Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΩΣΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΩΣΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 7 Μαΐου 2014

Γιατί οι Γερμανοί αγαπούν τους Ρώσους;




Σχετικά με την Ουκρανική κρίση, η Μέρκελ βάζει τα δυνατά της για να δείξει ότι τόσο ενδοευρωπαικά όσο και διατλαντικά υπάρχει ένα μέτωπο αραγές, ενωμένο σαν γροθιά απέναντι στις κινήσεις των Ρώσων· τις de facto, όπως η προσάρτηση της Κριμαίας, και τις μελλοντικές, όπως μια επέμβαση στις ρωσόφωνες ανατολικές επαρχίες της Ουκρανίας.


Σ' αυτό άλλωστε στόχευε και το πρόσφατο ταξίδι της στις ΗΠΑ όπου με τον Ομπάμα παρέα συμφώνησαν να τραβήξουν από κοινού τις κόκκινες γραμμές. Πολύ λεπτές ακόμα, είναι αλήθεια, τόσο που να αγγίζουν μόνο κάποιους λίγους από το περιβάλλον Πούτιν και τόσο απαλές όσο το πάτημα της γάτας.



Για να τις χοντρύνουν, θα πρέπει πρώτα η Μέρκελ να ξεπεράσει κάποια προβληματάκια στο εσωτερικό. Προβληματάκια, τρόπος του λέγειν. Στην πραγματικότητα, προβληματάρες. Και δεν είναι οι γνωστοί επιχειρηματίες και τραπεζίτες που δυσανασχετούν από τις ενδεχόμενες κυρώσεις, μιας και το εμπόριο, οι γερμανικές επενδύσεις και οι τράπεζες έχουν ομολογουμένως τεράστια ανοίγματα σε Ρωσία και Ουκρανία. Και δεν είναι, ούτε η αριστερά, ούτε ο Gysi, ούτε η Sahra Wagenknecht που οργώνουν την επικράτεια σηκώνοντας την παντιέρα του αντι-αμερικανισμού και προπαγανδίζοντας κατά της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής και υπέρ του δημοψηφίσματος της Κριμαίας. Ούτε το ευρωσκεπτικιστικό, εναλλακτικό κόμμα AfD, που ταξίδεψε ως τον 19ο αιώνα για να ξεθάψει, στο όνομα του γερμανικού ρομαντισμού, το παραδοσιακό αντι-δυτικό πνεύμα και την έχθρα προς τις διεφθαρμένες δυτικές αξίες και τον αγοραίο καπιταλισμό.



Εδώ καλέ κουνήθηκε η ίδια η Καγκελαρία. Τόσο από τους ομοϊδεάτες της Μέρκελ, όσο και από τους όψιμους συμμάχους της στην κυβέρνηση, τους σοσιαλδημοκράτες. Το αίσθημα της συμπάθειας ξεκινάει από τον υπεύθυνο εξωτερικής πολιτικής της κοινοβουλευτικής ομάδας της Μέρκελ, ως τον αρχηγό του CDU στο πολυπληθές κρατίδιο του Βόρειου Ρήνου-Βεστφαλίας, ο οποίος μάλιστα κατηγόρησε για λαϊκισμό αυτούς που τολμούν και εναντιώνονται στον Πούτιν. Όσο για τους σοσιαλδημοκράτες, εδώ μιλάμε κυριολεκτικά για φιλο-ρωσικό ξεσάλωμα. Ο πρώην Καγκελάριος Schmidt πήγε τόσο μακριά ώστε να εκφράσει την κατανόησή του για την ενέργεια της προσάρτησης, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να την χαρακτηρίσει και νόμιμη. Και σα να μην έφτανε αυτός, ο επίσης πρώην Καγκελάριος Schroeder ευρισκόμενος αυτές τις μέρες στην Αγία Πετρούπολη, στο πάρτι γενεθλίων που παρέθεσε, όχι μόνο προσκάλεσε τον Βλαδίμηρο, αλλά και έσπευσε να τον σφιχταγκαλιάσει, όταν αυτός προσήλθε νύκτωρ για να εκφράσει τα σέβη του. Με τη φωτογραφία του εναγκαλισμού να κάνει το γύρο του κόσμου και με τη Μέρκελ να τρώει τα μουστάκια της πάνω-κάτω στη Καγκελαρία από θυμό, νάσου και το Spiegel την άλλη μέρα να βάζει στο στόχαστρο ολόκληρο το SPD και να διερωτάται για τις προθέσεις ως κι αυτού του ίδιου του υπουργού εξωτερικών, του σοσιαλδημοκράτη Steinmeier.



