χιλιάδες μικροσκοπικές άγκυρες που το κρατούν δεμένο στα ίδια αγκυροβόλια, μπορώ να τραβήξω με δύναμη τα γκέμια απ’ τα χέρια της μοίρας και ξέλυτη πια κι αφηνιασμένη ν’ αφήσω τα άλογα να με συντρίψουν. Δεν φοβάμαι να πηδήσω στο κενό από ψηλά, με ή χωρίς αλεξίπτωτο, δεν θα καθυστερήσω ούτε στιγμή να τραβήξω τη σκανδάλη από το όπλο με τη σφαίρα στη θαλάμη. Αγριεύω από χαρά γι’ αυτά που μπορώ να κάνω. Δεν θ’ ανοίξω την πόρτα να φύγω απλά, δεν θα κατέβω με προσοχή τις σκάλες μη πέσω και γλιστρήσω, μα θα τη δρασκελίσω με ορμή και θα κάνω τη βουτιά στο μέλλον ή στο τίποτα. Φουσκώνουν τα στήθη μου πανιά, μαζεύω τους ανέμους και τραβάω για όπου θέλω. Τίποτε δεν με κρατάει πλέον. Τίποτε δεν με φοβίζει. Αυτό το άνοιγμα του μυαλού στο κενό, η συμφιλίωση με την ανυπαρξία σα δυνατότητα, με ημερεύουν, μου καλμάρουν την καρδιά, με κρατούν ακόμα εδώ. Μιας και μπορώ, δεν θα το κάνω. Έτσι λέω. Το λέω;


Κάποιες φορές όταν παραβουλώσουν τα λούκια και μπουκώσουν τα μπουριά από τις βρώμες, τις καπνιές και τις μουτζούρες, βγάζω την ποδιά, τα παρατάω όλα σύξυλα, γυρίζω το κλειδί στην κλειδαριά, βάζω τα εφτά πέπλα και τραβάω κατά πίσω στην ανατολή, στη Σεχραζάτ και τα παλάτια της.



Έχω ένα τετράδιο με τριανταφυλλί εξώφυλλο, το κρατάω καλά κλειδωμένο μαζί με τα μυστικά και τους πόθους της καρδιάς μου. Μην απορείτε που το λέω, έμειναν και τέτοιοι. Δεν έχω τίποτε καλό να γράψω απ’ αυτά που έζησα, μα έχω μεγάλη λαχτάρα να δω αυτά που θα ‘ρθουν, όποια και να ‘ναι. Μόνο να ‘ρθουν! Κι ας με αφανίσουν.


Να σπάσει αυτή η ακινησία, η ατέρμονη επανάληψη των ίδιων κινήσεων που δε λαθεύουν τρίχα από τα συνηθισμένα τους δρομολόγια, το γύρω-γύρω από το ίδιο τραπέζι, πάνω στο ίδιο το χαλί που τρίβεται αργά-αργά αλλά δεν λέει να τρυπήσει, τα ίδια βήματα, μετρημένα χιλιάδες φορές και πάντοτε οχτώ και κάτι, από τη σάλα στην κουζίνα, τα ίδια μοχθηρά βλέμματα, λεπίδια που κόβουν και τρυπούν ό,τι αγγίζουν εκεί μέσα, οι ίδιες στριγκές φωνές που δεν λένε τίποτε, έπαψαν πια να ζητάνε, μόνο μουγκρίζουν θυμό, μίσος και πίσω απ’ αυτά, καμιά φορά και πόνο. Κανείς μας δεν προσέχει πια, ούτε ακούει, ούτε βλέπει. Όταν δεν σφάζει, αδιαφορεί.

Αχ, αυτή η φωτιά που καίει εκεί κάτω, ώρες-ώρες τη νοιώθω τόσο έντονα, ακούω τους τριγμούς της και την καρδιά της που πάλλεται, θέλω να ανοίξω την καταπακτή, να ξηλώσω ένα-ένα τα σανίδια, να λευτερώσω τη λάβα από τα υπόγεια της γης, ν’ αφήσω τις γλώσσες της να μ’ αγκαλιάσουν στην πιο ζεστή αγκαλιά, να δω αυτό το βρωμόσπιτο να εξαγνίζεται, να εκρήγνυται σ’ ένα κόκκινο σύννεφο, να γίνεται έστω για μια φορά συναρπαστικό και μεγαλειώδες, να ακούσω τη γριά να στριγκλίζει από απόγνωση κι απελπισία, να δω το γυάλινο μάτι της να λιώνει και να χύνεται, να τη δω επί τέλους να κινείται όπως η μαριονέτα, να χορεύει σαν το φασουλή προσπαθώντας ν’ απαλλαγεί από τις σάρκες της που καπνίζουν, να δω τη θέση της στη γωνιά αδειανή, να δω τα ντουλάπια ν’ αδειάζουν απ’ τα ποντίκια και τα σκουλήκια να εγκαταλείπουν το σώμα της τρέχοντας, τις φλόγες να γλείφουν λαίμαργα την υγρασία στο ταβάνι και τις κουρτίνες να λαμπαδιάζουν τρίζοντας και τσιρίζοντας, επί τέλους ας έρθει η φωτιά να με λυτρώσει. Κι ας καώ. Δεν με νοιάζει, αρκεί να γίνει κάτι.

