Παρασκευή, 29 Φεβρουαρίου 2008

ΝΕΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΦΑΚΕΛΑΚΙ (V.2)



Για όσους μπήκαν τώρα, προηγούμενες σχετικές αναρτήσεις είναι εδώ και εδώ.

1. Για να μην έχουμε πρόβλημα ΜΗΝΥΣΕΩΝ θεωρώ ότι η Data Βase θα πρέπει να ΕΠΙΒΡΑΒΕΥΕΙ και όχι να ΚΑΤΑΓΓΕΛΛΕΙ. Δηλαδή επιμένω ότι θα καταχωρούνται μόνο αυτοί που ΔΕΝ δέχτηκαν φακελάκι όταν τους προσφέρθηκε.

Εδώ χρειάζεται όμως προσοχή. Οι πλειονότητα των γιατρών ΔΕΝ ζητάει εκβιαστικά φακελάκι για να σε χειρουργήσει. Αυτό το καταλαβαίνουν, ότι ενέχει σοβαρούς κινδύνους για τους ίδιους (άμεση καταγγελία) και ότι δεν χρειάζεται να καταφεύγουν καθόλου σε τόσο επικίνδυνες πρακτικές. ΔΙΟΤΙ οι ασθενείς και οι περί αυτών θεωρούν δεδομένο, όπως και οι γιατροί εξ’ άλλου, ότι το φακελάκι θα πέσει έτσι κι αλλιώς «ΑΥΘΟΡΜΗΤΩΣ». Ο ΦΟΒΟΣ των ασθενών και η πεποίθηση ότι χωρίς αυτό δεν κινείται τίποτε έχουν τόσο εσωτερικευθεί ώστε η μηχανή της διαφθοράς προχωράει με τον αυτόματο.

Έτσι, οι γιατροί ΔΕΝ θεωρούν ότι δωροδοκούνται, διότι «πιστεύουν» ότι οι ασθενείς δρουν αυθορμήτως! ΟΛΟΙ ΠΑΙΖΟΥΝ ΘΕΑΤΡΟ. Άνισο όμως γιατί οι περισσότεροι χάνουμε απ’ αυτή την παράσταση.

Τώρα «φακελάκι» συνιστούν και τα διάφορα δώρα που γίνονται και μερικά απ’ αυτά είναι και ακριβά. Αλλά προς το παρόν την δωροδοκία με δώρο θα την εξαιρέσω διότι δεν έχει το συμβολικό βάρος του σκέτου-βρώμικου χρήματος και διότι στις πλείστες των περιπτώσεων αυτά τα δώρα είναι σκέτος μπελάς για τους παραλήπτες.

Έτσι στη λίστα θα εγγράφονται μόνο αυτοί που ΔΕΝ ΔΕΧΤΗΚΑΝ ΧΡΗΜΑΤΑ.


2. Με την τακτική επιβράβευσης έχω την πεποίθηση ότι η Data Base δεν θα περιλαμβάνει κανένα όνομα. Αλλά ακόμα και ΕΝΑ να περιέχει, αυτό μπορεί να δράσει σαν καταλύτης και να αρχίσει σιγά-σιγά να γεμίζει.

3. Σε αυτήν θα περιλαμβάνονται μόνο γιατροί του Δημόσιου τομέα και όχι του Ιδιωτικού.

4. Τώρα, σχετικά με τον κίνδυνο κάποιος ΚΑΚΟΣ να εγγράψει τον εαυτό του στη λίστα των ΚΑΛΩΝ νομίζω ότι δεν πρόκειται να συμβεί κάτι τέτοιο, διότι έτσι θα «κάψει» τον ΚΑΚΟ του εαυτό και την τσέπη του μιας δια παντός. Στην ουτοπική περίπτωση που η λίστα αυτή γίνει ευρέως γνωστή οι ασθενείς θα τον προτιμούν γι αυτή ακριβώς την ιδιότητά του, οπότε κανείς δεν θα του δίνει φακελάκι.

5. Συμβαίνει συχνά ένας γιατρός να τα παίρνει από κάποιους και να μην τα παίρνει από άλλους. Αν εγγραφεί στους ΚΑΛΟΥΣ από κάποιον «θετικό» μάρτυρα, ο γιατρός θα χάσει την πελατεία του με τα φακελάκια, η οποία θα τον εκλάβει στην συνείδησή της σαν ΚΑΛΟ, λόγω λίστας. Οπότε δεν θα τον συμφέρει να παίζει σε διπλό ταμπλό. Θα πρέπει τότε να αποφασίσει να είναι αποκλειστικά ΚΑΚΟΣ ή αποκλειστικά ΚΑΛΟΣ.

6. Αν κάποιος καταγγείλει ότι ένας γιατρός είναι κακώς στη λίστα με τους ΚΑΛΟΥΣ, τότε θα εξετάζουμε την περίπτωση και θα ζητάμε τα στοιχεία του καταγγέλοντος.
(Εδώ νομίζω χρειάζεται μεγαλύτερη προσοχή και περισσότερες ιδέες για το πώς θα οργανωθεί).

7. Σχετικά με τη δημοσιοποίηση της λίστας. Αυτή μπορεί να γίνει σε συνεργασία με όσα blogs ή sites συμφωνούν με την ιδέα. Πιθανόν όσα είναι ευαισθητοποιημένα με το θέμα της Αμαλίας.

8. Ξαναφέρνω στην επιφάνεια επίσης μια παλιότερη ιδέα, όχι τόσο αεροπλανική όπως ακούγεται, αλλά σίγουρα πιο ακτιβιστική, να κολλάμε stickers στις πόρτες των γιατρών στα νοσοκομεία (τα βράδυα είναι καλή ώρα), με την ένδειξη: "Φακελάκι; ΟΧΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ".

9. Πιστεύω ακράδαντα ότι ΠΡΕΠΕΙ να κινητοποιηθούμε γιατί μια ολόκληρη κοινωνία ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ στυγνό ΕΚΒΙΑΣΜΟ και μάλιστα στις πιο ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ της.

Θα επανέλθω!!
ΠΕΡΙΜΕΝΩ ΝΕΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ/ΒΕΛΤΙΩΣΕΙΣ ....


Επίσης, στο σημείο αυτό δημοσιεύω μέρος της έκθεσης για τη διαφθορά στον Δημόσιο Τομέα.


Η ΕΚΤΑΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΦΘΟΡΑΣ ΣΤΗΝ ΔΗΜΟΣΙΑ ΥΓΕΙΑ το 2007

Σύμφωνα με την έκθεση της εταιρίας PUBLIC ISSUE που διεξήθη κατ’ εντολήν της ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΕΛΛΑΣ το διάστημα από 10/10 έως 14/11 2007 σε δείγμα 6.027 ατόμων, σχετικά με την έκταση της διαφθοράς στον Δημόσιο Τομέα,


Απ’ αυτούς που τους ζητήθηκαν χρήματα πέρα από τα νόμιμα για να προχωρήσει πιο γρήγορα, ή να τακτοποιηθεί κάποια υπόθεση ή άλλη εκκρεμότητα:

το 34% των περιπτώσεων αφορούσε Νοσοκομεία
το 3% το Υπουργείο Υγείας και
το 3% το ΙΚΑ

Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι ο αμέσως επόμενος διεφθαρμένος τομέας στην Ελλάδα μετά τα Νοσοκομεία, αλλά με σημαντική διαφορά από αυτά είναι οι Πολεοδομίες με 15% και οι Εφορίες με 14%.

Αναλυτικά:
Στα ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑ τα χρήματα που ζητήθηκαν κυμαίνονταν κατά περίπτωση από 40-5000 ευρώ.
Στο Υπ. Υγείας από 20 - 2000 ευρώ
Στο ΙΚΑ από 60 - 5000 ευρώ.


ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΩΝ

από αυτούς που δήλωσαν ένα συγκεκριμένο ποσό,
Το 37% πλήρωσε από 0 - 300 ευρώ πέρα των νομίμων
Το 42% από 301 - 1000
Το 19% από 1001 – 3000
Το 2% μεγαλύτερα ποσά

Τα ποσά που ζητήθηκαν από γιατρούς των Δημόσιων Νοσοκομείων ήταν για:
Εγχείρηση από 200 – 5000
Άλλοι λόγοι από 100 – 2500
Ιατρικές εξετάσεις από 40 – 2000
Γρήγρη εξυπηρέτηση από 150 – 1200

Τοκετός από 200 – 1000
Εισαγωγή
από 150 – 1000


ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΥΠ. ΥΓΕΙΑΣ

από αυτούς που δήλωσαν συγκεκριμένο ποσό,
Το 33% πλήρωσε από 0 - 300 ευρώ πέρα των νομίμων
Το 50% από 301 - 1000
Το 17% από 1001 – 3000


Τα ποσά που ζητήθηκαν αφορούσαν
Εγχείρηση (20%)
Άλλους ιατρικούς λόγους (33%)
Γρήγορη εξυπηρέτηση (7%)
Εισαγωγή (7%)
Φάρμακα (7%)
Ραντεβού (7%)
ΔΓ/ΔΑ (20%)



ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΙΚΑ

από αυτούς που δήλωσαν συγκεκριμένο ποσό,
Το 14% πλήρωσε από 0 - 300 ευρώ πέρα των νομίμων
Το 43% από 301 - 1000
Το 29% από 1001 – 3000
Το 14% μεγαλύτερα ποσά


Όπως, η ίδια έκθεση αποδεικνύει, η διαφθορά στην ΥΓΕΙΑ επεκτείνεται και στον Ιδιωτικό τομέα, όπου και κει κρατάει τα σκήπτρα σε σχέση με άλλες Υπηρεσίες. Όπως ήταν αναμενόμενο, οι Τράπεζες είναι οι αμέσως επόμενες διεφθαρμένες. Για ευνόητους λόγους, προς το παρόν θα παραμείνω στον Δημόσιο Τομέα, ο οποίος καίει και περισσότερο.

Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2008

Προτάσεις Προστασίας από το ΦΑΚΕΛΑΚΙ


Επιστρέφω στο θέμα του Ε.Σ.Υ. και πάλι και στη μεγάλη πληγή που λέγεται φακελάκι. Είχα διατυπώσει κάποιες προτάσεις σε προηγούμενη ανάρτηση με τίτλο «Η χαμένη Τιμή του Γιατρού του ΕΣΥ» οι οποίες όπως φαίνεται πέρασαν απαρατήρητες. Το πρόβλημα βέβαια δεν λύνεται με λίγες αράδες, ούτε με λόγια μόνο. Θα συνεχίσω όμως με αυτά γιατί προς το παρόν δεν έχω άλλο τρόπο. Και έχω μεγάλη αγανάκτηση και θυμό για να τα κρατάω άλλο μέσα μου και να με κατατρώνε.

Το αν οι στατιστικές βρίσκουν 4% ή 40% για τους γιατρούς που δεν δωροδοκούνται, λίγη πρακτική σημασία έχει. Αυτό που έχει σημασία είναι αυτό που είδε και ένοιωσε ο καθένας ο οποίος πέρασε από Δημόσιο Νοσοκομείο, είτε ο ίδιος είτε κάποιος άλλος κοντινός του φίλος ή συγγενής.

Και αυτό που είναι αδιαμφισβήτητο είναι ότι κανείς δεν πέρασε από χειρουργείο χωρίς να νοιώσει τον εξευτελισμό του να δώσει χρήματα κάτω απ’ το τραπέζι, χωρίς να υποστεί οικονομική αφαίμαξη, χωρίς να νοιώσει αμηχανία και διλήμματα για το πόσο πρέπει να δώσει, για το πώς θα τα δώσει. Έχοντας κι από πάνω σαν μέλημα να μην ΠΡΟΣΒΑΛΛΕΙ τον γιατρό τον οποίον πάει να δωροδοκήσει. Αν αυτό δεν είναι ΔΙΑΣΤΡΟΦΗ τότε τί είναι; Να σκιάζεται, δηλαδή, ο φακελο-δότης και να μην ιδρώνει το αυτί του φακελο-λήπτη!

Η ταρίφα είναι πάνω κάτω γνωστή. Τα μεγάλα χειρουργεία πάνε γύρω στα δυο χιλιάρικα, ενώ στις μικροεπεμβάσεις τα χρήματα είναι σαφώς λιγότερα. Η κοινή αίσθηση είναι ότι δεν υπάρχει χειρουργός που να μην τα «παίρνει».

Τί κάνουμε λοιπόν;
Θα καθόμαστε έτσι και θα πνίγουμε τον πόνο μας με ευχολόγια μόνο και σηματάκια;


Α. Τί θα μπορούσαμε να κατοχυρώσουμε στη συνείδησή μας ότι πρέπει να γίνει από το κράτος:
1. Δεν χωράει αμφιβολία ότι οι γιατροί του ΕΣΥ είναι κακοπληρωμένοι σε σχέση με τις υπηρεσίες που προσφέρουν και σε σχέση με άλλες κατηγορίες εργαζομένων, κηφήνων σε άλλες δημόσιες υπηρεσίες.

2. Δεν έχουν όλες οι ειδικότητες τις ίδιες ευθύνες και τον ίδιο φόρτο. Άρα δεν πρέπει όλες οι ειδικότητες να πληρώνονται το ίδιο.

Την αδικία αυτή οι γιατροί, όπου μπορούν, την επανορθώνουν μόνοι τους σε βάρος των αρρώστων που εξ αντικειμένου είναι και οι πλέον ευάλωτοι, προσερχόμενοι στα νοσοκομεία από θέση άκρως μειονεκτική. Ο ανοιχτός ΕΚΒΙΑΣΜΟΣ που υφίστανται (και μην που πει κανένας ότι δεν είναι ΥΠΟΧΡΕΩΜΕΝΟΙ να δώσουν φακελάκι, γιατί θα τονε φασκελώσω) προσιδιάζει σε συμμορία μαφιόζων και όχι σε ανθρώπινα όντα.

Β. Τί μπορούμε να κάνουμε ΕΜΕΙΣ χωρίς να καθόμαστε με τα χέρια σταυρωμένα ;

Μια ιδέα είναι να φτιαχτεί μια data-base όπου ο καθένας να μπορεί να καταγράφει το όνομα και την ειδικότητα του γιατρού του ΕΣΥ που ΔΕΝ ΔΕΧΤΗΚΕ ΝΑ ΠΑΡΕΙ ΦΑΚΕΛΑΚΙ. Μ’ αυτό τον τρόπο δεν κινδυνεύουμε να σπιλώσουμε προσωπικότητες και να συκοφαντήσουμε. Θα επιβραβεύουμε αντί να καταγγέλουμε!

Δεν ξέρω πώς ακριβώς θα οργανωθεί αυτό το εγχείρημα. Αλλά πιστεύω πως κάτι πρέπει να κάνουμε ώστε να ξεχωρίσουμε την ήρα από το στάρι και να προστατευθούμε.

Θα επανέλθω!

Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2008

Τί Είναι, Μάνα, το Έθνος;


Και μιας εδώ δίπλα, στα βόρεια σύνορα μας συμβαίνει ένα κοσμοϊστορικό γεγονός, αυτό της τελικής πράξης του δράματος «Η εθνική συνείδηση της Μακεδονίας», θα ήθελα να κάνω κάποιες γενικές σκέψεις σχετικά με το τι είναι αυτό το «ζώο» που λέγεται έθνος.

ΟΛΙΓΑ ΠΕΡΙ ΕΘΝΟΥΣ

Τα ερωτήματα που ανακύπτουν είναι πολλά, αν θελήσουμε να στοχαστούμε για λίγο πάνω σε έννοιες όπως έθνος, εθνότητα, εθνικισμός και εθνική συνείδηση, όχι σαν προϋπάρχουσες, παγιωμένες κατηγορίες, αλλά σαν έννοιες με ρευστά περιεχόμενα, που αρχίζουν να αναφαίνονται και να αποκτούν υπόσταση στον ευρωπαϊκό χάρτη τον 19ο αιώνα, από την γαλλική επανάσταση και εντεύθεν, με την ίδρυση νέων εθνικών κρατών.

Σχηματικά, μπορούμε να διακρίνουμε δύο απόψεις οι οποίες πραγματεύονται την άρθρωση έθνους και κράτους. Σύμφωνα με την πρώτη, η εθνική συνείδηση προϋπάρχει του κρατικού μορφώματος. Πρόκειται εδώ για τη θεωρία της «εθνικής αφύπνισης», των γερμανών ρομαντικών, όπου το έθνος, μια κοινότητα ανθρώπων με κοινή φυλετική καταγωγή, με πρωτογενείς δεσμούς συγγένειας, με ιστορική και πολιτισμική συνέχεια, με τη σφραγίδα της θείας βούλησης, εν τέλει, κάποια στιγμή συνειδητοποιεί τις απαρχές και τα στοιχεία που το συνθέτουν και οδηγείται στην απελευθέρωση και ανεξαρτησία. Το πού οδήγησαν αυτές οι απόψεις την Ευρώπη τον 20ο αιώνα, είναι περιττό να το μνημονεύσουμε.

Σύμφωνα δε, με τη δεύτερη άποψη, που είναι και η επικρατούσα, δεν είναι δυνατόν να υπάρχει εθνική συνείδηση χωρίς την ύπαρξη κράτους, δηλαδή, το κράτος προηγείται του έθνους, (E. Hobsbawm). Το έθνος, εδώ, συλλαμβάνεται σαν μια ομάδα ανθρώπων, εν προκειμένω της αστικής τάξης, η οποία επιζητεί πολιτική χειραφέτηση, κυριαρχία σε συγκεκριμένο έδαφος και νομιμοποίηση μέσα από νόμους και θεσμούς. Η απόκτηση εθνικής συνείδησης δεν είναι κάτι το αυτονόητο ή κάτι που συμβαίνει αυτόματα, όπως έφτασε να θεωρείται σήμερα, αλλά διαμορφώνεται μέσα σ’ ένα πλαίσιο κοινών απόψεων, σημασιών, συμβόλων και αναπαραστάσεων. Κυρίαρχο ρόλο προς αυτή την κατεύθυνση παίζουν οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους, και συγκεκριμένα οι σχολικοί μηχανισμοί, η συγκρότηση ή κατασκευή μιας κοινής παράδοσης, που άλλοτε μπορεί να είναι αληθινή και άλλοτε επινοημένη, (π.χ. οι παραδόσεις για τον Μαρμαρωμένο Βασιλιά), η αναφορά σε καταγωγικούς μύθους ή αφηγήσεις περί έθνους, η εξύμνηση ενός μεσαιωνικού, (π.χ. το έπος του Διγενή), ή αρχαίου παρελθόντος και η ανάσυρση από αυτό εικόνων, ιστοριών, πρακτικών, τελετουργιών και συμβόλων που όλα αυτά μαζί σκοπεύουν να δώσουν την αίσθηση της κοινότητας, ταύτισης και αλληλεγγύης ανάμεσα σ’ όλους αυτούς, που από διαφορετικές αφετηρίες, διαφορετικές φυλετικές καταγωγές, ακόμα και γλώσσες, βρέθηκαν να ενοικούν τα γεωγραφικά όρια ενός νέου κράτους.


Από τα προλεγόμενα, εύκολα μπορεί να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι, πριν από το τέλος του 18ου αιώνα οι άνθρωποι δεν αυτοπροσδιορίζονταν σε επίπεδο εθνότητας, (γλώσσα και πολιτισμικά χαρακτηριστικά). Στην δική μας περίπτωση το γεγονός αυτό, (οι Έλληνες, δηλαδή, να αυτοπροσδιορίζονται σαν Έλληνες), άρχισε ήδη να συντελείται αργά και αμυδρά από τον 15ο αιώνα [1], χωρίς όμως να παραβλέπεται το γεγονός ότι η κυρίαρχη ταυτότητα ήταν αυτή του χριστιανού που διαφοροποιούνταν απ’ την αντίστοιχη του μουσουλμάνου. Το έθνος, όμως, σαν πολιτική κοινότητα που διεκδικεί τον δικό της χώρο και τους δικούς της θεσμούς, είναι απότοκο της νεωτερικότητας, του 18ου και 19ου αιώνα, οπότε και αρχίζει να διεκδικεί και την εδαφική και την πολιτική του συγκρότηση.

Το κομβικό ζήτημα είναι να διακρίνει κανείς το έθνος από την εθνότητα, με την έννοια ότι το έθνος κατασκευάζεται από την εθνότητα μέσω του εθνικισμού, [2]. Ο εθνικισμός, σαν πολιτική ιδεολογία, λαμβάνει το πρωτογενές υλικό της εθνότητας, δηλαδή τη γλώσσα, τις ιστορικές μνήμες, τη θρησκεία, κ.α., το οποίο υλικό αναδημιουργεί επιλεκτικά, ανασημασιοδοτεί, ομογενοποιεί και ταξινομεί, για να κατασκευάσει την «εθνική ταυτότητα», το «εθνικό προφίλ» με τέτοιο τρόπο ώστε να εξυπηρετεί κάθε φορά συγκεκριμένες πολιτικές σκοπιμότητες της άρχουσας τάξης, βλέπε για παράδειγμα Μεγάλη Ιδέα. Υπ’ αυτήν την έννοια το έθνος δεν είναι μια προϋπάρχουσα και ακλόνητη κατασκευή, αλλά με το περιεχόμενό της να δομείται και να διαμορφώνεται ιστορικά όταν μεταβάλλονται οι κοινωνικοπολιτικές συνθήκες.

ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ

Στη διάρκεια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας οι διάφορες κοινότητες συγκροτούνται με βάση τα θρησκευτικά προσδιορισμένα μιλέτ, που είναι διαφορετικά για τους ορθόδοξους, τους μουσουλμάνους, τους εβραίους και τους αρμένιους, και όχι βάσει των ομιλουμένων γλωσσών ή άλλων προσδιορισμών που να έχουν σχέση με κάποιο κοινό ιστορικό παρελθόν, πολιτισμό ή φυλετική καταγωγή. Μέσα, λοιπόν, στο ορθόδοξο μιλέτ, (ρουμ-μιλέτ) και κάτω από τη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης, συνυπάρχουν μαζί με τους ελληνόφωνους, σλαβόφωνοι, αλβανόφωνοι και βλαχόφωνοι πληθυσμοί. Παρ’ όλα αυτά, από τα μέσα ήδη του 18ου αιώνα, υπάρχει μια συστηματική προσπάθεια καλλιέργειας εθνικής συνείδησης μέσα από κείμενα Ελλήνων διανοουμένων της αλλοδαπής, επηρεασμένων από το κλίμα του Διαφωτισμού οι οποίοι και χρησιμοποιούν την ελληνική γλώσσα σαν μέσο επικοινωνίας. Η φιλολογία δε, που παράγεται την περίοδο αυτή εισάγει για πρώτη φορά τις έννοιες διαφορετικών εθνοτικών ταυτοτήτων στη βαλκανική κοινωνία, επιτυγχάνοντας τη σταδιακή διαφοροποίηση των πληθυσμών της.




Η διαμόρφωση ελληνικής εθνικής συνείδησης μέχρι την έκρηξη της επανάστασης του 1821, αλλά και για τα επόμενα χρόνια, αποτελεί απόρροια ενός ευρύτερου κοινωνικού και οικονομικού μετασχηματισμού που προκύπτει από την ανάπτυξη του εμπορικού κεφαλαίου. Πρόκειται για μια διαδικασία εξελληνισμού χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που συντελέστηκε εξ αιτίας του κύρους, της κινητικότητας και της εμβέλειας των ελλήνων εμπόρων, του αρχαιοελληνικού κλέους, αλλά και της προνομιακής θέσης της ελληνικής γλώσσας στα βαλκάνια. Άλλωστε η ελληνική αποτελεί αφ’ ενός τη γλώσσα της Ορθοδοξίας, αφ’ ετέρου τη μοναδική τυπωμένη γλώσσα από τον 17ο αιώνα και εντεύθεν [3].

Είναι γνωστό ότι στην επανάσταση του 1821 συστρατεύονται παράλληλα με τους ελληνόφωνους και αλλόγλωσσοι χριστιανικοί πληθυσμοί, π.χ. αλβανόφωνοι, ή πληθυσμοί με διαφορετικές πολιτισμικές παραδόσεις, οι οποίοι όμως αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους σαν έλληνες, και τούτο, ανάμεσα στα άλλα προαναφερθέντα, και εξ αιτίας της απουσίας άλλων σημαντικών ανταγωνιστικών εθνικισμών την περίοδο εκείνη στα Βαλκάνια. Αυτό θα συμβεί αρκετά αργότερα, στο τέλος του 19ου αιώνα και θα οδηγήσει στον Μακεδονικό Αγώνα και τους Βαλκανικούς Πολέμους λίγο αργότερα, με κύρια αιτία τους ανταγωνισμούς για τον προσεταιρισμό χριστιανικών πληθυσμών με ασαφή ακόμα εθνική συνείδηση στο εθνικό τους σώμα. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Υψηλάντης καλεί μεταξύ άλλων και Σέρβους και Βουλγάρους ν’αγωνιστούν υπέρ της «φίλης ημών πατρίδος Ελλάδος», σε αρμονία με το πνεύμα των πατέρων τους που θυσιάστηκαν στον Μαραθώνα, τις Θερμοπύλες κ.λ.π., [3].

Το νέο κράτος, λοιπόν, που προέκυψε από τον αγώνα του 1821 έπρεπε να επιστρατεύσει όλα τα μέσα που είχε στη διάθεσή του για να πετύχει την ενσωμάτωση όλων αυτών των πληθυσμών, μιας και προέρχονταν από διαφορετικές περιοχές, να τους ομογενοποιήσει, να επιτύχει την ταύτισή τους με την ευρύτερη πατρίδα αντί με τις τοπικές κοινότητες, να συγκεράσει τοπικές αντιθέσεις, να εξουδετερώσει τοπικά συμφέροντα, να εξομαλύνει τη γλώσσα και να τους εντάξει σ’ ένα κοινό πολιτισμικό περιβάλλον. Είναι χαρακτηριστικό, ότι χρειάστηκαν να περάσουν αρκετά συντάγματα για να προσδιοριστούν τελικά τα συστατικά στοιχεία της ελληνικής ιθαγένειας, μιας ούτε η γλώσσα ούτε η θρησκεία αποδείχτηκαν αποτελεσματικές, αν λάβουμε υπ’ όψιν μας και τους καθολικούς των νησιών που προφανώς συνεισέφεραν κι αυτοί στον αγώνα, και οι οποίοι κάπως έπρεπε να ενσωματωθούν και αυτοί στο νέο κράτος, [4].

EΠΙΛΟΓΟΣ

Το έθνος δεν είναι κάτι που υπήρχε πάντα. Το έθνος θέλει κόπο και χρόνο να φτιαχτεί. Το έθνος είναι κτητικό. Πρώτα πρώτα, θέλει χώρο, γη που να τη λέει δικιά του, θέλει σύνορα και όρια. Μετά θέλει παρελθόν, θέλει προγόνους ηρωικούς με μεγάλο μπόι και καρδιά. Αλλά και κοινό σκοπό. Κοντολογίς, ένα χαρμάνι από γη, παρελθόν και μέλλον. Θέλει κανάκεμα, θέλει να νοιώθει μοναδικό και περιούσιο. Θέλει τους εθνικούς του ήρωες, τα εθνικά του λάβαρα, τον εθνικό του ύμνο, την εθνική του μουσική, την εθνική βιβλιοθήκη, την εθνική του τράπεζα, το εθνικό του θέατρο, τον εθνικό του κήπο, τον εθνικό του στρατό, το εθνικό σύστημα υγείας, την εθνική του οικονομία, το εθνικό του συμφέρον, τον εθνικό του ποιητή!

Εμάς μας πήρε χρόνο, αλλά το φτιάξαμε όπως και οι περισσότεροι λαοί. Οι Σκοπιανοί θέλουν να κάνουν κιαυτοί το ίδιο. Τίποτε παραπάνω Μόνο που παρα-αργήσανε, έναν αιώνα σχεδόν, και τώρα πια όλα τα πόστα έχουνε πιαστεί. Αναγκαστικά πρέπει να κλέψουν. Και από που θα κλέψουν; Από τους καλύτερους!. Δηλαδή από μας! Και μεις οι αγενείς και οι αχάριστοι τους αποπέμπουμε. Γυρίζουμε πίσω μ’ ένα χαστούκι τη λατρεία και την εκτίμηση που μας δείχνουν. Μακεδονία θέλουν να ονομάζονται αυτοί! Ελλάδα θα τους ονομάσουμε εμείς! Αντί να τους αγκαλιάζουμε στοργικά, να τους στέλνουμε δασκάλους, να τους χτίζουμε Αρσάκεια, να τους μαθαίνουμε Ελληνικά,
τί γαϊδούρια που γινόμαστε καμιά φορά!

Βιβλιογραφία
1.
Π. Μ. Κιτρομηλίδης, «Νοερές κοινότητες και οι απαρχές του εθνικού ζητήματος στα Βαλκάνια», στο Εθνική Ταυτότητα και Εθνικισμός στη Νεώτερη Ελλάδα, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 1997
2. Stuart Hall, «Το ζήτημα της πολιτιστικής ταυτότητας», στο Η Νεωτερικότητα Σήμερα, εκδ. Σαββάλα.