Αλλά ούτε κιαυτό φαίνεται αρκετό. Η διαμάχη θα μπορούσε να είχε περιοριστεί στα σαλόνια της ελίτ και τα πράγματα να τέλειωναν εκεί. Δυστυχώς όμως, είχαν την ατυχία να μπλεχτεί σ' αυτή κι ολόκληρος ο γερμανικός λαός· από τους διανοούμενους, τους καθηγητάδες και τους δημοσιογράφους, ώς τους απλούς πολίτες και τις νοικοκυρές. Τα social media και τα διάφορα for a, οι τηλεοπτικές εκπομπές και τα talk shows, οι εφημερίδες και τα περιοδικά, εδώ και ένα μήνα παίρνουν κυριολεκτικά φωτιά. Η Κριμαία ξαφνικά κι απ' το πουθενά, γίνεται κάτι πολύ παραπάνω από ένα αδιάφορο θέμα των εξωτερικών ειδήσεων, από μια χερσόνησος χίλια μίλια μακρυά. Στην πραγματικότητα αποτέλεσε το προσάναμμα για να φουντώσει μετά από χρόνια, ουσιαστικά από τα χρόνια του πολέμου, η συζήτηση για τη γερμανική ταυτότητα. Οι Γερμανοί ξανάρχισαν να ψάχνονται, ανακαλύπτοντας ότι η θέση που πάνω της εδώ και χρόνια κάθονταν στο κέντρο της Ευρώπης, με θέα προς τα δυτικά, ήτανε μάλλον άβολη!



Τέλη Μάρτη και αρχές Απρίλη εμφανίστηκαν στο Spiegel δυο μακροσκελή άρθρα με τους ενδεικτικούς τίτλους “Πόσο δυτική είναι η Γερμανία; Η Ρωσική κρίση πυροδοτεί κρίση ταυτότητας” και “Το πρόβλημα της συμπάθειας: Είναι η Γερμανία μια χώρα που υπερασπίζεται τη Ρωσία;”. Και δεν έφτανε αυτό. Την Τρίτη εμφανίστηκε ακόμα ένα άρθρο στους Times της Νέας Υόρκης αυτή τη φορά, με τον συντάκτη του, ανταποκριτή της Die Welt να διερωτάται με θυμό: “Γιατί οι Γερμανοί αγαπούν τη Ρωσία;” [4]. Έλα ντε!



Η Γερμανία, τσακισμένη ηθικά μετά από δυο ολέθριους πολέμους, κουβαλώντας ένα κάρο ενοχές και κάτω από την πίεση των συμμάχων νικητών, αποφάσισε ότι από δω και πέρα θα έπρεπε να ξεχάσει τα βουκολικά της οράματα, τους εθνικισμούς, τις ρομαντικές, αντι-φιλελύθερες και αντι-ορθολογικές της πλευρές, τo πολιτισμικό της υπόβαθρο εν γένει, που μπορεί να εξέθρεψε ωραίους ποιητές, μουσικούς και φιλοσόφους, αλλά συνάμα εξέθρεψε και τον Χίτλερ, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τα λοιπά, και να κοιτάξει οριστικά και αμετάκλητα προς τη φιλελεύθερη Δύση. Και είναι αλήθεια ότι η δημοκρατία της στα μεταπολεμικά χρόνια ήταν υποδειγματική. Οι νέες γενιές που διαπαιδαγωγήθηκαν σε άλλες αξίες από αυτές των προγόνων τους και που υποχρεώθηκαν να επισκεφτούν δυο τουλάχιστον στρατόπεδα συγκέντρωσης, ήρθαν κι έβαλαν καινούργια ρούχα. Αλλά οι παλιές αγάπες δύσκολα ξεχνιούνται. Αγάπες, που ξεκινούν από τον Μπίσμαρκ και τη στήριξη των Ρώσων στο σχηματισμό του γερμανικού κράτους το 1871, από τις ανέκαθεν καλές σχέσεις με τους τσάρους, από τους κοινούς πολέμους ενάντια στον Ναπολέοντα, ως την Ostpolitik του Willy Brandt. Και για του Γερμανούς, οι Ρώσοι είναι φιλόξενοι, έχουν κουλτούρα, έχουν Τολστόι και Τσαϊκόφσκι, έχουν βαθιά ψυχή, μα πάνω απ' όλα δυο είναι οι κυριότεροι δεσμοί: ο ρομαντισμός και ο πόλεμος, δηλαδή η ενοχή για τις θηριωδίες που διέπραξαν εναντίον τους. A! Και ο αντι-αμερικανισμός.



Σε πρόσφατη δημοσκόπηση του Spiegel, το 54% των ερωτηθέντων εκφράστηκε θετικά στην προσάρτηση της Κριμαίας. Αρνητικά απάντησε το 38%


ΥΓ. Για πρώτη φορά είχα ασχοληθεί με το θέμα τον Φεβρουάριο του 2008 στο ποστ

ΕΚΛΕΚΤΙΚΕΣ ΣΥΓΓΕΝΕΙΕΣ: Ρωσία-Γερμανία

 

Τρίτη 26 Μαρτίου 2013

Το μέλλον της Κύπρου είναι με τη Ρωσία!