Το σπίτι πήγε και ρήμαξε, αλλά το μέσα μου θαρρώ πως ακόμα αντέχει. Ώρες-ώρες το νοιώθω πως πετάγεται από το στήθος μου κι από κανένα μπουμπούκι. Μόνον εδώ μέσα ανθίζουν. Μόλις δρασκελίσω την κάμαρη προς τα έξω, ξεραίνονται και πέφτουν. Ας είναι, έστω κι εδώ. Να δούμε μέχρι πότε.


Ξαπλώνω ανάσκελα με τα χέρια ορθά να λικνίζονται και να ζωγραφίζουν στον αέρα σχήματα και θάλασσες, κουφώνω τα παντζούρια μην και το φως δίωξει μακριά τις οπτασίες, κι αρχίζω να υφαίνω ιστορίες και να κεντάω τα πρόσωπα στον καμβά κατά πως θέλω εγώ κι όχι κατά πως μου έλαχαν στο δρόμο μου. Κλειδώνω τις φωτιές στα υπόγεια, μόνο για σήμερα ας αργήσουν λιγάκι, και το ποτάμι που τρέχει στα θεμέλια του σπιτιού, ας μη φουσκώσει αυτές τις ώρες. Ας περιμένουν ακόμα, μέχρι να γράψω κι αυτή την ιστορία. Για αύριο πάλι, κάτι θα βρω για ν’ αναβάλλω το τέλος.


Σήμερα είναι η εκατοστή τριακοστή έκτη μέρα, η εκατοστή τριακοστή έκτη ιστορία που γράφω. Όσο περνάει ο καιρός όλο και δυσκολεύεται το μυαλό να φανταστεί. Τις πρώτες μέρες γεννούσε ακατάπαυστα. Η μια ιστορία έφερνε την άλλη. Έτρεχαν σα το νερό και έπαιρναν και την πίκρα μαζί τους. Τώρα η βρύση αρχίζει να σφίγγει, το νερό λιγοστό, ξερνάει θαρρείς τις λέξεις με το στανιό. Με κουράζει αυτή η αναμονή. Χτικιάζω τραβώντας τες μια-μια απ΄ το σωλήνα. Σκούριασε κι η βρύση και σκαλώνουν οι ουρές τους στα τοιχώματα. Και μετά, όταν τις αραδιάζω στο χαρτί, θαρρείς πως δεν μπορώ να τους βγάλω νόημα κανένα. Άναρθρες κραυγές μόνο και πρόταση καμιά. Κοντεύει να πέσει το φως κι εγώ ακόμα πασχίζω να τις ταιριάξω. Γίνηκαν δύσκαμπτες οι ρημάδες κι αντιστέκονται. Ούτε το στρώμα βοηθάει πια. Μου πληγώνει το σώμα. Ούτε το σώμα μπορεί να κρατήσει τα χέρια ορθά. Μολύβια που τα σωριάζει η βαρύτητα χωρίς αντίσταση.


Με τις μέρες που περνάνε νοιώθω και ‘γω να μην είμαι σε θέση να προβάλλω αντίσταση. Αύριο έχω να γράψω ακόμα μια ιστορία. Την εκατοστή τριακοστή έβδομη. Μπορεί και να μην την τελειώσω. Να μην προφτάσω. Να έχει έρθει η νύχτα και ‘γω ακόμα να παλεύω με σκουριασμένες βρύσες. Να έχει έρθει η Νότα και ‘γω να είμαι εκεί με τα χέρια αδειανά και το μυαλό άγονο και θολό.


Όσα πέπλα κι αν φορέσω δεν θα μπορέσω να φτάσω ποτέ στη Σεχραζάτ. Εγώ κώλωσα ήδη στις εκατόν τριάντα έξι. Άντε να το σπρώξω το μυαλό για λίγο ακόμα. Γρήγορα όμως, κάπου θα στομώσει.

Και τότε;



ΥΓ. Η Σεχραζάτ, η κόρη του Βεζίρη, διηγείται κάθε βράδυ στον Βασιλιά και από μια ιστορία, που επίτηδες αφήνει ατέλειωτη μέχρι την αυγή. Η περιέργειά του να μάθει το τέλος, της χαρίζει τη ζωή .


Πέμπτη 3 Απριλίου 2008

Νεοφιλελεύθερες (αυτ)ΑΠΑΤΕΣ: Συρίκνωση και Ανεργία στην Αμερική


Ο Νεοφιλελευθερισμός υποσχέθηκε τρία κυρίως πράγματα, 1)την αύξηση του πλούτου και του βιοτικού επιπέδου όλων των στρωμάτων της κοινωνίας, 2) την εξασφάλιση νέων θέσεων εργασίας και 3) την μείωση του πληθωρισμού που κατέτρωγε, είναι αλήθεια, ένα μεγάλο μέρος του εισοδήματος των εργαζομένων.
Τι συνέβη όμως τελικά;



A. Παραγόμενος (;) Πλούτος και Ανισοκατανομή

Μια καλή ιδέα είναι να ξεκινήσουμε από την Αμερική, την κατ’ εξοχήν εισηγήτρια, (Σχολή του Σικάγο), και υπέρμαχο του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, (αν και πρωτοεφαρμόστηκε στη Χιλή του Πινοσέτ, στο Μεξικό και στην πολιτεία της Ν. Υόρκης) και να συγκρίνουμε το ποσοστό αύξησης του πλούτου και την κατανομή του στα διάφορα κοινωνικά στρώματα κατά την μεταπολεμική περίοδο και κατά την περίοδο που συμπίπτει με την εφαρμογή του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, από το 1973 δηλαδή και μετά.

