Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΙΝΕΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΙΝΕΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 26 Ιουνίου 2012

«Κινηματογραφιστές σε κρίση» «Ικέτες»




Είμαστε οι «Κινηματογραφιστές σε κρίση», μια ομάδα ηθοποιών και καλλιτεχνών.
Αποφασίσαμε να πραγματοποιήσουμε ένα όνειρο χρόνων,
(μιας και τώρα λόγω ανεργίας έχουμε πολύ ελεύθερο χρόνο)
και να φτιάξουμε τις δικές μας κινηματογραφικές ταινίες.

Πρώτη μας απόπειρα οι «Ικέτες». (24')

http://www.youtube.com/watch?v=T9lStFmrHWI
και η αγγλική έκδοση:

Η ταινία αφορά το πολιτικό σύστημα,  τις επιλογές που κάνουμε ελεύθερα(;) 
και ...τις σχέσεις!

Σενάριο: Iωάννα Γεροκωνσταντή
Σκηνοθεσία: Λάζαρος Ανδριώτης
Δ/νση φωτογραφίας - Mοντάζ: Νίκος Βουρλιώτης

Αν η ταινία σας αρέσει, θα μας βοηθήσει πραγματικά να την προβάλετε μέσα από το site σας.

www.cineincrisis.gr
Facebook: cineincrisis
Email: info@cineincrisis.gr


Με εκτίμηση
«Κινηματογραφιστές σε κρίση»

Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2011

Η κινηματογραφική βιομηχανία της Βορείου Κορέας


ΠΗΓΗ: aljazeera

North Korean leader Kim Jong-Il's love of film is well-documented, but few outsiders know that he is revered as a genius of cinema by his own people.

Now, this groundbreaking film opens a window inside the world's most secretive country and an elite academy, where young actors are hand-picked to serve a massive propaganda machine.

Filmmakers Lynn Lee and James Leong spent more than two years on this project, becoming the first foreigners to film inside Pyongyang's University of Cinematic and Dramatic Arts.

On this edition of 101 East, we gain a rare insight into the beating heart of North Korea's extraordinary film industry.

Click here for more about Lynn Lee's and James Leong's film shooting in North Korea.


Κυριακή 5 Δεκεμβρίου 2010

...έναν από εμάς...


«Πρώτη φορά έχουμε προέδρους που να μοιάζουν με το λαό, που να έχουν βγει μέσα απ’ το λαό», είπε η Κίρτσνερ σε κάποια στιγμή της κουβέντας με τον Όλιβερ Στόουν, εννοώντας φυσικά τον Τσάβες, τον Μοράλες και τον Λούλα. Πιθανόν να εννοούσε και τον Φερνάντο Λούγκο, τον ιερωμένο πρόεδρο της Παραγουάης, ή και τον Κορία τον πρόεδρο του Ισημερινού, κοντολογίς τους προέδρους των χωρών μελών της Μπολιβαριανής συμμαχίας της Λατινικής Αμερικής.

Κι αναλογίστηκα, πόσοι από μας άραγε είχαν κάτι να διηγηθούν για κάποιον από τους τόσους πρωθυπουργούς που πέρασαν απ’ την Ελλάδα, ότι δηλαδή μπορεί να ήταν κάποτε γείτονες, ότι μπορεί να παίζανε κάποτε μαζί μπάλα, ή να πηγαίνανε στο ίδιο φροντιστήριο, ή να κάθονταν στο ίδιο θρανίο. Κανείς. Έγκλειστοι οι περισσότεροι πίσω από τις ψηλές μάντρες ακριβοθώρητων σχολείων και πολυτελών επαύλεων, με άλλες παραστάσεις, με άλλα κοσμοείδωλα, μην έχοντας καμιά σχέση, καμιά γεύση, καμιά ιδέα με αυτό που λέγεται λαός.