Αναφορές

[1]. Π. Πιζάνιας, « Πώς Διαμορφώθηκε η Εθνική Συνείδηση», 25 Μαρτίου 2000, Το Βήμα.
[2]. Ν. Δεμερτζής, «Πότε Δημιουργήθηκε το Ελληνικό Έθνος», 6 Φεβρουαρίου 2005, Το Βήμα.
[3]. Γ. Μηλιός, «Η Διαμόρφωση του Νεοελληνικού Έθνους και Κράτους, ως Διαδικασία Οικονομικής και πληθυσμιακής Ομογενοποίησης»
[4]. Ι. Μichalidis, “The Formation of Greek Citizenship”

Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2008

Η Πραγματικότητα της Ανοησίας


1. Περιεχόμενο των προσδιοριστικών χαρακτηριστικών

Το χαρακτηριστικό θέμα των εργασιών του Gibson είναι η οικονομία και επομένως η ματαιότητα της μετα-πολιτισμικής κοινωνίας. Το αντικείμενο συμφείρεται με το καπιταλιστικό παράδειγμα πραγματικότητας το οποίο περικλείει την Τέχνη στην ολότητά της. Ο Marx χρησιμοποιεί τον όρο «προκαπιταλιστική αφήγηση» για να δηλώσει τη διαφορά ανάμεσα στην τάξη (class) και την πραγματικότητα. Κατά μία έννοια το κεντρικό θέμα της κριτικής του Tilton για το νεοδιαλεκτικό παράδειγμα του λόγου είναι η μυθοποιητική διάσταση της πραγματικότητας. Ο Lyotard, από την άλλη μεριά χρησιμοποιεί τον όρο «καπιταλιστική θεωρία» για να δηλώσει τον ρόλο του παρατηρητή σαν αναγνώστη. Επομένως, το πρωταρχικό θέμα των έργων του Gibson αποτελεί τη γέφυρα ανάμεσα στην σεξουαλική ταυτότητα και την αφηγηματικότητα.

2. Οι σχέσεις ισχύος του Φουκώ και η διακειμενική θεωρία.

Στα έργα πάλι του Gibson κυρίαρχη έννοια είναι αυτή της πολιτισμικής πραγματικότητας. Ένας μεγάλος αριθμός λόγων σχετικών με τον νεο-κειμενικό καπιταλισμό μπορεί να αποκαλυφθεί. Έτσι, το Μαρξικό μοντέλο των κατά-Φουκώ σχέσεων ισχύος υποδηλώνει ότι εγγενώς η γλώσσα είναι αποκύημα της φαντασίας.

«Η κοινωνία είναι νεκρή», αποφαίνεται ο Debord. Εάν η καταστρεπτική αυτή οικειοποίηση πράγματι κρατεί, είναι επιτακτική ανάγκη τότε να διαλέξουμε ανάμεσα στις κατά-Φουκώ σχέσεις ισχύος και την μετα-πολιτισμική θεωρία. Μπορεί να ειπωθεί ότι η Sontag χρησιμοποιεί τον όρο «καπιταλιστική θεωρία» για να δηλώσει όχι αφηγηματικότητες σαν τέτοιες, αλλά υπο-αφηγηματικότητες.

Η τάξη (class) είναι μέρος της ασημαντότητας της αλήθειας, λέγει η Sontag. Όμως, σύμφωνα με τον Dahmus, δεν είναι τόσο η τάξη που είναι μέρος της ασημαντότητας της πραγματικότητας αλλά μάλλον το μοιραίο λάθος και η επακόλουθη ανοησία της τάξης. Το συμπέρασμα του καπιταλιστικού σοσιαλισμού είναι ότι η σεξουαλικότητα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την καταπίεση των αδικημένων, αλλά μόνον υπό την προϋπόθεση ότι η θεμελιώδης υπο-κειμενική θεωρία είναι σε ισχύ. Εάν αυτό δεν συμβαίνει μπορούμε αβίαστα να συμπεράνουμε ότι το Σύνταγμα είναι θεμελιωδώς ελιτίστικο. Όμως, υπάρχουν αρκετές καταστάσεις που τοποθετούν τον καλλιτέχνη στη θέση του παρατηρητή.
Εάν κάποιος εξετάσει από κοντά τις σχέσεις ισχύος του Φουκώ, έχει τις εξης επιλογές. Είτε να αρνηθεί την μετα-πολιτισμική θεωρία είτε να συμπεράνει ότι η γλώσσα με κάποια δόση ειρωνίας, βεβαίως, έχει εσωτερική σημασία. Η Sontag προτείνει τη χρήση της υπο-κειμενικής θεωρίας για να ανασκευάσει την τάξη (class).

Μπορύμε να αναφέρουμε ένα σχετικά μεγάλο αριθμό λόγων σχετιζόμενων με το θέμα. Π.χ. ο Porter υπαινίσσεται ότι πρέπει να διαλέξουμε ανάμεσα στην υπερ-πραγματικότητα του Μποντριγιάρ και την διακριτική κειμενική θεωρία.
Ο Λακάν προωθεί τις σχέσεις ισχύος για να επιτεθεί στην διαίρεση των τάξεων. Επίσης υπάρχουν αρκετές άλλες θεωρίες που αναφέρονται στο ρόλο του συμμετέχοντος σαν καλλιτέχνη. Στο σημείο αυτό μπορούμε να πούμε ότι ο Μπατάιγ χρησιμοποιεί τον όρο «υπο-υλισιτκό ιδεαλισμό» για να δηλώσει τη διαφορά ανάμεσα σε τάξη και κοινωνία.
Συμπερασματικά, θα ήθελα να καταλήξω ότι εάν η Μαρξική θεωρία του καπιταλισμού είναι ορθή τότε θα πρέπει αναγκαστικά να διαλέξουμε ανάμεσα στις σχέσεις ισχύος του Φουκώ και στο παράλογο όπως έχει οριστεί από τον Σαρτρ.
Υ.Γ. Παρακαλώ τα σχόλια να είναι αναλόγου επιπέδου τουλάχιστον!

Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2008

Γιατί τα Σκόπια δεν μας Φοβούνται;


Απ’ όσο έχω αντιληφθεί μέχρι σήμερα, το μπλέξιμο με το Μακεδονικό και το πρόβλημα της ονομασίας του νεοπαγούς κρατιδίου των Σκοπίων εκπηγάζει από την αδυναμία εξεύρεσης ονόματος το οποίο στο μέλλον δεν θα καταστεί πρόσχημα για την προβολή εδαφικών διεκδικήσεων εκ μέρους των Σκοπίων στα βόρεια εδάφη της χώρας μας. Αν θεωρείτε ότι δεν είναι αυτός ο κύριος λόγος της κωλυσιεργίας και της δεκαετούς και βάλε αναβολής της τέλεσης του μυστηρίου της βαπτίσεως, παρακαλώ κάνετε exit και συνεχίστε αλλού την ιντερνετική βόλτα σας. Αν όμως θεωρείτε ότι αυτός είναι ο κύριος και απώτερος λόγος της δυστοκίας, παρακαλώ συνεχίστε την ανάγνωση.

Η κύρια απορία που μου γεννιέται εξ αιτίας αυτής της διαμάχης είναι σχετικά με τη βεβαιότητα ότι τα Σκόπια θα είναι αυτά που θα προβάλλουν εδαφικές διεκδικήσεις και όχι εμείς. Μου φαίνεται αστείο, μια χώρα κουρελίδικη με δυο μόλις εκατομμύρια κόσμο και με ισχυρές αλλόφωνες μειονότητες που δεν απέχουν πολύ από το να θελήσουν να αποσχιστούν, να αποτελεί κίνδυνο για μια χώρα 11 εκατομμυρίων, οικονομικά ισχυρή και μέλος του σκληρού πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ένας εξωτερικός παρατηρητής θα θεωρούσε ότι χωρίς δεύτερη κουβέντα πάσχουμε από σύνδρομο χαμηλής αυτοεκτίμησης, από ποικίλα άλλα φοβικά σύνδρομα, από διαταραχές σχετικά με την εκτίμηση της πραγματικότητας και σίγουρα θα μας έστελνε στο «ντιβάνι» για ψυχοθεραπεία.

Η δεύτερη απορία που μου γεννιέται είναι γιατί κανένας στα Σκόπια πλέον δεν σκέφτηκε αυτό το απλό και προφανές, ότι αν υιοθετήσουν ονομασία που θα είναι κοινή με μια γεωγραφική έκταση της Ελλάδας θα είναι αυτοί που θα κινδυνεύουν σε μερικές γενιές από πιθανές ελληνικές διεκδικήσεις, πράγμα που είναι και το πιο εύλογο να συμβεί, εξ αιτίας της ανισορροπίας στην ισχύ των δυο χωρών. Η απλούστερη ερμηνεία που μπορώ να φανταστώ είναι ότι μας έχουν πάρει χαμπάρι και δικαίως μας χορεύουν. Ποιος άλλωστε δεν κοιτάει να επωφεληθεί από έναν αδύναμο παίχτη; Η Πολιτική δεν είναι φιλανθρωπικό ίδρυμα και τοιουτοτρόπως δεν έχει θέση η ηθική.
Το ερώτημα, λοιπόν που θέτω προς τις διάφορες πολιτικές ηγεσίες του τόπου είναι: «Γιατί λοιπόν, καρντάσια, τους φοβόμαστε αντί να μας φοβούνται»;

Δεν χωρά αμφιβολία, ότι η Μακεδονία αποτελεί ονομασία μιας ευρύτερης γεωγραφικής περιοχής με Βόρειο και Νότιο τμήμα και ουδείς σώφρων αμφισβητεί ότι τα Σκόπια είναι εγκατεστημένα στο βόρειο τμήμα της. Οπότε ένας εξωτερικός και πάλι παρατηρητής με ίχνη ορθοφροσύνης θα θεωρούσε δίκαιο το αίτημα των Σκοπιανών να περιλάβουν με κάποιο τρόπο τη λέξη Μακεδονία στην ονομασία τους. Υπάρχουν τόσες Βόρειες χώρες, ακόμα και ήπειροι και άλλες τόσες Νότιες αντιστοίχως. Μια παραπάνω δεν θα έβλαπτε.

Φαντάζομαι όμως ότι στην περίπτωση υιοθέτησης ονομασίας του τύπου «Δημοκρατία της Βορείου Μακεδονίας» που θα ήταν και το πιο εύλογο, αμέσως μετά θα ανέκυπτε ερώτημα σχετικά με το ποια είναι η «Δημοκρατία της Νοτίου Μακεδονίας». Υπάρχει η Βόρειος Κορέα, για παράδειγμα, αλλά και η Νότιος. Υπάρχει η Β. Αμερική αλλά και η Νότιος. Υπήρχε το Β. Βιετνάμ αλλά και το Νότιο. Κοντολογίς, ο Βοράς και ο Νότος πάνε πακέτο.

Στην προκειμένη περίπτωση, λοιπόν θα υπήρχε ο κίνδυνος, για λόγους συμμετρίας αλλά και διατήρησης του ισοζυγίου των σημείων του ορίζοντος, να έμπαινε ο πειρασμός για την δημιουργία μιας Νοτίου Μακεδονικής Δημοκρατίας, πράγμα που θα σήμαινε μείζονες εδαφικές ανακατατάξεις στα εδάφη της χώρας μας, πιθανώς δε και αποσχίσεις. Μια τέτοια ανεξαρτητοποίηση θα είχε σοβαρές συνέπειες για την χώρα μας, με σοβαρότερες την απώλεια του ΠΑΟΚ και του Παπαθεμελή.

Μήπως τελικά, είναι κιαυτός ένας λόγος που ώσπου να γίνουν τα βαφτίσια το μωρό θα έχει ήδη πάει φαντάρος;

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2008

ΕΚΛΕΚΤΙΚΕΣ ΣΥΓΓΕΝΕΙΕΣ: Ρωσία-Γερμανία


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Δεν πάει πολύς καιρός που συνειδητοποίησα ότι οι χώρες που μου κινούν ιδιαίτερα το ενδιαφέρον είναι δυο, οι εξής: Γερμανία και Ρωσία. Κι αυτό συνέβη όταν, σαν σε επιφώτιση, διέκρινα την αιτία που με έκανε να τις αντιμετωπίζω, αυτές τις τόσο διαφορετικές εκ πρώτης όψεως, σαν ένα ταιριαστό ζευγάρι.

Τι κοινό, λοιπόν, μπορεί να έχει η καπιταλιστική Γερμανία με τη (πάλαι ποτέ) σοσιαλιστική Ρωσία; Οι Γότθοι με τους Σλάβους; θα ρώταγε κάποιος ανυποψίαστος, και δικαίως άλλωστε, όπως και οι περισσότεροι, που δεν θέλησαν ν’ αναρωτηθούν ποτέ για το πόσο ρηχοί και αβασάνιστοι μπορεί να είναι μερικοί επαναλαμβανόμενοι και στερεοτυπικοί χαρακτηρισμοί για τις ετικέτες που μπαίνουν στα πράγματα και που από την πολλή χρήση κανείς δεν μπαίνει πια στον κόπο να σκεφτεί αν πράγματι η ετικέτα αντιπροσωπεύει την ουσία και το περιεχόμενο αυτών τα οποία ονοματίζει και περιγράφει.

Κι όμως, αν σκαλίσουμε λιγάκι την ιστορία αυτών των χωρών και πάμε κάπως πιο πίσω από τον 20ο αιώνα, βλέπουμε ότι αμφότερες έμειναν πίσω από το κύμα του Διαφωτισμού που σάρωσε την Ευρώπη, για διαφορετικές όμως αιτίες η κάθε μια τους. Και η Ελλάδα βέβαια έμεινε εκτός, αλλά ποιος σκοτίζεται γιαυτή τη χώρα. Μικρό το ειδικό της βάρος για να επηρεάσει τα τεκταινόμενα. Η Γερμανία όμως; Η Ρωσία; Γίγαντες και οι δυο κι όχι μόνο στην έκταση και τον πληθυσμό, μα και στη σκέψη και στην ώθηση που έδωσαν στις εξελίξεις της ηπείρου μας, αλλά και παγκοσμίως. Από διαφορετική αφετηρία φυσικά και οι δυο.

Προς το παρόν θα αναφερθώ μόνο στις αιτίες, κυρίως μέσα από τις ιδιαίτερες ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες, που ο Διαφωτισμός δεν μπόρεσε να πιάσει ρίζες στις χώρες αυτές. Τις βασικές διαφορές ανάμεσα στις δυο αυτές πρωτεύουσες κοσμοθεωρήσεις της δυτικής σκέψης, ανάμεσα δηλαδή στον Διαφωτισμό και τον Ρομαντισμό, θα τις θεωρήσω γνωστές και δεν θα τις σκιαγραφήσω επί του παρόντος. Ίσως το επιχειρήσω κάποια άλλη φορά.