Τα στοιχεία, δανεισμένα από το US Commerce Dept, Bureau of Census, παρουσιάζονται στον επόμενο πίνακα. H πρώτη στήλη δείχνει τις χρονικές περιόδους που εξετάζονται, η δεύτερη το ανώτερο εισόδημα σε δολάρια (σε σταθερές τιμές του 2001), του πρώτου 20% των οικογενειών με το χαμηλότερο εισόδημα, η τρίτη του επόμενου 20% με το αμέσως μεγαλύτερο εισόδημα, κ.ο.κ., ενώ η τελευταία αποτυπώνει το κατώτερο εισόδημα του πλουσιότερου 5% κομματιού της κοινωνίας.


Με μια γρήγορα ματιά γίνεται φανερό ότι,
1. Στα πρώτα 26 χρόνια της μεταπολεμικής περιόδου, (1947-1973) υπάρχει σημαντική οικονομική μεγέθυνση, η οποία είναι γύρω στο 100%, δηλαδή ισοδυναμεί με διπλασιασμό του εισοδήματος στο τέλος της 26ετίας,
2. Για την ίδια περίοδο, η εισοδηματική αυτή αύξηση είναι ισοκατανεμημένη και στις πέντε εισοδηματικές κατηγορίες, με την εισοδηματική αύξηση (91%) του πλουσιότερου κομματιού να είναι ελαφρώς χαμηλότερη αυτής των φτωχότερων στρωμάτων.

Αν κοιτάξουμε τώρα τα στοιχεία της δεύτερης νεοφιλελεύθερης περιόδου, παρατηρούμε τεράστιες ποιοτικές διαφορές. Δηλαδή:
3. Η εισοδηματική αύξηση στο τέλος της 28ετίας είναι πολύ μικρότερη αυτής της πρώτης περιόδου σε όλα τα κοινωνικά στρώματα ανεξαιρέτως, πράγμα που σημαίνει ελάττωση της οικονομικής μεγέθυνσης γενικώς, μόνο 14%, για παράδειγμα, για το φτωχότερο στρώμα σε σύγκριση με την 97% αύξηση της πρώτης περιόδου,
4. Ενώ παρατηρείται σημαντική ανισοκατανομή, με το πλουσιότερο 5% του πληθυσμού να καρπούται και την μεγαλύτερη αύξηση ίση με 58%.

Την ίδια ακριβώς εικόνα δείχνει και η εξέταση του δείκτη Gini, (από τα στοιχεία της CIA), ο οποίος μετράει την ανισοκατανομή του εισοδήματος. Όσο μεγαλύτερη η τιμή του τόσο μεγαλύτερη και η ανισοκατανομή. Έτσι, ενώ κατά την πρώτη μεταπολεμική περίοδο η τάση ήταν να ελαττώνεται, από 0.376 το 1947, στο 0.348 το 1968, στη δεύτερη περίοδο η τάση, όπως αναμενόταν, άρχισε να αντιστρέφεται. Έτσι, το 1992 χτύπησε την τιμή 0.403 ενώ το 2004 ανήλθε στο 0.450, τιμή ρεκόρ.

Συγκρίνοντας την Αμερική με άλλες χώρες παρατηρούμε ότι η ανισότητα εκεί είναι μεγαλύτερη ακόμη και από το Μπαγκλαντές, το Λάος, το Βιετνάμ, την Ουγκάντα και την Καμπότζη, που είναι από τις φτωχότερες του πλανήτη.

Την ίδια επίσης εικόνα παίρνουμε και από τη διαφορά εισοδημάτων μεταξύ του πλούσιου Βορρά (χώρες του ΟΟΣΑ) και του φτωχού Νότου. Έτσι, σύμφωνα με τα στοιχεία των Ηνωμένων Εθνών το χάσμα ανάμεσα στο πλουσιότερο 1/5 του πληθυσμού στο Βορρά και το φτωχότερο 1/5 στο Νότο το οποίο ήταν 30:1 το 1960, διπλασιάστηκε σε 60:1 το 1990 και σε διάστημα 7 ετών, μέχρι το 1997 πήδηξε στο 74:1.

Αποτέλεσμα αυτής της τάσης ήταν ότι γύρω στα μέσα του 1990 το πλουσιότερο 20% του κόσμου έλαβε το 86% του παγκόσμιου εισοδήματος ενώ το φτωχότερο 20% έλαβε μόλις το 1%. Στην πραγματικότητα η παρατηρούμενη συγκέντρωση οικονομικής ισχύος επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι το πλουσιότερο 20% ελέγχει το 82% των παγκόσμιων εξαγωγών και το 62% των ξένων επενδύσεων.


