
Η δομή της λεκτικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες που απεργούν και σε όλους τους υπόλοιπους που τους αντεπιτίθενται, μου φέρνει στο νου, και συγχωρείστε μου τον παραλληλισμό, τη δομή του διαλόγου όπως αυτός διεξάγεται ανάμεσα σε δύο τυπικές γλωσσούδες πλύστρες που φιλονικούν στη μιά ταράτσα η μιά, στην απέναντι, η άλλη:
Δε μου λες, ο γιος σου ήτανε αυτός που κλώτσησε την κόρη μου; λέει η μιά.
Α (πα)n, το παιδί μου εμένα δεν κάνει τέτοια πράγματα! Απαντάει η άλλη, κάνοντας τη θιγμένη.
Μα τι λες, καλέ! Αφού τον είδα, που όχι μόνο την κλώτσαγε την Μελπομένη μου, αλλά της έστριβε και την κοτσίδα από πάνω!
Αδύνατον, κάτι θα του έκανε, του Μάκη μου, η κόρη σου, η σιγανοπαπαδιά.
Πώς είπες μωρή την κόρη μου; Σιγανοπαπαδιά; Δε κοιτάς το χλέμπουρα τον δικό σου που δεν έχει αφήσει γατί για γατί στη γειτονιά που να μην το έχει πνίξει; Καιρός να τον συμμαζέψεις πια, που τού ‘δωσες αζάτι και τρομοκρατεί τους πάντες εδώ γύρω!
Ποιον είπες μωρή να συμμαζέψω; Δεν πας εσύ να συμμαζέψεις πρώτα τον άντρα σου, τον απλοχέρη, που δεν έχει αφήσει θηλυκό για θηλυκό στο μαχαλά; Άντε να μην τα βγάλω όλα στη φόρα.
Τι είπες μωρή για τον άντρα μου; Νομίζεις ότι δεν σε βλέπω που τονε τριγυρίζεις; Αλλά, ξέρω γω από πού κρατάει η σκούφια σου. Σάμπως δε μάθαμε πού δούλευε η μάνα σου. Στο μπουρδέλο της Ασπασίας, της πατρινιάς, δούλευε. Πλύστρα τη λες εσύ, μα εγώ άκουσα μια μέρα την κουνιάδα σου, που έλεγε ότι η μάνα σου η Φιφή, άμα ξέμενε, έκανε κι από κανένα μεροκάματο μαζί με τις άλλες παστρικιές...
Τσόκαρο, ε! τσόκαρο, να μην ανοίξω κι εγώ το στόμα μου, γιατί δεν σε ξεπλένει ούτε ο Ιορδάνης ποταμός....
Και πάει λέγοντας, με το «διάλογο» να ξεστρατίζει, ν' ανελίσσεται και να φτάνει σε κρεσέντο, ακριβώς την ώρα που τα ρούχα έχουν πια στεγνώσει, και η κάθε μια μπορεί επιτέλους να γυρίσει πίσω στο κονάκι της για να ξεκουραστεί...
Κάπως έτσι ολισθαίνει κι ο «διάλογος» όταν πρόκειται για απεργούς. Απ’ τη δεύτερη κιόλας στροφή το διακύβευμα έχει οριστικά χαθεί. «Πετάχτηκε η μπάλα στην εξέδρα», το λένε κομψά στα κανάλια, μα, εγώ όμως που δε φοράω γραβάτα και δεν μιλάω κομψά, λέω ότι πάλι βγήκαν παγανιά στη ρούγα, οι πλύστρες.
Όταν ξεκινάει ο απεργός μιλώντας για τις θέσεις εργασίας που θα χαθούν, (ναυτεργάτες), ή για τις εταιρίες που θα τους πάρουν ολονών το επάγγελμα και θα τους κάνουν φτωχομπινέδες μεροκαματιάρηδες, (φορτηγατζήδες), ή για το ξεπούλημα της ενέργειας της χώρας σε βαλιτσάκηδες λαμόγια που κοιτάνε, ίσα που προφταίνουν, ν’ αρπάξουν κάτι απ’ τα έτοιμα, τώρα που βρήκανε τη χώρα αφύλακτη και σε τιμή ευκαιρίας, (εργαζόμενοι της ΔΕΗ), έρχονται τότε τα ξεπουλημένα παπαγαλάκια, μαζί κι η τσαμπερδώνα χορεύτρια βουλευτής, και αρχίζουν εν χορώ να ξετυλίγουνε θαρρείς όπως το πατρόν, τον παμπάλαιο διάλογο της πλύστρας:
Δεν ήσασταν εσείς που τα 'χατε τακιμιάσει με όλες τις κυβερνήσεις, και τα παίρνατε χοντρά; Δεν ήσασταν εσείς που διορίζατε τα παιδιά σας, τις νύφες σας και τ’ αγγόνια σας;
Σοβαρά; Εσύ πόσους διόρισες μωρή; Άντε να μην βγάλω στη φόρα και για το παράνομο που πήγες κι έχτισες στην κοίτη του ποταμού μέσα!
Εκβιαστές!
Τσούλα!
Και πάει λέγοντας...
Κι η χώρα που χάνεται, γι ακόμα μια φορά να πετιέται στην εξέδρα...