ΓΕΡΜΑΝΙΑ: ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟΣ

Στην Γερμανία του 18ου αιώνα, ο Διαφωτισμός πέρασε και δεν ακούμπησε. Αυτό όμως που ρίζωσε και θέριεψε ήταν το Ρομαντικό κίνημα, που ενώ κιαυτό εκπροσωπούσε την χειραφέτηση της αστικής τάξης όπως και ο Διαφωτισμός, εν τούτοις πήρε τη μορφή μιας «πληβειακής συγκινησιοκρατίας», κι επομένως το αντίθετο της αγέρωχης και δύστροπης νοησιαρχίας των ανωτέρων τάξεων. Ενώ η μεσαία τάξη στη Γαλλία και στην Αγγλία εξακολουθούσε να έχει πλήρη συναίσθηση της θέσης της στην κοινωνία και ποτέ δεν εγκατέλειψε τα επιτεύγματα του Διαφωτισμού, η γερμανική μεσαία τάξη πέρασε κάτω από τον έλεγχο του ρομαντικού ανορθολογισμού πριν περάσει καν από το σχολείο του ορθολογισμού. Ο ορθολογισμός περιορίστηκε στα πανεπιστήμια και ανάμεσα στους λόγιους και τους ακαδημαϊκούς. Δεν διείσδυσε ποτέ σθεναρά στην δημόσια ζωή, στην κοινωνική και πολιτική σκέψη των πλατειών μαζών ή στην ίδια τη μεσαία τάξη. Τουναντίον διαστρεβλώθηκε και γελοιοποιήθηκε.

Το γιατί συνέβη αυτό είναι μια μακρά ιστορία η οποία ξεκινάει από τον 16ο αιώνα, με την παρακμή των βορειο-γερμανικών εμπορικών πόλεων προς όφελος των ολλανδικών και αγγλικών κέντρων και με την συνεπαγόμενη παρακμή και αποδυνάμωση της γερμανικής αστικής τάξης. Στη Γαλλία, οι ευγενείς γαιοκτήμονες ήταν αρκετά διορατικοί ώστε ν’ αφήσουν το εμπόριο και τη βιομηχανία στα χέρια της ανερχόμενης αστικής τάξης καθώς και μερίδα του διοικητικού μηχανισμού, ενώ στην Αγγλία έως και συνασπίστηκαν μαζί της εναντίον του βασιλιά. Οι γερμανοί ευγενείς έπραξαν το ακριβώς αντίθετο, γύρισαν την πλάτη στη μεσαία τάξη η οποία παραγκωνίστηκε και εξαθλιώθηκε και συμμάχησαν με αυτούς που δεν έπρεπε, δηλαδή με τους ηγεμόνες.

Οι συνέπειες της αδυναμίας αυτής της αστικής τάξης να δρομολογήσει και να πρωτοστατήσει στις εξελίξεις σαν φορέας ενός νέου και δυναμικού πνεύματος, ήταν η επικράτηση ενός άκρατου ιδεαλισμού, αδιαφορίας για τις κοινωνικές συνθήκες, την πολιτική και πολιτιστική ζωή. Η σκέψη έγινε ενατενιστική, θεωρητική, μη πραγματική και ανορθολογική. Την έλλειψη πρακτικού νου την έκαναν αρετή και την αποκάλεσαν ιδεαλισμό, εσωτερικότητα, ενόραση, θρίαμβο πάνω στους περιορισμούς του χώρου και του χρόνου, ενώ την έλλειψη εξωτερικής ελευθερίας την μετουσίωσαν στο ιδανικό της εσωτερικής ελευθερίας.



ΡΩΣΙΑ: ΚΟΙΝΟΤΙΣΤΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ

Η πρώτη ουσιαστική επαφή της Ρωσίας με τη Δύση έγινε από τον Μεγάλο Πέτρο το 1696, ο οποίος σε ηλικία 24 ετών, με συνοδεία ευγενών, παπάδων, γραμματικών, μουσικών, μαγείρων και εθελοντών, ένα σύνολο δηλαδή, από διακόσια πενήντα άτομα, αποφάσισε να επισκεφτεί την Ολλανδία, Βενετία, και Αγγλία με σκοπό να πάρει μαθήματα ναυπηγικής τέχνης.


Χωρίς να έχει γνωρίσει Μεταρρύθμιση, Αντιμεταρρύθμιση και Αναγέννηση, η Ρωσία παρέμενε σε μια κατάσταση μεσαιωνικής στασιμότητας, και ιδιόρρυθμης ακυβερνησίας. Αγνοώντας πλήρως την επιστήμη και την τεχνική της εποχής, την μοντέρνα κλασική οργάνωση και την όποια ανεξιθρησκεία, το ρωσικό κράτος υστερούσε καταφανώς απέναντι στα ευρωπαϊκά κράτη του 17ου αιώνα. Η κοινωνική διαστρωμάτωση στην Ρωσία εκείνη την εποχή είναι λίγο-πολύ γνωστή με τον Τσάρο στην κορυφή της πυραμίδας, με μια κληρονομική και μια άλλη χαμηλότερη αριστοκρατία, με μια συρρικνωμένη έως ανύπαρκτη αστική τάξη και με μια πελώρια μάζα χωρικών μουζίκων και δουλοπάροικων. Ό,τι το νέο και καινοτόμο προερχόταν από την πρωτοβουλία των ανώτερων τάξεων, ενώ καθετί το αυτόχθονο, το ορθόδοξο και το αμιγώς εθνικό αναδυόταν από τη λαϊκή ψυχή. Θεωρώντας ότι οι Ρώσοι έπρεπε οπωσδήποτε να κερδίσουν το χαμένο έδαφος και να ξεφύγουν από την παράδοση του μεσαιωνικού κόσμου ο νεαρός Πέτρος όταν στέφθηκε τσάρος αποφάσισε να λύσει το πρόβλημα ακαριαία, επιφέροντας έτσι τη ρήξη με το μεσαιωνικό και ορθόδοξο παρελθόν. Έμεινε στο εξωτερικό για πάνω από 18 μήνες με απώτερη βλέψη να εισαγάγει στη Ρωσία τον άγνωστο δυτικό πολιτισμό. Πράγμα που το κατάφερε με το στανιό. Ανάμεσα στις υπερβολές ήταν ότι γυρνώντας επέβαλε αλλαγή ενδυμασίας και τυπικού προσαρμοσμένων στα δυτικά πρότυπα και υποχρέωσε όχι μόνο τους ευγενείς αλλά όλο τον ρωσικό λαό, των ιερωμένων και των μουζίκων μόνον εξαιρουμένων, να κόψουν ακόμα και τις γενειάδες τους, σαν υπέρτατη ένδειξη του νέου πνεύματος που επρόκειτο να επικρατήσει. Οι Μεταρρυθμίσεις του Πέτρου δεν παρέμειναν φυσικά σαυτούς τους τομείς μόνο, αν και είχαν έντονο συμβολικό χαρακτήρα αλλά πέρασαν και σε τομείς διοίκησης και οργάνωσης του κράτους, όπως και στην ίδρυση μιας νέας πόλης, σ’ ένα βαλτότοπο στη Βαλτική, την Αγία Πετρούπολη, η οποία επρόκειτο να γίνει η νέα πρωτεύουσα της αναδιαρθρωμένης αυτοκρατορίας.


Παρ’ όλα αυτά η Ρωσία παρέμεινε μια βαθιά πατριαρχική κοινωνία διατηρώντας τις προνεωτερικές της δομές σχεδόν αμετάβλητες. Η τεράστια μάζα των χωρικών διασπαρμένη σε μια εξ ίσου τεράστια έκταση παρέμεινε απληροφόρητη και αδιάφορη σε ό,τι νεωτερικό εξυφαινόταν στην Αγία Πετρούπολη. Τέτοιες δομές και προδιαθέσεις βαθιά ριζωμένες στη ρωσική κουλτούρα, αυτές που συγκρότησαν την περιλάλητη «ρωσική ψυχή» περιελάμβαναν 1) την προτεραιότητα του κοινοτικού πνεύματος έναντι του ατομικιστικού εγωισμού, 2) τον εξισωτισμό, 3) το δικαίωμα στην έξωθεν συντήρηση (κατάλοιπο της δουλοπαροικίας), 4) τη μοιρολατρία και τις πάσης φύσεως δεισιδαιμονίες, 5) την εξάρτηση και τη λατρεία της γης, (μητέρα), 6) τη λατρεία του αυτοκράτορα (πατέρας), 7) τον σεβασμό στην κοπιαστική χειρωνακτική εργασία, 8) τη βαθιά θρησκευτικότητα και τη ροπή προς τη μεταφυσική.

Στην Ρωσία, σε αντίθεση με τη Γερμανία, η αστική τάξη, το ήθος και το πνεύμα της παρέμειναν ξένα προς την δεσπόζουσα ρωσική νοοτροπία και ήταν ένας από τους κύριους λόγους που η τάξη αυτή όχι μόνο ποτέ δεν επιχείρησε να καταλάβει την εξουσία, αλλά και που ποτέ δεν συγκροτήθηκε σε σώμα με αυτοσυνείδηση. Το βαθιά ριζωμένο κοινοτικό πνεύμα θεωρούσε σαν εξοβελιστέες τις προσπάθειες ανάληψης πρωτοβουλίας, ρίσκου και αποκοπής απ’ την κοινότητα, τη συσσώρευση χρημάτων, την επιδίωξη κερδοφορίας, όλες δηλαδή τις πρακτικές που υπογράμμιζαν και εξασφάλιζαν τη συνοχή της αστικής τάξης.

Στη Ρωσία δεν υπήρξε ποτέ αστική επανάσταση, ούτε αστική Δημοκρατία, παρά μόνον για μια σύντομη περίοδο μερικών μηνών πριν τους Μπολσεβίκους, στις αρχές του 1917, υπό τον Κερένσκυ. Έκτοτε αγνοείται η τύχη της, ακόμα και μέχρι σήμερα.

ΣΥΝΟΨΗ

Συνοψίζοντας τα κύρια σημεία της σύντομης αυτής ιστορικής διαδρομής στις δυο χώρες, θα τολμούσα να πω ότι η ιδιαιτερότητά τους σε σχέση με τον υπόλοιπο ευρωπαϊκό χώρο οφείλεται στην απουσία της διαφωτιστικής παράδοσης. Με το μεν ρομαντικό πνεύμα να αναπτύσσεται και να ριζώνει στη Γερμανία, με την δε ισχυρή κοινοτιστική παράδοση να ανθίσταται και να επιβιώνει στη Ρωσία. Αμφότερες οι πολιτισμικές αυτές πρακτικές εγκαλούν περισσότερο στα συγκινησιακά παρά στα ορθολογιστικά στοιχεία και βρίσκονται σε αντίθεση με τον ορθολογιστικό υπολογισμό και την οργάνωση της αστικής τάξης εκεί όπου εδραιώθηκε και πήρε στα χέρια της τις εξελίξεις. Και στις δυο χώρες παρατηρείται απουσία μιας εύρωστης και πολυπληθούς αστικής τάξης.

Στη Γερμανία είδαμε ότι οι αστοί ποτέ δεν κατάφεραν να χειραφετηθούν από τους γαιοκτήμονες, το ίδιο και οι διανοούμενοι. Ο Γερμανικός Ρομαντισμός αναπτύχθηκε σαν καθαρή αντίδραση προς τον Διαφωτισμό και το πρωτείο του ορθού Λόγου που διακήρυσσε. Αντ’ αυτού οι Ρομαντικοί έβαζαν πιο πάνω από τη λογική τα συναισθήματα, τη φαντασία, τη διαίσθηση, τα πάθη, τα ορμέμφυτα, τον σκοτεινό εσωτερικό κόσμο, καθώς και την παράδοση ενάντια στην πρόοδο. Οι ολοκληρωτισμοί, είτε μαύροι, είτε κόκκινοι δεν είναι παρά τα κακά παιδιά, οι αναγκαστικές απολήξεις και συνέπειες ενός αχαλίνωτου ρομαντισμού. Έτσι, δεν μου φαίνεται καθόλου τυχαίο πως η απουσία των Διαφωτιστικών αξιών τόσο από τη Γερμανία όσο και τη Ρωσία άφησε ελεύθερο το πεδίο για την εδραίωση αφ΄ενός του Ναζισμού, αφ’ ετέρου του Σταλινισμού.

Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο που απαντάται στην ψυχοσύνθεση των δυο αυτών λαών που εξετάζουμε είναι το βαθύ αίσθημα κατωτερότητας που βίωναν σε σχέση με τους άλλους λαούς, οι ηττημένοι Γερμανοί σε σχέση με τους πολιτικά, πολιτιστικά και στρατιωτικά ανώτερους Γάλλους και οι Ρώσοι σε σχέση με ολόκληρη της Δύση η οποία τους εκλάμβανε σαν τη δυτική απόληξη της Ασίας, ενώ οι ίδιοι ήθελαν να αισθάνονται σαν το ανατολικό κομμάτι της Ευρώπης.

«...Όσοι δεν είναι σε θέση να καυχηθούν για μεγάλα πολιτικά, στρατιωτικά ή πολιτισμικά επιτεύγματα ή για κάποια λαμπρή παράδοση τέχνης ή στοχασμού αναζητούν παρηγοριά και δύναμη στην ιδέα της ελεύθερης και δημιουργικής ζωής του πνεύματος εντός τους, που δεν μολύνεται από τη διαφθορά της εξουσίας ή της επιτήδευσης. Αυτό συναντάται στα έργα των γερμανών ρομαντικών και στη συνέχεια των Ρώσων σλαβόφιλων. Η εξύμνηση κάποιου λαμπρού φανταστικού η πραγματικού παρελθόντος και η αναμονή ενός ακόμη πιο ένδοξου μέλλοντος, αυτό το μεσσιανικό θέμα απηχείται έντονα τόσο από τους Γερμανούς όσο και από τους Ρώσους». I. Berlin

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι δυο λαοί έχουν και άλλα τους στοιχεία κοινά. Κάθε άλλο. Συγκρίνονται μόνον όσον αφορά την τάση τους για παράδοση σε εξωλογικά στοιχεία. Αντιθέτως ο Γερμανικός λαός χαρακτηρίζεται από την ισχυρή βούληση, πράγμα που απουσιάζει από τον Ρωσικό, ο οποίος χαρακτηρίζεται μάλλον από την τάση του για υποταγή και εθελοδουλία. Τώρα γιατί μυθοποιήθηκε τόσο, (από την ισχυρή σλαβόφιλη μερίδα, π.χ. Ντοστογιέφσκι) έχει μάλλον να κάνει με τις ανάγκες αυτών που μυθοποιούν, παρά με το ίδιο το αντικείμενο που μυθοποιείται.


INFO:

Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2008

Η ΕΠΕΚΤΑΣΗ του ΠΕΔΙΟΥ της ΠΑΛΗΣ


Ο Μισέλ Ουελμπέκ, αυτή τη στιγμή, είναι ο πλέον εξαγώγιμος συγγραφέας της Γαλλίας, άσχετο αν τα τελευταία χρόνια επέλεξε να ζει στην Ιρλανδία, κι αυτό έχοντας στο ενεργητικό του τέσσερα μόνο βιβλία και πολλές κρίσεις και επικρίσεις στην πλάτη του για τάχατες μη-πολιτικώς ορθές αναφορές κυρίως σε άραβες και μουσουλμάνους. Φυσικά δεν είναι έτσι ακριβώς τα πράγματα, παρά διάφοροι, όπως πιστεύω κριτικοί, καχεκτικοί στο σώμα και στο μυαλό εκμεταλλευόμενοι κάποιες φράσεις του συγγραφέα επεδίωξαν να δημιουργήσουν εντυπώσεις περί ρατσιστικών προδιαθέσεων με πιθανό στόχο να εξασφαλίσουν καλύτερη δουλειά σε κάποιο έντυπο μεγαλύτερης κυκλοφορίας. As simple as that!