Σχετικά τώρα με τους μισθούς, ανάμεσα στα έτη 2000-2005 ο εισαγωγικός μισθός για άρρενες απόφοιτους κολεγίου έπεσε κατά 7.3%, ενώ για τις γυναίκες κατά 3.5%. Από την άλλη μεριά το χάσμα στους μισθούς ανάμεσα σε απόφοιτους λυκείου και κολεγίου διευρύνθηκε σημαντικά από 23% το 1979 σε 45% και περισσότερο σήμερα.

Σύμφωνα με έρευνα του περιοδικού Business Week το 2004 το 25% περίπου των εργαζομένων αμερικανών βρέθηκε να παίρνει μισθούς κάτω από το όριο της φτώχιας.

Νομίζω ότι τα παραπάνω στοιχεία είναι πάνω από αρκετά για να περιγράψουν την χειροτέρευση της οικονομικής κατάστασης του μεγαλύτερου τμήματος της αμερικανικής κοινωνίας, πλην του ελάχιστου (5%) πλουσιότερου κομματιού της που έγινε ακόμα πιο πλούσιο.



B. Άνοιγμα των Αγορών και Μείωση (;) της Ανεργίας


Στην πραγματικότητα άνοιγμα και ευκαμψία των αγορών σήμαινε την εγκατάλειψη της μεταπολεμικής δέσμευσης για πλήρη απασχόληση, της εργασιακής ασφάλειας εξ αιτίας των μαζικών ιδιωτικοποιήσεων, των συγχωνεύσεων και των συνεπακόλουθων απολύσεων και της υιοθέτησης νέων μορφών μερικής ή ενοικιασμένης απασχόλησης. Συγκεκριμένα το σλόγκαν που περιέγραφε την κατάσταση με τον καλύτερο τρόπο ήταν ότι καταργείται μια καλοπληρωμένη θέση εργασίας και στη θέση της δημιουργούνται στην καλύτερη των περιπτώσεων δυο κακοπληρωμένες. Ή καταργούνται θέσεις στον καλοπληρωμένο βιομηχανικό τομέα και ανοίγουν άλλες στον κακοπληρωμένο των υπηρεσιών.


Σύμφωνα με έρευνα πάλι του περιοδικού Business Week, οι νέες θέσεις εργασίας που δημιουργήθηκαν στην Αμερική πάντα, ανάμεσα στο 2001 και 2006, κοντά 1.7 εκατομμύρια, ήταν στον τομέα της Υγείας. Από την άλλη μεριά οι δουλειές που χάθηκαν την ίδια περίοδο στον πολλά υποσχόμενο τομέα της πληροφορικής, των ηλεκτρονικών, των ημιαγωγών και του λογισμικού ανέρχονταν στα 1.1 εκατομμύρια. Οι περισσότερες θέσεις εργασίας χάθηκαν φυσικά στον βιομηχανικό τομέα και ανέρχονταν στα 3.4 εκατομμύρια από το 1998 και σε 2.9 εκατομμύρια από το 2001.


Έτσι στην περίοδο 2001-2005 χάθηκαν
Α) στον τομέα υπολογιστές ηλεκτρονικά: το 29.2% των θέσεων εργασίας
Β) στα ημιαγώγιμα υλικά και ηλεκτρονικά εξαρτήματα: το 36.7%
Γ) στις Ηλεκτρικές συσκευές: το 26%
Δ) Υφαντουργία :το 43.1%
Ε) Υφάσματα και ρουχισμός: το 65.4%
Ζ) Aυτοκινητα: το 18.6%
Η) Χημικά: το 9.7%
Θ) Αεροπορική Βιομηχανία: το 9.1%.


Πόση είναι τελικά η ανεργία στην Αμερική αυτή τη στιγμή;

Και δικαιολογείται να επαίρεται ότι η εφαρμογή του νεοφιλελεύθερου μοντέλου επέφερε και αύξηση των θέσεων εργασίας; Η απάντηση είναι ΟΧΙ, παρά τα παρουσιαζόμενα χαμηλά ποσοστά ανεργίας, γύρω στο 5%, και αυτό κυρίως λόγου της αλλαγής του τρόπου καταμέτρησης των ανέργων.


1) Σαν εργαζόμενοι λοιπόν θεωρούνται και αυτοί της μερικής απασχόλησης, με ωράριο λιγότερο των 20 ωρών εβδομαδιαίως. Φυσικά η μερική απασχόληση δεν μπορεί να συντηρήσει τον εργαζόμενο.
2) Στις στατιστικές των ανέργων δεν περιλαμβάνονται τα εκατομμύρια αυτών που έχουν παραιτηθεί από το ψάξιμο και έχουν σβηστεί από τους καταλόγους των ανέργων.
3) Στις στατιστικές δεν περιλαμβάνονται τα 1.5 εκατομμύρια των φυλακισμένων και τα 8.1 εκατομμύρια υπό αστυνομική επιτήρηση που αποτελούν σχεδόν το 10% του άρρενος εργατικού δυναμικού.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες το ποσοστό ανεργίας στην Αμερική θα ανέβαινε από το 5% στο 11% περίπου.


