Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2007

H XAMENH TIMH ΤΟΥ ΓΙΑΤΡΟΥ ΤΟΥ Ε.Σ.Υ.

Αγαπητέ κ. Εκδότα,

Θα θυμάστε, φαντάζομαι, την Αμαλία, την γλυκιά και θαρραλέα κοπέλα που μας άφησε χρόνους τον περασμένο Μάιο, ταλαιπωρημένη για δεκαοχτώ και βάλε χρόνια από τον καρκίνο, την γραφειοκρατία και τους αλμπάνηδες γιατρούς. Οι περιπέτειές της με το Εθνικό Σύστημα Υγείας που κατέγραφε καθημερινά στο μπλογκ της συγκίνησαν το πανελλήνιο και πολλοί ορκίστηκαν ότι η Αμαλία, και όλες οι Αμαλίες αυτού του τόπου θα έπρεπε κάποια στιγμή, επί τέλους να δικαιωθούν.

Να δικαιωθούν από τί; Από τους γιατρούς μας, κύριε Εκδότα μου, από την ασχετοσύνη τους, την αδιαφορία τους, την αρπακτικότητά τους. Από την γραφειοκρατία μας, κύριε Εκδότα μου, που δοκιμάζει την αντοχή και την αξιοπρέπεια ανθρώπων, κατά κύριο λόγο ανήμπορων και άρρωστων, με την παράλογη και αντιφατική νομοθεσία της, με τους ανίδεους, πωρωμένους και προκλητικούς υπαλλήλους της, τους διορισμένους και αυτούς όπως και πλείστους άλλους μέσα από σκοτεινά και ύποπτα σημειώματα.

Παρά τα δάκρυα και τους όρκους όμως, η Αμαλία ξεχάστηκε, άντε να τη θυμηθούμε πάλι, κατά Μάιο μεριά, στην πρώτη «επέτειο» του θανάτου της και άντε να ανανεώσουμε τις υποσχέσεις μας ότι δεν θα ησυχάσουμε αν δεν καθαρίσουμε τη βρώμα από κει που έχει σωρευτεί, τόσα χρόνια τώρα.

Πώς τα θυμήθηκα όλα αυτά, τώρα Χριστουγεννιάτικα, θα με ρωτήσετε. Το φακελάκι, κύριε Εκδότα μου, η φακελάρα δηλαδή, που έσκασε πρόσφατα μπροστά μου. Ένας φάκελος άσπρος-άσπρος και παχύς που άλλαξε χέρια. Από ένα γέρικο ξερακιανό που έτρεμε, σ’ ένα άλλο γιομάτο σφρίγος, σταθερότητα, λαιμαργία και χαμέρπεια. Χωρίς τσίπα, χωρίς αιδώ, χωρίς αναστολές, χωρίς μια τόση δα σπίθα φόβου στο μάτι, έτσι για τους τύπους, βρε αδελφέ. Στο κάτω κάτω, δεν είναι και το ίδιο όπως όταν παίρνεις αντίδωρο. Το έχωσε κάτω από ένα μάτσο χαρτιά που βόσκανε αδέσποτα στο γραφείο, είπε δυο-τρεις σοφίες, (σαν ξόρκια μοιάζανε πιο πολύ για το κακό, παρά σαν οδηγίες ιατρού), δώσανε τα χέρια σαν να επικυρώνανε τη συναλλαγή και χωρίσανε μαφιόζικα, με μένα από πίσω να παρακολουθώ την απόλυτη πτώση και των δυονών τους.

