Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΕΡΓΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΕΡΓΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου 2010

Ο «Δρόμος της Αριστεράς» εκτάκτως Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου


ANAKOINΩΣΗ

Σεβόμενη το χαρακτήρα της εφημερίδας και την κρισιμότητα της συγκυρίας η Συντακτική Επιτροπή του Δρόμου αποφάσισε να μην συνταχθεί ούτε με τους «πειρατές», ούτε με τους απεργοσπάστες. Όπως είναι ήδη γνωστό, τα σωματεία των εργαζομένων στα ΜΜΕ, εκτός από τη συμμετοχή στην 24ωρη γενική απεργία της Τετάρτης 15 Δεκέμβρη έχουν εξαγγείλει και 48ωρη απεργία για την Παρασκευή 17 και το Σάββατο 18 Δεκεμβρίου.


Οι διαπλεκόμενοι μεγαλοεκδότες ετοιμάζονται, σπάζοντας την απεργία, να κυκλοφορήσουν την Παρασκευή τα κυριακάτικα φύλλα για να πουλήσουν την πραμάτεια τους (dvd και λοιπές προσφορές), πακετάροντάς τη σε κυριολεκτικά μπαγιάτικη ενημέρωση.


Αν και η απεργία δεν αφορά το «Δρόμο της Αριστεράς», ο οποίος ούτε επιχείρηση είναι, ούτε στο κέρδος αποβλέπει, αποφασίσαμε ως ελάχιστη αλληλεγγύη στους εργαζόμενους που αγωνίζονται και πιστοί στις αρχές μας για το ποιους υπηρετεί η εφημερίδα, ο «Δρόμος» να κυκλοφορήσει τη Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου και όχι την Παρασκευή -μια μέρα, δηλαδή, πριν την κανονική κυκλοφορία του, όπως κάνουν οι μεγαλοεκδότες και -δυστυχώς- όχι μόνο.



To ΠΡΙΝ κυκλοφορεί εκτάκτως την Παρασκευή. Δείτε ΕΔΩ:

Πέμπτη 5 Αυγούστου 2010

Οι Πλύστρες


Η δομή της λεκτικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες που απεργούν και σε όλους τους υπόλοιπους που τους αντεπιτίθενται, μου φέρνει στο νου, και συγχωρείστε μου τον παραλληλισμό, τη δομή του διαλόγου όπως αυτός διεξάγεται ανάμεσα σε δύο τυπικές γλωσσούδες πλύστρες που φιλονικούν στη μιά ταράτσα η μιά, στην απέναντι, η άλλη:


Δε μου λες, ο γιος σου ήτανε αυτός που κλώτσησε την κόρη μου; λέει η μιά.

Α (πα)n, το παιδί μου εμένα δεν κάνει τέτοια πράγματα! Απαντάει η άλλη, κάνοντας τη θιγμένη.

Μα τι λες, καλέ! Αφού τον είδα, που όχι μόνο την κλώτσαγε την Μελπομένη μου, αλλά της έστριβε και την κοτσίδα από πάνω!

Αδύνατον, κάτι θα του έκανε, του Μάκη μου, η κόρη σου, η σιγανοπαπαδιά.

Πώς είπες μωρή την κόρη μου; Σιγανοπαπαδιά; Δε κοιτάς το χλέμπουρα τον δικό σου που δεν έχει αφήσει γατί για γατί στη γειτονιά που να μην το έχει πνίξει; Καιρός να τον συμμαζέψεις πια, που τού ‘δωσες αζάτι και τρομοκρατεί τους πάντες εδώ γύρω!

Ποιον είπες μωρή να συμμαζέψω; Δεν πας εσύ να συμμαζέψεις πρώτα τον άντρα σου, τον απλοχέρη, που δεν έχει αφήσει θηλυκό για θηλυκό στο μαχαλά; Άντε να μην τα βγάλω όλα στη φόρα.