«Ο ντε Λοσάδα, (προηγούμενος πρόεδρος της Βολιβίας, που έφυγε κι αυτός με ελικόπτερο), δεν ήξερε καν να μιλάει ισπανικά, μόνο αμερικάνικα», συνέχισε σε κάποια άλλη στιγμή η Κίρτσνερ, δίνοντάς μας μ’ αυτό ελπίδες ότι μπορεί να είναι μοίρα τελικά, κάποιος που δεν μιλάει τη γλώσσα του τόπου που κυβερνά, να φεύγει κάποια στιγμή για τον αγύριστο με ελικόπτερο.


Ο Όλιβερ Στόουν πριν δυο περίπου χρόνια, γύρισε το ντοκιμαντέρ «South of the Βorder», εμπνευσμένος απ’ το βιβλίο του Τάρικ Άλι, «Πειρατές της Καραϊβικής». Επισκέφτηκε και συνομίλησε με όλους τους προαναφερθέντες προέδρους, το μεγαλύτερο όμως μέρος της ταινίας είναι αφιερωμένο στον Τσάβες. Παράλληλα, προβάλει αποσπάσματα ειδήσεων και συνεντεύξεων ή ομιλιών αμερικανών δημοσιογράφων, καθηγητών και κυβερνητικών αξιωματούχων, στα οποία ξεδιπλώνεται ολόκληρη η γελοιότητα της αμερικάνικης προπαγάνδας εναντίον του Τσάβες.


Αν έχετε κάποιους ενδοιασμούς για το κατά πόσον ο Τσάβες είναι διδάκτορας, κλόουν ή έμπορος ναρκωτικών, ακόμα και ναρκομανής ο ίδιος, τότε δεν θα πρέπει να έχετε επίσης κανέναν ενδοιασμό και για το κατά πόσον ο ΓΑΠ είναι Great Thinker. Αν η εικόνα αυτή του Τσάβες εκπορεύεται χύδην από δευτεροκλασσάτα media της Αμερικής, τουναντίον του ΓΑΠ, χαλκεύεται σε μέσα κυρωμένα με τη σφραγίδα της αξιοπιστίας και της αντικειμενικότητας.


Η Μπολιβαριανή Συμμαχία των ως άνω κρατών της Λατινικής Αμερικής, με σοσιαλιστικές και κεντρο-αριστερές κυβερνήσεις, τα οποία πέρασαν στην πρόσφατη ιστορία τους από το μαχαίρι του ΔΝΤ, δίνει ένα καλό παράδειγμα για το πώς το επίτευγμα αυτό θα μπορούσε να μεταφερθεί και στον ευρωπαϊκό χώρο. Ειδικά τώρα, που η επιδημία ΔΝΤ αρχίζει να εξαπλώνεται και να μολύνει περισσότερες από μια χώρες.


Το «South of the Border» του Όλιβερ Στόουν παίζεται στο Ιντεάλ και τη Λαϊδα. Αλλά θα αποκομίσετε πολλά περισσότερα αν το συνδυάσετε με το διάβασμα παράλληλα και του βιβλίου του Τάρικ Άλι, «Πειρατές της Καραϊβικής», το οποίο και του έδωσε την έμπνευση.

Δευτέρα 29 Μαρτίου 2010

Έκκληση προς το Φιλοθέαμον Κοινόν


Πριν από πεντέξι περίπου χρόνια είχα δει μια αρκετά περίεργη ταινία, σουηδική ήταν, φινλανδική(;), δεν θυμάμαι καλά, θα σας γελάσω. Το σίγουρο είναι ότι ήταν καραμπινάτη σκανδιναβική. Επίσης, υπόθεση δεν θυμάμαι, ούτε φυσικά ποιοι ηθοποιοί έπαιζαν. Εδώ, πέρα από τον Μπραντ Πητ και τον Τζωρτζ Κλούνι, δεν μπορώ να ξεχωρίσω κανέναν άλλον, τους Σουηδούς, Φιλανδούς θα συγκρατούσα;


Τέλος πάντων, θα την είχα ξεγράψει εντελώς την ταινία απ’ το κεφάλι μου αν δεν υπήρχε μια πολύ έντονη σκηνή, εντελώς σουρεαλιστική και με το συμβολισμό να τρέχει απ’ τα μπατζάκια...