Το φακελάκι, κύριε Εκδότα μου, αποτελεί έναν πολύ ευρηματικό θεσμό, που ευδοκιμεί σε πολλές τρικοσμικές χώρες καθώς και στη χώρα μας που, ως γνωστόν, συγγενεύει με αυτές. Είναι ένας ωραίος και ευγενής τρόπος 1) να αυξάνονται τα εισοδήματα ορισμένων εργαζομένων, (αυτά που κανονικά θα έπρεπε να τους τα εξασφαλίζει το κράτος, εφ’ όσον επέλεξαν να πληρώνονται από αυτό), 2) να απαλλάσσεται το κράτος από την καταβολή αξιοπρεπών μισθών, ώστε να μπορεί να προσφέρει απλόχερα στα λαμόγια, 3) να αναδεικνύονται τα αλληλέγγυα αισθήματα της κοινωνίας προς τους αναξιοπαθούντες συνανθρώπους τους, που στο ΕΣΥ σαν κρατικοδίαιτοι φυτοζωούν, και 4) επί πλέον, να δίνεται η δυνατότητα στις κυβερνήσεις, οποιαδήποτε μέρα και ώρα να εκβιάζουν τους «φακελο-λήπτες», έχοντας πρώτα φροντίσει να τους καταστήσουν συνεργούς τους στη διαφθορά. Αχ! Τι όμορφος κόσμος, αγγελικά πλασμένος, κύριε Εκδότα μου!

«Ό,τι δεν μας δίνει το κράτος, το αρπάζουμε μόνοι μας από την κοινωνία».

Αυτό το νέο σύνθημα, που απ’ ότι μαθαίνω σπάει ταμεία, έχει πια επεκταθεί σε όλους τους επαγγελματικούς χώρους, στην Παιδεία για παράδειγμα, στην Πολεοδομία, στην Εφορία, και σε πολλά άλλα ευαγή ιδρύματα τα οποία αδυνατώ να απαριθμήσω λόγω στενότητας χώρου.
Για να μαθαίνετε, κύριε Εκδότα μου, το «Εθνικό μας Φακελάκι» προς τους Εθνικούς μας ιατρούς αποτιμάται στα 194.5 εκατ. ευρώ ετησίως, (Θ. Λιακοπούλου, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 23/9/2007), ενώ η συνολική παραοικονομία στον τομέα της Υγείας, κυρίως για αμοιβές χωρίς αποδείξεις, ανέρχεται στα 1.8 δις. ευρώ, τουτέστιν στο 0.4 του ΑΕΠ. Και εάν νομίζετε ότι αυτοί που «φακελώνονται» είναι μόνο οι ολίγοι, οι ποταποί και οι δακτυλοδεικτούμενοι, διαπράττετε σφάλμα ολέθριο, διότι το ίδιο άρθρο σαφώς αναφέρει ότι μόνο το 4% των ιατρών αρνήθηκαν την άτυπη αυτή προσφορά και το χειρότερο όλων, μόνο το 4% των ασθενών, (μπράβο στους Γενναίους!), δεν έδωσαν φακελάκι ενώ τους ζητήθηκε, δηλαδή αν αφαιρέσουμε το 4 από το 100 μας μένει ένα 96% που έδωσε και παραέδωσε, αλλά και δεν κατέδωσε. Όχι, δηλαδή, που θα το ρίσκαρε!
Δικαίως θα διερωτηθείτε, κύριε Εκδότα μου, για το ποσοστό των ιατρών που διώχθηκαν για φοροδιαφυγή, δωροληψία, φακελάκι κ.λ.π. Το άρθρο δεν αγγίζει διόλου αυτή την εκδοχή, πιθανότατα λόγω στρογγυλοποίησης προς το μηδέν ενός στατιστικώς ασήμαντου ποσοστού. Όπως διαπίστωσα πρόσφατα κατά την επίσκεψή μου σε δημόσιο νοσοκομείο, οι ασθενείς πληροφορούνται από πινακίδες αναρτημένες σε περίοπτη θέση, ότι «ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΜΕΝΟΙ να πληρώνουν για τις ιατρικές υπηρεσίες που τους παρέχονται στον συγκεκριμένο χώρο». Όπερ σημαίνει, ότι άμα σώνει και καλά θέλουν να πληρώσουν οι χριστιανοί, τρελοί είμαστε να το απαγορέψουμε? Φυσικά μια πιο έντιμη Πολιτεία θα διατύπωνε διαφορετικά την πρόταση, όπως, για παράδειγμα, ότι «οι ασθενείς ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ να πληρώνουν για τις ιατρικές υπηρεσίες που τους παρέχονται στον συγκεκριμένο χώρο». Βλέπετε τώρα τη διαφορά? Πείτε μου λοιπόν, είναι αυτή η Πολιτεία συνεργός, ή όχι?

