Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2008

Ο Μονόλογος μιας Ενοχικής


Όταν
τις περισσότερες φορές, σταματημένη στα φανάρια βλέπω με τρόμο τα παλούκια να προβάλουν απειλητικά σαν εξαπτέρυγα και να στοχεύουν στα τζάμια του αυτοκινήτου μου και όταν σχεδόν πάντα, με έντονες και απεγνωσμένες κινήσεις τα αποτρέπω,

προλαβαίνω την ίδια στιγμή να σκεφτώ ότι μάλλον δεν κάνω καλά, ότι στερώ βοήθεια από ανθρώπους που έτσι κι αλλιώς είναι φτωχοί, πιθανότατα παράνομοι και που στα σίγουρα τον έχουν ανάγκη τον οβολό μου. Και καταφέρνω έτσι να γεμίσω με ενοχές, που

το επόμενο όμως δευτερόλεπτο, τιθασεύω και στέλνω στο διάολο, όταν καταφέρνω να θυμώσω από την συναισθηματική εκμετάλλευση που θεωρώ ότι υφίσταμαι, κυρίως και λόγω του φύλου μου, που εσφαλμένα έχει τη φήμη του πιο ψυχοπονιάρικου σε σχέση με το ανδρικό,

ενώ, την ίδια πάλι στιγμή, θυμώνω και με μένα την ίδια που αρπάζεται ιδιοτελώς από τυχάρπαστες θεωρίες (περί συναισθηματικής εκμετάλλευσης στην προκειμένη περίπτωση) για ν’ απεκδυθεί των ενοχών της και να συνεχίσει τον δρόμο της με τη συνείδησή της ήσυχη και καθαρή. Το οποίον όμως θα ήτο αληθές εάν,

στο επόμενο φανάρι δεν συναντούσα ακριβώς την ίδια κατάσταση, με τα παλούκια και τις ταβανόβουρτσες να προβάλουν και πάλι από όλες τις μεριές απειλητικά, θρασεία και εκβιαστικά.

Μετά από τόσα χρόνια που τα φανάρια μετατράπηκαν σε κάποιο είδος περιπτέρου, με κάθ’ ένα από αυτά να έχει και τη δική του εξειδικευμένη πραμάτεια, συνεχίζω να βρίσκομαι στην ίδια ακριβώς κατάσταση όπως και πριν, με τα ίδια διλήμματα να με κατατρέχουν.

Να δίνει κανείς ή να μη δίνει;

Να δώσεις σε όλους όσους συναντάς είναι αδύνατον, γιατί τότε θα αναγκαστείς να βγεις κι εσύ στα φανάρια. Άρα πρέπει να δίνεις κατ’ επιλογήν. Όπερ σημαίνει ότι το ποσό που διαθέτεις εξαρτάται από το πόσο αδηφάγα και απαιτητική συνείδηση έχεις και όχι από την ανάγκη των άλλων. Μια πεινασμένη για εξιλέωση συνείδηση μπορεί να χορτάσει στα δέκα, ας πούμε, φανάρια, ενώ μια πιο λιτή στα τρία.

Η διαπίστωση αυτή οδηγεί εύκολα στην εκμηδένιση του ποσοστού ενοχής της συνείδησης, για το λόγο ότι το δόσιμο ικανοποιεί πρωτίστως εμένα κι όχι τους άλλους και επομένως μπορώ να το διαχειριστώ καλύτερα. Από την άλλη όμως μεριά, εφ όσον το δόσιμο, και η συνεπαγόμενη ευχαρίστηση συνδέονται με οικονομική αφαίμαξη που ομολογουμένως σαν πράξη αφαιρεί ικανοποίηση και προσθέτει δυσαρέσκεια, η συνείδηση μπροστά στην παρουσιαζόμενη επιπλοκή προτιμάει την λογική λύση της απεμπλοκής και της κοίμησης. Τουτέστιν, η συνείδηση καταφεύγει στην αρχική και αυθόρμητη λύση του αδιάφορου σφυρίγματος και του ανεβάσματος των παραθύρων.
Σα να μη συνέβη τελικά τίποτε!

5 σχόλια:

karaflokotsifas είπε...

Συμφωνώ απόλυτα μαζί σου!
Αυτά συμβαίνουν στην"πολιτισμένη" Ελλάδα μας σήμερα
Δυστυχώς...

Καλησπερα και καλή μας βδομάδα!!!

Γιάννης είπε...

για να δίνεις απεριόριστα, πρέπει να φαντασιώνεσαι ότι ό,τι έχεις δε σου ανήκει, αλλά είσαι προσωρινός διαχειριστής του, άρα δε σε κλέβουν, όταν τους δίνεις.

η ποσοτικοποίηση σκοτώνει τα πάντα, αποκοιμίζει τη συνείδηση. αλλά, θα πρόσθετα ότι το αμέσως επόμενο στάδιο είναι να επανέλθουν κάποτε οι τύψεις και έπειτα όλα τα στάδια της σκέψης τα οποία περιέγραψες (λύπη, θυμο, λυπη, αδιαφορια). ο κυκλος δεν ειναι συμμετρικός χρονικά, φυσικά.

cynical είπε...