Ο τρόπος διαχείρισης της Κυπριακής κρίσης παρουσιάζει δυο πολύ σημαντικές πτυχές με εμβέλεια τόσο στο χώρο όσο και χρόνο. Η μια είναι η εμφάνιση στο προσκήνιο της επιθετικής στροφής εκ μέρους της Γερμανίας στον τρόπο αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης  από ‘δω και πέρα και η δεύτερη, αφορά στο ρόλο της Ρωσίας και τη σχέση της με την ΕΖ γενικότερα και την Κύπρο ειδικότερα. Πριν προχωρήσουμε, ένα άλλο θέμα, όχι λιγότερο σημαντικό που αναδείχτηκε αυτές τις μέρες, ήταν η επισκίαση από τη Γερμανία όλων των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων, τόσο της ευρωπαϊκής επιτροπής, του ευρωπαϊκού συμβουλίου, για το κοινοβούλιο δεν έχουμε να περιμένουμε έτσι κι αλλιώς τίποτε περισσότερο πέρα από το διακοσμητικό του ρόλο, απαραίτητο ώστε να κρατούνται τα δημοκρατικά προσχήματα, όσο και των άλλων ηγετών, κυρίως της Γαλλίας και Ισπανίας, καθ’ ότι η Ιταλία παραμένει ακέφαλη και καλώς πράττει. Η 25η Μαρτίου ξημέρωσε σε μια γερμανοκρατούμενη Ευρώπη, γεγονός που προκάλεσε μούδιασμα, ρίγη και κακούς συνειρμούς. «Το τζίνι βγήκε έξω απ’ το μπουκάλι», σχολίασαν μερικοί ξένοι αναλυτές.

Δεν είχα γεννηθεί τις εποχές όταν ανέβαινε ο Χίτλερ, αλλά φαντάζομαι ότι παρόμοια συναισθήματα θα επικρατούσαν και τότε: μούδιασμα, ρίγη, χωρίς ακόμα τους κακούς συνειρμούς, αλλά και κοντή φαντασία να προεκτείνει στο μέλλον αυτό που επωαζόταν εκείνες τις μέρες.


Για το bail-in που επιβλήθηκε σχολιάσαμε σε δυο προηγούμενα κείμενα ΕΔΩ, κι ΕΔΩ και δεν θα ασχοληθούμε άλλο προς το παρόν. Η στάση όμως της Ρωσίας σε σχέση με την ΕΖ, τόσο στο παρόν όσο και στο μέλλον, η εμπλοκή της, δια της Κύπρου, στις κινήσεις της, καθώς και ο είδος των σχέσεών της με αυτή, αξίζουν μεγαλύτερης προσοχής. Πριν από καιρό, και προτού η Κύπρος μπει στη δίνη της τωρινής κρίσης είχαμε γράψει ένα σχόλιο σχετικά με το θρυλούμενο ρωσικό δάνειο, κατά πόσον δηλαδή η Ρωσία θα δεχόταν να δανειοδοτήσει εκ νέου το κυπριακό κράτος. Η άποψή μας ήταν ότι αυτό δεν θα ήταν δυνατόν, εφ’ όσον η Κύπρος παρέμενε δεμένη στην ΕΖ, καθ’ ότι στοιχειωδώς, όπως κάθε πουτάνα, έτσι και κάθε κράτος θα πρέπει να διαλέξει τον νταβατζή του. Τουτέστιν, δεν μπορεί κάποιος να προσβλέπει ταυτόχρονα σε δυο. Και η Κύπρος είχε ήδη διαλέξει να παραμένει εξαρτημένη από τον έναν, τον συγκεκριμένο.

Αυτό φάνηκε και στις απελπισμένες, αλλά ερασιτεχνικές κινήσεις του κύπριου ΥΠΟΙΚ Σαρρή προσφάτως, όπου, εντελώς δικαιολογημένα συνάντησε την άρνηση της ρωσικής βοήθειας, μιας και επίκειτο η απόφαση της Γερμανίας. Ορθώς η Ρωσία αρνήθηκε την εξαγορά των κυπριακών τραπεζών, διότι μιας και το κούρεμα ήταν ήδη από καιρό στο τραπέζι, αυτό θα σήμαινε ότι από την άλλη κιόλας μέρα θα έβγαινε κι αυτή κουρεμένη, οπότε το ζητούμενο της διάσωσης ήταν εξ αρχής καταδικασμένο. Άσε που υπήρχε και η απειλή της ΕΚΤ για το κλείσιμο της στρόφιγγας ρευστότητας προς τις κυπριακές τράπεζες. Όσον δε, αφορά τις ναυτικές βάσεις και το ενεργειακό, αυτά αποτελούν πολύ σοβαρά θέματα για να συζητηθούν εντός τριών ημερών, και μάλιστα εν θερμώ, και να ληφθούν αποφάσεις, με μεγάλο μάλιστα διεθνή αντίκτυπο.