Από την άλλη μεριά, όμως, η καλή μας Πολιτεία έχει θεσπίσει και το άρθρο 77 του Ν. 2071/ 1992 σύμφωνα με το οποίο διώκονται πειθαρχικά «Η δωροληψία και ιδίως η λήψη αμοιβής και η αποδοχή οποιασδήποτε άλλης περιουσιακής παροχής, για την προσφορά οποιασδήποτε ιατρικής υπηρεσίας», εννοείται για τους ιατρούς του ΕΣΥ.

Και τί θα γίνει, κύριε Εκδότα μου, για πόσο καιρό ακόμα θα συνεχίζουμε να πηγαίνουμε σ’ αυτούς τους χώρους, που εκ των πραγμάτων προσερχόμαστε όντας σε θέση μειονεκτική, με το κεφάλι κάτω, τσακισμένοι, ατιμασμένοι, περιφρονημένοι, και επί πλέον γδαρμένοι? Ξέρεις κανένα γιατρικό και την χαμένη μας τιμή να ξαναβρούμε και την τσέπη μας να διαφυλάξουμε στους χαλεπούς καιρούς που ζούμε?

Ο Εκδότης, έξυνε και παραέξυνε το κεφάλι του αδυνατώντας να βρει κάποια λύση. Και όταν είχε περάσει πια η διορία που του είχα δώσει και που από το πολύ ξύσιμο κινδύνευε να μείνει στο τέλος καραφλός, αναγκάστηκα να αποταθώ σε φίλους Γερμανούς, Σουηδούς, Νορβηγούς, Ελβετούς και Λουξεμβουργιάνους, ρωτώντας τους πώς οι χώρες τους, οι μέχρι χθες βουτηγμένες μέχρι τα μπούνια στη ρεμούλα, το πλιάτσικο και τη διαφθορά είχαν κατορθώσει να απαλλαγούν από το μίασμα που μάστιζε τη χώρα τους και να εξαγνιστούν. Οι οδηγίες τους, που δεν άργησαν να φτάσουν, ήταν πανομοιότυπες και σαφείς :

─Θα μπορούσατε, για αρχή, έλεγαν, να κρεμάγατε έξω από επιλεγμένα δημόσια νοσοκομεία, στα πλαίσια κάποιων, τέλος πάντων πολιτιστικών εκδηλώσεων, καλαίσθητα πανό φιλοτεχνημένα από γνωστούς ζωγράφους της χώρας σας με συνθήματα και φλογερές διακηρυχτικές αρχές του τύπου, «Το Νοσοκομείο ΑΜΑΛΙΑ δεν δέχεται φακελάκια» ή «ΑΜΑLIA, Fakelaki-Free Zone» για τους αλλοδαπούς επισκέπτες σας. Δεν νομίζω ότι θα υπήρχε ζωγράφος που θα αρνιόταν την τιμή που θα του κάνατε. Ποιος θα έχανε την ευκαιρία να προσφέρει κοινωνικό έργο αλλά και ταυτόχρονα να προβάλλει και το δικό του? Ας πάρουμε, για παράδειγμα, πρώτον και καλύτερο τον Φασιανό. Νομίζετε ότι θα τ’ αρνιότανε? Εδώ λεωφορεία ανέλαβε να ζωγραφίσει, τα νοσοκομεία θα τον πείραζαν? Και, ποιος κοινός θνητός, ποιος ασφαλισμένος του ΙΚΑ, του ΤΣΑ του ΤΕΒΕ, του ΝΑΤ δεν θα πέταγε μ’ έξαλλη χαρά την τραγιάσκα του στον αέρα, φωνάζοντας μ’ όση δύναμη του απέμεινε, «ζήτω», σαν τα πρωτοαντίκρυζε? Πόση ανακούφιση θα ένοιωθε όταν θα μάθαινε την απαλλαγή του από τα 1.8 δις. ευρώ, με τα οποία, μέχρι πρότινος ήταν αναγκασμένος, χρόνο το χρόνο, να ταΐζει τα αδηφάγα τέρατα με τα Cherokee! Επί πλέον, ποιο κανάλι, θα αρνιόταν να καλύψει το πανηγύρι, ποιος φιλάνθρωπος χορηγός θα έβγαζε την ουρά του απ’ έξω?

