Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2007

«Τυρί, Γάλα, Καφές, Γιουρσενάρ...»

Η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα στον κόσμο όπου ξεκινάς το πρωί να πας στην Έβγα της γειτονιάς σου να πάρεις γάλα και φεύγεις και μ’ έναν Προυστ στη σακούλα. Έτσι, με το καλημέρα σας και με τη τσίμπλα στο μάτι!


Αν κάποιος εξωγήινος κατέβαινε στη χώρα αυτή τα Σαββατοκύριακα και έπαιρνε μάτι στις εφημερίδες που κυκλοφορούν στην Αθήνα, θα έβγαζε το συμπέρασμα ότι είμαστε εκ του μακρόθεν ο πιο κουλτουριάρικος λαός της γης να μην πω και της ιστορίας γενικώς και ότι παίζουμε την υψηλή τέχνη στα δάχτυλα. Το τι Κάλας κυκλοφορεί, το τί φον-Κάραγιαν, το τι όπερες σε παλιές και νέες εκδόσεις, τι Βάγκνερ, τι Μότσαρτ, τι Σοπέν κ.λ.π. από άποψη μουσικής, τι Μπονιουέλ, τι Αντονιόνι, τι Γκοντάρ, από άποψη σινεφιλίας και τι υψηλή λογοτεχνία δίπλα-δίπλα με τα γαριδάκια, τα πατατάκια και τις τσιχλόφουσκες, δεν περιγράφεται.

Είναι η μοναδική χώρα, θα σκέφτεται, που κατάφερε να συγκεράσει το υψηλό με το χαμηλό, ή πιο σωστά το υψηλό να εκθρονίσει το χαμηλό, να ομογενοποιήσει τους χώρους της υψηλής τέχνης με τους χώρους καθημερινής αφόδευσης, να μετατρέψει τα περίπτερα σε γκαλερί, τα ψιλικατζίδικα σε ναούς της κουλτούρας.

Είναι κρίμα που ο καημένος ο εξωγήινος δεν θα προλάβει να γνωρίσει την κυρία Θώδη, τον κύριο Μπουγά, την κυρία Στανίση και άλλους τινούς αοιδούς που μεσουρανούσαν, το πάλαι ποτέ, πριν η νέα πολιτιστική επανάσταση σαρώσει τη χώρα, στις σελίδες και τις προσφορές του πολιτιστικού περιοδικού «Πίστα» ειδικευμένο στις ακουστικές τέχνες, καθώς επίσης και των περιοδικών «Hello» και «Σοκ» ειδικευμένων αντίστοιχα στις εικαστικές. Δυστυχώς οι καιροί αυτοί έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί. Τώρα ο κόσμος θέλει άλλα, δεν συμβιβάζεται με τίποτε λιγότερο, τίποτε περισσότερο από Τζόις, για να δώσουμε ένα πρόχειρο παράδειγμα.

Το φαινόμενο είναι αξιοζήλευτο και η πολιτιστική άνοδος των συμπολιτών μας αξιοσημείωτη αν αναλογιστούμε ότι γενιές ολόκληρες και της γενιάς της δικής μου συμπεριλαμβανομένης, γαλουχήθηκαν στην ποίηση μέσα από φτηνά στιχάκια στα οπισθόφυλλα των ημερολογίων τοίχου, στη λογοτεχνία μέσα από τους καζαμίες και στο τραγούδι μέσα από τους αδελφούς Κατσάμπα.

Από πού ξεπήδησε λοιπόν αυτή η δίψα, αυτό το γούστο, αυτή η εκλέπτυνση, αυτός ο εκλεκτικισμός για το ευγενές, το υψηλό και το ωραίο? Θα έλεγα, δίχως άλλο, από την Παιδεία μας, από τα σχολεία μας, από την τηλεόρασή μας, από τους Υπουργούς μας του Πολιτισμού. Τόσα χρόνια ξόδεμα και να τώρα ήρθε η ώρα της συγκομιδής! Όπως θα διαπιστώσει και ο εξωγήινος, η χώρα μας έχει περάσει σε άλλη διάσταση. Τα βιβλία για παράδειγμα, λόγω της τεράστιας ζήτησης έχουν εισβάλει πλέον στα supermarkets, εξορίζοντας από τα ράφια παραδοσιακά προϊόντα. Η παλιά διαφήμιση, «τυρί, γάλα, καφές, Καμπάς..», μην έχοντας πια νόημα, έχει αντικατασταθεί από το «τυρί, γάλα, καφές, Γιουρσενάρ...». Στα ψαράδικα, οι πωλητές φτιάχνουν ανθοδέσμες με τσιπούρες τυλιγμένες στις σελίδες του «Μόμπυ Ντικ», ενώ στα χασάπικα περιμένοντας στην ουρά για καμιά σπαλομπριζόλα, μπορείς να ξεφυλλίζεις άνετα τα πιο πρόσφατα τεύχη του «Times Literary Supplement», ή να εντρυφείς στις σελίδες του «New Yorker».

Γιατί όμως, όλα αυτά φέρνουν στο νου του εξωγήινου το παλιό καλό ανέκδοτο με τον Μπόμπο, ο οποίος βλέποντας τη γιαγιά του μια μέρα, πουρνό-πουρνό, να παίρνει τις πλαγιές πάνω από τα Σούρμενα με τους “Financial Times” του Λονδίνου υπό μάλης, το πρώτο που σκέφτηκε ήταν ότι, προφανώς, πήγαινε για χέσιμο; Έλα ντε!

1 σχόλιο:

Γιώργος είπε...

Συγνώμη που θα σε προσγειώσω φιλενάδα. Τα βιβλία κλπ τα δίνουν οι εφημερίδες τις οποίες ΔΕΝ διαβάζει ο λαός αλλά η Μέση Τάξη.
Ο Λαός βλέπει τηλεόραση (αν προλαβαίνει).

Σα να διακρίνω μια ειρωνία της παλιάς και παραδοσιακής ΜΤ προς την νέα και νεόπλουτη.

Γιώργος