Ο Ουελμπέκ, δεν είναι ρατσιστής, δεν είναι τίποτα απ’ όλα αυτά. Είναι ισχνός, έως καχεκτικός, κιτρινιάρης, μετρίου αναστήματος και μετρίας σωματικής διάπλασης, κοντεύει τα πενήντα, καπνίζει σαν αράπης και πίνει σα νεροφίδα. Φτύνει, χλευάζει, δυσφορεί, σφάζει, προς όλες τις κατευθύνσεις με λέξεις στιλέτα όλο οργή και απέχθεια, είναι ανελέητος και κυνικός. Σιχαίνεται τους άραβες όπως σιχαίνεται και όλους τους άλλους ανθρώπους. Γιατί να δείξει επιείκεια προς αυτούς, γιατί να τους εξαιρέσει;

Δεν χαρίζεται σε κανέναν παρά το γεγονός ότι όταν τον συναντήσεις από κοντά σου δίνει την εντύπωση ανθρώπου που τραυλίζει, χαμένου στον εαυτό του, ήπιων τόνων και μαζεμένου. Το πιο πιθανό βέβαια είναι να είναι αρκετά μεθυσμένος ώστε να μην έχει άλλη επιλογή. Ή, να βρίσκεται κάτω από την επήρεια κατασταλτικών για ν’ αντέξει το άλγος απ’ την απαγόρευση του τσιγάρου που επιβάλλεται στους δημόσιους χώρους.

Θα τολμούσα να πω ότι ο Ουελμπέκ στα βιβλία του δεν κρύβει την καταγωγή του απ’ τους Γάλλους υπαρξιστές, Σάρτρ και Καμύ. Είναι όμως σύγχρονος και κατά συνέπεια αποστερημένος από κάθε μεταφυσική διάσταση. Διαβάζοντας Σαρτρ και Καμύ ο αναγνώστης νοιώθει να μπαίνει σε μια άλλα διάσταση, σε κάποια άλλη πραγματικότητα. Τουλάχιστον, έτσι νομίζω ότι αισθανόμουν όταν τους διάβαζα καιρό πριν. Με τον Ουελμπέκ δεν είναι έτσι. Τον νοιώθεις να πατάει γερά σε κάποια πραγματικότητα που δεν σου είναι ξένη, τα πρόσωπα είναι οικεία, δεν έχουν τίποτα το αλλόκοτο πάνω τους, αλλά είναι κούφια από μέσα, ξερά και κρύα, παρ’ όλα αυτά αληθινά. Δεν είναι ότι ο Ουελμπέκ δεν μπορεί, δεν ενδιαφέρεται να περιγράψει την εσωτερικότητα. Απλώς δεν τη βρίσκει για να την περιγράψει. Παρ’ όλα αυτά είναι στοχαστικός και αναλυτικός.

Διάβασα την «Πλατφόρμα» και αμέσως μετά την «Επέκταση του Πεδίου της Πάλης», το πρώτο του μυθιστόρημα το οποίο βρήκα πιο άμεσο, πιο ανεπεξέργαστο, αλλά και πιο σκοτεινό.
Αυτό, το πρώτο του μυθιστόρημα, από τις εκδόσεις ΕΣΤΙΑ, σε μετάφραση Αλέξη Εμμανουήλ, σκοπεύω να περιγράψω εν συντομία.


Ο ΤΙΣΕΡΑΝ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ

Ο ήρωας είναι μεσαίο στέλεχος μιας εταιρίας πληροφορικής, γύρω στα τριάντα και ζει στο Παρίσι. Πίνει πολύ όταν το καλούν οι περιστάσεις και ξερνάει, καπνίζει πολύ, είναι μόνος, μοναχικός και χωρίς φίλους, γεμάτος αηδία για τον κόσμο που τον περιτριγυρίζει, με φτωχή, σχεδόν ανύπαρκτη σεξουαλική ζωή. Αηδία, τόσο για τις γυναίκες όσο και για τους άντρες. Βρίσκεται ανάμεσά τους αλλά από απόσταση και τους παρατηρεί. Δεν αναμειγνύεται, ούτε μπλέκεται συναισθηματικά, παρά τους κρίνει, τους χλευάζει, τους παρωδεί, τους απαξιώνει. Στον Ουελμπέκ, η παγωνιά, η έλλειψη τρυφερότητας, η αδιαφορία, η αηδία ποτίζει κάθε πρόταση, κάθε σελίδα. Μας αρρωσταίνει όπως αρρωσταίνει στην κυριολεξία και τον ίδιο τον ήρωα σε κάποια στιγμή της αφήγησης.

Είναι απελπισμένος και κυνικός αλλά όχι αυτοκτονικός.
«...Για καιρό πιστεύατε στην ύπαρξη μιας άλλης όχθης, όμως σήμερα ξέρετε πως δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση. Ωστόσο, συνεχίζετε να κολυμπάτε, και κάθε σας κίνηση σας φέρνει και πιο κοντά στον πνιγμό. Ασφυκτιάτε, τα πνευμόνια σας καίνε...», λέει κάπου στο κείμενο.

«...Η διάρθρωση του κόσμου μου προξενεί οδύνη, δεν μου ταιριάζει. Οι σχέσεις γίνονται ολοένα και πιο αδύνατες, όλο και πιο ακατόρθωτες και αυτό οφείλεται φυσικά στον πολλαπλασιασμό των βαθμίδων ελευθερίας. Ο Ζαν-Υβ δεν είχε γνωρίσει κανέναν ερωτικό δεσμό. Η κατάσταση ελευθερίας του είναι άπειρη», σελ. 54.

Το βιβλίο μοιάζει αυτοβιογραφικό. Αποτελεί μάλλον μια διαδοχή συμβάντων τόσο δικών του όσο και κάποιων ανθρώπων τους οποίους συναντά, κυρίως στους χώρους εργασίας του, παρά μια σφιχτοδεμένη ιστορία με πλοκή. Περιγράφονται οι σκέψεις κυρίως του αφηγητή έχοντας σαν φόντο τον τεχνοκρατικό κόσμο των επιχειρήσεων και των δικτύων, κι όλα αυτά με διεισδυτικότητα και στοχαστικότητα για την ζωή και την ύπαρξη.

Το μεγαλύτερο κομμάτι του βιβλίου αναφέρεται στο ταξίδι που κάνει ο ήρωας με έναν συνάδελφό του, τον Τισεράν στην επαρχία, στη Ρουέν, για να εκπαιδεύσουν τους υπαλλήλους κάποιας δημόσιας υπηρεσίας σ’ ένα καινούργιο λογισμικό. Η ατμόσφαιρα είναι παγωμένη τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά. Δεν έχουν τίποτε να πουν, τίποτε να ανταλλάξουν. Ο Ουελμπέκ παρακολουθεί και περιγράφει τον Τισεράν και τον ψυχισμό του, καθ’ όλη τη διάρκεια του επαγγελματικού τους ταξιδιού. Ο Τισεράν είναι πολύ άσχημος, λίγο μετά τα τριάντα και αυτός, και έχει αφιερώσει όλη του την έγνοια και το δυναμικό στο να βρει κάποια κοπέλα να σχετιστεί. Όσο περνούν οι μέρες ο συγγραφέας εκμαιεύει όλο και πιο πολύ από τον εσωτερικό κόσμο του Τισεράν την μύχια του ανύπαρκτη ζωή, την απελπισία του, τον πόνο για το ότι ως τα τώρα καμιά κοπέλα δεν δέχτηκε να μοιραστεί το κρεβάτι του, για τις συνεχείς προσπάθειες που κάνει προς αυτή την κατεύθυνση, για τις συνεχείς του αποτυχίες.

Η στάση του Ουελμπέκ είναι όμως τέτοια που δεν μας αφήνει να νοιώσουμε κανέναν οίκτο, καμιά λύπηση. Είναι ψυχρή και κυνική σαν του δολοφόνου. Μοιάζει να χειρίζεται το θύμα του, με έναν υφέρποντα σαδισμό, σα να θέλει να το σπρώξει ακόμα πιο πολύ στην καταστροφή. Άλλωστε σ’ ένα κόσμο όπου όλοι είναι θύματα δεν έχει νόημα να λυπάσαι για κανέναν.

Πράγματι, ο συγγραφέας σε κάποια στιγμή που ο Τισεράν είναι μεθυσμένος και πολύ απελπισμένος, του δίνει σκόπιμα ένα μαχαίρι για να σκοτώσει έναν τυχαίο, άγνωστό του νεαρό του οποίου το μόνο έγκλημα είναι ότι μπορεί να φεύγει αγκαλιά με μια όμορφη κοπέλα από το μπαρ, πράγμα αδιανόητο πλέον για τον ίδιο. Εκδίκηση τυφλή στη μοίρα του και την άχαρη ζωή του. Εδώ ο συγγραφέας φαντάζει πολύ Νιτσεϊκός. Το παίζει κάπως σαν θεός, όπου οι άχρηστοι καλό είναι να μας αδειάζουν τη γωνιά! Ένας άνθρωπος που δεν μπόρεσε να δημιουργήσει τίποτε το ελκυστικό επάνω του, που δεν τράβηξε ποτέ την αγάπη και το βλέμμα μιας γυναίκας, γιατί να πρέπει να συνεχίζει να ζει; Ο Τισεράν δέχεται κατ’ αρχήν, αλλά στο δια ταύτα ...



Η ΒΕΡΟΝΙΚ ΚΑΙ Η ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ

Παράλληλα με την ιστορία του Τισεράν, ο συγγραφέας αναφέρεται και στην τραυματική ερωτική σχέση που είχε παλιότερα με την Βερονίκ. Ο Ουελμπέκ αγαπά την Βερονίκ, δίνεται σ’ αυτήν, μα η άσπλαχνη Βερονίκ τον πετάει κάποια στιγμή στο δρόμο με τις κλωτσιές. Η αιτία;

Ακούστε την. Μάλλον, διαβάστε την!

«...Η Βερονίκ έκανε ψυχανάλυση. Σήμερα μετανιώνω που τη συνάντησα. Μιλώντας γενικότερα, δεν υπάρχει τίποτε να βγάλεις από τις γυναίκες που ψυχαναλύονται. Η γυναίκα που πέφτει στα χέρια των ψυχαναλυτών γίνεται αναπόδραστα ακατάλληλη για οποιαδήποτε χρήση, το έχω διαπιστώσει άπειρες φορές. Αυτό το φαινόμενο, δεν πρέπει ν’ αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον αποτέλεσμα της ψυχανάλυσης, αλλά ούτε λίγο, ούτε πολύ ως ο πρωταρχικός σκοπός της. Υπό το πρόσχημα της αναδόμησης του Εγώ, οι ψυχαναλυτές προβαίνουν στην πραγματικότητα σε μια σκανδαλώδη καταστροφή της ανθρώπινης ύπαρξης. Αθωότητα, γενναιοδωρία, αγνότητα... όλα αυτά αλέθονται ταχύτητα μες τα χοντροκομμένα χέρια τους. Οι ψυχαναλυτές, που αμείβονται πλουσιοπάροχα, είναι υπερφίαλοι και ανόητοι και εκμηδενίζουν αμετάκλητα στους υποτιθέμενους ασθενείς τους κάθε ικανότητα για αγάπη, τόσο πνευματική όσο και σωματική. Συμπεριφέρονται εν ολίγοις σαν αληθινοί εχθροί της ανθρωπότητας. Αδυσώπητη σχολή του εγωισμού η ψυχανάλυση επιτίθεται με τον μεγαλύτερο κυνισμό σε μια χαρά κορίτσια που τα έχουν λιγάκι χαμένα για να τα μεταμορφώσει σε ελεεινές ασημαντότητες που παραληρούν εγωκεντρικά και δεν καταφέρνουν παρά να προκαλούν μια καθ’ όλα δικαιολογημένη απέχθεια.
Δεν πρέπει να έχετε καμιά εμπιστοσύνη, σε καμιά περίπτωση, σε γυναίκα που έχει περάσει από χέρια ψυχαναλυτών. Μικροπρέπεια, εγωισμός, υπεροπτική ηλιθιότητα, παντελής απουσία ηθικής αντίληψης, χρόνια ανικανότητα ν’ αγαπήσει: αυτό είναι το ολοκληρωμένο πορτρέτο μιας αναλυμένης γυναίκας...».

Μ’ αρέσει τελικά ο Μισέλ! Πολύ.

Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2008

Τα ΛΙΑΝΙΚΑ και τα ΣΚΟΡΠΙΑ


Υπήρχαν κάποτε εποχές που ο κόσμος πήγαινε στον μπακάλη να ψωνίσει κι έφευγε μ’ ένα και με δυο κιλά φέτα, αν και συνήθως οι νοικοκυραίοι φαντάζονταν τα τρόφιμα όχι μεμονωμένα, μα σαν σοδειά και συνήθως τα μετράγανε σε ντενεκέδες, αρμαθιές, καφάσια, καρβέλια ή κεφάλια, π.χ. ένα τενεκέ λάδι, ένα τενεκέ φέτα, μέλι με τα λίτρα, ένα κεφάλι κασέρι, ένα τενεκέ ρέγκες κι άλλον ένα με λακέρδα, μια αρμαθιά λουκάνικα, μια αρμαθιά σκόρδα. Μπερικέτια! Τα καρπούζια τ’ αγοράζανε ολόκληρα και όχι μόνο ένα αλλά πολλά-πολλά μαζί. Το ίδιο και τα πεπόνια και τα ροδάκινα. Θα μου πείτε ότι οι οικογένειες ήταν μεγαλύτερες. Δεν νομίζω ότι ήταν αυτός ο λόγος.

Ήταν συνήθειο και νοικοκυροσύνη και περηφάνια μαζί, νάναι τα ντουλάπια και οι αποθήκες γεμάτες για να μη χρειάζεται να τρέχουν τα παιδιά και οι κυράδες κάθε λίγο και λιγάκι στον μπακάλη. Σα να μην είχαν άλλη δουλειά να κάνουν από το να τριγυρνάνε σινάμενες κουνάμενες ολημερίς στις ρούγες, τη μια τάχατες για το λάδι που τους έλειψε, την άλλη για τα σπίρτα, την άλλη για τ’ αλάτι!

