Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΤΑΛΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΤΑΛΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 9 Ιουλίου 2013

Όλος ο Νότος σε ...εικόνες






Μια μόνο παρατήρηση για το πραγματικό  κόστος εργασίας στην Ελλάδα: Ανάμεσα στο 2005 και 2009, παρατηρείται μείωση της τάξης του 5%. Αν δεν κάνω λάθος, οι υπέρμαχοι της λιτότητας μέχρι τώρα μιλούσανε για υπέρογκες αυξήσεις μισθών. Πού υπάρχει το λάθος; Για μετά το 2009, δεν έχουμε να προσθέσουμε κάτι.




ΠΗΓΗ: SPIEGEL


Σάββατο 27 Απριλίου 2013

Κοντά σε κυβέρνηση η Ιταλία;



Όπως φαίνεται η Ιταλία, μετά από δυο μήνες ακυβερνησίας, θα αποκτήσει επιτέλους κυβέρνηση. Στην πραγματικότητα, τόσο το «επιτέλους», όσο και η «ακυβερνησία» έχουν περισσότερο ρητορικό παρά ουσιαστικό χαρακτήρα. Ο Μόντι, αν δεν το πήρατε χαμπάρι, συνεχίζει να προΐσταται μιας κυβέρνησης, έστω προσωρινού χαρακτήρα, ενώ οι αγορές όλο αυτό το δίμηνο δεν έδειξαν το παραμικρό σημάδι ταραχής, τουναντίον μάλιστα πριν από μερικές μέρες η απόδοση του 10-ετούς ομολόγου γλίστρησε κάτω από το 4%, στο 3.89%, ποσοστό που είχε να φανεί από τον Οκτώβριο του 2010, όταν ακόμα η Ιταλία τύρβαζε περί άλλων. Θες το όπλο του «whatever it takes» του Ντράγκι, θες το μέγεθος της οικονομίας της Ιταλίας που καλό είναι να μην τη τσιγκλίζουμε παραπάνω απ’ όσο αντέχει μπας και μας πάρει όλους ο διάολος, θες και η, κατά τα άλλα, ορθή πεποίθηση των αγορών ότι οι μαγκιές της Γερμανίας εξαντλούνται μόνο στους μικρούς, όπως Ελλάδα, Κύπρος κλπ, και ποτέ στους μεγάλους, κανείς πάντως από την Ευρωζώνη δεν έπαιξε ψηλά τον αμανέ της ακυβερνησίας, ούτε κανείς τόλμησε να αμολήσει τους ασκούς του πανικού. Σκεφτείτε μόνο, τι θα συνέβαινε αν στην κατάσταση της Ιταλίας βρισκόταν η Ελλάδα.


Μετά λοιπόν, από τα πολλά σούρτα-φέρτα ανάμεσα σε Μπερλουσκόνι, Ναπολιτάνο και Μπερσάνι, μετά από τη δακρύβρεχτη παραίτηση του τελευταίου από την ηγεσία του Δημοκρατικού Κόμματος (PD), ύστερα από την απείθεια που έδειξαν δικοί του βουλευτές στο να ψηφίσουν δυο στη σειρά προτεινόμενους Προέδρους της Δημοκρατίας, και μετά από την αναγκαστική λύση της επιστροφής για δεύτερη φορά του προηγούμενου υπέργηρου Προέδρου στο Palazzo del Quirinale, ο Ναπολιτάνο κατάφερε να βρει, μέχρι στιγμής, συμβιβαστική λύση και να προτείνει για Πρωθυπουργό τον Enrico Letta, πρώην χριστιανοδημοκράτη και νυν σοσιαλδημοκράτη και αντιπρόεδρο του PD αλλά το κυριότερο μικρανηψιό του Μπερλουσκόνι, δηλαδή, όπως καταλαβαίνετε, άνθρωπο με την καταλληλότερη διασταύρωση πολιτικών, αλλά και βιολογικών γονιδίων για να ηγηθεί μιας αριστερο-δέξιας κυβέρνησης, προφανώς βραχείας διαρκείας, μέχρι την προκήρυξη δίχως άλλο νέων εκλογών.

Αν λάβει κανείς υπ’ όψιν την ηλικία του Letta στα 46, και την αντιδιαστείλει μ’ αυτή του Ναπολιτάνο, στα 87, πιθανώς και να υποψιαστεί ότι στην επιλογή του πρώτου, ρόλο έπαιξε και το ηλικιακό, μιας και θα ήταν μεγάλη χοντράδα τόσο ο πρόεδρος, όσο και ο Πρωθυπουργός μιας μεγάλης χώρας να είναι κι οι δυο με το ενάμισι πόδι στον τάφο. Ο ηλικιακά νεώτερος, αλλά και λαοφιλής δήμαρχος της Φλωρεντίας Matteo Renzi, από το PD, κρατήθηκε στην άκρη, ρεζέρβα προφανώς για τις καλύτερες μέρες.

Ο Letta θα προχωρήσει σε σχηματισμό κυβέρνησης, μέχρι τη Δευτέρα, και πριν ανοίξουν οι αγορές,-οι οποίες μπορεί και να νευριάσουν που θα ξυπνήσουν σε μια ακέφαλη Ιταλία-, με στελέχη από το κόμμα του Μπερλουσκόνι, του Μόντι και των κεντρο-αριστερών, ενώ ο Βepe Grillo, oι Οικολόγοι και η Λέγκα του Βορρά δήλωσαν ότι θα παραμείνουν στην αντιπολίτευση. Αν φυσικά σχηματιστεί κυβέρνηση…

Κυριακή 24 Μαρτίου 2013

Bail-in: Μετάβαση στην εποχή της απόλυτης ανασφάλειας και της νόμιμης κλοπής




Η κλοπή ιδιωτικού πλούτου από το κράτος, όπως συμβαίνει αυτές τις ώρες στην Κύπρο, όταν μάλιστα ως πρώτη και ύψιστη αρχή στα καταστατικά του αναφέρεται η άνευ όρων προστασία του, αποτελεί μια πρωτάκουστη στροφή της Ευρώπης από τα προτάγματα του φιλελευθερισμού στα οποία για αιώνες γαλουχήθηκε, στην αυθαιρεσία των δικτατοριών και ακόμα πιο πίσω, σε εποχές ασύντακτες και πολιτειακά αδιευκρίνιστες.

Αν οι περισσότεροι έπεσαν από τα σύννεφα, θα πρέπει να είχαν προσέξει τα συνεχόμενα δημοσιεύματα, εδώ και μήνες του Reuters για το ενδεχόμενο αυτό, τα οποία έρχονταν, διαψεύδονταν, αποσύρονταν και επανέρχονταν. Και πριν από αυτά, ήταν και τα δημοσιεύματα του Spiegel, ήδη από το τέλος της προηγούμενης χρονιάς, που δρώντας ξεκάθαρα σαν το λαγό του Βερολίνου, έθεταν για πρώτη φορά θέμα ανόσιων ρωσικών κεφαλαίων τα οποία, για λόγους που συγκρούονταν με την πρωσική «ηθική» δεν θα έπρεπε να διασωθούν με τα τίμια χρήματα του μέσου σκληρά εργαζόμενου Γερμανού φορολογούμενου, αποκρύπτοντας φυσικά το γεγονός ότι μέρος των χρημάτων αυτών προέρχονταν από τα ίδια αυτά ανίερα ρωσικά χρήματα, μόνο, που αντί της Λαϊκής στην Κύπρο ήταν παρκαρισμένα στα βάθη της Deutsche Bank. Πάντως το ίδιο περιοδικό, σε χρόνο ανύποπτο, (Σεπτέμβριος του 2009), όταν μπορούσε ακόμα, ως φαίνεται, να αρθρογραφεί ελεύθερα, δημοσίευσε άρθρο με τον εύγλωττο τίτλο «Germany Becomes Tax Haven for Firms and Wealthy», παραθέτοντας ποικίλες λεπτομέρειες για το τραπεζικό σύστημα της Γερμανίας, στην ένατη μόλις θέση από άποψη εχεμύθειας, σύμφωνα με την κατάταξη του Tax Justice Netowrk.

Τώρα πλέον που εμπεδώθηκε η καταστρατήγηση της αρχής προστασίας της ιδιωτικής περιουσίας, ανακαλύπτουμε σιγά-σιγά ότι η Κύπρος δεν αποτελεί μια στιγμιαία ανωμαλία και εξαίρεση της καπιταλιστικής τάξης, αλλά στην πραγματικότητα τον κανόνα για ό,τι πρόκειται να επακολουθήσει.  Και τούτο επιβεβαιώνεται από μια πλειάδα συναφών, και απ’ ότι φαίνεται συντονισμένων κινήσεων και από διάφορες άλλες χώρες. Διότι, πως αλλιώς μπορεί να ερμηνευτεί ότι,

πριν ο «αλέκτωρ φωνήσαι τρις», βλέπουμε την Ισπανία, χωρίς ίχνος ενοχής, να σπάει το ταμπού, όπως ας πούμε η παρθένα κόρη μετά την πρώτη της φορά, και να κάνει το ίδιο ακριβώς, όπως και η Κύπρος. Σε μικρότερη, προς το παρόν κλίμακα, με ένα μικρό μόνο ξάφρισμα στην αρχή, αλλά είπαμε, έτσι και αρχίσει η κόρη να της καλαρέσει, δύσκολα θα βάλει φρένο, άσε που κάποια μέρα μπορεί να βγει και στο καλντερίμι.

Τα ίδια ακριβώς μαντάτα μας έρχονται και από άλλο γεωγραφικό χώρο, τη μακρινή μας Νέα Ζηλανδία, η οποία ετοιμάζοντας εδώ και καιρό την εφαρμογή ενός πανομοιότυπου σχεδίου, (Open Bank Resolution Policy το ονομάζει), απαλλοτρίωσης ιδιωτικού πλούτου, συγκεκριμένα των καταθέσεων, διευκρινίζει την αλλαγή παραδείγματος ως προς τις υφιστάμενες εγγυήσεις, οι οποίες παύουν πλέον να ισχύουν. Οι τράπεζες θα μπορούν εφ εξής να παίζουν, να χάνουν και λογαριασμό να μην δίνουν, αφού πλέον τις ζημιές θα τις καλύπτουν οι καταθέτες, υποχρεωτικά και με το νόμο. Αν αυτό δεν είναι ο θρίαμβος και η αποκορύφωση της ισχύος των τραπεζιτών, τότε τι άλλο να ‘ναι!  

Και νάταν μόνο η Νέα Ζηλανδία; Πίσω στον Δεκέμβρη του 2012, η Τράπεζα της  Αγγλίας εκπόνησε σχέδιο για τη διάσωση των Too-Big-To-Fail τραπεζών, στο οποίο προβλέπεται και η συμμετοχή των καταθετών στην ανακεφαλαιοποίησή τους, κάτω από τη λογική ότι αν δεν αναλάβουν οι καταθέτες, η τράπεζα θα χρεοκοπήσει, οπότε…Έκτακτα!

Ο ιδιωτικός πλούτος όμως δεν συνίσταται μόνο σε αποταμιεύσεις, αλλά περιλαμβάνει και ακίνητα και κινητά και μετοχές, ομόλογα, αξιόγραφα, και άλλα πολλά που μπορούν να αποτιμηθούν. Τον τελευταίο καιρό βλέπω διάφορα δημοσιεύματα, γερμανικής προέλευσης, όπως αυτό στη Handelsblatt από τον chief economist της Commerzbank, γεμάτα από προσθαφαιρέσεις και συγκρίσεις του ιδιωτικού πλούτου ανάμεσα στη Γερμανία και τις χώρες της περιφέρειας, τα οποία συγκλίνουν στη διαπίστωση ότι οι φτωχοί της παρέας, συγκρινόμενοι με τους Κύπριους, αλλά και τους Ιταλούς, οι οποίοι εσχάτως μπαίνουν κι αυτοί στο στόχαστρο, είναι οι Γερμανοί! Χωρίς να δηλώνεται ακόμα ρητά, η σκοπιμότητα μιας τέτοιας σύγκριση είναι πασιφανής. Bουρ, για φόρο περιουσίας λοιπόν στους Ιταλούς, μιας και τα περιουσιακά στοιχεία της Ιταλίας αποτιμώνται στο 173% του ΑΕΠ, ενώ της Γερμανίας μόλις στο 124%!

Όλα πλέον δείχνουν ότι το τέρας όπως το γνωρίσαμε τις τελευταίες δεκαετίες, πληγωμένο πλέον βαριά και ανεπανόρθωτα, κάνοντας απεγνωσμένες κινήσεις για να σωθεί, καταστρέφει, καίει και καίγεται.


Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2013

Το ενδιαφέρον πείραμα της Ιταλίας


Και δεν εννοώ την επιτυχία της κεντροδεξιάς και την επάνοδο  Μπερλουσκόνι. Ήταν λίγο πολύ αναμενόμενο, παρά το κράξιμο που είχε φάει από τα εξαγριωμένα πλήθη, λίγο πριν εκδιωχθεί κλοτσηδόν από την πρωθυπουργία. Άλλωστε, τα αμήχανα  εκλογικά σώματα της υπόλοιπης ευρωζώνης, μπορεί να ήταν δυσαρεστημένα από τις πολιτικές που τούς είχαν επιβληθεί τα τελευταία χρόνια, αλλά όταν έρχονταν οι εκλογές, θαρρείς και πάθαιναν αγκύλωση, μη τολμώντας να ξεκολλήσουν από τους γνώριμους πόλους του δικομματισμού, και να μετακινηθούν με πραγματική διάθεση αλλαγής για κάπου αλλού. Όπως λένε,ο παλιός είναι αλλιώς! Αλλη εξήγηση δεν βρίσκω! 

Αυτό που εννοώ, είναι η είσοδος στην κεντρική πολιτική σκηνή, Γερουσία και Κάτω Βουλή, στη δεύτερη και τρίτη θέση αντιστοίχως, (με τα μέχρι τώρα αποτελέσματα), του ζωντανού και αυθόρμητου πολιτικού μορφώματος του Μπέπε Γκρίλο. 

Ας μην καθόμαστε να το ψειρίζουμε, αν ο Μπέπε είναι ακροδεξιός, ή ακροαριστερός. Αν κάνει ανοίγματα στους φασίστες ή φλερτάρει με κομμουνιστικές πρακτικές. Δεν είναι ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Είναι ένα πείραμα, τού πώς μπορεί να καθίσει στην πράξη ένα καινούργιο παράδειγμα πολιτικής εκπροσώπησης, έξω από τα γνωστά και καθιερωμένα, στο βαθμό που καθολική είναι η παραδοχή ότι η αντιπροσώπευση πλέον όπως ασκήθηκε τις τελευταίες δεκαετίες έχει φάει τα ψωμιά της και ότι τα κόμματα όλων των αποχρώσεων έχουν παύσει να εμπνέουν, είτε λόγω δομικών προβλημάτων, είτε λόγω σκανδάλων. 

Η κρίση έφερε στην επιφάνεια την αποτυχία της παραδοσιακής πολιτικής, των προσώπων και των ιδεών της και ανέδειξε τη φενάκη της αντιπροσώπευσης. Ως αντίβαρο, οι πολίτες μετά από χρόνια απραξίας αποφασίζουν να έρθουν στο προσκήνιο και να πειραματιστούν. Οι πλατείες και οι δρόμοι είναι ένα πρώτο βήμα δημόσιου διαλόγου και χειραφέτησης προς ένα νέο παράδειγμα δημοκρατικής ανασυγκρότησης του πολιτεύματος με τους πολίτες, την κοινωνία να διεκδικούν ενεργό αλλά και θεσμικό ρόλο. 

Το πώς, δεν είναι ακόμα γνωστό. Αλλά, ούτε και η λύση θα έρθει ουρανοκατέβατη και έτοιμη προς εφαρμογή. Καμιά αλλαγή δεν ήρθε  χωρίς σκαμπανεβάσματα, χωρίς λάθη, χωρίς πισωγυρίσματα, κυρίως όμως, χωρίς πειραματισμό. Οι Ισλανδοί έκαναν ένα μικρό βήμα καταστρώνοντας το Σύνταγμά τους και βάζοντας στο παιχνίδι ολόκληρο το νησί. Οι Ιταλοί κατόρθωσαν να κάνουν κάτι μεγαλύτερο. Να οργανωθούν με έναν καινούργιο τρόπο και κάτω από μια πρωτόγνωρη πλατφόρμα, δείχνοντας ότι μπορούν να πάρουν ακόμα και την εξουσία.

Ναι, οι αγορές θα λυσσάξουν, το ίδιο και το Βερολίνο. Η Ιταλία πιθανόν να πάει χειρότερα από οικονομική άποψη, λογικό αφού θα έχει απέναντί της σύσσωμο το πολιτικό κατεστημένο της Ευρώπης. Πιθανόν, τα 5 Αστέρια να σβήσουν πρόωρα και να γίνουν στάχτη. Αλλά, πιστεύω ότι θα έχουν αφήσει κληρονομιά μια πολύτιμη γνώση. Ότι αν θέλουμε πράγματι να πετύχουμε μια ουσιώδη αλλαγή, ότι αν θέλουμε πράγματι να αλλάξουμε το μοντέλο δημοκρατίας, και να εξασφαλίσουμε για τον καθένα θέση και λόγο στα τεκταινόμενα, τότε θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι να παίξουμε με το άγνωστο, να πειραματιστούμε πλάθοντάς το, ακόμα και να καούμε. Δεν γίνεται, όμως αλλιώς. 

Κι όλα αυτά θέλουν πείσμα και παίρνουν χρόνο.