Όπως ευκόλως μπορείτε να εννοήσετε, κάτω από αυτές τις συνθήκες, τη λαϊκή υποστήριξη, δηλαδή, και τη δημοσιότητα που θα είχατε εκ των προτέρων εξασφαλίσει, η προσφυγή στη δικαιοσύνη εκ μέρους των διοικήσεων των νοσοκομείων για ρύπανση ή συκοφαντική δυσφήμηση δεν θα επρόκειτο να τελεσφορήσει εξ αιτίας έλλειψης εύλογων νομικών ερεισμάτων. Πού ακούστηκε κάποιο νοσοκομείο να θεωρεί ότι δυσφημείται επειδή δεν παίρνει φακελάκια? Ή ότι ρυπαίνεται η πρόσοψή του από έργα διασήμων ζωγράφων. Θου, Κύριε...! Άσε, δε, που αν δυσκολέψουνε και πιο πολύ τα πράγματα, θα μπορούσατε να επιστρατεύσετε και τον πάλαι ποτέ γείτονά σας, τον Κρίστο, για να πακετάρει με τα ως άνω συνθήματα, καμιά ντουζίνα νοσοκομεία επί της Βας. Σοφίας, και να επισύρετε έτσι την προσοχή και των διεθνών μέσων σ’ αυτή την ελληνική ιδιομορφία ή μάλλον, δυσμορφία, απόστημα και αποφορά.

Σαν δεύτερο μέτρο, συνέχισαν, θα προτείναμε τη συγκρότηση ομάδων ασθενών-κομάντος με καθήκον να κολλούν τις νύχτες έξω από τα γραφεία των ιατρών των νοσοκομείων σας αυτοκόλλητα με συνθήματα του τύπου, «Φακελάκι? Όχι, ευχαριστώ», ή «Fakelaki? No Thanks» για τους αλλοδαπούς επισκέπτες σας, με τον ίδιο τρόπο, για παράδειγμα, που αποπυρηνικοποιούνταν παλιότερα οι δήμοι και οι κοινότητες της χώρας σας. Έχετε παράδοση, βλέπουμε σ’ αυτό. Επίσης, κρυφές κάμερες θα φωτογράφιζαν αυτούς που θα έκαναν το μοιραίο λάθος να τα ξεκολλήσουν, τεκμηριώνοντας τοιουτοτρόπως, με τα ίδια τους τα χεράκια την ενοχή τους. Ποιος θα τολμούσε, λοιπόν να το κάνει?
Αυτά προς το παρόν και καλή επιτυχία.

«Τί λέτε, κύριε Εκδότα μου?» Ρώτησα με αγωνία. «Θα πιάσουν τα μέτρα?»
«Μην είσαι αφελής», μου απάντησε, παίρνοντας μάλιστα το σοβαρό του ύφος. «Και βέβαια, θα αποτύχουν. Κανείς δεν πρόκειται να βάλει το χέρι του στην κοπριά, γιατί πώς να το κάνουμε τη συνηθίσαμε τόσα χρόνια, τη βρίσκουμε ωραία, μυρωδάτη, αφράτη και ζεστή. Επίσης, ο καθένας μας έχει φτιάξει και από ένα χοιροστάσιο και βολεύεται, τα δίνει στον ένα, τα παίρνει απ’ τον άλλο. Όλη η κοινωνία μια κολεγιά βρώμικης συνενοχής γινήκαμε. Άστα, καημένη. Φωτιά θέλει το μαγαζί και ξαναχτίσιμο! ».
«Άντε, καληνύχτα».
«Καληνύχτα και καλή τύχη».

Δεν υπάρχουν σχόλια: