Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2012

Από τα ορθόδοξα οικονομικά, στα σαδο-μαζοχιστικά


Αναρωτήθηκα, πολλές φορές τον τελευταίο καιρό από πού, από ποια κεφάλια ξεπήδησαν οι πολιτικές λιτότητες που μάς ταλανίζουν. Δεν μπορεί, αυτοί που τις ενστερνίζονται με τόσο πάθος και τις εφαρμόζουν με τόση συνέπεια, από κάπου θα αντλούν τη βεβαιότητα για την ικανότητά τους να προκαλούν την πολυπόθητη ανάπτυξη. Κι αυτό το κάπου, φαντάζομαι, ότι θα πρέπει να είναι μια κάποια περισπούδαστη, μια πολύ καλά τεκμηριωμένη θεωρία. Άνθρωποι που μονοπωλούν τον ορθολογισμό, που εξανίστανται μπροστά στους ειδικούς και υποκλίνονται μπροστά στην ορθοφροσύνη και την αντικειμενικότητα των επιστημόνων, δεν μπορεί, από κάποια στέρεη θεωρητική βάση θα πρέπει να αντλούν τα επιχειρήματά τους.


Για παράδειγμα, η μεταπολεμική οικονομία στηρίχτηκε εν πολλοίς στη θεωρία μιας μεγάλης μορφής, του Κέυνς, σύμφωνα με τον οποίο η ύφεση δεν ξεπερνιέται με λιτότητα, αλλά με πολιτικές που τονώνουν τη ζήτηση, μέσω αύξησης των κρατικών δαπανών. Αν είχε δε εισακουστεί από το 1919, όταν έγραφε ότι οι παράλογες πολεμικές αποζημιώσεις που οι νικηφόροι σύμμαχοι είχαν επιβάλει στη Γερμανία θα οδηγούσαν σε βαθιά ύφεση, σε αδυναμία τελικά εξυπηρέτησης αυτών και σε κοινωνική και πολιτική αστάθεια, ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος πιθανόν και να είχε αποφευχθεί. Αναλογικά, μόνο μια αντίστοιχου διαμετρήματος μορφή θα μπορούσε να αναμετρηθεί σήμερα με τον Κέυνς για να υποστηρίξει το εντελώς αντίθετο, ότι δηλαδή η ύφεση ξεπερνιέται με ακόμα λιγότερες κρατικές δαπάνες, κι όχι με περισσότερες, η φτώχεια με ακόμα περισσότερη φτώχεια, κ.ο.κ.


Μοιάζει αυτό το τελευταίο παράδοξο; Μοιάζει αντιφατικό και παράλογο; Μοιάζει να γλιστράει επικίνδυνα προς τα θολά νερά της ομοιοπαθητικής, όπου το όμοιο γιατρεύει το όμοιο; Μοιάζει αυτή η παράξενη εμμονή περί λιτότητας να έχει πάνω της κάτι από την αύρα των μεταφυσικών βεβαιοτήτων του Νew Age; Κι όμως μοιάζει!


Υπάρχει λοιπόν θεωρία; Ναι υπάρχει, και το ονοματάκι της: «Expansionary Austerity» ή «Expansionary Fiscal Consolidation», δηλαδή επέκταση της οικονομίας μέσα από τη …συρρίκνωση της οικονομίας! Κάπως όπως εκτίναξη του ελατηρίου μέσα από την συμπίεση του ελατηρίου, για να έχουμε και το φυσικό ανάλογο, που πιθανόν να λειτούργησε και σαν πρότυπο στους εμπνευστές της. Και από πού πηγάζει η ισχύς της; Από τη ζήτηση; Φυσικά και όχι. Πηγάζει από τη μαγική λέξη «Confidence», δηλαδή από την εμπιστοσύνη στο μέλλον που θα δείξουν οι επενδυτές και θα τρέξουν να επενδύσουν, κι από το ίδιο χαρμάνι εμπιστοσύνης που θα δείξουν οι καταναλωτές, και θα σπεύσουν να καταναλώσουν, όντας φυσικά πένητες και άνεργοι, αλλά αυτό δεν το πιάνει καθόλου η θεωρία ως ενδεχόμενο. «Καλή Νεράιδα της Εμπιστοσύνης», την ονομάζει ο P. Krugman περιπαικτικά, «Οικονομικά Βουντού» την ονομάζουν κάποιοι άλλοι, περισσότερο κακεντρεχείς.