Δευτέρα 9 Ιουλίου 2012

Στον κατήφορο κι η Ιταλία


Αν ξεχάσαμε πώς κάναμε τα πρώτα μας βήματα στην ύφεση, υπάρχει μια ευκαιρία να τα ξαναθυμηθούμε. Την ευκαιρία αυτή την παρέχει ολοζώντανη η Ιταλία. Τα ξόρκια με το ξεπάτωμα του Μπερλουσκόνι δεν έπιασαν. Εγκαθίδρυσαν τον Μόντι. Ούτε και τότε ίδρωσε το αυτί των αγορών. Επέβαλαν αυστηρή λιτότητα. Έκοψαν τις δημόσιες επενδύσεις και αύξησαν τους φόρους. Θυσιάστηκαν τόσοι και τόσοι αυτοκτονημένοι στον Μολώχ των επιτοκίων και των σπρεντς. Ούτε και τότε κατάφεραν κάτι. Τουναντίον, τα χειροτέρεψαν. 

Καθώς η ύφεση αρχίζει να δαγκώνει όλο και πιο βαθιά, οι Ιταλοί εμφανίζονται όλο και πιο ανήσυχοι για το μέλλον τους. Τράβηξαν λοιπόν, το φερμουάρ στα πορτοφόλια τους και έπαψαν να ψωνίζουν. Οι πωλήσεις έπεσαν κατά 3.5%, τη χειρότερη πτώση από το 1996, αφ' ότου άρχισαν να τις καταγράφουν. Ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης βρέθηκε στο χειρότερο βαρομετρικό χαμηλό από το 1982. 


Σε δημοσκοπήσεις, μόνο ένα 5% βρέθηκε να απαντά ότι το περιμένουν καλύτερες μέρες. Οι υπόλοιποι ατενίζουν το μέλλον από ελαφρώς μαύρο, έως μαύρο στο χρώμα της πίσσας.  


Η συνέχεια είναι γνωστή. Όταν καταστρέφεται η ζήτηση, καταστρέφεται και η παραγωγή. Ακολουθούν απολύσεις, οι οποίες συμβάλουν ακόμα παραπέρα στην ελάττωση της ζήτησης, και το σπιράλ του θανάτου αρχίζει να μπαίνει σε επιταχυνόμενη κίνηση. 

Οι Ιταλοί σφίγγουν κι άλλο το ζωνάρι, τόσο που κάποιοι, ολοένα και περισσότεροι, δεν τ' αντέχουν και ξεψυχούν.

Αλλά το ευρώ, ευρώ, μην τυχόν και το ξεγράψουμε από φετίχ. Και ο πληθωρισμός, το άλλο φετίχ, μην τυχόν και προσπεράσει το 2%.

Η ευρωζώνη δεν έχει κανένα μέλλον. Όχι από τα επιτόκια, αλλά από την οργή, το θυμό και την απελπισία των κοινωνιών. Αλλά και από το μίσος, που φουσκώνει στις φλέβες μέχρι σκασμού. Μίσος προς όλους και προς όλα. Μίσος προς όλο το δυσώδες οικονομικό και πολιτικό κατεστημένο, μίσος και προς τον εαυτό για την αδυναμία να πάρει αμπάριζα τον οικονομικό και πολιτικό συρφετό της ευρωζώνης. 






Κυριακή 13 Μαΐου 2012

Από τα "Greek Statistics" στα "Italian Statistics"



Δεν γνωρίζω αν το ιταλικό πολιτικό σύστημα έκανε δημόσια την αυτοκριτική του για το πώς οδήγησε τη χώρα στη σημερινή της κατάντια. Είτε το έκανε όμως είτε όχι, τη διερεύνηση της πορείας αυτής ανέλαβαν δημοσιογράφοι του Spiegel, οι οποίοι ζήτησαν και έλαβαν για πρώτη φορά από τη γερμανική κυβέρνηση εμπιστευτικά ντοκουμέντα για την κρίσιμη περίοδο (1994-1998) πριν από την ένταξη της Ιταλίας στο ευρώ, αποτελούμενα από εκθέσεις της γερμανικής πρεσβείας στη Ρώμη, εσωτερικά σημειώματα και γράμματα κυβερνητικών αξιωματούχων, πρακτικά  από συνεδριάσεις της καγκελαρίας, τα οποία και παρουσίασαν αναλυτικά στην έκδοση της περασμένης Τρίτης, (8/5/2012).

Κοιτάζοντας πίσω, γίνεται ολοένα και πιο κατανοητό ότι τα σημερινά προβλήματα του ευρώ μπορούν ν’ αποδοθούν σε εκ γενετής ανωμαλίες. Χώρες εντάχθηκαν χωρίς να πληρούν τα κριτήρια σύγκλισης, μόνο για λόγους πολιτικούς. Δηλαδή, ενώ κατά βάση το εγχείρημα της θέσπισης του ευρώ ήταν πολιτικό, τα κριτήρια που τέθηκαν ήταν οικονομικά, χωρίς την πρόβλεψη δομών που θα επέβλεπαν την τήρησή τους και    θα εργάζονταν προς την κατεύθυνση της πολιτικής ενοποίησης. 