Επόμενο ήταν η Ρωσία να μείνει στην άκρη και να παρακολουθεί τις γερμανικές κινήσεις, προειδοποιώντας όμως για τυχόν αντιδράσεις όταν και όπως αυτή αποφασίσει μετά από σκέψη και σχεδιασμό. Ας μην ξεχνάμε τις παραδόσεις της ρωσικής διπλωματίας καθώς και τις σκακιστικές επιδόσεις του ίδιου του Πούτιν. Αυτό βέβαια καθόλου δεν σημαίνει ότι η Κύπρος δεν αποτελεί ενεργειακό και γεωστρατηγικό έπαθλο σε όποιον την διεκδικήσει. Στην προκειμένη όμως περίπτωση, το μοίρασμα των χαρτιών δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Αν εκείνη τη στιγμή, η Κύπρος αποφάσιζε να γυρίσει την πλάτη στην ΕΖ τότε θα μπορούσε να ελπίζει σε μια ενδυνάμωση της συμμαχίας με τη Ρωσία και σε πρακτικό επίπεδο.  Χωρίς φυσικά κι αυτό να είναι βέβαιο, μιας και μια αλλαγή φρουράς στην Κύπρο θα έβαζε σε δοκιμασία τις Ρωσικές σχέσεις με την Ευρώπη και την Αμερική, ενδεχομένως. Επομένως, αμφότερες οι πλευρές θα έπρεπε να ζυγίσουν καλά τις κινήσεις τους, πράγμα που κάτω από καθεστώς ασφυκτικής πίεσης δεν ήταν καθόλου εφικτό.

Η Κύπρος βρίσκεται σε αδιέξοδο και η λύση που επιλέχτηκε δεν έχει μακρύ ορίζοντα. Η Κύπρος, αφού κάπως καταλαγιάσει η ένταση των ημερών θα πρέπει να δει με καθαρότερο μάτι το μέλλον της και να καθίσει να σχεδιάσει προσεκτικά τις επόμενες κινήσεις της, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα και επανεξετάζοντας τις παραδοσιακές της συμμαχίες, συγκεκριμένα με τους Ρώσους.

Μια έξοδος της Κύπρου από την ΕΖ θα έλυνε εν πολλοίς και τα χέρια των Ρώσων να αναλάβουν ενεργητικότερο ρόλο στο νησί. Μια ιδέα, ήρθε αναπάντεχα χτες από τον Anatole Kaletsky σε άρθρο του στο Reuters, προτείνοντας μετατροπή του ευρώ στην Κύπρο σε ρούβλι για τη σωτηρία των καταθέσεων και των τραπεζών του νησιού!

Η μετατροπή αυτή, γράφει ο Κaletsky, θα μπορούσε να επιτευχθεί εντός 24-ώρου εφ’ όσον οι ρώσοι, απαλλαγμένοι πλέον από τα δεσμά της ΕΖ και ΕΚΤ, θα μπορούσαν να διοχετεύσουν μεγάλες ποσότητες  στις κυπριακές τράπεζες και να τις διασώσουν. Το ρούβλι είναι ένα ισχυρό νόμισμα, ισχυρότερο μάλιστα του ευρώ, και συναλλαγματικά μετατρέψιμο. Επιπλέον, θα απέτρεπε τον κίνδυνο ενός bank-run τόσο στην Κύπρο, όσο και αλλού, στο παρόν ή στο μέλλον και όσες αναλήψεις σημειώνονταν θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν με παροχή άφθονης ρευστότητας από την κεντρική τράπεζα της Ρωσίας.  

Η οικονομία της Κύπρου, έτσι θα ανέκαμπτε γρήγορα, και η καθημερινότητα θα συνεχιζόταν όπως και πριν. Αυτό φυσικά θα σήμαινε αλλαγή φρουράς, μιας το τραπεζικό σύστημα της Κύπρου θα ήταν σχεδόν εξ ολοκλήρου ρωσικό. Η Κύπρος, φεύγοντας από την ΕΖ θα λειτουργούσε σαν ρωσικό προκεχωρημένο φυλάκιο, λίγο πολύ όπως λειτουργεί το Hong Kong και η Σιγκαπούρη σε σχέση με την Κίνα, και το γεωπολιτικό στάτους της Ρωσίας, αλλά και η εικόνα του Πούτιν θα αναβαθμιζόταν παγκοσμίως κερδίζοντας την εκτίμηση τόσο της Ουάσιγκτον όσο και του Πεκίνου.