Τι είπες μωρή για τον άντρα μου; Νομίζεις ότι δεν σε βλέπω που τονε τριγυρίζεις; Αλλά, ξέρω γω από πού κρατάει η σκούφια σου. Σάμπως δε μάθαμε πού δούλευε η μάνα σου. Στο μπουρδέλο της Ασπασίας, της πατρινιάς, δούλευε. Πλύστρα τη λες εσύ, μα εγώ άκουσα μια μέρα την κουνιάδα σου, που έλεγε ότι η μάνα σου η Φιφή, άμα ξέμενε, έκανε κι από κανένα μεροκάματο μαζί με τις άλλες παστρικιές...

Τσόκαρο, ε! τσόκαρο, να μην ανοίξω κι εγώ το στόμα μου, γιατί δεν σε ξεπλένει ούτε ο Ιορδάνης ποταμός....


Και πάει λέγοντας, με το «διάλογο» να ξεστρατίζει, ν' ανελίσσεται και να φτάνει σε κρεσέντο, ακριβώς την ώρα που τα ρούχα έχουν πια στεγνώσει, και η κάθε μια μπορεί επιτέλους να γυρίσει πίσω στο κονάκι της για να ξεκουραστεί...


Κάπως έτσι ολισθαίνει κι ο «διάλογος» όταν πρόκειται για απεργούς. Απ’ τη δεύτερη κιόλας στροφή το διακύβευμα έχει οριστικά χαθεί. «Πετάχτηκε η μπάλα στην εξέδρα», το λένε κομψά στα κανάλια, μα, εγώ όμως που δε φοράω γραβάτα και δεν μιλάω κομψά, λέω ότι πάλι βγήκαν παγανιά στη ρούγα, οι πλύστρες.


Όταν ξεκινάει ο απεργός μιλώντας για τις θέσεις εργασίας που θα χαθούν, (ναυτεργάτες), ή για τις εταιρίες που θα τους πάρουν ολονών το επάγγελμα και θα τους κάνουν φτωχομπινέδες μεροκαματιάρηδες, (φορτηγατζήδες), ή για το ξεπούλημα της ενέργειας της χώρας σε βαλιτσάκηδες λαμόγια που κοιτάνε, ίσα που προφταίνουν, ν’ αρπάξουν κάτι απ’ τα έτοιμα, τώρα που βρήκανε τη χώρα αφύλακτη και σε τιμή ευκαιρίας, (εργαζόμενοι της ΔΕΗ), έρχονται τότε τα ξεπουλημένα παπαγαλάκια, μαζί κι η τσαμπερδώνα χορεύτρια βουλευτής, και αρχίζουν εν χορώ να ξετυλίγουνε θαρρείς όπως το πατρόν, τον παμπάλαιο διάλογο της πλύστρας:


Δεν ήσασταν εσείς που τα 'χατε τακιμιάσει με όλες τις κυβερνήσεις, και τα παίρνατε χοντρά; Δεν ήσασταν εσείς που διορίζατε τα παιδιά σας, τις νύφες σας και τ’ αγγόνια σας;

Σοβαρά; Εσύ πόσους διόρισες μωρή; Άντε να μην βγάλω στη φόρα και για το παράνομο που πήγες κι έχτισες στην κοίτη του ποταμού μέσα!

Εκβιαστές!

Τσούλα!

Και πάει λέγοντας...

Κι η χώρα που χάνεται, γι ακόμα μια φορά να πετιέται στην εξέδρα...

Πέμπτη 29 Ιουλίου 2010

Γράμμα προς τον Πρωθυπουργό


Αγαπητέ μου Γιώργο (ex-Γιωργάκη)


Τσατάλια βλέπω σου τα ‘καναν τα νεύρα οι φορτηγατζήδες. Πώς να μη σου τα κάνουν! Καθόλου τακτ αυτοί οι άνθρωποι, άξεστοι κι αμόρφωτοι, βγάζουν τις μαούνες τους στους δρόμους και χαλάνε την πρόσοψη στους τουρίστες. Μπας κλας Γιώργο μου. Σε συμπονώ απόλυτα. Άμα είχα στρατιωτάκια, αλλά βλέπεις κορίτσι ήμουνα και δεν μου έπαιρνε η μαμά μου, θα τα ‘βγαζα κι εγώ στο δρόμο ν’ αρπάξουν απ’ τ’ αυτί τους ξεδιάντροπους, τους χουντικούς, που τους δώρισε ο Παπαδόπουλος τις άδειες πριν από σαράντα χρόνια και τώρα αυτοί θέλουνε και λεφτά από πάνω.


Άντε βρε, να δούμε και κανένα τανκ στους δρόμους. Μάς λείψανε, καιρό έχουμε να δούμε τέτοια χαρά. Από τότε που τα κόψατε κι απ’ τις παρελάσεις νοιώθουμε πολύ πεσμένοι. Σκέψου τους τουρίστες πόσο θα ενθουσιαστούν. Μιλούνια θα προσγειώνονται τα τσάρτερς στο Ελ Βενιζέλος, και θα έχουμε και τη Μάγια ντυμένη λοκατζή να μοιράζει σημαιούλες με τη σεπτή εικόνα σου επάνω.


Τέτοιο υπερθέαμα στους δρόμους τις Αθήνας ούτε το 2004 δεν είχαμε δει. Να βγάλεις δε, και το θωρηκτό Αβέρωφ, με τις μουνίτσες επάνω να φωνάζουνε αέρα, να μάς ανέβει κι άλλο το ηθικό. Κακά τα ψέματα Γιώργο μου, με τη διαβούλευση δεν βγαίνει άκρη. Τα τανκ είναι ισχυρότερο διαβουλευτικό όργανο. Κρίμα να μένει αναξιοποίητο. Τόσο το έχουμε χρυσοπληρώσει, και να κάθεται στην άκρη και να σκουριάζει;


Μόνο πρόσεχε τον αρχηγό των τανκ. Τον Ευάγγελο, εννοώ. Ποτέ δεν ξέρεις τι κρύβει πίσω από το βλοσυρό του βλέμμα. Τι σκέφτεται και τι μηχανεύεται. Άμα του πεις να τα κατεβάσει στη Σταδίου, αυτός μπορεί να τα στρέψει και προς το Καστρί. Πρόσεχε Γιώργο μου, πρόσεχε!


Τετάρτη 28 Ιουλίου 2010

Γράμμα προς την Κοινωνία


Αγαπητή μου Κοινωνία,


Σπαράζει η καρδιά μου να σε νοιώθω κάθε λίγο και λιγάκι παίγνιο στα χέρια του καθενός ακοινώνητου νταγλαρά φορτηγατζή, ηλιοκαμένου ναύτη, μούτσου και λιμενεργάτη, του καθενός συντεχνίτη ΜΜΕ-ατζή, διεφθαρμένου ΕΣΥ-ιτη και προνομιούχου ελεγκτή, που σου κόβουν με το έτσι θέλω την πολύτιμη ενημέρωση, τον ήλιο, τον αέρα, την ξαπλώστρα, την υγεία, τη ζωή. Που σου κόβουν το μισθό, και τις συντάξεις, ναι αυτοί σου τα ‘καναν όλα αυτά, που σου κλείνουν την επιχείρηση και σε πετούν στο δρόμο σα σκουπίδι, που αφού έφαγαν και ήπιαν από τις σάρκες σου, ιδίως κάτι ναυτεργάτες τροφαντοί, σου ‘φραξαν και σένα το δρόμο προς την κορυφή, προτάσσοντας τις αηδιαστικές χοντροκοιλιές τους.


Μα τι να σε κάνω που έχασες τον τσαμπουκά σου και κάθισες και λούφαξες σε μια γωνιά, αφήνοντας τον κάθε λιμοκοντόρο των 8:00 να σ’ υπερασπίζεται. Τι κάθεσαι και τους κοιτάς και μυξοκλαίς, κι ανήμπορη αναστενάζεις. Τιμώρησέ τους, Κοινωνία μου! Φράξε και συ το δρόμο σ’ αυτούς που σου τον φράζουν. Κλείδωσε τα γραφεία σου, κατέβασε τα κιουπέγκια απ’ τα μαγαζιά σου, κλείσε το διακόπτη στις μηχανές που σε ορίζουν, κι άσε τους φορτηγατζήδες, τους ναύτες, τους μούτσους και τους λοιπούς να μην ξέρουν από πού τους έρχεται.