Καλημέρα Γιάννη και καλως ήρθες απο τα μερη μου.
Πέρα απο τα πραγματικά διλλήματα που νοιώθω καθε φορά που ερχομαι αντιμετωπη με ζητιάνους, με το κειμενάκι αυτο ήθελα να δειξω πώς ανάμεσα σε δυο τυχαιες πράξεις που κανουμε (π.χ. ζητιανος και σηκωμα του παραθυρου) και τις οποιες ειναι πιθανον να βλέπει καποιος ανυποψίαστος εξωτερικος παρατηρητής, μπορουν να μεσολαβήσουν ενα σωρο ενδιαμεσες και αντοφατικες σκεψεις, και συναισθήματα, που παλινωδούν, κ.λ.π. και που κατα κανονα μενουν κρυφα.

Θεωρητικά, πάντα ομως υπάρχει και ενα ανωτατο οριο περα από το οποιο δεν μπορεις να δωσεις γιατι εξ αντικειμενου θα μεινεις στον ασσο. Το διακυβευμα ειναι πώς καθοριζεται αυτο το πανω οριο. Μιλάμε για καθημερινούς ανθρώπους και οχι ασκητες.

Νομιζω Γιαννη οτι τα συναισθηματα αυτα βιώνονται απο αρκετους αλλά ειναι τοσο φευγαλεα που δεν ειναι ευκολο να τα συνειδητοποιήσεις και να τα αναλυσεις. Αυτο που μενει ειναι η τελικη αποφαση.

Τελικά δίνουμε ή δε δινουμε στα φανάρια; Ο μαρξιστής (για να φυγουμε απο τις προσωπικες συναισθηματικες επιλογες) θα δωσει πιο πολλά ή πιο λιγα απο τον φιλελευθερο;

Θα δινουμε, αν δινουμε συνέχεια; Τον βοηθούμε τον ζητιάνο ή οχι; Αν δεν δωσουμε μήπως θα επρεπε να κανουμε κατι αλλο ; Τι; Να γραφούμε στο κομμα ή να γινουμε εθελοντες σε καμια ΜΚΟ;

κ.λ.π.

Γιάννης είπε...

Cynical,
πράγματι ανάμεσα σε δύο πράξεις που ανέφερες μπορούν να μεσολαβήσουν όλα τα στάδια, χωρίς να το καταλάβει κανείς. και φυσικά μένει η τελευταία απόφασή μας, εκτός κι αν οι μη υλοποιηθείσες "καλές προθέσεις" μάς είναι απαραίτητες στο μέλλον.

αν έχω καταλάβει καλά το θέμα είναι το ηθικό δίλλημα. αλλά πόση σημασία έχει η προσωπική καλοσύνη σε τέτοια ζητήματα; θα μπορούσε να έχει σε άλλα ζητήματα, σε μεμονωμένες περιπτώσεις,αλλά όταν πρόκειται για ζητήματα που δεν λύνονται με την ελεημοσύνη και την προσωπική συμπόνια, τότε το τι χρηματικό ποσό δίνεται δεν έχει τόση σημασία - εκτός κι αν σημασία έχει η ηθική αυτοϊκανοποίηση και όχι η εξάλλειψη του φαινομένου ή της φτώχειας.
στο παράδειγμα που αναφέρεις στο θέμα σου, στο οποίο η παθογένεια δεν εξαλείφεται ακόμη κι αν εσύ, ως άτομο, δώσεις όλα σου τα χρήματα, η αδιαφορία και το αυτομαστίγωμα είναι οι δύο άκρες του εκκρεμούς. όλοι μας τις αγγίζουμε, αλλά το πρακτέο είναι κάπου στη μέση συνήθως.

cynical είπε...

Γιάννη καλημέρα. Η φιλανθρωπία δεν εξαλείφει τιποτε. Τουναντιον συντηρει τις κοινωνικες παθογενειες.
Αλλά οταν ερχεσαι προσωπο με προσωπο με τον οποιον ζητιανο-πασχοντα-ανθρωπο οι θεωριες δεν εχουν και πολυ αξια. Τα κάποια λιγα θα του δωσουν μια προσκαιρη ανακουφιση. Αν δεν του τα δωσεις, το σιγουρο ειναι οτι δεν θα εξεγερθει. Εκτος και αν περιμενουμε να γινουν πολλοί οπότε κατι μπορει να συμβει. Στο ενδιαμεσο ομως αρκετοι θα κακοπάθουν και άλλοι θα πεθανουν.

Ναι ειναι ηθικό το διλημμα. Δεν μπορω να δινω και βαρεθηκα να το κανω τοσα χρονια. Αλλά πάντα υπάρχει ενα τσιμπημα. Άλλοτε μεγάλο, άλλοτε μικρότερο.