Με το χρόνο, οι Κύπριοι θα έβλεπαν ότι δεν θα χρειάζονταν πλέον ούτε τις Βρετανικές βάσεις, θα έδιναν ένα γερό χαστούκι στην υπόλοιπη ανίκανη και τιμωρητική Ευρώπη, και το μέλλον τους θα προοιωνίζονταν λαμπρό!

Μέσα στους επόμενους μήνες έχουν όλο τον καιρό να σκεφτούν μια τέτοια λύση. Η Ευρώπη, όπως την ξέραμε έχει πεθάνει, και όποιος βλέπει μπροστά, οφείλει να λάβει αποφάσεις και να πορευτεί αλλιώς, όσο είναι καιρός…


Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2008

ΕΚΛΕΚΤΙΚΕΣ ΣΥΓΓΕΝΕΙΕΣ: Ρωσία-Γερμανία


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Δεν πάει πολύς καιρός που συνειδητοποίησα ότι οι χώρες που μου κινούν ιδιαίτερα το ενδιαφέρον είναι δυο, οι εξής: Γερμανία και Ρωσία. Κι αυτό συνέβη όταν, σαν σε επιφώτιση, διέκρινα την αιτία που με έκανε να τις αντιμετωπίζω, αυτές τις τόσο διαφορετικές εκ πρώτης όψεως, σαν ένα ταιριαστό ζευγάρι.

Τι κοινό, λοιπόν, μπορεί να έχει η καπιταλιστική Γερμανία με τη (πάλαι ποτέ) σοσιαλιστική Ρωσία; Οι Γότθοι με τους Σλάβους; θα ρώταγε κάποιος ανυποψίαστος, και δικαίως άλλωστε, όπως και οι περισσότεροι, που δεν θέλησαν ν’ αναρωτηθούν ποτέ για το πόσο ρηχοί και αβασάνιστοι μπορεί να είναι μερικοί επαναλαμβανόμενοι και στερεοτυπικοί χαρακτηρισμοί για τις ετικέτες που μπαίνουν στα πράγματα και που από την πολλή χρήση κανείς δεν μπαίνει πια στον κόπο να σκεφτεί αν πράγματι η ετικέτα αντιπροσωπεύει την ουσία και το περιεχόμενο αυτών τα οποία ονοματίζει και περιγράφει.

Κι όμως, αν σκαλίσουμε λιγάκι την ιστορία αυτών των χωρών και πάμε κάπως πιο πίσω από τον 20ο αιώνα, βλέπουμε ότι αμφότερες έμειναν πίσω από το κύμα του Διαφωτισμού που σάρωσε την Ευρώπη, για διαφορετικές όμως αιτίες η κάθε μια τους. Και η Ελλάδα βέβαια έμεινε εκτός, αλλά ποιος σκοτίζεται γιαυτή τη χώρα. Μικρό το ειδικό της βάρος για να επηρεάσει τα τεκταινόμενα. Η Γερμανία όμως; Η Ρωσία; Γίγαντες και οι δυο κι όχι μόνο στην έκταση και τον πληθυσμό, μα και στη σκέψη και στην ώθηση που έδωσαν στις εξελίξεις της ηπείρου μας, αλλά και παγκοσμίως. Από διαφορετική αφετηρία φυσικά και οι δυο.

Προς το παρόν θα αναφερθώ μόνο στις αιτίες, κυρίως μέσα από τις ιδιαίτερες ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες, που ο Διαφωτισμός δεν μπόρεσε να πιάσει ρίζες στις χώρες αυτές. Τις βασικές διαφορές ανάμεσα στις δυο αυτές πρωτεύουσες κοσμοθεωρήσεις της δυτικής σκέψης, ανάμεσα δηλαδή στον Διαφωτισμό και τον Ρομαντισμό, θα τις θεωρήσω γνωστές και δεν θα τις σκιαγραφήσω επί του παρόντος. Ίσως το επιχειρήσω κάποια άλλη φορά.