Απείργησε και Συ Κοινωνία μου, απείργησε! Μια φορά αυτοί, δέκα εσύ! Μόνο έτσι θα τους εκδικηθείς! Απεργώντας...


Παρασκευή 25 Ιουνίου 2010

Πότε μια Απεργία είναι "Παράνομη";


Με τη απεργία διαρκείας των ναυτεργατών, την κήρυξή της ως παράνομη από τα δικαστήρια, και την, παρ’ όλη την απαγόρευσή της, συνέχισή της, μοιραία γεννιούνται ουσιαστικά ερωτήματα, πρώτα πρώτα για τη φύση της απεργίας, για το πότε κηρύσσεται παράνομη ή καταχρηστική, και για το ρόλο της δικαιοσύνης.


Αν σταθούμε στο γράμμα του νόμου μόνο, και όχι στην ερμηνεία του, η οποία είναι εν πολλοίς αυθαίρετη και στις πλείστες των περιπτώσεων, υπαγορευμένη από τα εργοδοτικά συμφέροντα, καθ’ ότι 9 στις 10 απεργίες κηρύσσονται παράνομες και καταχρηστικές, πράγμα που δεν είναι καθόλου τυχαίο, βλέπουμε ότι μια απεργία είναι παράνομη, (Κ. Μπέης):

  1. όταν δεν έχει κηρυχθεί από το αρμόδιο συνδικαλιστικό όργανο των εργαζομένων,
  2. όταν έχει άλλους στόχους από τη διαφύλαξη και προαγωγή των οικονομικών και εργασιακών συμφερόντων των εργαζομένων (Σ 23 § 2 και 32 § 1 ν. 330/1976).
  3. όταν τα δύο μέρη βρίσκονται σε διαπραγματεύσεις μέσω διαιτησίας.


Συγκεκριμένα, η άσκηση του δικαιώματος προσφυγής σε απεργία, μπορεί ν’ ανασταλεί για διάστημα 45 ημερών όταν αποτύχουν οι διαπραγματεύσεις με την εργοδοσία και μπει σε κίνηση η αναγκαστική διοικητική διαιτησία, και για διάστημα 60 ημερών, σε περίπτωση που η διαδικασία συνεχιστεί στο δευτερόβαθμο διοικητικό διαιτητικό όργανο, (18 § 2 ν. 3239/1955, βλ. και άρθρα 6 και 7 ν.δ. 186/1969).


  1. Αν η άσκηση του δικαιώματος της απεργίας γίνεται καταχρηστικά. Πραγματικά το άρθρο 25 § 3 του Συντάγματος απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Στο πλαίσιο αυτό και το άρθρο 33 § 1 ν. 330 απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της απεργίας.


Το Σύνταγμα όμως, δεν εξηγεί πότε η άσκηση ενός ατομικού ή κοινωνικού δικαιώματος είναι καταχρηστική. Εξάλλου ο ν. 330, μόνο ενδεικτικά αναφέρει δυο περιπτώσεις καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της απεργίας.


Το άρθρο 33 § 2 ν. 330 ορίζει ότι «καταχρηστικήν άσκησιν του δικαιώματος της απεργίας συνιστά ιδία η πραγματοποίησις ταύτης άνευ προηγουμένης προειδοποιήσεως του εργοδότου ή του επαγγελματικού σωματείου αυτού, προς άμεσον διεξαγωγήν διαπραγματεύσεων, επί σκοπώ εξετάσεως των αιτημάτων και διευθετήσεως της ανακυψάσης διαφοράς ή κατ' άρνησιν της προσφοράς αυτών προς έναρξιν διαπραγματεύσεων».


Μια απεργία μπορεί να χαρακτηριστεί, ως καταχρηστική, και στην περίπτωση που τα αιτήματα των εργαζομένων έχουν μικρότερη χρηματική αξία από τη ζημιά που θα υποστεί η εθνική οικονομία από την απεργία τους. Στη δικαστική όμως πρακτική η ερμηνεία αυτή συνήθως αμφισβητείται.