INFO
1. “Neo-Liberal Economic Policies in th United States: The Impact on the American Workers”, Kim Scipes, Feb 02, 2007, ZNet/Activism.
2. “Lying with Statistics: What’s the real US unemployment rate?”, Ed. Finn, Canadian Forum.

Τρίτη 1 Απριλίου 2008

Η Επιστροφή του Χαρίτου


Ένα θανατικό, πέρα από πρωτοκλασάτο, δευτεροκλασάτο ή γελοίο, όπως γράψαμε στα προηγούμενα, μπορεί να είναι και αιφνίδιο με μια έννοια όμως εντελώς στενή και ειδική. Όχι το αιφνίδιο εκείνο που ‘ρχεται όπως η κεραμίδα στο κεφάλι, από το πουθενά, επειδή δεν πήραμε υπ’ όψιν μας κάποιες μισοφραγμένες αρτηρίες, κάποιες ανεβασμένες τιμές της κακής χοληστερίνης, το κοντολαχάνιασμα στις σκάλες, ή το μούδιασμα στον αριστερό ώμο, και παρ’ όλα τα σημάδια δεν κάναμε αυτά που όλοι γνωρίζουμε ότι έπρεπε να κάνουμε, αλλά το άλλο, που δεν πρόλαβε να δώσει σημάδια, ή που δεν υπήρχαν καν σημάδια να φανερωθούν, παρά συνέβη ύστερα από μια λαχτάρα, μια μεγάλη στενοχώρια, ένα γεγονός απροσδόκητο και συνάμα δυσκολοχώνευτο, ύστερα από μια παραξενιά, μια ανατροπή, μια αιφνίδια αλλαγή σεναρίου, μια κακοτυπωμένη σελίδα στο, κατά τα άλλα, καλοσχεδιασμένο βιβλίο της ζωής του παθόντος.


Υπήρχε περίπτωση να συμβεί κάτι περίεργο, ας πούμε, στους γονείς του Χαρίτου, αν ο ίδιος κάποια στιγμή στα εικοσιδύο του δεν ανακοίνωνε ορθά κοφτά ότι θα έπαιρνε το πρώτο αεροπλάνο για το Σικάγο, να βρει το θειο του, αδερφό της μάνας του, και να συνεχίσει εκεί τις σπουδές του; Μάλλον όχι. Ο Χαρίτος, με το πτυχίο και τις γνωριμίες του πατέρα του θα έπιανε κάποια αξιοσέβαστη δουλειά, θα εισέπραττε κάποια χρήματα από τα εύκολα ενοίκια της αντιπαροχής, θα αναστήλωνε το πατρικό, θα έλεγε το ‘ναι’, σε κάποια στιγμή χαλάρωσης στο ‘αίσθημα’, που εδώ που τα λέμε, μάλλον θα είχε πάψει από καιρό να λειτουργεί ουσιαστικά σαν τέτοιο, και αν το ‘θελε ο Θεός θα έκανε και κανένα εγγονάκι, έτσι για να μη μένουν άδειες και πικραμένες οι αγκαλιές των γιαγιάδων στα στερνά τους. Αυτή θάταν, έτσι για να συνοψίσουμε, η ζωή του, όπως πολλών άλλων της ίδιας σειράς με δαύτον, που τύχαιναν να γεννηθούν στα ψηλά πατώματα αξιοσέβαστων πολυκατοικιών στις μεσοαστικές περιοχές του κέντρου. Με μικρές λίγο-πολύ, έτσι για ποικιλία, παραλλαγές στον τύπο της δουλειάς, στο εισόδημα, άντε και στον αριθμό των παιδιών.



Ούτε ο Χαρίτος, ούτε οι γονείς του που τον αποχαιρετούσαν συγκινημένοι στο αεροδρόμιο, γνώριζαν ακόμα, (πώς ήταν άλλωστε δυνατόν), ότι το ταξίδι αυτό θα είχε μοιραίες και ανεπανόρθωτες επιπτώσεις στη ζωή τους. Ούτε, ότι αν είχαν λίγο διαφορετικά μυαλά και λιγότερη στενοκεφαλιά και γινάτι, πιθανόν να ζούσαν ακόμα, έχοντας μάλιστα για παρέα και το εγγονάκι που τόσο πολύ ονειρεύονταν. Αλλά πού να τα ξέρουν όλα αυτά από τα πριν; Καμιά φορά, τα φέρνει έτσι η ζωή που κάποια μικρή στραβοτιμονιά, κάποιο μικρό ξεστράτισμα απ’ το σενάριο, πληρώνεται με δυσανάλογα μεγάλο τίμημα. Κι άλλες πάλι φορές, θαρρείς πως κάποιο αόρατο χέρι επεμβαίνει, ώστε, όσο μεγάλο κι αν είναι το στραβοπάτημα να το σιάζει, άλλοτε γλυκά-γλυκά και άλλοτε την τελευταία στιγμή, κυριολεκτικά μέσα απ’ του χάρου τα δόντια, ώστε τίποτα στο τέλος να μη μένει απ’ το συμβάν, παρά μόνο μια στιγμιαία ταραχή κι ένα φούσκωμα στο στήθος απ’ τη θύμηση αυτού που τελικά αποφεύχθηκε.