Δεν ξέρω βρε παιδάκι μου αλλά σήμερα τα πράγματα, πως να το πούμε, σκόρπισαν. Το καρπούζι δεν είναι πια ολόκληρο, μια μπάλα εγκυμονούσα που δεν ήξερες τι θα σου βγάλει. Κόπηκε σε φέτες και έτσι το βλέπουμε πια, χειρουργημένο, το ίδιο και τις κολοκύθες, παρά το γεγονός ότι πριν από λίγα χρόνια κοροϊδεύαμε τους ξένους που αγοράζανε λίγες μόνο σκατούλες απ’ αυτό και λίγες μόνο απ’ τ’ άλλο. Παλιά ντροπόσουνα να πάρεις μια μπανάνα, ένα μήλο, ένα αχλάδι. Σήμερα, είναι κοινός τόπος. Γίναμε πιο πρακτικοί;

Ως και τα τραγούδια βγήκανε στη λιανική. Ένα ευρώ το καθένα! Τραγούδια με το κομμάτι. Χάθηκε ο δίσκος, η ενότητα, η λογική του να είναι όλα ενταγμένα κάπου, να ενδυναμώνουν όλα μαζί ένα νόημα. Καθ’ ένα μοναχό του λοιπόν. Σκορποχώρι κι ανακατωσούρα. Ποιος νοιάζεται πια για νοήματα; Πάλι καλά να λες όσο ακόμα υπάρχουν και τραγούδια, όπως και νάναι. Στη γωνιά παραμονεύουν τα ringtones.

Το ίδιο και ο λόγος, οι λέξεις. Κοφτές, ίσα ίσα να κωδικεύεται και να μεταφέρεται η πληροφορία, τα αναγκαία δηλαδή. Ο λόγος, αυτός της διαφήμισης, με ατάκες και πυροτεχνήματα ίσα ίσα για την προσοχή και την εντύπωση. Θαρρείς πως η ζωή είναι διαφημιστικός χρόνος, πολύτιμος, που να μην σπαταλιέται σε παύσεις και περιττολογίες. Για να στείλεις ένα SMS δεν χρειάζεσαι δα και περισσότερα.

Και τα πρόσωπα σκορπίσανε το ίδιο. Ψηφίδες δανεισμένες από δω κι από κει. Τίποτε συγκροτημένο. Καμιά συνδετική ύλη που να τα συνέχει. Ένα patchwork, ένα puzzle που δεν πρόκειται ποτέ να ολοκληρωθεί Μια ταυτότητα με χίλια ονόματα και με κανένα. Ρευστή και ανυπόστατη. Ερμαφρόδιτη να γυροφέρνει σε κλισέ και σ’ εντυπώσεις. Πρόσωπα, ψεύτικα, φτιασιδωμένα, δανεικά. Αδαή και αναιδή. Πρόσωπα που διαλύονται και ξαναφτιάχνονται στον χρόνο που μεσολαβεί μέχρι να πάνε από το ένα ράφι στο άλλο, στο ιδεολογικό σουπερμάρκετ.

Σπάσανε τα καρπούζια σε φέτες. Οι τενεκέδες αποσυντέθηκαν σε γραμμάρια. Οι φράσεις, σε λέξεις που γίνηκαν συνθήματα κι όχι ποιήματα. Το Εμείς, σε μια θάλασσα από αυθάδικα Εγώ που πλατσουρίζουν άγαρμπα και θορυβώδικα για να επιπλεύσουν. Το Όλον, σε Μέρος. Οι πολλαπλότητες, σε Ενικότητες.

«Liquid Modernity», «Ρευστή Νεωτερικότητα» όπως έγραψε και ο Zygmunt Bauman.

Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2008

Ο ΧΛΙΔΑΝΕΡΓΟΣ και ο ΚΑΗΜΟΣ της ΜΑΝΑΣ


Τα βάσανα που δίνουν τα παιδιά στους γονείς, ποτέ δεν είν' τα ίδια.

Παλιά ο καημός ήταν μπας κι οι κόρες πάνε και ξεπαρθενευτούν πριν την ώρα τους και τ’ αγόρια μη και γίνουνε γιεγιέδες και Τέντυ-μπόυδες. Λίγο αργότερα, το μοτίβο άλλαξε. Ο φόβος και ο τρόμος ήταν μπας και βγουν τ’ αγόρια κομμουνιστές και τα κορίτσια σοσιαλίστριες. Ήτανε βλέπετε και η ταινία με την Βουγιουκλάκη που όπως και να το κάνουμε ασκούσε μεγάλη επίδραση στις οικογένειες τότε.

Βέβαια, παρά τους φόβους των γονιών τα πράγματα παίρνανε πάντα το δρόμο που ήταν γραφτό τους να πάρουνε. Και οι κοπέλες ξεπαρθενεύονταν σε κάνα παρκάκι, ή στο πίσω κάθισμα καμιάς Citroen ή Ford Taunus και τ’ αγόρια γίνονταν κομμουνιστές και ξεροσταλιάζανε, Κυριακή, απ’ τ’ αξημέρωτα στο ξεροβόρι για να πουλήσουνε κανένα Ριζοσπάστη στις διασταυρώσεις ή παίρνανε τα σπίτια σβάρνα, πόρτα-πόρτα. Κομμουνιστές τότε, για να γίνουν μετά ΠΑΣΟΚ και μετά σε καμιά χρηματιστηριακή, οπότε κι έρχονταν και ησύχαζαν πια οι γονείς τους.

Τότε, τα Εξάρχεια ήταν ακόμα σχετικά ήσυχα. Έτσι, νομίζω. Μαζεύονταν τίποτε φρικιά στην πλατεία στα χορτάρια, τρώγανε κανένα σουβλάκι απ’ απέναντι, στρίβανε και κανένα τσιγάρο στα σκαστά για να κάνουν κεφάλι, αλλά μέχρις εδώ. Οι γονείς βέβαια πάντα ανησυχούσανε, μπας και τα παιδιά απ’ τους συνοικισμούς βρουν το δρόμο για τα Εξάρχεια, ένα τσιγάρο δρόμο ήταν τα σκασμένα απ’ την Ομόνοια. Πώς να μη φοβούνται. Μετά όμως τα Εξάρχεια αγριέψανε και οι γονείς άρχισαν να φοβούνται περισσότερο. Εμείς που δεν είχαμε Εξάρχεια στο χωριό μας, και η Αθήνα έπεφτε κομμάτι μακριά, οι γονείς μας πάλι φοβόντουσαν μπας και κάνουμε την πλατεία του χωριού Εξάρχεια και μας κλείδωναν μέσα.

Τι να πεις κανείς; Οι γονείς είναι φτιαγμένοι για ν’ ανησυχούν.

Τώρα η γενιά μου έγινε αυτή γονείς. Πριν λίγα χρόνια έβλεπα μανάδες και πατεράδες να στέκουν καραούλι στο ένα πόδι, με το ένα μάτι πάντα ανοιχτό και με το άλλο σκάντζα βάρδια, μπας και πάνε και μπλέξουνε τα παιδιά με τα ναρκωτικά, τα σκληρά και τα έτσι. Φωτιά στα μπατζάκια τους οι κακομοίρηδες, πληρώνανε τις κοπάνες των νιάτων τους αλλά με την ταρίφα τώρα διπλή. Τα παιδιά μετά ψιλομεγάλωσαν, τα ναρκωτικά μπήκανε σε δεύτερη μοίρα, αλλά το στήθος των γονιών φούσκωνε και πάλι από μια νέα αγωνία.

«Χλιδάνεργος» είναι σήμερα η λέξη που τους κάνει να ριγούν στο άκουσμά της. Ο φόβος και ο τρόμος της γενιάς μου, μπας και γίνουν τα παιδιά της χλιδάνεργοι. Δηλαδή, αφού τα σπουδάσεις, τα μορφώσεις με τα αγγλικούλια τους, τα γερμανικούλια τους, τα κινεζικούλια τους, τα μεταπτυχιακούλια τους και τα διδακτορικούλια τους, να τα έχεις μετά στο σπίτι και να συνεχίζεις να τα ταΐζεις, να τα σιδερώνεις, να τα ξεσκατίζεις, να τα χαρτζιλικώνεις, να τους δίνεις και το 4Χ4, αντίς να πάνε να βρουν το δρόμο τους και να σ’ αφήσουν και σένα ήσυχο να βρεις το δικό σου.

«Σιγά, μην πάω να δουλέψω για χίλια ευρώ το μήνα, με τόσα προσόντα», σου ανταπαντάνε, τη στιγμή που δεν απέχεις πολύ να τους δώσεις καμιά σπρωξιά απ’ την ταράτσα μπας και ξεκουνηθούνε και βρούνε κάτι να κάνουνε, τέλος πάντων. Σε βγάζουνε και μαλάκα από πάνω, που τα μόρφωσες και τα προίκισες με τα χιλιάδες βραχιόλια, (που έλεγε η γιαγιά μου), διαμαντένια τώρα πια, τ’ αδαμαντορυχεία του Σαλιαρέλλη ζωντανά στα χέρια τους, από τα τόσα χρυσοπληρωμένα μαθήματα στα ιδιαίτερα και τα φροντιστήρια.

Συχνά-πυκνά βλέπω μανάδες τρελαμένες και ξεμαλλιάρες να τριγυρνάνε στους δρόμους αδέσποτες κι αγριεμένες, άλλες με μια βαλίτσα, άλλες μ’ ένα μπόγο, άλλες μ’ ένα μπαούλο ψάχνοντας απεγνωσμένα για κάποιο δωμάτιο, για μια γκαρσονιέρα, να χωθούν, ν’ απαγκιάσουνε. Αφού δεν φεύγουν τα παιδιά απ’ το σπίτι, τι να κάνουν, το παίρνουν απόφαση και ξεπορτίζουν αυτές. Τι να γίνει; Είναι κι αυτό μια κάποια λύση.

Υ.Γ. Αφιερωμένο εξαιρετικά στη Μυρτώ και την Ελένη που με τη βαλίτσα έτοιμη και πίσω απ' την πόρτα περιμένουν τον Ιούνιο να το σκάσουν. Στην Ζήνα, που πρόλαβε και την έκανε νωρίς, μόνο που την βρήκανε και της τα χάλασαν. Στην Μάρια που όχι μόνο έφυγε, αλλά άλλαξε και πόλη.

Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2008

Το Μυθιστόρημα του Μοναχικού Ανθρώπου


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Έκανα όρκο βαρύ να μην ξαναπατήσω σε βιβλιοπωλείο. Την Κυριακή όμως το πρωί, τον έσπασα, η επίορκος, ευτυχώς μερικώς. Μπορεί να μην πήγα σε βιβλιοπωλείο, αλλά βιβλία αγόρασα. Όπως κάθε χρόνο τέτοια εποχή, το παζάρι βιβλίων-στοκ στην Κλαυθμώνος με ψιλο-τρώει να το επισκεφτώ. Κυρίως για το χάζι, για τις μικρο-εκπλήξεις, αλλά και για τους μικρούς οικονομικούς κινδύνους που εμπεριέχει. Φεύγεις και με γεμάτα χέρια και με γεμάτη τσέπη. Πού αλλού συμβαίνει αυτό; Α! Ναι, στ’ «Αμερικάνικα», εκεί όπου πάω κι αγοράζω ρούχα από δυο-τρία τεράστια καλάθια, όσο ένα δωμάτιο το καθένα. Και στις δυο περιπτώσεις αυτό που έχει αξία είναι το thrill, η έκπληξη γιαυτό που τραβάει το χέρι απ’ τον σωρό προς τα πάνω. Ποτέ δεν ξέρεις τι θα βγει και ποτέ δεν ξέρεις τι θ’ αγοράσεις στο τέλος. [Μου θυμίζει λίγο τις τυφλές γωνίες της ζωής].

Στην Κλαυθμώνος, θα μου πείτε έχει πολλή «σαβούρα», αν και δεν μου αρέσει αυτή η λέξη γιατί υποτιμάται έτσι ο μόχθος πολλών ανθρώπων που ενώ είχαν και τις καλές προθέσεις και τις καλές ιδέες, στο τέλος το αριστούργημα δεν παρήχθη, είτε λόγω κακού promotion, είτε λόγω κακού timing, είτε και λόγω απουσίας ταλέντου. Αλλά πόσοι ατάλαντοι μεσουρανούν και επανεκδίδονται και μοσχοπουλιούνται;

Στην Κλαυθμώνος όμως βρίσκει κανείς και πραγματικές ευκαιρίες. Θυμάμαι ότι πριν από μερικά χρόνια είχα αγοράσει τις «Εξομολογήσεις» του Ρουσσώ σε εξευτελιστική τιμή, ενώ στα κανονικά βιβλιοπωλεία πωλούντο σε τιμή υπερδιπλάσια. Το ίδιο και τους «Κήνσορες και Θεράποντες» του Έκο. Ακόμα, λόγω της χαμηλής τιμής μπορεί κανείς να δοκιμάσει και βιβλία τα οποία υπό κανονικές συνθήκες δεν θα τα πρόσεχε και να στρέψει τα μάτια του και προς κάποια άλλη κατεύθυνση, απ’ εκείνη που έχει μάθει από συνήθεια ν’ ακολουθεί. Π.χ. μ,’ αυτό τον τρόπο συνήψα σχέσεις και με τον κ. Αρετίνο, συγγραφέα των βαθυστόχαστων «Μαθήματα για την τέχνη της πορνείας, της ρουφιανιάς και τις προδοσίες των ανδρών», που πολύ με βοήθησαν στον μετέπειτα βίον μου.

Έτσι λοιπόν κιαυτή τη φορά, πέρα απ’ την ογκώδη βιογραφία του Στάλιν που βούτηξα, (όσοι πήγατε θα προσέξατε το κατακόκκινο βιβλίο στο βάθος, τέρμα αριστερά), έπεσα σ’ ένα σωμόν βιβλίο με λιτό εξώφυλλο, με τον διακριτικό, τρέχα-γύρευε τίτλο «Προσεγγίσεις: Δοκίμια Κριτικής» και με συγγραφέα τον Απόστολο Σαχίνη, πρώην καθηγητή στο Παν. Θεσσαλονίκης και νυν αυτοκτονημένο. Δεν πρόλαβα καλά-καλά ν’ αρχίσω να το ξεψαχνίζω και νάσου έπεσα με την πρώτη στο δοκίμιο με τον ελκυστικότατο τίτλο «Το Μυθιστόρημα του Μοναχικού Ανθρώπου».

«Ά! πουλάκια μου εδώ σας έχω», σκέφτηκα. Όλοι εδώ μαζεμένοι είστε, σούζα και στη σειρά: Καμύ, Σάρτρ, Έσσε, Κάφκα, Ντοστογιέφσκι, Ρίλκε, Μπέλοου. Απ’ όλους έχει ο μπαξές. Χωρίς δεύτερη σκέψη το σιγούρεψα κάτω απ’ τη μασχάλη και την έκανα για το ταμείο.