Ειδικά για την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της απεργίας παρατηρήθηκε ότι δεν μπορεί να χρησιμέψει ως μέτρο η στάθμιση της αξίας, από τη μια μεριά, της ζημιάς που θα υποστεί η εθνική οικονομία από την απεργία και, από την άλλη, της ωφέλειας που προσδοκούν να αποκομίσουν οι απεργοί. Και τούτο, γιατί πάντα θα μπορούν να βρεθούν περισσότερα επιχειρήματα για την προτεραιότητα του αγαθού της εθνικής οικονομίας. Και με αυτό τον τρόπο θα εκμηδενίζεται το συνταγματικά κατοχυρωμένο απεργιακό δικαίωμα των εργαζομένων...


Διαβάζοντας τα προηγούμενα, θα ήθελα πολύ να έριχνα μια ματιά στις δικαστικές αποφάσεις και να διάβαζα το σκεπτικό με το οποίο, στο σύνολό τους σχεδόν, κηρύσσουν τις απεργίες παράνομες. Δεν έχει άδικο λοιπόν, που κάποιος συνδικαλιστής δήλωνε πρόσφατα με αγανάκτηση ότι «αν απεργούσαμε μόνο νόμιμα, δεν θ’ απεργούσαμε ποτέ...».


Γι αυτό και η επίκληση της νομιμότητας και η απαίτηση άμεσης εφαρμογής των δικαστικών αποφάσεων, ακόμα και με τη συνδρομή των ΜΑΤ, στην περίπτωση της πρόσφατης απεργίας των ναυτεργατών, ειδικά από τους επικοινωνιακούς διαύλους του Αλαφούζου, που όλως τυχαίως είναι και εφοπλιστής, μπάζει πολλά νερά.

Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2010

Η Πρόσληψη των Απεργιακών Κινητοποιήσεων (γενικώς)


Η απεργία, σαν μέσο πίεσης μιας επαγγελματικής ομάδας απέναντι σε κάποιον εργοδότη, είτε ιδιωτική επιχείρηση είναι αυτός, είτε το κράτος, έχει σαν πρώτο και κύριο μέλημα να πλήξει. Δεν νοείται απεργία εργαζομένων χωρίς κάποιος άλλος, εκτός των απεργών, να θίγεται ή να υποφέρει. Αλλιώς δεν θα υπήρχε κανένας λόγος και να πραγματοποιηθεί.


Αν πρόκειται για ιδιωτική επιχείρηση, η απεργία πλήττει κυρίως την παραγωγή ή την παροχή υπηρεσιών και δια μέσου αυτών αντανακλάται και σε μια περιορισμένη αλυσίδα ανθρώπων που είναι οι πελάτες και οι προμηθευτές, ενώ αν πρόκειται για το κράτος επιδρά σε ένα πολύ μεγαλύτερο και τυχαίο κομμάτι του πληθυσμού.


Η ταλαιπωρία και η απώλεια αποτελούν λοιπόν ενδογενή χαρακτηριστικά μιας απεργιακής κινητοποίησης και αυτό συνέβαινε πάντα. Η δε επακόλουθη δυσανεξία σπάνια έπαιρνε εκρηκτικές διαστάσεις, βάσει του σκεπτικού ότι σε κάποιο μεταγενέστερο χρόνο οι νυν θιγόμενες ομάδες θα μπορούσαν να βρίσκονται στην ίδια θέση με τους απεργούς. Έτσι, η δυσανεξία έδινε βήμα στην ανοχή.


Όχι τόσο εύκολα πια. Τα τελευταία χρόνια, μέσα από μια βαθμιαία διαδικασία σπασίματος κάθε έννοιας κοινωνικού συμβολαίου, οι απεργίες δεν γίνονται πλέον εύκολα ανεκτές. Όχι μόνο από τους εργοδότες, πράγμα που είναι φυσιολογικό, αλλά και από τους άλλους εργαζόμενους, και μάλιστα με εντελώς φτηνές κάποιες φορές δικαιολογίες, όπως τη δικαιολογία της αφαίρεσης του δικαιώματος του ψωνίζειν και ψωνίζεσθαι ή της στέρησης της ελευθερίας μετακίνησης μετά τροχοφόρου εις τους δρόμους και τα πεζοδρόμια πέριξ του Συντάγματος.