Η ιστορία ξεκινάει να απασχολεί κάποιους οικονομολόγους, καθόλου τυχαία από τη δεκαετία του 1990, όταν τα μοντέλα που καταστρώνουν φαίνεται να δείχνουν ότι υπάρχει συσχέτιση ανάμεσα στη δημοσιονομική λιτότητα και την επέκταση της ιδιωτικής κατανάλωσης. Τώρα κάτω από ποιες προϋποθέσεις, κάτω από ποιες παραδοχές, και κάτω από ποιους απτούς μηχανισμούς, ας το αφήσουμε καλύτερα εκτός συζήτησης, μια και η κουβέντα θα πήγαινε αλλού και δεν θα κατέληγε.


Φυσικά και χωρίς τις προαναφερθείσες θεωρητικές αναζητήσεις, τόσο ο Ρήγκαν και οι Μπους, πατήρ και υιός, όσο και οι Ομπάμα και Μέρκελ θα εφάρμοζαν την πολιτική που πρώτα απ’ όλα πίστευαν ότι έπρεπε να εφαρμόσουν, χωρίς τη βοήθεια κάποιου ηχηρού θεωρητικού υποβάθρου. Για καλή τους τύχη όμως, το θεωρητικό αυτό backup τούς δόθηκε θεόσταλτο από κάποιον με το όνομα Alberto Alesina, νυν καθηγητή στο Harvard και καθόλου τυχαία, πρώην οικονομολόγο στην Παγκόσμια Τράπεζα και ΔΝΤ, ο οποίος με τις εργασίες και τα μαθηματικά του μοντέλα παρείχε ένα παραπάνω άλλοθι στους κυβερνώντες, για ν’ αναγάγουν την τακτική τους σε Αξίωμα και φυσική Αρχή. Δεν είναι άλλωστε η πρώτη φορά που ο νεοφιλελευθερισμός επικαλείται αιώνιους νόμους για να δικαιολογήσει τις πολιτικές του επιλογές, και όχι μόνο στην οικονομία.


Σ’ ενα από τα τελευταία τους άρθρα, (2009), oι Alesina και συνεργάτες ισχυρίζονται ότι με βάση εμπειρικά δεδομένα 21 χωρών του ΟΟΣΑ που προέβησαν σε δημοσιονομικές προσαρμογές ανάμεσα στα έτη 1970 και 2007, οι πολιτικές που βασίστηκαν σε μειώσεις κρατικών δαπανών και όχι φόρων αποδείχτηκαν πιο πιθανές να ελαττώσουν το λόγο ελλείμματος προς ΑΕΠ και χρέους προς ΑΕΠ, παρά αυτές που βασίστηκαν σε αυξήσεις φόρων. Βούτυρο στο ψωμί, δηλαδή, των εραστών των πολιτικών λιτότητας και των ανέγγιχτων φόρων.


Φυσικά, τέτοια αποτελέσματα, και μάλιστα ενάντια στην πρόσφατη πραγματικότητα δεν ήταν δυνατόν να μείνουν αναπάντητα. Ανασκευές και εντοπισμός βασικών λαθών ήρθαν από πολλές μεριές. Για παράδειγμα αυτό που δεν είχε τονιστεί στην εργασία του Alesina ήταν ότι, όπου παρατηρήθηκε ανάπτυξη, παρά τις περικοπές στις δαπάνες, αυτό συνέβη διότι οι εν λόγω οικονομίες βρίσκονταν ήδη σε τροχιά ανάπτυξης. Ενώ, στην περίπτωση πολλαπλά τραυματισμένων οικονομιών, όσες προσπάθησαν να βγουν από την ύφεση με περικοπές, απλά δεν τα κατάφεραν. Κοντολογίς, οι χώρες δεν περικόπτουν τα ελλείμματά τους σε καιρούς ύφεσης, παρά σε καιρούς ανόδου της οικονομίας, διότι αλλιώς καταλήγουν να έχουν μικρότερη ανάπτυξη και μεγαλύτερο χρέος. Κοινός νους, θα πρόσθετε κανείς.