Ο Χαρίτος έκανε τελικά αυτό για το οποίο πήγε στην Αμερική. Και άλλα ακόμα, πιο σημαντικά. Γνώρισε μια ντόπια πεταχτή, την παντρεύτηκε, έκανε και δυο παιδιά μαζί της, κι όταν ήρθε η ώρα να γυρίσει στην πατρίδα, γιατί τα εμβάσματα πήραν ν’αραιώνουν, θυμήθηκε ότι για όλα αυτά τίποτε δεν είχε πει στους γονείς του, παρά μόνο λόγια αόριστα, οι οποίοι αντί για έναν, τους έμελλε ν’ αντίκριζαν ανάμεσα στα συμπράγκαλα και τις παραφουσκωμένες βαλίτσες, τρία νέα πρόσωπα, παρατεταγμένα αμήχανα στη σειρά.



Οι υποδοχές σε συνοριακές γραμμές, αγαπημένων προσώπων που λείπουν από καιρό, έχουν την ίδια οδύνη με τους αποχαιρετισμούς. Με μια διαφορά. Οι αποχαιρετισμοί έχουν κάτι το τετελεσμένο πάνω τους, μ’ ό,τι αυτό συνεπάγεται. Όταν το αγαπημένο πρόσωπο βρεθεί εκτός θέας, είτε στην κοιλιά ενός αεροπλάνου είτε στην κοιλιά ενός πλοίου, και έχει αποχωρήσει, αυτοί που μένουν πίσω γυρίζουν ελαφρύτεροι στα σπίτια τους, με αίσθημα ανακούφισης, μιας και αυτό που φοβόντουσαν από τόσο καιρό, ο χωρισμός δηλαδή, συνέβη τελικά πιο εύκολα, δίχως τον ίλιγγο που περίμεναν να νοιώσουν˙ κι αν προς στιγμήν φάνηκε να τους τυλίγει το γνώριμο μούδιασμα της απόγνωσης, κατάφεραν τελικά να το διώξουν με μια αδιόρατη κίνηση του νου και της καρδιάς, έμφυτη θαρρείς στον άνθρωπο από τότε που πλάστηκε να προσπερνάει τις μεγάλες λύπες εστιάζοντας πάραυτα προς τη ζωή και τις χαρές που δεν μπορεί παρά να φέρνει το μέλλον σαν αντιστάθμισμα, και σ’ αυτούς που φεύγουν μακριά, και σ’ αυτούς που μένουν πίσω και τους περιμένουν.



Οι υποδοχές, από την άλλη μεριά είναι κατά κανόνα κατώτερες των προσδοκιών αυτών που στήνονται σε λιμάνια και αεροδρόμια για να υποδεχτούν. Η έξαψη μήπως και δεν νοιώσουν τη σωστή ένταση χαράς που προβλέπει η περίσταση, η ανησυχία μήπως το πρόσωπο που έρχεται μετά από τόσο καιρό δεν θα είναι πια τόσο οικείο, όσο τη μέρα που έφυγε, ο φόβος μήπως η απόσταση που πρέπει να ξανακερδηθεί αποδειχτεί μεγαλύτερη απ’ τις συναισθηματικές δυνατότητες αυτών που συναντιούνται, κάνουν τις υποδοχές να συνοδεύονται από περισσότερο βάρος απ’ ό,τι οι αποχωρισμοί. Ο αποχωρισμός έχει μέσα του σπέρματα ανακούφισης και ελπίδας. Η υποδοχή αντίθετα φέρνει βάρος και σκεπτικισμό. Τα περιτυλίγματα μόνο είναι ανάποδα. Οι συμβάσεις ότι ο αποχωρισμός ισοδυναμεί με λύπη, και η υποδοχή με χαρά, δεν στέκουν και πολύ αν τις ανασκαλέψεις λίγο πιο βαθιά.



Με το βάρος λοιπόν της αναμονής, με αδιευκρίνιστα συναισθήματα και την καρδιά να χτυπά ακανόνιστα απ’ την αγωνία, οι γονείς του Χαρίτου είχαν μαζευτεί από νωρίς στο αεροδρόμιο για να υποδεχτούν το γιο και τη φαμίλια του, ώρες πριν, μην αντέχοντας να μείνουν ούτε εκεί, αλλά ούτε και στο σπίτι. Οι δυο τους μόνο, γιατί και αδέρφια δεν υπήρχαν, και οι άλλοι συγγενείς είτε είχαν πεθάνει, είτε είχαν ξεκόψει από καιρό.