Η παρατηρούμενη με τα χρόνια ελάττωση των αποθεμάτων ανοχής των κοινωνικών στρωμάτων απέναντι στους απεργούς, είναι ένα πραγματικό φαινόμενο το οποίο δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνον με βάση το άδικον της συγκεκριμένης απεργιακής κινητοποίησης, που μπορεί βέβαια κατά περίσταση και να ισχύει Διότι δίκαιες ή άδικες απεργίες γίνονταν πάντα. Και δεν βλέπω το λόγο γιατί να έχει αλλάξει τώρα τόσο πολύ το ποσοστό του ενός είδους εις βάρος του άλλου, της συχνότητας δηλαδή εμφάνισης άδικων απεργιών, έναντι της συχνότητας εμφάνισης των δίκαιων.


Επειδή δεν υπάρχει κάποιος σαφής και συγκεκριμένος κανόνας που να χαρακτηρίζει μια απεργία άδικη ή δίκαια, εκτός κάποιων γενικών νομικών διατάξεων, που δεν έχουν και μεγάλη επίδραση στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης παρά μόνο των δικαστών, το περιεχόμενο της έννοιας «άδικη απεργία» εν πολλοίς διαμορφώνεται κεντρικά από τους κατόχους των μηχανισμών επηρεασμού, που είναι τα ΜΜΕ και η κυβέρνηση.


Ένας από τους μηχανισμούς διαμόρφωσης της κοινής γνώμης είναι και η συκοφαντία, η οποία έχει εφαρμοστεί κατά κόρον και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία. Όταν όλοι αποδεχόμαστε τη διάλυση των εργατικών συνδικάτων, λίγοι εξετάζουμε και τις μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάλυση αυτή, μιας και είναι δύσκολο να παραδεχτούμε ότι η διάλυση υπαγορευόταν από την εξάλειψη της αναγκαιότητας ύπαρξής τους λόγω βελτίωσης των εργασιακών συνθηκών. Επί τροχάδην, ο ένας μηχανισμός είναι η απειλή απόλυσης των οργανωμένων και ο άλλος, η κατασυκοφάντηση.


Η πιο κοινή μορφή λοιπόν συκοφαντίας των απεργιακών κινητοποιήσεων είναι η παρουσίαση όλο και συχνότερα των εργασιακών διεκδικήσεων ως συντεχνιακών. Με το άκρως αρνητικό περιεχόμενο που αποδίδεται στη λέξη αυτή, ως απόσπασης προνομίων, ο προσανατολισμός της κοινής γνώμης είναι μια εύκολη πλέον δουλειά, μιας και δεν είναι πολλοί αυτοί που θα καθίσουν να διερευνήσουν το ιστορικό και τα εσωτερικά προβλήματα των απεργών ομάδων, ώστε να σχηματίσουν μια όσο το δυνατόν αντικειμενικότερη άποψη.


Ένας άλλος μηχανισμός απαξίωσης των απεργιών είναι και ο χαρακτηρισμός τους συλλήβδην ως αντικοινωνικών, άποψη που αντιλαμβάνεται την διεκδίκηση σαν ένα zero sum game, με την έννοια ότι αυτό που θα κερδίσει η μια ομάδα, αυτόματα θα χαθεί από κάποια άλλη. Κάτω από την οπτική αυτή οι οποιεσδήποτε διεκδικήσεις ακυρώνονται στη συνείδηση της κοινωνίας και ουδέποτε νομιμοποιούνται.


Εν όψει λοιπόν των απεργιακών κινητοποιήσεων των αγροτών και των όσων επόμενων θα ακολουθήσουν, καλό είναι να τα έχουμε όλα αυτά υπ’ όψιν μας πριν αρχίσουμε να κρίνουμε και να κατακρίνουμε.