Και τι δεν μου ήρθε πίσω στο νου! Η εφηβεία μου όλη, που παρεμπιπτόντως ακόμα κρατεί και δεν λέει να φύγει. Αυτό το γλυκό ψυχοπλάκωμα, αυτή η μεθυστική παραίτηση στη ματαιότητα του κόσμου, στη μοναξιά και στην απόγνωση, αυτό το βούλιαγμα στον ατέρμονο στοχασμό, το στροβίλισμα στην υπαρξιακή δίνη, η εξορία, η αγωνία, η παράδοση, η γλύκα της παρακμής.


Η ΜΕΛΕΤΗ

Η μελέτη του Σαχίνη ξεκινάει με τις αιτιάσεις της εμφάνισης του μυθιστορηματικού αυτού είδους που εγκαινιάζεται με το «Υπόγειο» του Ντοστογιέφσκι το 1864. Οι λόγοι γνωστοί και σε μας, δεν άλλαξαν εδώ και 150 χρόνια, που ήταν η απάνθρωπη ζωή στις μητροπόλεις, η έλλειψη αληθινής επικοινωνίας, η απουσία ζεστασιάς στις ανθρώπινες σχέσεις και άλλα τέτοια κοινά και τετριμμένα.

Μετά το «Υπόγειο» έργα που εντάσσονται σ’αυτό το πλαίσιο, με χρονολογική σειρά είναι τα ακόλουθα: «Η Πείνα» (1888) του Χάμσον, «Η Κόλαση» (1908) του Μπαρμπύς, «Οι Σημειώσεις του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγγε» (1910) του Ρίλκε, «Η Δίκη» (1925) του Κάφκα, «Ο Λύκος της Στέπας» (1927) του Έσσε, «Η Ναυτία» (1938) του Σάρτρ, «Ο Ξένος του Καμύ» (1942) και ο «Μετέωρος Άνθρωπος» (1944) του Μπέλοου.

Σύμφωνα πάλι με την ίδια μελέτη, τα κύρια σημεία που χαρακτηρίζουν το μυθιστόρημα του μοναχικού ανθρώπου είναι:

1) ο τόπος της δράσης που είναι πάντα το μοναχικό, νοικιασμένο δωμάτιο, συνήθως σε φτηνό ξενοδοχείο, σε οικογενειακή πανσιόν ή σε σοφίτα,

2) ο τρόπος αφήγησης που είναι πρωτοπρόσωπος και έχει εξομολογητικό χαρακτήρα,

3) ο κύριος ήρωας που είναι πάντα άνδρας, διανοούμενος, χωρίς οικογένεια, άσημος και αφανής, που αποφεύγει τους ανθρώπους, που αυτοαναλύεται, προβληματίζεται και διατυπώνει πρωτότυπες σκέψεις για τον κόσμο και τη ζωή.

4) η απουσία, ή η περιορισμένη παρουσία άλλων προσώπων πέραν του ήρωα, ο οποίος ζει και κυκλοφορεί σαν άγνωστος ανάμεσα σ’ αγνώστους, ξεριζωμένος και εξόριστος από την οργανωμένη κοινωνική ζωή.

5) το ουσιαστικό περιεχόμενο του μυθιστορήματος που είναι η έκφραση της προσωπικής αγωνίας του ήρωα-αφηγητή, που οφείλεται στην αβεβαιότητα και ανασφάλεια της ύπαρξης αλλά και στην αδικία του κόσμου γενικά.

Οι τίτλοι, με τη σειρά τους είναι κιαυτοί ενδεικτικοί, υποδηλώνοντας μια στέρηση, μια ενοχή, μια αποξένωση, μια τιμωρία, μια αδικία που οδηγούν τον υπερευαίσθητο ήρωα του μοναχικού δωματίου όχι στην αυτοσυνειδησία αλλά στο κοινωνικό περιθώριο. Οι ήρωες βρίσκονται σε διάσταση με τον κόσμο γύρω τους, αλλά δεν πολεμούν, δεν θέλουν να τον αλλάξουν και η διάστασή τους φανερώνεται με σκέψεις και συλλογισμούς. Η επανάσταση είναι εσωτερική και όχι εξωτερική. Η αιτία δε, της διάστασής τους με τον κόσμο δεν είναι κοινωνική αλλά υπαρξιακή, μεταφυσική. Η οξυμένη ευαισθησία τους τούς ξεχωρίζει από τους κοινούς ανθρώπους και τους τοποθετεί κατά κάποιον τρόπο έξω απ’ την πεζή και ομοιόμορφη πραγματικότητα. Τους μεταβάλλει σε παράξενους και ασυνήθιστους ανθρώπινους τύπους.



«Το Υπόγειο» (1864) ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ

Ο ανώνυμος άνδρας του «Υπογείου» σαράντα χρονών, πρώην δημόσιος υπάλληλος μένει σ’ ένα δωμάτιο ελεεινό στην άκρη της πολιτείας. Δεν μιλάει σε κανέναν, δεν σχετίζεται με κανέναν, δεν μοιάζει με κανέναν. Έχει ταραγμένο μυαλό, καταλαμβάνεται από αλλοφροσύνη, ενώ ο πυρετός και το παραλήρημα αποτελούν μόνιμα στοιχεία της ζωής του.

«Τον περισσότερο καιρό διάβαζα....Το διάβασμα βοηθούσε πολύ, συγκινούσε, γλύκαινε και βασάνιζε...Εκτός από το διάβασμα δεν είχα τίποτε άλλο να κάνω. Διάβαζα βιβλία που οι άλλοι δεν μπορούσαν να διαβάσουν κι ένιωθα πράγματα που εκείνοι ούτε τάχαν ακούσει». [Είδατε τι κάνει το διάβασμα;;;;]

Το «Υπόγειο» γραμμένο με ορμή, οργή και συναισθηματική έξαρση αποτελεί έναν εξομολογητικό μονόλογο, ένα παραλήρημα μοναξιάς του ανώνυμου ήρωα. Το πρώτο μέρος απαρτίζεται από σκέψεις και εξομολογήσεις και είναι κάτι σαν δοκίμιο, σαν πολεμική, σαν διαμαρτυρία. Το δεύτερο συγκροτείται από προσωπικές αναμνήσεις, από αφηγήσεις περιστατικών όπου ξεχωρίζει και η νεαρή πόρνη Λίζα. Οι απόπειρές του να βγει απ’ το υπόγειο, τη φωλιά του, την τρύπα του, τη μοναξιά του αποτυχαίνουν. Του δίνεται η ευκαιρία αλλά δεν μπορεί. «Δεν μ’ αφήνουν», εκστομίζει. «Δεν μπορώ νάμαι καλός!».


«Οι Σημειώσεις του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγγε» (1910) ΡΙΛΚΕ

Οι «Οι Σημειώσεις του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγγε» του Ρίλκε είναι το κατ’ εξοχήν βιβλίο του μοναχικού ανθρώπου, του ανέστιου, του ασυμβίβαστου ερημίτη, του αιώνιου πλάνητος, ο οποίος περιφέρει την οξυμένη ευαισθησία του και τη βαθιά στοχαστικότητά του στα δωμάτια των φτωχών ξενοδοχείων των μεγαλουπόλεων. Ουσιαστικά ο Ρίλκε αποτυπώνει εδώ ένα κομμάτι από τις δικές του περιπλανήσεις με τη γνωστή μουσική, λυρική γραφή του. Γράφει ο Μάλτε, ένας εικοσιοχτάχρονος Δανός αριστοκράτης που θέλει να γίνει ποιητής: «Δεν έχεις κανέναν και τίποτα. Και περιφέρεσαι στον κόσμο με μια βαλίτσα και με μια κάσα βιβλία.... Δεν μιλούσα σχεδόν σε κανένα, επειδή ήταν η χαρά μου νάμαι μοναχός. Πλανήθηκα όλη μέρα στους δρόμους.. Ήμουν πάντα στο δρόμο».

Τα βασικά θέματα του βιβλίου είναι η μοναξιά και ο θάνατος, αλλά και η φτώχια και η αρρώστια και ο φόβος και η αγωνία και η σιωπή. [Και τα τρία κακά της μοίρας του!!!]. Ο Μάλτε βρίσκεται μόνος σε μια ξένη πολιτεία (Παρίσι) και το βιβλίο του εξεικονίζει αυτήν ακριβώς την επαφή με τις αθλιότητες και τις πληγές της. Ο Ρίλκε αφιερώνει θαυμάσιες σελίδες στους θορύβους των μικρών ξενοδοχείων, στους γείτονες των διπλανών δωματίων, στις μαγικές αναπολήσεις από την παιδική ηλικία, στις περιγραφές σκηνών απ’ τη ζωή του, στη μητέρα του, στις ερωτευμένες γυναίκες, στο διάβασμα, στη Βενετία. Ο τόνος λυρικός, χαμηλόφωνος, ήρεμος, υποβλητικός, αθόρυβος.


«Η Δίκη» (1925) ΚΑΦΚΑ

Εδώ, στη «Δίκη», ο ήρωας είναι πάλι εργένης, ο τριαντάχρονος Joseph K., χωρίς φίλους, χωρίς ιδιοκτησία, χωρίς οικογένεια.... Το λάθος του Joseph K. είναι ότι θέλει να κερδίσει τη δίκη του σ’ έναν κόσμο όπου η άδεια του καρδιά, η αδιαφορία του για την οικογένειά του τον εμποδίζουν να ανήκει.
Η Δίκη είναι ένα ημιτελές μυθιστόρημα γραμμένο με ρεαλιστικό τρόπο, πραγματικό στις λεπτομέρειες και στις καθημερινές σκηνές, αλλά στην ουσία του αλληγορικό σε ό,τι βαθύτερο και απώτερο κρύβεται πίσω του. Η χρονική διάρκεια της δράσης είναι ένας ακριβώς χρόνος. Ο ήρωας συλλαμβάνεται στην τριακοστή επέτειο των γενεθλίων του και θανατώνεται στην τριακοστή πρώτη. Ωστόσο συλλαμβάνεται θεωρητικά ενώ στην πράξη κυκλοφορεί ελεύθερος. Επάνω του επικρέμεται μια σοβαρή κατηγορία για μια άγνωστη ενοχή που ούτε ο ίδιος ούτε ο ίδιος ο αναγνώστης την μαθαίνει ποτέ. Η πραγματικότητα μπερδεύεται συνεχώς με μια υπερ-πραγματικότητα ανεξήγητη και απελπιστική. Αυτές οι συνεχείς ταλαντεύσεις ανάμεσα στο φυσικό και το παράδοξο, το καθολικό και το ατομικό, το παράλογο και το λογικό, διατρέχουν όλο το έργο.




«Λύκος της Στέπας» (1927) ΕΣΣΕ
Ο «Λύκος της Στέπας» αποτελεί τυπικό μυθιστόρημα του είδους. Εδώ ο ήρωας, σαρανταεπτά ετών, είναι πάλι μόνος, εργένης, πλάνης και ανέστιος. Είναι διανοούμενος, ποιητής, αγαπά τους Bach, Mozart, Goethe, Novalis, Dostoyevsky και είναι και πολιτικά ευαίσθητος. Το βιβλίο χωρίζεται σε δυο μέρη. Το πρώτο παρουσιάζει τις εντυπώσεις για τον Harry Haller, του ανιψιού της νοικοκυράς του, ενώ το δεύτερο τις σημειώσεις του ίδιου του Harry. Καταγγέλλει μια εποχή ψευδών, έναν πλαστό κόσμο όπου δοκιμάζονται και σταυρώνονται οι ευαισθησίες του ανθρώπου. Στο ταξίδι μέσα στην κόλαση της ζωής ο Harry απέτυχε, αλλά του φανερώθηκε ξανά χάρις σ’ ένα μαγικό θέατρο των αθανάτων. Εδώ το παρακάνει ο Έσσε. Σ’ όλο το έργο υπάρχει άφθονο το ονειρικό και φανταστικό στοιχείο, τα όνειρα, τα οράματα, οι παραισθήσεις.

Ο Harry Haller όπως ζούσε ήταν ελεύθερος και ανεξάρτητος, αλλά μέσα στην ελευθερία που είχε αποκτήσει, ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι η ελευθερία του ήταν θάνατος και πως έμενε μόνος! (Τί μου θυμίζει άραγε αυτό;;;). Παρά ταύτα γνωρίζει την Hermine, γυναίκα πολυτελείας, όπου τον ρωτά τι έκανε στη ζωή του. «Μελέτησα, έπαιξα μουσικά, διάβασα βιβλία, έγραψα βιβλία, ταξίδεψα...», απαντά ο Harry.

«Έχεις κάνει πάντα τα δύσκολα και τα περίπλοκα πράγματα και τα απλά δεν τα έχεις μάθει ποτέ. Έχεις μια εικόνα ζωής μέσα σου, μια πίστη, μια κλήση, και ήσουν πάντα έτοιμος για θυσίες, για κατορθώματα, για οδύνες, και τότε σιγά-σιγά συνειδητοποίησες πως ο κόσμος δεν σου ζητούσε διόλου κατορθώματα και θυσίες, και πως η ζωή δεν είναι ηρωικό ποίημα με ηρωικούς ρόλους προς διανομή, αλλά ένα άνετο δωμάτιο, όπου οι άνθρωποι αρκούνται απολύτως στο φαγητό και στο πιοτό, στον καφέ, στο πλέξιμο, στα χαρτιά, και στη μουσική». Τάδε έφη η σοφή και περπατημένη Hermine.

«Η Ναυτία» (1938) ΣΑΡΤΡ

Το βιβλίο τοποθετείται στην καθημερινότητα μιας παραθαλάσσιας επαρχιακής πόλης, της Χάβρης, όπου δίπλα στη ζωή των συνηθισμένων ανθρώπων ο Σαρτρ θίγει βαθιά υπαρξιακά προβλήματα.
«Η Ναυτία ανήγγειλε έναν πελιδνό ποιητή που μιλούσε για την ύπαρξη σαν να ήταν μια νοσηρή γοητεία. Οι σελίδες του ήταν γεμάτες από μια μαύρη, στυφή, διαβρωτική ποίηση». Ο ήρωας, τριάντα χρονών, έχει σταθερό εισόδημα που του επιτρέπει να στοχάζεται και να προβληματίζεται για τη μοίρα των ανθρώπων και επί πλέον να αηδιάζει. Ώσπου, στο τέλος καταλαμβάνεται από χρόνια ναυτία. Η απόλυτη μοναξιά που στην αρχή του φέρνει πλήξη, αργότερα του προξενεί φόβο, μετά απελπισία.
Ξαφνικά παίρνει μήνυμα απ’ την Anny, την παλιά ερωμένη του, που τον καλεί στο Παρίσι. Η πρόσκληση του φαίνεται σαν σανίδα σωτηρίας. Αρχίζει να κάνει όνειρα να ελπίζει, ωστόσο η συνάντηση καταλήγει σε αποτυχία και την βλέπει να φεύγει με άλλον. Ο ήρωας όμως σώζεται στο τέλος όταν συλλαμβάνει την ιδέα να γράψει ένα μυθιστόρημα, μια ιστορία που θα έπρεπε να είναι ωραία και σκληρή σαν ατσάλι, για τους ανθρώπους που θα έπρεπε να ντρέπονταν για την ύπαρξή τους.
Το μήνυμα που βγαίνει είναι ότι η απομόνωση, και η έλλειψη σχέσεων και δεσμών δεν συνιστούν την ελευθερία του ανθρώπου. [Ευτυχώς το κατάλαβε!!!]. Και όπως πάντα, η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ και το ΓΡΑΨΙΜΟ σώζουν!