Και πάνω στους ...σφοδρούς διαξιφισμούς των οικονομολόγων για την αλήθεια ή όχι των ισχυρισμών του Alesina εμφανίστηκε και μια εργασία (Οκτ. 2010) από ερευνητές του ΔΝΤ, με την οποία λίγο πολύ μάς έλεγαν ότι οι πολιτικές λιτότητας βλάπτουν σοβαρά την υγεία. Συγκεκριμένα, αφού έτρεξαν με σχολαστικότητα το μοντέλο τους, προσέχοντας τα λάθη και τις λεπτομέρειες, κατέληξαν ότι δημοσιονομική συρρίκνωση κατά 1% του ΑΕΠ ελαττώνει κατά 0.75%, και όχι αυξάνει, την πραγματική ιδιωτική κατανάλωση στα επόμενα δυο χρόνια, ενώ το πραγματικό ΑΕΠ συρρικνώνεται κατά 0.62%. Πραγματικός κόλαφος το αποτέλεσμα, δηλαδή. «Μήπως το ΔΝΤ άρχισε να γίνεται κεϋνσιανό;», αναρωτήθηκαν πολλοί. Βέβαια, και μόνο με την ερώτηση αυτή, γίνεται φανερό ότι αυτό που κινεί την οικονομική σκέψη είναι η ιδεολογία πιο πολύ, παρά η αντικειμενικότητα των πραγμάτων και των σταθμών, γεγονός που κάνει αρκετούς πλέον να αναρωτιούνται αν όντως η Οικονομική είναι επιστήμη. Στις επιστήμες, οι θεωρίες και τα πειράματα γίνονται με τρόπο τέτοιο, ώστε μια αρχική υπόθεση να μπορεί να ελεγχθεί εν είναι σωστή ή λάθος, και όχι, ντε και καλά, για να επιβεβαιωθεί.


Αυτό που βλέπουμε λοιπόν, είναι ότι ούτε το ίδιο επιστημονικό δυναμικό του ΔΝΤ δεν στηρίζει τις συμβουλές που παρέχει με το αζημίωτο δεξιά κι αριστερά. Και αν αυτές οι συμβουλές δεν εδράζονται ούτε και σε αυτό, που ως τεχνοκράτες θα έπρεπε να τιμούν και να εμπιστεύονται, δηλαδή τη θεωρία και τα μαθηματικά, τότε πού στηρίζονται κι από πού αντλούν αυτοπεποίθηση;


«Ίσως ένας Φρόιντ, ή ένας Γιουνγκ να μπορούσε να εξηγήσει αυτό που συμβαίνει σήμερα στην Ευρωζώνη», γράφει ο Larry Elliott στον Guardian, (8/1/12). «Σίγουρα, όμως αψηφά κάθε λογική οικονομική ανάλυση».

«Η λιτότητα, ως ο δρόμος που επέλεξε η Ευρωζώνη για την ευημερία δεν είναι παρά τα οικονομικά του Μαρκήσιου ντε Σαντ», γράφει με οίστρο σ’ ένα πρόσφατο tweet ο αγαπητός μας Ρουμπινί.


Να, λοιπόν, που ένας καινούργιος κλάδος των οικονομικών αρχίζει να γεννιέται μπροστά στα μάτια μας...


2 σχόλια:

ο δείμος του πολίτη είπε...

Πολύ ενδιαφέρον άρθρο. Το θέμα είναι ότι αποδείξεις επ' αυτού δεν έχουν να παρουσιάσουν, παρά μόνο θεωρητικές θέσεις. Σε ποια χώρα ανέβηκε το ΑΕΠ; Νομίζω ότι ούτε στην Αργεντινή ακόμα, ανέβηκε το ΑΕΠ.

Κώστας.Κ είπε...

Αυτό που η κεϋνσιανή σκέψη αδυνατεί να καταλάβει Cynical, είναι πως ο καπιταλισμός λειτουργεί και δια της καταστροφής. Η ύφεση και οι πολιτικές λιτότητας είναι λειτουργικό του στοιχείο για το άνοιγμα της αγοράς στην επιβίωση των ισχυροτέρων. Αυτή σηματοδοτεί τη νέα περίοδο ανάπτυξης. Προηγείται όμως μία περίοδος καταστροφής που ο νεοφιλελευθερισμός προσπαθεί να θεωρητικοποιήσει ως αναγκαία εν είδη φυσικού νόμου. Δεν είναι. Είναι αναγκαία όμως στην καπιταλιστική ανάπτυξη. Σαδομαζοχιστική δεν είναι η οικονομική παρά μόνον στο βαθμό που απολογείται για τον σαδομαζοχισμό του ίδιου του καπιταλισμού. Μαρξ και Σουμπέτερ ρίχνουν φως στις φαινομενικά παράδοξες αντιφάσεις της ακολουθούμενης πολιτικής.