Λίγες μέρες μόνο πριν, ο Χαρίτος τους είχε πει για την αμερικάνα που θα έφερνε και για τα δυο τους τα παιδιά, το ένα μωρό, το άλλο μόλις που περπάταγε. Πέραν τούτου τίποτα. Και η φαντασία των γέρων από τότε είχε πάρει να οργιάζει. Και τι δε γένναγε! Μια την φαντάζονταν λυγερή με μέση δαχτυλίδι, γαλανομάτα και αψηλή σαν τις καλοταϊσμένες αμερικανοπούλες που δείχνουν στα περιοδικά, να γλιστράει ανεπαίσθητα απ’ την κουζίνα στο σαλόνι, κι απ’ το σαλόνι στην τραπεζαρία, πάντα με κάποιο απ’ τα μωρά στα χέρια της, άλλη πάλι φορά τη φαντάζονταν νταρντάνα, σκληρή κι αγέλαστη, μα γρήγορα την έδιωχναν τούτη την εικόνα από τα μάτια τους, γιατί του Χαρίτου δεν θα του ταίριαζε κάτι τέτοιο, (ήταν πιότερο κι από σίγουροι), αλλά αυτό που θ’ αντίκριζαν σε λίγο στο αεροδρόμιο ούτε που τους είχε περάσει καθόλου απ’ το μυαλό.



Με τις εικόνες αυτές και άλλες πιο σκυθρωπές και πιο αλλόκοτες, έως και εξωπραγματικές, να εναλλάσσονται με όλο και πιο ιλιγγιώδη ρυθμό μπροστά στα μάτια τους και που όσο περνούσε η ώρα να μπερδεύονται αναμεταξύ τους όλο και πιο ανεξέλεγκτα, σαν σε ταινίες που πλέχτηκαν τα καρούλια τους, ή σαν σε κολλάζ από διαβολικές φιγούρες που ξεπήδησαν από ζωγραφιές του Bosch και του Blake, πέρασε η ώρα. Το αεροπλάνο κατέβηκε, οι βαλίτσες μαζεύτηκαν μία-μία και τότε ο Χαρίτος, ή κάποιος που τού ‘μοιαζε, εμφανίστηκε κάπου στο βάθος της αίθουσας, στις αφίξεις.



Λύθηκαν τα γόνατα των γέρων, όταν σ’ ένα στιγμιαίο ανοιγοκλείσιμο της πόρτας τον εντόπισαν. Δεν ήταν και πολύ σίγουροι όμως. Μπορεί νάταν και μπορεί να μην ήταν αυτός. Έμοιαζε και δεν έμοιαζε. Μετά τον ξανάχασαν. Βάστηξαν γερά ο ένας τον άλλον για να μη σωριαστούν απ’ τη συγκίνηση και την αγωνία. Η γριά έμπηξε με δύναμη τα δάχτυλά της στο μπράτσο του άντρα της και γαντζώθηκε ακόμα πιο σφιχτά πάνω του. Αβοήθητοι μπροστά στο άγνωστο που θα βρίσκονταν αντιμέτωποι σε λίγο, έψαχναν να βρουν στον άλλον ένα στήριγμα. Κι άλλες φορές είχε λείψει ο Χαρίτος. Αλλά ποτέ για τόσο πολύ. Δεν ήταν η πρώτη φορά που πήγαιναν να τον προϋπαντήσουν στο αεροδρόμιο. Και ποτέ πριν δεν ένοιωθαν τόσο παράξενα, όσο τούτη τη φορά. Ήταν θες τα νέα του που δεν μάθαιναν τον τελευταίο καιρό, παρά μόνο τα λιγοστά, ήταν θες η μυστηριώδης αμερικάνα και τα παιδιά της, που αν και ήρθαν απ’ το πουθενά θάπρεπε να τους αισθάνονταν σαν νάτανε δικοί τους, όλα αυτά τους βάραιναν τη ψυχή και έκαναν τα πόδια τους να τα σέρνουν σαν βαρίδια.



Όταν επιτέλους ο Χαρίτος πέρασε την πόρτα και στάθηκε γύρω στο μισό μέτρο μπροστά τους, κι όταν μετά απ’ τ’ αγκαλιάσματα και τα δάκρυα, τ’ αμήχανα χαμόγελα, τα κοντανασάσματα και τα ρουφήγματα της μύτης, έστρεψαν το βλέμμα και στους τριγύρω, τότε πρόσεξαν μια γυναίκα στρογγυλή με πεταχτά χείλη, πλατσουκωτή μύτη, και σοκολατένιο δέρμα, μ’ ένα μωρό στην αγκαλιά κι μ’ ένα άλλο να το κρατά από το χέρι, που στέκονταν λίγο πιο πίσω απ’ αυτόν. Ποιος ξέρει γιατί, αλλά την πέρασαν για τη νταντά των παιδιών. Τους παραξένεψε, αλλά το προσπέρασαν στα γρήγορα μέσα στην όλη ταραχή των στιγμών. Το βλέμμα τους πήγε ακόμα πιο πίσω, έκαμε μια-δυο στροφές, κι αφού δεν βρήκε τίποτε που να μοιάζει με τη γυναίκα του Χαρίτου, μ’ όποια της εικόνα κι αν την είχαν φανταστεί, το ξανακόντυναν και το απίθωσαν μπροστά τους στη γυναίκα με το σοκολατένιο δέρμα. Τότε μόνο συνειδητοποίησαν ότι και τα μωρά της έμοιαζαν. Μόνο το ένα ξέφευγε λίγο και έφερνε προς τον Χαρίτο. Το άλλο ήταν κακομούτσουνο και πιο μαυριδερό, όπως και η μάνα του. Σκέτο μαυροτσούκαλο. Μυξιασμένο και χλωμό απ’ την ταλαιπωρία γυρόφερνε στα πόδια της όλο γκρίνια.