ΓΕΡΜΑΝΙΑ: ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟΣ

Στην Γερμανία του 18ου αιώνα, ο Διαφωτισμός πέρασε και δεν ακούμπησε. Αυτό όμως που ρίζωσε και θέριεψε ήταν το Ρομαντικό κίνημα, που ενώ κιαυτό εκπροσωπούσε την χειραφέτηση της αστικής τάξης όπως και ο Διαφωτισμός, εν τούτοις πήρε τη μορφή μιας «πληβειακής συγκινησιοκρατίας», κι επομένως το αντίθετο της αγέρωχης και δύστροπης νοησιαρχίας των ανωτέρων τάξεων. Ενώ η μεσαία τάξη στη Γαλλία και στην Αγγλία εξακολουθούσε να έχει πλήρη συναίσθηση της θέσης της στην κοινωνία και ποτέ δεν εγκατέλειψε τα επιτεύγματα του Διαφωτισμού, η γερμανική μεσαία τάξη πέρασε κάτω από τον έλεγχο του ρομαντικού ανορθολογισμού πριν περάσει καν από το σχολείο του ορθολογισμού. Ο ορθολογισμός περιορίστηκε στα πανεπιστήμια και ανάμεσα στους λόγιους και τους ακαδημαϊκούς. Δεν διείσδυσε ποτέ σθεναρά στην δημόσια ζωή, στην κοινωνική και πολιτική σκέψη των πλατειών μαζών ή στην ίδια τη μεσαία τάξη. Τουναντίον διαστρεβλώθηκε και γελοιοποιήθηκε.

Το γιατί συνέβη αυτό είναι μια μακρά ιστορία η οποία ξεκινάει από τον 16ο αιώνα, με την παρακμή των βορειο-γερμανικών εμπορικών πόλεων προς όφελος των ολλανδικών και αγγλικών κέντρων και με την συνεπαγόμενη παρακμή και αποδυνάμωση της γερμανικής αστικής τάξης. Στη Γαλλία, οι ευγενείς γαιοκτήμονες ήταν αρκετά διορατικοί ώστε ν’ αφήσουν το εμπόριο και τη βιομηχανία στα χέρια της ανερχόμενης αστικής τάξης καθώς και μερίδα του διοικητικού μηχανισμού, ενώ στην Αγγλία έως και συνασπίστηκαν μαζί της εναντίον του βασιλιά. Οι γερμανοί ευγενείς έπραξαν το ακριβώς αντίθετο, γύρισαν την πλάτη στη μεσαία τάξη η οποία παραγκωνίστηκε και εξαθλιώθηκε και συμμάχησαν με αυτούς που δεν έπρεπε, δηλαδή με τους ηγεμόνες.

Οι συνέπειες της αδυναμίας αυτής της αστικής τάξης να δρομολογήσει και να πρωτοστατήσει στις εξελίξεις σαν φορέας ενός νέου και δυναμικού πνεύματος, ήταν η επικράτηση ενός άκρατου ιδεαλισμού, αδιαφορίας για τις κοινωνικές συνθήκες, την πολιτική και πολιτιστική ζωή. Η σκέψη έγινε ενατενιστική, θεωρητική, μη πραγματική και ανορθολογική. Την έλλειψη πρακτικού νου την έκαναν αρετή και την αποκάλεσαν ιδεαλισμό, εσωτερικότητα, ενόραση, θρίαμβο πάνω στους περιορισμούς του χώρου και του χρόνου, ενώ την έλλειψη εξωτερικής ελευθερίας την μετουσίωσαν στο ιδανικό της εσωτερικής ελευθερίας.



ΡΩΣΙΑ: ΚΟΙΝΟΤΙΣΤΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ

Η πρώτη ουσιαστική επαφή της Ρωσίας με τη Δύση έγινε από τον Μεγάλο Πέτρο το 1696, ο οποίος σε ηλικία 24 ετών, με συνοδεία ευγενών, παπάδων, γραμματικών, μουσικών, μαγείρων και εθελοντών, ένα σύνολο δηλαδή, από διακόσια πενήντα άτομα, αποφάσισε να επισκεφτεί την Ολλανδία, Βενετία, και Αγγλία με σκοπό να πάρει μαθήματα ναυπηγικής τέχνης.