Πολλά χολερικά δημοσιεύματα στον διεθνή τύπο αναλώθηκαν στην χλεύη των Greek Statistics, εν πολλοίς άδικα, μιας και δεν ήταν τα μοναδικά. Στο δημοσίευμα αυτό του Spiegel φαίνεται πολύ καθαρά ότι παράλληλα με τα Greek, υπήρχαν και τα ανάλογα Italian Statistics, για τα οποία ο τότε Καγκελάριος Κολ είχε πλήρη επίγνωση, όπως ακριβώς θα πρέπει να είχε και για τα ελληνικά.

Όλα τα ντοκουμέντα που έφερε στο φως το Spiegel συγκλίνουν στην άποψη ότι οι ιδρυτικοί πατέρες της ευρωζώνης προχώρησαν στο εγχείρημα, παρ’ όλο που είχαν πολύ καλή επίγνωση των ατελειών του. Και αποδεικνύουν αυτό που όλοι υποπτεύονταν, ότι δηλαδή η Ιταλία δεν θα έπρεπε να είχε γίνει ποτέ δεκτή. Τα έγγραφα αυτά δείχνουν με ανάγλυφο τρόπο ότι τα μέτρα λιτότητας που είχε πάρει η Ιταλία πριν από την ένταξή της, ήταν απλά βιτρίνα, είτε αποτελούσαν λογιστικά τρικ, είτε αποσύρονταν όταν εξέλιπε η πολιτική πίεση.  Η βασική επιδίωξη του Κολ ήταν μια: να αποδείξει ότι η Γερμανία ακόμα και μετά την επανένωση παρέμενε βαθιά ευρωπαϊκή και ότι το νέο νόμισμα θ’ αποτελούσε τρόπον τινά εγγύηση ειρήνης.   

Παρ’ όλα αυτά αξιωματούχοι της καγκελαρίας είχαν εκδηλώσει εξ αρχής τις ανησυχίες τους. Θαρρείς από καθαρή εύνοια της τύχης, καθώς πλησίαζε η ημερομηνία ένταξης, η Ιταλία βρέθηκε να πληροί στο ακέραιο όλες τις απαιτήσεις, παρ΄ όλη τη φήμη που είχε αποκτήσει για τους συστηματικά μη ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς της. Η θεραπεία της οικονομίας φαινόταν σαν να είχε συμβεί από κάποιο θαύμα. Τον Φεβρουάριο του 1997, στην επομένη μιας Γερμανο-Ιταλικής συνόδου κορυφής, γερμανός αξιωματούχος είχε μάλιστα ισχυριστεί γεμάτος έκπληξη ότι τα νούμερα που έδινε η Ρώμη ήταν και κατά πολύ μικρότερα από αυτά που είχαν υπολογιστεί από το ΔΝΤ και τον ΟΟΣΑ.  

Την περίοδο της υπογραφής της Συνθήκης του Μάαστριχτ, Φεβρουάριος του 1992, το χρέος της Ιταλίας ανερχόταν στο διπλάσιο του ορίου του 60%, ενώ ανάμεσα στα 1994-1997 αυτό είχε ελαττωθεί μόνο κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες, γεγονός που έκανε πολλούς στη Γερμανία, όπως για παράδειγμα τον Klaus Regling, σημερινό γενικό διευθυντή του EFSF,  να αμφιβάλλουν για το κατά πόσον η Ιταλία θα μπορούσε να τα καταφέρει. Παρ’ όλα αυτά η μόνιμη επωδός των πολιτικών ήταν ότι η Ιταλία, σαν ιδρυτικό μέλος της τότε ΕΟΚ δεν ήταν δυνατόν ν’ αφεθεί απ’ έξω. 

Ο σκεπτικισμός αυτός αντανακλάται σε διάφορα έγγραφα. Στις 3 Φεβρουαρίου του 1997 ο γερμανός υπουργός οικονομικών σημειώνει ότι η Ρώμη έχει παραλείψει πολλά μέτρα περικοπών εξ αιτίας του πολιτικού κόστους. Στις 22 Απριλίου ο εκπρόσωπος του Κολ δηλώνει ότι «δεν υπάρχει καμιά πιθανότητα η Ιταλία να ικανοποιήσει τα κριτήρια». Η ίδια ανησυχία αποτυπώνεται και στις 5 Ιουνίου του ιδίου έτους, σε έκθεση του οικονομικού τμήματος της Καγκελαρίας, όπου αναφέρεται ότι «το αναπτυξιακό προφίλ της Ιταλίας παραμένει μέτριο» και ότι «η πρόοδος στο συμμάζεμα έχει υπερεκτιμηθεί».  

Οι επιφυλάξεις συνεχίζονται και το επόμενο έτος. Ο πρώην κύριος διαπραγματευτής στο Μάαστριχτ, Horst Köhler,  με επιστολή του στον Καγκελάριο Κολ, στην οποία επισυνάπτει και έκθεση του Ινστιτούτου Διεθνών Οικονομικών του Αμβούργου, εκφράζει την πεποίθηση ότι η Ιταλία αποτελεί ειδικό ρίσκο για το ευρώ. Παρ’ όλες όμως τις προειδοποιήσεις ο Κολ συνεχίζει να κωφεύει. «Όχι χωρίς την Ιταλία», είναι το πολιτικό του σύνθημα. Άλλωστε, η Ιταλία πάντα έδειχνε καλή συμπεριφορά προς τις Βρυξέλλες, σε αντίθεση με τους Γάλλους υπό τον Ντε Γκολ, ή με τους Άγγλους, υπό την Θάτσερ. 

Τα ντοκουμέντα που ήρθαν στο φως υποδηλώνουν ότι η κυβέρνηση Κολ εξαπάτησε τόσο τους γερμανούς πολίτες, όσο και το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο. Στην αγωγή ενάντια στην υιοθέτηση του ευρώ, που είχαν καταθέσει τότε τέσσερις γερμανοί ακαδημαϊκοί, η κυβέρνηση απάντησε ότι δεν αναμένεται για την Ιταλία απόκλιση από τα κριτήρια του Μάαστριχτ.    

Από τη μια μεριά, ο Κολ επεδείκνυε αμέριστη εμπιστοσύνη στον τότε Πρωθυπουργό Romano Pronti και τον υπουργό οικονομικού σχεδιασμού Carlo Ciampi, από την άλλη όμως, όπως διηγείται ο ιστορικός Hans Woller, η κατάσταση εκείνη την εποχή στην Ιταλία δεν ήταν η καλύτερη δυνατή. Για ν’ ανοίξει κάποιος μια επιχείρηση χρειαζόταν 60 μέρες, οι ιταλοί δεν μπορούσαν ν’ αγοράσουν εφημερίδες τα μεσημέρια γιατί τα περίπτερα ήταν κλειστά για φαγητό, ενώ πολλοί από το 1.5 εκατ. αναπήρων έχαιραν άκρας υγείας. 

Οι Pronti-Ciampi, έχοντας γνώση των προβλημάτων ζήτησαν δυο φορές την αναβολή της ένταξης, αίτημα όμως που απορρίφθηκε από τον Κολ. Στην πραγματικότητα, αυτό που ένοιαζε περισσότερο τον καγκελάριο ήταν να τελειώνει με τις εκκρεμότητες της ένταξης πριν από τις βουλευτικές εκλογές του 1998. Ο αντίπαλός του, ο σοσιαλδημοκράτης Schröder, γνωστός ευρωσκεπτικιστής, είχε πολλές πιθανότητες να κερδίσει, πράγμα που τελικά συνέβη με τη σύμπραξη των πρασίνων. 

Στο τέλος βέβαια, οι Ιταλοί εκπλήρωσαν τυπικά τα κριτήρια του Μάαστριχτ, κάτω όμως από ένα συνδυασμό δημιουργικής λογιστικής και ευνοϊκών εξωτερικών συγκυριών. Όσον αφορά τα λογιστικά τρικ, ο Ciampi αποδείχτηκε ικανότατος ζογκλέρ. Εισήγαγε, για παράδειγμα, έναν ευρωπαϊκό φόρο και κατάφερε να πουλήσει χρυσό από τα εθνικά αποθέματα στην κεντρική τράπεζα, μειώνοντας έτσι τα ελλείμματα. Όσον αφορά τις εξωτερικές συνθήκες, πράγματι έτυχε εκείνη την περίοδο η Ιταλία να επωφεληθεί από ιδιαίτερα χαμηλά επιτόκια δανεισμού. Και οι δυο αυτοί παράγοντες δεν πέρασαν απαρατήρητοι τόσο από την Καγκελαρία, όσο και από ολλανδούς αξιωματούχους, οι οποίοι επέμεναν ότι αν η Ιταλία δεν πάρει επιπλέον μέτρα δεν μπορεί να γίνει δεκτή στην Ευρωζώνη. Ως συνήθως, ο Κολ προέβαλε ισχυρή άρνηση. 

Πολλοί ήταν πλέον εκείνοι στη Γερμανία που είχαν αντιληφθεί τις ιταλικές λαθροχειρίες. Αλλά κανείς δεν τολμούσε να επιβάλει κυρώσεις. Ο Κολ έδειχνε να εμπιστεύεται τον Ciampi ο οποίος υποσχόταν ότι σύντομα η Ιταλία θα βρεθεί στο δρόμο της αρετής. Αμ δε! Δεν πέρασαν τρεις μήνες αφ’ ότου η Ιταλία εξασφάλισε την ένταξή της και τα πράγματα άρχισαν να ξεστρατίζουν. Τον Ιούλιο του 1998, ο γερμανός πρεσβευτής στη Ρώμη έγραφε ότι οι Ιταλοί είχαν εξασθενίσει τόσο από τη «λιτότητα», που η κυβέρνηση έκανε ένα μικρό διάλειμμα για να τους ξεκουράσει. Μόνο που το διάλειμμα, σύντομα έγινε ο κανόνας. Ακόμα και μετά την αλλαγή φρουράς στη καγκελαρία, η στάση της Γερμανίας δεν έδειχνε ν’ αλλάζει. Ο οικονομικός ακόλουθος της γερμανικής πρεσβείας στη Ρώμη, σε αναφορές του προς τη Βόννη τον Οκτώβριο του 1998, έγραφε ότι οι Ιταλοί αντί να περικόπτουν δαπάνες, διοχετεύουν τα επιπλέον φορολογικά έσοδα σε κοινωνικές παροχές, και ότι ζητούν περισσότερη ελαστικότητα και ελευθερία από τα σφιχτά δεσμά του Μάαστριχτ.

Εν πάση περιπτώσει η συνέχεια είναι γνωστή. Αυτό που δεν είναι ευρέως γνωστό είναι ότι και ο γερμανικός προϋπολογισμός πριν από την ένταξη, κάθε άλλο παρά υποδειγματικός ήταν, και κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει το γεγονός ότι και αυτό έπαιξε κάποιο ρόλο στην επίδειξη επιείκειας από τη Γερμανία. Αν και το εξωτερικό χρέος ήταν λίγο πάνω από το 60% του ΑΕΠ, εν τούτοις η τάση ήταν σαφώς ανοδική, κάτι που ερχόταν σε αντίθεση με τα κριτήρια του Μάαστριχτ. Στην ένσταση των Ολλανδών, ο Κολ έφερε σαν δικαιολογία το κόστος της επανένωσης με την πρώην Ανατολική Γερμανία και το θέμα έμεινε εκεί. 

Ο Kurt Biedenkopf, μέλος του κεντρο-δεξιού CDU και τότε κυβερνήτης της Σαξονίας, ήταν ο μόνος ο οποίος είχε καταψηφίσει τη νομισματική ένωση στη Βουλή. «Η Ευρώπη δεν ήταν έτοιμη γιαυτό το βήμα», σημειώνει. «Υπήρχαν σημαντικές διαφορές με όρους οικονομικής επίδοσης ανάμεσα στις διάφορες χώρες της ένωσης. Πολλοί πολιτικοί στη Γερμανία θεωρούσαν ότι το ευρώ θα μπορούσε να λειτουργήσει ακόμα και χωρίς κοινά θεσμικά όργανα και χωρίς μεταφορές οικονομικών πόρων. Απλά, ήταν αφελείς». 

Όπως τονίζουν οι συντάκτες του Spiegel, η σημερινή αρχιτεκτονική της ευρωζώνης, παρά τις μεταρρυθμίσεις και τις πολιτικές λιτότητας δεν διαφέρει σε τίποτε από την παλαιά. Ακόμα και το νεοπαγές σύμφωνο δημοσιονομικής πειθαρχίας δεν αποτελεί σημαντική πρόοδο, λόγω έλλειψης κεντρικών θεσμικών οργάνων που θα μπορούν να επιβάλουν κυρώσεις σε όσα κράτη το καταστρατηγούν. Όλες οι προσπάθειες δεν αποτελούν παρά μικρά βήματα προς το πουθενά. Η λύση; Σύμφωνα πάλι με τους αρθρογράφους, δομικές μεταρρυθμίσεις, γερμανικό μοντέλο συνετής οικονομικής διαχείρισης, οικονομική διακυβέρνηση εντός της ευρωζώνης και κοινός υπουργός οικονομικών. Και βλέπουμε…