Οι γέροι κοιτάχτηκαν στα μάτια και με μια σύσπαση των χειλιών ο ένας και ένα ανοιγοκλείσιμο των ματιών ο άλλος, συμφώνησαν ότι και οι δυο είχαν καταλάβει το ίδιο πράγμα. Η γριά προσπάθησε να το παίξει λίγο στο μυαλό της το γεγονός, να εξοικειωθεί μαζί του, ν’ αρχίζει να το χωνεύει, όπως ένα πικρό σιρόπι που το στριφογυρίζουμε βόλτες πολλές μέσα στο στόμα μέχρι να του φύγει η πικράδα ˙ όπως ένας πόνος που τον κάνουμε κομπολόι μέχρι να ξεθυμάνει και να φύγει. Έσκυψε προς το μέρος της και την αγκάλιασε. Γυναίκα ήταν κι αυτή άλλωστε, όπως και μάνα. Έριξε μια ματιά στον Χαρίτο, μετά στην αμερικάνα, και μετά πάλι πίσω στον γιο της, σαν να τους τύλιγε το βλέμμα της με μια αδιόρατη κλωστή και να τους επικύρωνε έτσι σαν ζευγάρι. Δεν ήθελε και πολύ η γριά να την αποδεχτεί. Έτσι είναι οι γυναίκες, πιο ήπιες, πιο συμβιβαστικές, πιο μεγαλόκαρδες, πιο διπλωμάτισσες και πιο τεχνήτρες στο να συμβιβάζονται με το απροσδόκητο, στο να εξομαλύνουν τα πάθη και να διαχειρίζονται τα συναισθήματα και τα παιχνίδια της καρδιάς. Κάνουν την πίκρα μέλι, τα δάκρυα χαρά. Χρυσαλοιφή την έλεγε ο άντρας της συχνά πυκνά. Και δεν είχε άδικο. Της γριάς δεν της άρεσε να την αποκαλεί έτσι, αλλά κατά βάθος ήξερε ότι το εννοούσε με αγάπη και τρυφερότητα. Αυτή που ξαναμπαίνει στα ζευγάρια μετά από τόσα χρόνια κοινής ζωής, και λίγο πριν από τη λύση της.



Ο γέρος δεν έκανε τίποτε απ’ όλα αυτά. Άκαμπτος σαν ξύλο απέφυγε να την κοιτάξει παραπάνω, να πει κάτι πέρα απ’ τα τυπικά. Σαν να ‘φταιγε αυτή κι όχι κανένας άλλος. Ποιος ξέρει τι πόλεμος είχε ξεσπάσει στο μυαλό του, σίγουρα πόλεμος άδικος. Άλλα όνειρα είχε για τον Χαρίτο, τον μοναχογιό του, κι αλλιώς του τα’ φερε η ζωή. Πως να τα βάλλεις όμως με τη μοίρα; Πιο εύκολα τα βάζεις με μια γυναίκα κι έτσι πιο εύκολα νομίζεις ότι ξεμπερδεύεις.



Πάντως, τον πόλεμο αυτόν ο γέρος με τη δυσκαμψία και το ξερό του το κεφάλι, τον έχασε. Μια για πάντα. Έκανε μια στροφή να φύγει, αλλά δεν πρόλαβε. Σκόνταψε πάνω στο χάρο που είχε βγει πρωϊνιάτικα για να θερίσει. Τα μάτια γούρλωσαν απ’ το ξαφνικό συναπάντημα, το λαρύγγι πήρε όλο και να στενεύει, οι ανάσες σπρώχνονταν πια για να βγουν, η γλώσσα πετάχτηκε όξω γυρεύοντας ν’ αρπάξει λίγο αέρα που όλο και στέρευε. Μετά σωριάστηκε, χωρίς κανείς να προλάβει να του λύσει ούτε τη γραβάτα. Έτσι άδοξα κι αναίτια τέλειωσε μια ζωή εβδομήντα και βάλε χρόνων, μια ζωή που άρχισε μ’ ένα βογκητό, είδε το φως μ’ ένα κλάμα και τέλειωσε μ’ ένα σπάραγμα. Όπως λίγο πολύ του καθένα μας.



Η γριά, ενώ φάνηκε διατεθειμένη στην αρχή να συμβιβαστεί με την ιδέα μιας νέγρας και άσκημης νύφης, το ξαφνικό θανατικό τής γύρισε τ’ άντερα και τα μυαλά. Τη συγκατοίκηση μ’ αυτό το ξένο χρώμα και τη κουδουνιστή λαλιά, δεν την πολυσήκωσε. Μαράζωσε, μαζεύτηκε, μίκρυνε και στους έξι μήνες πάνω, τα μάζεψε κι έφυγε κι αυτή για τον άλλο κόσμο.