ΕΚΚΛΗΣΗ

Αμάν, κ. Ρίλκε μας, κ. Ντοστογιέφσκι μας, κ. Κάφκα μας, κ. Έσσε μας και κ. Σαρτρ μας, παντρέψτε τους πια τους ήρωές σας να δούνε κανένα χαΐρι! Εργένης ο ένας εργένης ο άλλος, γιαυτό και πάνε κατά διαόλου! Άσε που λιώσανε και στο διάβασμα, οι ανεπρόκοποι! Άντε κι έχει τόσα κοριτσόπουλα αυτή η πόλη!

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Πρόσφατα πήρα ξανά στα χέρια μου τον «Ξένο». Τον διάβασα με σχετικά μικρή δυσφορία. Πήρα θάρρος και τόλμησα και τον «Λύκο της Στέπας», που είχα να τον πιάσω απ’ τα είκοσί μου. Αδύνατον να τσουλήσει το κείμενο. Κρίμα κι ήταν για χρόνια το alter-ego μου. Τον άφησα στην άκρη, νομίζω για πάντα. Και πήρα στα χέρια την τελευταία μου αγάπη. Τον Ουελμπέκ! Αυτόν μάλιστα. Μου λένε ότι ο Σελίν θα μου ταίριαζε γάντι. Όταν βρω χρόνο θα το διαπιστώσω ιδίοις όμμασι. Ανυπομονώ.

Λοιπόν, αγαπητοί μου, αν καθίσετε και τα διαβάσετε όλα αυτά μονοκοπανιά, σας βλέπω να εγκαταλείπετε αλλόφρονες, (αλά Λιακό), καναπέδες, κρεβάτια, ντιβάνια, καρέκλες, πολυθρόνες, μπαουλοντίβανα και ντιβανοκασέλες και να φεύγετε απ’ το παράθυρο στο δρόμο για να σωθείτε. Όχι μόνο άλλη μοναξιά δεν θα θελήσετε να δείτε στη ζωή σας, αλλά δεν θα μπορώ να σας ξεκολλήσω μετά, απ’ όλα τα πάρτι της Αθήνας.

Και για να συνέρθετε τί σας έχω φυλαγμένο; Ε;;;;
Τη βιογραφία του Στάλιν, που λέγαμε. Τί πιο δυνατό αντίδοτο! The Real Thing! Στα επόμενα.

Stay tuned!

Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2008

Τι είναι, μάνα, η "Μάζα";


Ακούω συχνά τους φίλους μου να παραπονιούνται πως γράφω μόνο γι’ άσκημα πράγματα, πως βλέπω μόνο την κακή πλευρά των ανθρώπων. «Καλά, τίποτε καλό δεν βρίσκεις για να γράψεις;», μου λένε προκλητικά. [Θέλουν να προσθέσουν και το «βρε συφοριασμένη» στο τέλος, αλλά επειδή είναι φίλοι δεν τολμούν να το πουν, ούτε καν να το διανοηθούν].

Φυσικά και υπάρχει το «καλό», μόνο που εγώ έχω πάθει στραβισμό και κοιτάζω προς ορισμένη κατεύθυνση. Ελπίζω, προσωρινά. Όχι ότι δεν σημειώνω στο τεφτέρι και τα καλά, αυτά που τα 'χω για προσάναμμα σε χαλεπούς καιρούς. Θα αναφερθώ και σε δαύτα, μα στο προσεχώς.

«Καλά», μου λένε πάλι, «ποτέ δε σε βλέπουμε να στοχεύεις τα βέλη σου στα ψηλά. Τον κακό τον λόγο τον έχεις μόνο για τους ανώνυμους, τους διπλανούς σου, τους τυχαίους, τους απλούς, αυτούς που συνιστούν τον μέσο όρο, τους κακόμοιρους, τους κακομοιριασμένους, τους άχρωμους, τους άοσμους, τους φιλήσυχους, τους νοικοκυραίους».

Αλήθεια είναι. Για το λόγο ότι οι παραπάνω είναι και οι περισσότεροι και ότι τους βλέπω πιο συχνά. Μπορεί νάναι λίγοι αυτοί που αποφασίζουν και κινούν τα νήματα, αλλά οι άλλοι, παρ’ όλο που είναι και οι περισσότεροι, θες από φόβο θες από παραίτηση, σκύβουν το κεφάλι και ακολουθούν. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν κάνουν κι οι ίδιοι κακό. Κακό κάνουμε και όταν δεν κάνουμε τίποτε, ενώ θα μπορούσαμε, για ν’ αποτρέψουμε το κακό. Παθητικοί, αποχαυνωμένοι, ευνουχισμένοι, χειραγωγίσιμοι, χάσκοντας και χασκογελώντας, αγελαίοι, με άγνοια της άγνοιά τους, αυτάρεσκοι και τυφλωμένοι, κοντόφθαλμοι, εστιασμένοι στα δάνεια, στις δόσεις και στα Malls, στα ριάλιτι και στις σειρές, στη μέρα που ’ναι νάρθει μόνο και τίποτε πιο πέρα. Βλέπετε τίποτε το καλό σ’ αυτό; Δεν ξέρω, αλλά εμένα η γιαγιά μου μού έλεγε πως όταν βλέπουμε ένα σπίτι να καίγεται αρπάζουμε έναν κουβά νερό και τρέχουμε, κι όταν βλέπουμε έναν να πνίγεται, κάνουμε το παν να τον τραβήξουμε πίσω στη στεριά. Δεν καθόμαστε να χαζεύουμε από απόσταση, ούτε σβήνουμε τα φώτα και τραβάμε τις κουρτίνες για να μην βλέπουμε, ούτε ανεβάζουμε την ένταση της τηλεόρασης για να μην ακούμε.


Τι είναι Μάζα;

Η Μάζα είναι ένα σώμα με δύναμη εκατομμυρίων. Προφανώς, έχει ιδιότητες διαφορετικές από τις ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά των ατόμων που τη συναρτούν. Το νερό σαν υγρό έχει τελείως άλλες ιδιότητες από το μεμονωμένο μόριο. Η κυρά Μαρία της διπλανής πόρτας που μου ποτίζει τα λουλούδια όταν λείπω για spa στην Ελβετία είναι άλλο πράγμα απ’ την κυρα Μαρία που κρατά το λάβαρο του ’21 στη διαδήλωση για τις ταυτότητες και το Μακεδονικό. Στην πρώτη περίπτωση είναι άνθρωπος, στη δεύτερη είναι Μάζα.

Η Μάζα είναι εύπιστη, χειραγωγίσιμη, οπαδική. Έχει αδράνεια, είναι διανοητικά κατώτερη από τον μεμονωμένο άνθρωπο. Χρειάζεται αρχηγό και καθοδηγητή στον οποίο είναι έτοιμη να εκχωρήσει αρμοδιότητες που να παίρνει αποφάσεις γιαυτήν. Χρειάζεται θεό, μύθο και θρησκεία.

Στη σημερινή εποχή το τέμπο το δίνουν τα ΜΜΕ, τα οποίοι είναι και οι κυρίαρχοι μηχανισμοί παραγωγής ιδεολογίας και όχι το κράτος όπως ήταν παλιότερα. Μάζα και τηλεόραση αποτελούν ένα πανίσχυρο και θανάσιμο σύμπλεγμα. Το ένα τρέφει τ’ άλλο και τα δυο την εξουσία. Η τηλεόραση εξυπηρετεί συμφέροντα, κυρίως οικονομικά και η ιδεολογία που παράγεται, που εδραιώνεται και διακινείται είναι, όπως είναι και το φυσιολογικό, προς την κατεύθυνση που εξυπηρετεί την παρούσα κοινωνικο-οικονομική τάξη. Το κράτος όπως πάντα, αλλά κυρίως τώρα, είναι έρμαιο των συμφερόντων και βαθμιαία περιθωριοποιείται.


Αυτά.
Μέχρις εδώ, για να μην σας θυμίσω ινστρούχτορα και σιχτιρίσετε. Νομίζω ότι όλα αυτά και άλλα τόσα είναι λίγο-πολύ γνωστά και δεν χρειάζεται να τα επαναλάβω.

Η Μάζα εκχωρεί υποταγή και βούληση και επιζητεί προστασία. Τα ίδια πάνω-κάτω αιτήματα στα οποία στηρίχτηκε και ρίζωσε η δουλοπαροικία. Όταν στα 1861 ο τσάρος Αλέξανδρος ο Β! την κατάργησε, δεν ήταν λίγοι οι δουλοπάροικοι που απεμπόλησαν την ελευθερία τους επιζητώντας πάλι την προστασία του αφέντη. Η Μάζα θέλει ασφάλεια και όχι ελευθερία. Σας θυμίζει τίποτε αυτό μετά την 11/9; Και τι κάνει η Μάζα όταν θεωρήσει, όταν την πείσουν ότι απειλείται; Πογκρόμ! Και τι έρχεται μετά τα πογκρόμ; Ο ολοκληρωτισμός και η ασφυξία!

Τη μάζα την κολάκευαν και συνεχίζουν να την κολακεύουν τόσο οι αριστεροί όσο και οι ακροδεξιοί. Γιαυτούς μάζα είναι λαός, οπαδός, όργανο, ασπίδα. «Ο λαός έχει αισθητήριο, ο λαός μόνο γνωρίζει το καλό και το σωστό», «ό,τι είναι για τον λαό αυτό είναι και το καλό και το δίκαιο», «Τσοβόλα, δώστα όλα», «δίκαιο είναι το δίκαιο του εργάτη», συνθήματα που ακόμα και σήμερα δεν έπαψαν να ακούγονται, με μικρότερη είναι αλήθεια ένταση κι απήχηση, απ’ ότι τις προηγούμενες δεκαετίες.

Η σημερινή εποχή γύρισε την πλάτη στη Μάζα κι επιστράτευσε τη ρητορεία της να αναδείξει το Εγώ, το άτομο, την ατομικότητα, σαν τις νέες αξίες τις καλύτερα προσαρμοσμένες στην καταναλωτική στροφή της κοινωνίας. Παλιά αυτό που ενδιέφερε ήταν να καταναλώνουν Ιδεολογίες και ως προς αυτό, η Μάζα βόλευε πιότερο. Αλλά για να καταναλώσεις προϊόντα, ρούχα, παπούτσια υπηρεσίες κ.λ.π., πρέπει να είσαι άτομο.

Αλλά τί άτομο; Όχι άτομο-πολίτης αλλά άτομο-καταναλωτής. Άτομο προσαρμοσμένο στις συνθήκες μαζικής παραγωγής, άτομο εγγυητής της ύπαρξης, διεύρυνσης και αναπαραγωγής της διαδικασίας. Οπότε και εγεννήθη το «Μαζικοποιημένο Άτομο». Νεολογισμός θα μου πείτε, αλλά δεν βρίσκω καλύτερη λέξη για να προσδιορίσω το άτομο εκείνο το οποίο ενώ νομίζει ότι έχει γίνει αυτόνομο, μοναδικό και αυτοπραγματωμένο, παντοδύναμο και κυρίαρχο, στην πραγματικότητα δεν αποτελεί παρά μια δίδυμη σταγόνα του διπλανού του ως προς τον τρόπο του φέρεσθαι και σκέπτεσθαι, καθώς και μια αμελητέα ποσότητα στη διαχείριση και άσκηση της εξουσίας. Είναι κωμικό, να βλέπει κανείς άτομα να υπερασπίζονται τις αξίες και τα θέλω τους μ’ ένα λεξιλόγιο πομπώδες, κενό νοήματος, κοινότοπο και πανομοιότυπο με αυτά που εκφύονται και ανακυκλώνονται στα μεσημεριανάδικα τύπου Τατιάνας Δρούζα και των παρομοίων τους. Πόσο σοβαρά να τα πάρεις τα θέλω τους;

Αυτή την «εξατομικευμένη Μάζα» φοβάμαι, αυτή που άγεται απ’ τα πρωινάδικα των 10, απ’ τα μεσημεριανάδικα των 3 και από τα δελτία των 8. Αυτή που επιζητεί γονείς και κηδεμόνες, που πέφτει μόνη της μες τα σκατά, (δάνεια, κάρτες, κ.λ.π.) και μετά ζητάει κάποιον να τη σώσει, αυτή που απ’ τη μια τους ψηφίζει, κι απ’ την άλλη τους βρίζει, και που πάλι θα τους ξαναψηφίσει.



Και κλείνω με μερικά παραδείγματα μέσα από την ιστορία για τη συμπεριφορά της μάζας:
1).
Είναι γνωστό ότι τόσο ο Μοσουλίνι όσο και ο Χίτλερ ήρθαν στην εξουσία όχι με κάποιο πραξικόπημα, αλλά νόμιμα και με εκλογές. Και δεν ήταν διαφορετικοί όταν ήρθαν στην εξουσία απ’ ότι μετά που την κατέκτησαν. Το ποιόν τους ήταν γνωστό εξ αρχής.

2). Ο Μπους εισέβαλε στο Ιράκ, όχι επειδή επιβλήθηκε σε κάποια προϋπάρχουσα αντίθετη θέληση, αλλά επειδή πρώτα φρόντισε να έχει την συναίνεση της πλειοψηφίας του Αμερικανικού λαού, την οποία βεβαίως κατασκεύασε και υφάρπασε με πλαστογραφημένα στοιχεία που διοχέτευσε στα Media. Τις αντίθετες όμως φωνές, οι οποίες, και φυσικά, υπήρχαν, η μάζα όπως πάντα τις αγνόησε.

3). Οι μάζες λάτρεψαν τον Στάλιν σαν θεό, παρά τα αρκετά εκατομμύρια που πέθαναν στα γκούλαγκ, στην Σιβηρία, στην Καρελία, στην Ουκρανία από την εξαναγκασμένη κολεκτιβοποίηση και την επακόλουθη πείνα, καθώς και στα υπόγεια της KGB.

4). Η Ιερά Εξέταση, η Τρομοκρατία στη Γαλλική Επανάσταση, οι διάφορες Νύχτες, (του Αγ. Βαρθολομαίου, των Κρυστάλλων κ.α.) δεν αποτελούν έργα των βασιλιάδων ή του Ροβεσπιέρου ή του Δαντών, αλλά έργα της Μάζας.

Γι αυτό το λόγο γκρινιάζω. Επειδή καμιά φορά φοβάμαι.