Η σκηνή ήταν η εξής:

Σούρουπο, ξέρετε την ώρα που έχει χαθεί ο ήλιος, αλλά ακόμα φέγγει, τότε που μόλις οι νοικοκυραίοι και οι οδηγοί αρχίζουν ν’ ανάβουν τα φώτα των σπιτιών και των αυτοκινήτων, αυτή η τόσο ήρεμη ώρα λοιπόν, διακόπτεται από επίμονες κόρνες αυτοκινήτων που έχουν πιαστεί θαρρείς σε ένα πρωτοφανές μποτιλιάρισμα. Εμείς δεν βλέπουμε τίποτε απ’ όλα αυτά, το μποτιλιάρισμα συμβαίνει κάπου μακριά, πιάνουμε μόνο τον απόηχο, που είναι υπόκωφος και πολύ τρομαχτικός, αυτό που βλέπουμε όμως είναι ένα κομμάτι πόλης με αυστηρά γκρίζα κτίρια από μπετόν, ένα γκρίζο δρόμο στρωμένο με κυβόλιθους, μαγαζιά έρημα κι άδεια, λεηλατημένα από καιρό, και ένα πλήθος από ομοιόμορφα ντυμένους κυρίους και κυρίες με γκρίζα κομψά κοστούμια και ταγιέρ, δίχως άλλο ανώτεροι υπάλληλοι, στελέχη, γραφειοκράτες και λοιπά, οι οποίοι κρατώντας από ένα μαύρο χαρτοφύλακα στο ένα χέρι και από ένα μαστίγιο στο άλλο, ραπίζουν ο καθένας, σε βηματισμό και συντονισμένα, την πλάτη του μπροστινού τους, σκυμμένοι ελαφρά, να προχωρούν μουρμουρίζοντας με βλέμμα απόκοσμο κι εκτός του κόσμου τούτου.


Η σκηνή κρατάει αρκετή ώρα, τόση μέχρι να σε καταπιεί και να σε εξαντλήσει. Τη θυμάμαι έντονα και την αναπολώ με δέος. Την αναζήτησα μετά μανίας στο ιντερνετ αρκετές φορές, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Τελευταία λόγω της ενασχόλησής μου με τα μαστίγια εδώ κι εδώ, και το ομαδικό αυτομαστίγωμα στο οποίο έχει εμπλακεί ο ενοχικός λαός μας, τη ξαναέφερα στο νου μου. Πολύ θα ήθελα να την ξαναδώ και να την παίξω μάλιστα ανήμερα Μ. Παρασκευή σε ειδική δημόσια προβολή στο Σύνταγμα. Όλα είναι κανονισμένα, η οθόνη, ο μηχανικός, η μηχανή προβολής, τα καθίσματα, οι πιτόγυροι, τα στραγάλια, μόνο η ταινία λείπει.


Γιαυτό όποιος γνωρίζει κάτι τις περί αυτής, ας μου το φανερώσει και δεν θα μετανοιώσει!


Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2009

Ο Ουμανισμός του Ιρανικού Κινηματογράφου


Πολλές φορές όταν αισθάνομαι να πλησιάζει η ώρα που θα πρέπει ν’ αρχίσω να σκέφτομαι για το τι θα γράψω, συνήθως βρίσκομαι παγιδευμένη ανάμεσα σ’ ένα μάτσο από πιθανά θέματα. Να γράψω γι αυτό, να γράψω για κείνο, να γράψω για το άλλο, ανήμπορη για κάμποση ώρα ν’ αποφασίσω και να στρωθώ. Αν σταθώ όμως για μια στιγμή συγκεντρωμένη και με αφουγκραστώ προσεχτικά, κάποιες φορές καταφέρνω να εντοπίσω και ν’ ανασύρω απ’ το σωρό ένα αδύναμο, μα επίμονο σήμα, που μπορεί απλά να είναι ένα ασαφές συναίσθημα ή μια ασχημάτιστη και θολή ιδέα, όπως ένας αδιόρατος ας πούμε, πόνος που έρχεται και ξανάρχεται και που όμως δεν περνά.

Χωρίς ποτέ να γίνεται τυραννικός, η επίμονη παρουσία του μού υπενθυμίζει ότι δεν θα μπορέσω ποτέ ν’ απαλλαγώ απ’ αυτόν, παρά μόνο αν κάποια στιγμή καθίσω κι ασχοληθώ μαζί του, αν του δώσω επιτέλους σημασία, αν του δώσω τελικά διέξοδο και μορφή.

Ένας τέτοιος αδύναμος, μα επίμονος ψίθυρος που με τριγυρίζει πολύ καιρό τώρα έχει όνομα και λέγεται Ιράν και ειδικά Τεχεράνη. Δεν είναι τόσο η αλλόκοτη, αλλά όχι και τόσο αλλόκοτη τελικά καθημερινότητα που με ελκύει να την εξερευνήσω, δεν είναι τόσο τα σαγηνευτικά μάτια των γυναικών και τα διαπεραστικά βλέμματα των ανδρών που θα ήθελα κάποτε να διασταυρωνόμουν μαζί τους, δεν είναι τόσο τα ροδόχρωμα περσικά κοσμήματα, σε κάποιο ψηλό όροφο του μουσείου ισλαμικής τέχνης που με εντυπωσιάζουν με τις γήινες χαρές που αποτυπώνουν, δεν είναι το θεόρατο ηφαίστειο Ντάμαβαντ με τα 5600 μέτρα που σα σκιά απλώνεται πάνω απ’ την πόλη, δεν είναι τόσο αυτό το κράμα ανατολής-δύσης που με αποσυντονίζει, όσο η εικόνα του ανθρώπου όπως αναδύεται από τον ανυπέρβλητα ποιητικό, αισθητικό, χαμηλόφωνο, διεισδυτικό και ιδιαίτερα ουμανιστικό ιρανικό κινηματογράφο. Και είναι αυτές οι εικόνες που μου φουσκώνουν τα μυαλά και με τραβάνε κατά κείνα τα μέρη.

Με αφορμή την πρόσφατη (2009) ταινία του ιρανού Asghar Farhadi, «Τί απέγινε η Έλι» που παίζεται αυτές τις μέρες στις αίθουσες, γύρισα προς τα πίσω και ξαναέφερα στο νου κάποιες παλιότερες ιρανικές ταινίες, που ακόμα και σήμερα, ανακαλώντας τες μου προξενούν βαθιά συγκίνηση.


Πρωτόμαθα για τον περσικό σινεμά από τον Abbas Kiarostami. Απ’ αυτόν κράτησα στο στόμα την πικρή «Γεύση των Κερασιών» βραβευμένη ταινία με τον Χρυσό Φοίνικα των Καννών το 1997 .


Ο Majid Majidi, με μάγεψε κανονικά με τις τρεις απανωτές ταινίες του «Τα Παιδιά του Παραδείσου» το 1997, «Το χρώμα του Παραδείσου» το 2000, και την φανταστική «Βροχή» (Baran) το 2001.


Θυμάμαι ακόμα τον Jafar Panahi και το κοριτσάκι του με «Το Άσπρο Μπαλόνι», βραβευμένη κι αυτή στις Κάνες το 1995.


Πολλές απ’ αυτές τις ταινίες τις είδα και τις ξαναείδα κι άλλες φορές. Άλλες, που παίχτηκαν στις αίθουσες τις έχασα παρά τη θέλησή μου. Πιστεύω, όχι για πάντα. Και αυτές που 'ναι να 'ρθουν στο μέλλον είμαι σίγουρη ότι δεν θα με προδώσουν, παρά θα συνεχίσουν να με καταβυθίζουν στις πιο ακροτελεύτειες γωνιές της ανθρώπινης ψυχής.
Και το ταξίδι στη Τεχεράνη, όλο και περισσότερο μου καρφώνεται στο μυαλό.