Χωρίς να έχει γνωρίσει Μεταρρύθμιση, Αντιμεταρρύθμιση και Αναγέννηση, η Ρωσία παρέμενε σε μια κατάσταση μεσαιωνικής στασιμότητας, και ιδιόρρυθμης ακυβερνησίας. Αγνοώντας πλήρως την επιστήμη και την τεχνική της εποχής, την μοντέρνα κλασική οργάνωση και την όποια ανεξιθρησκεία, το ρωσικό κράτος υστερούσε καταφανώς απέναντι στα ευρωπαϊκά κράτη του 17ου αιώνα. Η κοινωνική διαστρωμάτωση στην Ρωσία εκείνη την εποχή είναι λίγο-πολύ γνωστή με τον Τσάρο στην κορυφή της πυραμίδας, με μια κληρονομική και μια άλλη χαμηλότερη αριστοκρατία, με μια συρρικνωμένη έως ανύπαρκτη αστική τάξη και με μια πελώρια μάζα χωρικών μουζίκων και δουλοπάροικων. Ό,τι το νέο και καινοτόμο προερχόταν από την πρωτοβουλία των ανώτερων τάξεων, ενώ καθετί το αυτόχθονο, το ορθόδοξο και το αμιγώς εθνικό αναδυόταν από τη λαϊκή ψυχή. Θεωρώντας ότι οι Ρώσοι έπρεπε οπωσδήποτε να κερδίσουν το χαμένο έδαφος και να ξεφύγουν από την παράδοση του μεσαιωνικού κόσμου ο νεαρός Πέτρος όταν στέφθηκε τσάρος αποφάσισε να λύσει το πρόβλημα ακαριαία, επιφέροντας έτσι τη ρήξη με το μεσαιωνικό και ορθόδοξο παρελθόν. Έμεινε στο εξωτερικό για πάνω από 18 μήνες με απώτερη βλέψη να εισαγάγει στη Ρωσία τον άγνωστο δυτικό πολιτισμό. Πράγμα που το κατάφερε με το στανιό. Ανάμεσα στις υπερβολές ήταν ότι γυρνώντας επέβαλε αλλαγή ενδυμασίας και τυπικού προσαρμοσμένων στα δυτικά πρότυπα και υποχρέωσε όχι μόνο τους ευγενείς αλλά όλο τον ρωσικό λαό, των ιερωμένων και των μουζίκων μόνον εξαιρουμένων, να κόψουν ακόμα και τις γενειάδες τους, σαν υπέρτατη ένδειξη του νέου πνεύματος που επρόκειτο να επικρατήσει. Οι Μεταρρυθμίσεις του Πέτρου δεν παρέμειναν φυσικά σαυτούς τους τομείς μόνο, αν και είχαν έντονο συμβολικό χαρακτήρα αλλά πέρασαν και σε τομείς διοίκησης και οργάνωσης του κράτους, όπως και στην ίδρυση μιας νέας πόλης, σ’ ένα βαλτότοπο στη Βαλτική, την Αγία Πετρούπολη, η οποία επρόκειτο να γίνει η νέα πρωτεύουσα της αναδιαρθρωμένης αυτοκρατορίας.


Παρ’ όλα αυτά η Ρωσία παρέμεινε μια βαθιά πατριαρχική κοινωνία διατηρώντας τις προνεωτερικές της δομές σχεδόν αμετάβλητες. Η τεράστια μάζα των χωρικών διασπαρμένη σε μια εξ ίσου τεράστια έκταση παρέμεινε απληροφόρητη και αδιάφορη σε ό,τι νεωτερικό εξυφαινόταν στην Αγία Πετρούπολη. Τέτοιες δομές και προδιαθέσεις βαθιά ριζωμένες στη ρωσική κουλτούρα, αυτές που συγκρότησαν την περιλάλητη «ρωσική ψυχή» περιελάμβαναν 1) την προτεραιότητα του κοινοτικού πνεύματος έναντι του ατομικιστικού εγωισμού, 2) τον εξισωτισμό, 3) το δικαίωμα στην έξωθεν συντήρηση (κατάλοιπο της δουλοπαροικίας), 4) τη μοιρολατρία και τις πάσης φύσεως δεισιδαιμονίες, 5) την εξάρτηση και τη λατρεία της γης, (μητέρα), 6) τη λατρεία του αυτοκράτορα (πατέρας), 7) τον σεβασμό στην κοπιαστική χειρωνακτική εργασία, 8) τη βαθιά θρησκευτικότητα και τη ροπή προς τη μεταφυσική.

Στην Ρωσία, σε αντίθεση με τη Γερμανία, η αστική τάξη, το ήθος και το πνεύμα της παρέμειναν ξένα προς την δεσπόζουσα ρωσική νοοτροπία και ήταν ένας από τους κύριους λόγους που η τάξη αυτή όχι μόνο ποτέ δεν επιχείρησε να καταλάβει την εξουσία, αλλά και που ποτέ δεν συγκροτήθηκε σε σώμα με αυτοσυνείδηση. Το βαθιά ριζωμένο κοινοτικό πνεύμα θεωρούσε σαν εξοβελιστέες τις προσπάθειες ανάληψης πρωτοβουλίας, ρίσκου και αποκοπής απ’ την κοινότητα, τη συσσώρευση χρημάτων, την επιδίωξη κερδοφορίας, όλες δηλαδή τις πρακτικές που υπογράμμιζαν και εξασφάλιζαν τη συνοχή της αστικής τάξης.

Στη Ρωσία δεν υπήρξε ποτέ αστική επανάσταση, ούτε αστική Δημοκρατία, παρά μόνον για μια σύντομη περίοδο μερικών μηνών πριν τους Μπολσεβίκους, στις αρχές του 1917, υπό τον Κερένσκυ. Έκτοτε αγνοείται η τύχη της, ακόμα και μέχρι σήμερα.

ΣΥΝΟΨΗ

Συνοψίζοντας τα κύρια σημεία της σύντομης αυτής ιστορικής διαδρομής στις δυο χώρες, θα τολμούσα να πω ότι η ιδιαιτερότητά τους σε σχέση με τον υπόλοιπο ευρωπαϊκό χώρο οφείλεται στην απουσία της διαφωτιστικής παράδοσης. Με το μεν ρομαντικό πνεύμα να αναπτύσσεται και να ριζώνει στη Γερμανία, με την δε ισχυρή κοινοτιστική παράδοση να ανθίσταται και να επιβιώνει στη Ρωσία. Αμφότερες οι πολιτισμικές αυτές πρακτικές εγκαλούν περισσότερο στα συγκινησιακά παρά στα ορθολογιστικά στοιχεία και βρίσκονται σε αντίθεση με τον ορθολογιστικό υπολογισμό και την οργάνωση της αστικής τάξης εκεί όπου εδραιώθηκε και πήρε στα χέρια της τις εξελίξεις. Και στις δυο χώρες παρατηρείται απουσία μιας εύρωστης και πολυπληθούς αστικής τάξης.

Στη Γερμανία είδαμε ότι οι αστοί ποτέ δεν κατάφεραν να χειραφετηθούν από τους γαιοκτήμονες, το ίδιο και οι διανοούμενοι. Ο Γερμανικός Ρομαντισμός αναπτύχθηκε σαν καθαρή αντίδραση προς τον Διαφωτισμό και το πρωτείο του ορθού Λόγου που διακήρυσσε. Αντ’ αυτού οι Ρομαντικοί έβαζαν πιο πάνω από τη λογική τα συναισθήματα, τη φαντασία, τη διαίσθηση, τα πάθη, τα ορμέμφυτα, τον σκοτεινό εσωτερικό κόσμο, καθώς και την παράδοση ενάντια στην πρόοδο. Οι ολοκληρωτισμοί, είτε μαύροι, είτε κόκκινοι δεν είναι παρά τα κακά παιδιά, οι αναγκαστικές απολήξεις και συνέπειες ενός αχαλίνωτου ρομαντισμού. Έτσι, δεν μου φαίνεται καθόλου τυχαίο πως η απουσία των Διαφωτιστικών αξιών τόσο από τη Γερμανία όσο και τη Ρωσία άφησε ελεύθερο το πεδίο για την εδραίωση αφ΄ενός του Ναζισμού, αφ’ ετέρου του Σταλινισμού.

Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο που απαντάται στην ψυχοσύνθεση των δυο αυτών λαών που εξετάζουμε είναι το βαθύ αίσθημα κατωτερότητας που βίωναν σε σχέση με τους άλλους λαούς, οι ηττημένοι Γερμανοί σε σχέση με τους πολιτικά, πολιτιστικά και στρατιωτικά ανώτερους Γάλλους και οι Ρώσοι σε σχέση με ολόκληρη της Δύση η οποία τους εκλάμβανε σαν τη δυτική απόληξη της Ασίας, ενώ οι ίδιοι ήθελαν να αισθάνονται σαν το ανατολικό κομμάτι της Ευρώπης.

«...Όσοι δεν είναι σε θέση να καυχηθούν για μεγάλα πολιτικά, στρατιωτικά ή πολιτισμικά επιτεύγματα ή για κάποια λαμπρή παράδοση τέχνης ή στοχασμού αναζητούν παρηγοριά και δύναμη στην ιδέα της ελεύθερης και δημιουργικής ζωής του πνεύματος εντός τους, που δεν μολύνεται από τη διαφθορά της εξουσίας ή της επιτήδευσης. Αυτό συναντάται στα έργα των γερμανών ρομαντικών και στη συνέχεια των Ρώσων σλαβόφιλων. Η εξύμνηση κάποιου λαμπρού φανταστικού η πραγματικού παρελθόντος και η αναμονή ενός ακόμη πιο ένδοξου μέλλοντος, αυτό το μεσσιανικό θέμα απηχείται έντονα τόσο από τους Γερμανούς όσο και από τους Ρώσους». I. Berlin

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι δυο λαοί έχουν και άλλα τους στοιχεία κοινά. Κάθε άλλο. Συγκρίνονται μόνον όσον αφορά την τάση τους για παράδοση σε εξωλογικά στοιχεία. Αντιθέτως ο Γερμανικός λαός χαρακτηρίζεται από την ισχυρή βούληση, πράγμα που απουσιάζει από τον Ρωσικό, ο οποίος χαρακτηρίζεται μάλλον από την τάση του για υποταγή και εθελοδουλία. Τώρα γιατί μυθοποιήθηκε τόσο, (από την ισχυρή σλαβόφιλη μερίδα, π.χ. Ντοστογιέφσκι) έχει μάλλον να κάνει με τις ανάγκες αυτών που μυθοποιούν, παρά με το ίδιο το αντικείμενο που μυθοποιείται.


INFO: